Κυριακή 19 Απριλίου 2026

The Necks: «Είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί»

 

The Necks (Φωτογραφία: Dawid Laskowski)

Το αυστραλιανό τρίο The Necks, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής, επιστρέφει στην Αθήνα για μια διήμερη residency την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου.

Ενόψει του απρόβλεπτου συναυλιακού δρωμένου, συνομιλούμε με δύο από τα μέλη του γκρουπ, τους Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Στο πρωτοποριακό της δοκίμιο του 1967, Η αισθητική της σιωπής, η Σούζαν Σόνταγκ έγραφε: «Η ιστορία της τέχνης είναι μια ακολουθία πετυχημένων παραβάσεων».

Ως συγκρότημα που συνειδητά -αν όχι «καταστατικά»- αψηφά την κατηγοριοποίηση, πόσο αντιπαραθετική είναι η σχέση σας με τις ορθοδοξίες/δόγματα - καλλιτεχνικής, μουσικής, πολιτικής ή άλλης φύσης;

Lloyd Swanton: Νομίζω ότι είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί.

Μου αρέσει να πιστεύω πως έχουμε οδηγήσει τους ανθρώπους να αλλάξουν διακριτικά την αντίληψή τους για τον ηχητικό κόσμο γύρω μας και έχουμε διευρύνει τη σκέψη τους στην κατεύθυνση μιας πιο εμβυθιστικής συναυλιακής εμπειρίας.

Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι το έχουμε κάνει σαγηνευτικά, με καλλιτεχνικούς τρόπους.

Tony Buck: Δε νομίζω πως όταν σχηματίσαμε το συγκρότημα ή αναπτύξαμε τον τρόπο με τον οποίο παίζουμε, προσπαθούσαμε συνειδητά να κάνουμε κάτι. Απλώς ακολουθούσαμε τη διαίσθησή μας.

Προσωπικά, δεν έχω ποτέ προσπαθήσει συνειδητά να σκεφτώ κατηγορίες όταν συνθέτω μουσική.

Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, το έργο σας περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο, τον οποίο ως επί το πλείστον εκτείνετε στα απώτατα (αφηγηματικά) όριά του.

Σε μια εποχή που, σύμφωνα με την κυρίαρχη καπιταλιστική ηθική, «ο χρόνος είναι χρήμα», πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε τον χρόνο, ιδίως σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από την κυκλοφορία του πρώτου σας ηχογραφημένου έργου, Sex;

L.S.: Παράξενο που το ρωτάς αυτό! Αυτήν τη στιγμή διαβάζω το βιβλίο The Clock Mirage: Our Myth of Measured Time του μαθηματικού Joseph Mazur, σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.

Ειλικρινά, μεγάλο μέρος του αποτελείται από μαθηματικές και επιστημονικές έννοιες οι οποίες μου διαφεύγουν κατά πολύ.

Καθώς, όμως, το διαβάζω, έχω μεγάλη επίγνωση τού πώς έχουμε αλλάξει τις αντιλήψεις των ανθρώπων -συμπεριλαμβανομένων των δικών μας αντιλήψεων- για το πέρασμα του χρόνου.

Νομίζω ότι έχουμε επίσης καταφέρει να προσφέρουμε μια εναλλακτική λύση στην ηθική «ο χρόνος είναι χρήμα» που αναφέρεις, η οποία διέπει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής βιομηχανίας.

Στα χαρτιά, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα εμπορικό και προωθήσιμο σε ένα συγκρότημα που ηχογραφεί μεμονωμένα κομμάτια διάρκειας μίας και πλέον ώρας, δεν παίζει ποτέ τις «επιτυχίες» του σε συναυλίες, στην πραγματικότητα παίζει κομμάτια εντελώς αυτοσχέδια, άρα εντελώς απρόβλεπτα, και πάλι, συχνά διάρκειας περίπου μίας ώρας.

Αλλά, με κάποιο τρόπο, έχουμε υπάρξει μετριοπαθώς πετυχημένοι κάνοντας ακριβώς αυτό!

T.B.: Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουμε κουβεντιάσει γι’ αυτό τόσο πολύ ως ομάδα, αλλά προσπαθώ να παίξω με την ψυχολογική αντίληψη των ανθρώπων για αυτό που ακούν, για πόσο καιρό το ακούν και από πού αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στη μουσική.

Αυτό φαίνεται να έχει επίδραση στην αντίληψη των ανθρώπων για το πέρασμα του χρόνου, γεγονός το οποίο μπορεί να τους κάνει να διολισθήσουν σε μια εναλλακτική αίσθηση αντίληψης με κάθε είδους τρόπους.

Αισθάνομαι πως η συγκεκριμένη συνθήκη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν βυθισμένοι στον ήχο και την ενέργεια μέσα στο δωμάτιο - σαν μια στοχαστική, αλλά εξαιρετικά άγρυπνη αίσθηση του χρόνου και του χώρου.

Το άλμπουμ Sex περιλαμβάνει ένα κομμάτι διάρκειας λίγο κάτω από μία ώρα που ερμηνεύουν και τα τρία μέλη των The Necks, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν πάνω σε ένα μοτίβο δύο μέτρων. Γιατί του δώσατε αυτόν τον συγκεκριμένο τίτλο;

LS: Η απάντηση είναι πολύ πεζή, δυστυχώς! Δουλεύαμε πάνω στο κομμάτι για αρκετές μέρες και ο μηχανικός ηχογράφησης, ο Michael Webster, θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να βάλει ετικέτα στο κουτί όπου ήταν αποθηκευμένη η κασέτα δύο ιντσών.

Είπε: «Λοιπόν, πώς θα ονομάσουμε αυτό το κομμάτι;». Ένας από εμάς -δε θυμάμαι καν ποιος- απάντησε με αδιάφορο ύφος: «Aπλά πείτε το ‘Sex».

Έτσι λοιπόν, αυτός έγινε ο προσωρινός τίτλος του, κι όμως συνηθίσαμε τόσο πολύ να το ονομάζουμε έτσι, που καθώς διαμορφωνόταν, απλά δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε όταν έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση για τον τίτλο του.

Παραμένει ακόμα η κυκλοφορία μας με τις περισσότερες πωλήσεις κατά πολύ.

Δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι -δεδομένου ότι δεν προσφέρουμε ηχητικά δείγματα, επειδή δεν υπάρχει τρόπος ένα σύντομο απόσπασμα να μεταφέρει το πραγματικό νόημα του να ακούς πώς ξεδιπλώνονται τα κομμάτια μας- ότι οι υποψήφιοι πελάτες απλώς επιλέγουν τον τίτλο που ο οποίος τους κάνει την πιο έντονη εντύπωση!

Το Aether, το όγδοο άλμπουμ σας,  που το 2012 προστέθηκε στο μητρώο του National Film and Sound Archive’s Sounds of Australia, είναι η πρώτη ηχογράφηση του 21ου αιώνα η οποία συμπεριλήφθηκε σε αυτό.

Πώς νιώθετε για την αναγνώριση από θεσμικούς φορείς;

L.S.: Δεν είναι αυτός ο λόγος που παίζουμε τη μουσική μας, αλλά είναι πάντα εξαιρετικά ικανοποιητικό να αναγνωρίζεσαι επίσημα.

Δεν υπήρξε ποτέ δύσκολο για εμάς.

Όλο το σαραντάχρονο ταξίδι ήταν απλώς χαρούμενο και ικανοποιητικό, αλλά εξακολουθούμε να βιώνουμε ένα πολύ ωραίο συναίσθημα όταν λαμβάνουμε κάποιο είδος αναγνώρισης για τη μοναδικότητα αυτού το οποίο έχουμε δημιουργήσει.

Το Aether είναι ένα από τα αγαπημένα μου, οπότε χάρηκα ιδιαίτερα που επιλέχτηκε να συμπεριληφθεί αυτή η κυκλοφορία στο μητρώο, από όλα τα άλμπουμ μας.

Το Mindset είναι το πρώτο σας άλμπουμ το οποίο κυκλοφορεί σε βινύλιο. Τι βρίσκετε πιο ενδιαφέρον και τι λιγότερο συναρπαστικό στις διαφορετικές μορφές που χρησιμοποιείτε περιστασιακά - από CD σε βινύλιο και σε mp3;

L.S.: Είμαι εντελώς λάτρης των CD.

Δεν μπορώ να ενθουσιαστώ καθόλου με την ψηφιακή τεχνολογία και το streaming, αν και για τη δουλειά, προφανώς πρέπει να χρησιμοποιώ πολύ την ψηφιακή τεχνολογία. Είναι πολύ βολικό, αλλά μέχρι εκεί φτάνει η έλξη για μένα.

Εξακολουθώ να λατρεύω τους όμορφους δίσκους LP σε gatefold μορφή. 

Είναι ένα απίστευτο πολιτιστικό αντικείμενο, αλλά στα 65 μου χρόνια ΜΙΣΩ που πρέπει να μεταφέρω βαριά κουτιά με αυτούς σε όλο τον κόσμο για να τους πουλήσω σε συναυλίες!

Νομίζω ότι το CD έχει εξαιρετική μορφή. Υπέροχος ήχος, και παρόλο που δεν είναι τόσο «άλμπουμ» όσο ένας 12ιντσος δίσκος LP, δεν παύει να είναι αντικείμενο.

Και ένα CD με κάποια παράξενα όμορφη μουσική είναι κάτι το οποίο μπορεί να σου δωρίσει ο παράξενος θείος σου (δηλαδή εγώ) για τα γενέθλιά σου.

Ποιος θέλει έναν download code για τα γενέθλιά του, ανεξάρτητα από το τι υπέροχη μουσική συνεπάγεται;

T.B.: Μερικές φορές τα κομμάτια καταλήγουν να είναι πιο κατάλληλα για το ένα μέσο από το άλλο, συνήθως με βάση το πόσο μεγάλα ή σύντομα είναι.

Έχοντας πει αυτό, υπάρχει ένα είδος εμπορικού κινήτρου για την κυκλοφορία βινυλίου στις μέρες μας, και όπως είπε ο Lloyd, η συσκευασία των δίσκων LP είναι από μόνη της ένα πολύ ωραίο, καλλιτεχνικό αντικείμενο.

Όπως ορθώς επισημάνθηκε σε ένα σχόλιο στη σελίδα σας στο Bandcamp, «[Το ‘Unfold’ είναι] σαν ένα πυρετώδες όνειρο, δυσοίωνο αλλά... ελκυστικό».

Πόσο χώρο καταλαμβάνει η διαδικασία του ονείρου στις συλλογικές δημιουργικές σας προσπάθειες;

L.S.: Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όνειρα έχουν κάποια επιρροή, σε υποσυνείδητο επίπεδο.

Τα όνειρα είναι, άλλωστε, ο τρόπος του εγκεφάλου να δοκιμάζει νέες νευρωνικές οδούς με σκοπό την πιθανή χρήση τους στoν ξύπνιο. Ο ύπνος είναι μια ενεργή κατάσταση.

Αλλά, εξ ορισμού, θα ήταν δύσκολο να αποδώσουμε οτιδήποτε συγκεκριμένο στη μουσική μας σε όνειρα που μπορεί να είχαμε δει.

Μόλις σήμερα, στις αναμνήσεις μου στο Facebook εμφανίστηκε μια ανάρτησή μου από πέρσι, όπου έγραφα για ένα όνειρο στο οποίο το αυστραλιανό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο ο οποίος επέτρεπε σε γιους και κόρες των πολιτικών να δαγκώνουν ανθρώπους.

Στο μνημειώδες -όχι μόνο από άποψη διάρκειας- τελευταίο σας άλμπουμ, Disquiet, τονίζεται «η αίσθηση κοινής ευθύνης μεταξύ των μουσικών, στην απόλυτη δέσμευσή τους στον αυτοσχεδιασμό, [και] μεταξύ του έργου και του κοινού του».

Θα θέλατε να σχολιάσετε την έννοια της «κοινής ευθύνης» και επίσης τις πιθανές «απαιτήσεις»/προσδοκίες που μπορεί να έχετε από το κοινό σας;

L.S.: Ίσως αυτό να ήταν κάτι το οποίο σκέφτηκε ένας από τους εκπροσώπους δημοσίων σχέσεων μας, επειδή δε θυμάμαι να το έχουμε πει, αλλά είναι μια καλή ερώτηση.

Νιώθω ότι ως παίκτες έχουμε ευθύνη ο ένας απέναντι στον άλλον να προσφέρουμε δημιουργικές και συναρπαστικές δυνατότητες κάθε βράδυ, για να συνεργαστούμε ο ένας με τον άλλον.

Έχουμε επίσης την ευθύνη να «κουβαλήσουμε» έναν από εμάς αν δεν έχει τόσο καλή βραδιά, και να προσπαθήσουμε να παρέχουμε κάποια πλαίσια που του επιτρέπουν να ακμάσει ανεξάρτητα, ώστε το έργο να εξακολουθεί να αποτελεί καλλιτεχνική επιτυχία.

Όσον αφορά τις απαιτήσεις ή τις προσδοκίες από το κοινό, το μόνο το οποίο ζητάμε είναι βασικός σεβασμός· να βυθίζεται στη μουσική μας χωρίς να διαταράσσει τη ροή της.

T.B.: Το Disquiet περιλαμβάνει τέσσερα κομμάτια τα οποία, ενώ στην πλειονότητά τους βασίστηκαν σε αυτοσχεδιασμούς «στο στούντιο», διαμορφώθηκαν και βελτιστοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της overdubbing και της μίξης.

Στο τέλος, λοιπόν, μοιάζουν περισσότερο με μελετημένα, σμιλεμένα κομμάτια παρά με «ελεύθερα αυτοσχεδιαστικά».

Στις 28 και 28 Απριλίου επιστρέφετε στην Αθήνα για μια διήμερη residency στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στο πλαίσιο της Scenius Series, μετά τη θριαμβευτική προηγούμενη επίσκεψή σας. Τι μπορεί να συμβεί αυτήν τη φορά;

L.S.: Λοιπόν, την πρώτη μας φορά στην Αθήνα, η αίθουσα του Ωδείου ήταν sold out, με πάνω από 600 άτομα στο κοινό, οπότε δεν ξέρω τι να περιμένω τώρα!

T.B.: Η πρώτη μας επίσκεψη στην Αθήνα και η περφόρμανς στην αίθουσα του Ωδείου ήταν μια καταπληκτική εμπειρία, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ήταν η πρώτη μας φορά στη χώρα.

Δε θα προσπαθήσουμε, ωστόσο, να αναδημιουργήσουμε αυτό το θριαμβευτικό γεγονός, κάτι που θα ήταν λάθος.

Θα το προσεγγίσουμε, όπως όλες τις συναυλίες μας, με μια φρέσκια στάση και θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στη νέα κατάσταση με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό συλλογικό μυαλό!

Ευχαριστώ θερμά τους Lloyd Swanton και Tony Buck για τη συμμετοχή τους στη συνέντευξη.

Οι The Necks είναι οι: Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Οι The Necks εμφανίζονται ζωντανά την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα) στις 21:00, στο πλαίσιο της Scenius Series.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου