Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Τσεμπερόπουλος: «Το δίλημμα και ο διχασμός παράγουν δράμα»



Μετά από «κυοφορία» έξι ετών και έχοντας διανύσει μια επιτυχημένη φεστιβαλική διαδρομή τόσο διεθνώς (Μόντρεαλ, Λονδίνο), όσο και στην Ελλάδα («Νύχτες Πρεμιέρας»), Ο εχθρός μου, η πιο πρόσφατη ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, προβάλλεται από την προηγούμενη Πέμπτη στις αίθουσες. Πρωταγωνιστής της είναι ο 48χρονος Κώστας Στασινός (εξαιρετικός στον πολυεπίπεδο ρόλο του ο Μανώλης Μαυροματάκης), γεωπόνος, ιδεολόγος, φιλήσυχος οικογενειάρχης και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Η οικογενειακή τους γαλήνη γίνεται κομμάτια, όταν εισβάλλει στο σπίτι τους, μια φροντισμένη μονοκατοικία στα νότια προάστια, μια πολυεθνική συμμορία κακοποιών. Ο Στασινός θα βρεθεί ενώπιον ενός πιεστικού διλήμματος που θα τον υποχρεώσει να αναστοχαστεί πάνω στο αξιακό του σύστημα και την ιδεολογικο-πολιτική του ταυτότητα: να ξεχάσει ό,τι τους συνέβη, ή να εκδικηθεί; Με αφορμή την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, συνομιλούμε με τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο.



Γιατί, λοιπόν, μία ταινία με αυτό το θέμα, και με την οπτική που επιλέξατε σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Γιάννη Τσίρο, στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία;


Το σενάριο δεν προϋπήρχε. Εγώ  πήγα με ένα θέμα, την οργή, και μιλούσαμε επί πολλούς μήνες γι’ αυτό, χωρίς να έχουμε κάποιο story. Ήμουν σίγουρος ότι με τον Τσίρο είμαστε από την ίδια κινηματογραφική οικογένεια, ότι γράφουμε για ανθρώπους, για χαρακτήρες που ζουν εδώ, που υπάρχουν γύρω μας. Και όχι για «χάρτινους» χαρακτήρες που υπηρετούν τα ιδεολογήματά μας. Μια καλή ταινία όποιου ύφους και να είναι δεν μπορεί παρά να έχει κανονικούς ανθρώπους. Παράδειγμα, κατ’ εξοχήν καλλιτεχνική ταινία, ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ» του Ταρκόφσκυ, έχει «χάρτινους» χαρακτήρες; Η «Νοσταλγία» έχει «χάρτινους» χαρακτήρες; Τον πρωταγωνιστή της, τον ποιητή, αν και η ταινία έχει πολύ λίγα λόγια τον αναγνωρίζουμε και ξέρουμε τι δουλειά κάνει, τι επιθυμεί και πώς αισθάνεται. Αυτά τα ξέρουμε κι από τον Μπερτολούτσι και τον Φελίνι, όλους τους Ιταλούς και όλους τους Γάλλους.



Γιατί οι χαρακτήρες απεικονίζονται με τον τρόπο που απεικονίζονται;


Γιατί ήθελα να κάνω μία ταινία που δεν έχω ξανακάνει, άλλου είδους και ρυθμού, που να μην έχει νεκρούς χρόνους. Ήθελα να «τσιτώσω», να ασχοληθώ με την οργή που συσσωρεύεται μέσα σε έναν χαρακτήρα. Είναι κάτι που αισθάνομαι να σφίγγει γύρω μου συνέχεια. Ήδη πριν από έξι χρόνια, που είχα διαβάσει μια σκηνή σε ένα βιβλίο, μου ήρθε η ιδέα. Ήθελα μια ταινία με σασπένς και ένταση, μια ταινία που να είναι επιτακτικό να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Τώρα θα ήθελα πολύ να κάνω μία κωμωδία. Δεν μπορώ, βέβαια, να ξεφύγω από τον εαυτό μου, άρα θα είναι τραγικωμωδία.


Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ιδεολόγος. Γιατί;


Γιατί ο Τσίρος κι εγώ  είμαστε  ιδεολόγοι  και  ξέραμε να γράψουμε γι’ αυτόν τον χαρακτήρα, έναν χαρακτήρα σκεπτόμενο, με θεωρητικό υπόβαθρο, καλλιεργημένο, πασιφιστή, του διαλόγου. Προφανώς θα ήταν ένας άνθρωπος μέσα στην κοινωνία και αρχικά το επάγγελμα του ήταν ιδιοκτήτης μάντρας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Οι αντιθέσεις που εμπεριέχουν οι χαρακτήρες είναι σημαντικό εργαλείο. Είναι πολύ ενδιαφέρον να είναι προοδευτικός και να πουλάει αυτοκίνητα, κι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι να είσαι κομμουνιστής και χρηματιστής. Γιατί αυτός έχει το δίλημμα και το διχασμό μέσα του, αυτό παράγει δράμα. Κάποτε μου είχαν προτείνει να κάνω ταινία τη ζωή του Τσιτσάνη. «Γιατί του Τσιτσάνη;», λέω. Στη ζωή του όλα πήγαν ρολόι, δεν είχε τίποτε το δραματικό. Ο Βαμβακάρης είναι ο ενδιαφέρων χαρακτήρας. Στον «Εχθρό μου», λοιπόν, μέσα από κάποιες διαδικασίες επιλέξαμε να είναι γεωπόνος. Το επάγγελμα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Αυτό που σε καθορίζει πατόκορφα, inside-out, είναι τι δουλειά κάνεις, αν έχεις να φας και αν αγαπιέσαι ή όχι. Αυτά είναι απολύτως βασικά στη ζωή, συνδυασμένα με το ποιος είναι ο ψυχικός σου κόσμος. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρων ένας άνθρωπος που δέχεται εισβολή στο σπίτι του και έχει αρχές. Τι «ψωμί» έχει, αν βάλεις έναν μπρατσωμένο, εκτός του ότι θα παίξουν γερό ξύλο; Η ιδεολογία του πρωταγωνιστή παράγει έντονο conflict με έναν ιδεολόγο αριστερό ή και με έναν θρησκευόμενο. Στους θρησκευόμενους, όμως, ειδικεύονται οι καθολικοί και το έχουν εξαντλήσει το θέμα.



Με ενδιαφέρει να μάθω για το χαρακτήρα του γείτονα, του απότακτου στρατιωτικού, ο οποίος έχω την αίσθηση ότι είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένος. Τον διαλέξατε σε σχέση και με την τρέχουσα πραγματικότητα;


Γράφτηκε πριν τέσσερα χρόνια. Έχουμε όλοι «κοντή» μνήμη. Τότε λέγαμε για το ΛΑΟΣ. Αυτός ο συγκεκριμένος και ο Μιχαλολιάκος υπήρχαν και υπάρχουν, «ανάβουν» και «σβήνουν», ευτυχώς. Το σενάριο, εκτός από λεπτομέρειες, είχε τελειώσει λίγους μήνες αφού μας είπε ο Γιωργάκης ότι φαλιρίσαμε, το 2009, που σημαίνει ότι άρχισε να γράφεται το ‘08. Αν ο πρωταγωνιστής ήταν νεοφιλελεύθερος, τότε, αντί του στρατόκαυλου γείτονα, θα έπρεπε να βάλουμε τρομοκράτη. Βάσει της ταμπέλας μιλάω, που αλλάζει με τις δεκαετίες.


Ο τίτλος της ταινίας αφορά στο άλογο στοιχείο που ενυπάρχει στον καθένα μας; Ποιος είναι ο εχθρός μου, τελικά;
 

Ο σωστός τίτλος είναι «The enemy within», που τον μεταφράσαμε στα ελληνικά «Ο εχθρός μου», γιατί «ο εντός εχθρός» μοιάζει λίγο με δοκίμιο, βιβλίο ή κοινωνική ανάλυση. Σκεφτόμασταν να τον αλλάξουμε, δεν βρήκαμε όμως ποτέ καλύτερο. Το «Τhe enemy within» περιλαμβάνει τα πάντα: εντός της πατρίδας, εντός της οικίας, εντός της πόλης και εντός μας. Με το ανοιχτό τέλος που έχει η ταινία, ο θεατής κάνει τις δικές του σκέψεις ανάλογα με τη δική του συνείδηση. Τι θα κάνει ο κεντρικός χαρακτήρας μετά το τέλος της ταινίας, αυτό είναι ένα ερώτημα. Έτσι λένε οι θεατές ότι συμβαίνει. 

Σε θέματα ζωής ή θανάτου το μυαλό έρχεται δεύτερο. Το μυαλό υπάρχει επί χιλιάδες χρόνια ανεπτυγμένο ως σκέψη που έφτιαξε κώδικα αξιών. Το ένστικτο, όμως, υπάρχει επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. «Στο DNA μας» σημαίνει ότι, αν κάποιος σου κουνηθεί, βγάλ’ του το μάτι, πριν στο βγάλει αυτός! Γι’ αυτό μας χειραγωγούν τόσο εύκολα στους πολέμους. Ποιο είναι το χειρότερο κτήνος του 20ού αιώνα; Ο άνθρωπος. Αυτό με φέρνει και στην άποψη ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τους φτωχούς με τους πεινασμένους. Ποιο ζώο, όταν δεν έχει να φάει, σκέφτεται ότι «εκείνο το κόκαλο είναι του άλλου ζώου, δεν πρέπει να του το φάω»; Θα το πάρεις για να το φας! Η πείνα δεν ελέγχεται. Όταν, λοιπόν, ο δυτικός άνθρωπος έχει βομβαρδίσει όλη την Ανατολή και έχει καταστρέψει ζωές και παραδοσιακούς τρόπους δουλειάς και κουλτούρας αιώνων, τι θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι για να επιβιώσουν; Για μένα, ο πραγματικά πεινασμένος δεν είναι εγκληματίας, όταν κλέβει για να φάει. Και για το ότι η χώρα μας μπάζει από παντού και χάσκει είναι δικό μας πρόβλημα. Όσο για τους κανονικούς εγκληματικούς τύπους, για μένα δε διαφέρουν αν είναι Έλληνες ή ξένοι.


Η ταινία εξερευνά, ανάμεσα σε άλλα θέματα, και αυτό της αυτοδικίας. Ποια είναι η άποψή σας για την αυτοδικία- όχι στο κινηματογραφικό πεδίο, αλλά στο ευρύτερο ηθικό και κοινωνικοπολιτικό;


Είναι παντελώς απαράδεκτη. Αυτό το λέει καθαρά η ταινία. 

Να το πάρουμε, όμως, απ’ την  αρχή; Απ’ το πρώτο «πού πα ρε μαλάκα;» και την πρώτη μούντζα της ημέρας στους δρόμους της Αθήνας, που και τα δύο πάντα ανταποδίδονται ακαριαία; Ο κανιβαλισμός να φάμε τη θέση του άλλου, να αποκλείσουμε τα πεζοδρόμια, κλπ ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη. Είναι πολύ επιθετική η ατμόσφαιρα στην πόλη. Είναι μαρτύριο να είσαι μητέρα ή γιαγιά, να έχεις ένα καρότσι με μωρό κι ένα παιδί από το χέρι και να προσπαθείς να περάσεις από τα ανύπαρκτα, και συχνά απρόσιτα, πεζοδρόμια. Ζούμε σε μία πόλη, όπου αυτά θεωρούνται κανονικά. Τα νεύρα είναι μεταδοτικά και δηλητηριάζουν την καθημερινότητά μας. 

Έχουμε πρόβλημα με την χαλαρότητα που εφαρμόζονται οι νόμοι, οι οποίοι υπάρχουν και είναι πλήρεις και καλοί, αλλά συμπεριφερόμαστε όλοι σαν να μην υπάρχουν. Ζούμε σε ένα περιβάλλον γαϊδουρινής συμπεριφοράς, και θέλω να πάρω τη βαριοπούλα να σπάσω τα τζάμια του αυτοκινήτου που αναγκάζει την γιαγιά να βγει στην άσφαλτο με τα λεωφορεία. Επειδή αυτό είναι «χοντρό», κάνει θόρυβο και δε μου ταιριάζει και αισθητικά, μια φορά ξεφούσκωσα και τα 4 λάστιχα ενός! Αυτόν τον μπαγάσα που ταλαιπώρησε τόσον ανήμπορο κόσμο, καθόμουν και τον κοίταζα να πηγαίνει ένα-ένα τα λάστιχα με ταξί στο βουλκανιζατέρ επί τρεις ώρες. Ξέρω ότι δεν έπρεπε, αλλά ενθουσιάστηκα που το έκανα!


Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία, στο επίσημο blog http://theenemywithinmovie.wordpress.com .

Η φωτογραφία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου είναι του Νίκου Βαρδακαστάνη.

Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .


 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

"Miss Violence": Ανατέμνοντας την (νεοελληνική) οικογένεια


Με εμφανείς επιρροές από τον κινηματογράφο του Χάνεκε και του Λάνθιμου, η πολυσυζητημένη και πολυβραβευμένη ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά Miss Violence, ένας πολιτικά διαυγής, αφηγηματικά λιτός, εικαστικά άρτιος και ερμηνευτικά αψεγάδιαστος στοχασμός πάνω στις σχέσεις εξουσίας και στην ενδο-οικογενειακή βία, έκανε την πρεμιέρα της σε ένα κατάμεστο «Ολύμπιον» την Κυριακή 3 Νοεμβρίου, στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.


Στο στόχαστρο της ταινίας του Αβρανά βρίσκεται η νοσηρή εκδοχή της σύγχρονης ελληνικής (και όχι μόνο) οικογένειας, ένα επανερχόμενο θεματικό μοτίβο σε ελληνικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων. Όλα ξεκινούν από την αυτοκτονία της εντεκάχρονης Αγγελικής, της μικρότερης κόρης, τη μέρα των γενεθλίων της. Η αστυνομία και οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας προσπαθούν επίμονα να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω από το τραγικό και φαινομενικά δυσερμήνευτο συμβάν, ενώ η οικογένεια επιμένει πως επρόκειτο για «ατύχημα». Σταδιακά η «βιτρίνα» αρχίζει να ραγίζει: ο πατέρας (εξαιρετικός στο ρόλο του ο Θέμης Πάνου), αληθινός πατέρας-αφέντης και άνεργος λογιστής, «διοικεί» την οικογένεια με σιδερένια πυγμή, πειθαρχία και αυταρχισμό. Και όχι μόνο: σύντομα αποκαλύπτεται πως, όχι μόνο εξαναγκάζει τις κόρες του να εκδίδονται, αλλά διατηρεί και ο ίδιος αιμομικτική σχέση μαζί τους. Η κάθαρση που επέρχεται με την ολοκλήρωση της ταινίας είναι ελάχιστα ανακουφιστική, και, πάντως, ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες.


Συνυφαίνοντας το αυτο-αναφορικό, «κλειστό» ψυχολογικό δράμα λανθιμικού τύπου με στοιχεία ωμού ρεαλισμού, στα όρια κάποιες φορές του νατουραλισμού (οι ερωτικές σκηνές της ταινίας είναι από τις σκληρότερες που έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια στον ελληνικό κινηματογράφο), ο Αβρανάς καταθέτει έναν αδυσώπητο και πολυεπίπεδο στοχασμό πάνω στις σχέσεις εξουσίας που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας και τις διάφορες μορφές που μπορεί να προσλάβει η ενδο-οικογενειακή βία. Μιας εξουσίας, η οποία, τελικά, δεν προσδιορίζεται με βάση το φύλο, όπως καταδεικνύεται στη διάρκεια της ταινίας. Η αφηγηματική λιτότητα αποτελεί μια από τις κύριες αρετές της Miss Violence, όπως εξάλλου και η εικαστική της αρτιότητα, γεγονός που δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένης της έμφασης, σχεδόν εμμονής, του Αβρανά στο αισθητικό πεδίο. Όλες οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με προεξάρχουσες εκείνες του Θέμη Πάνου και της Σίσσυς Τουμάση, στον απαιτητικό και δύσκολο ρόλο της Μυρτώς.



Η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά Miss Violence προβάλλεται από τις 7 Νοεμβρίου στις αίθουσες.

H πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Μίρα Φορνάι: "Ήθελα να κατανοήσω τους νέους ανθρώπους που ανήκουν σε εξτρεμιστικές ομάδες, όχι να δείξω πόσο επικίνδυνοι είναι"

 
Ο σκύλος μου ο Κίλερ, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της 36χρονης Σλοβάκας Μίρα Φορνάι, εκτυλίσσεται σε ένα μικρό χωριό στα σύνορα της Σλοβακίας με την Τσεχία. Οι ξένοι δεν είναι καλοδεχούμενοι. Εδώ μένει ο δεκαοκτάχρονος Μάρεκ, με μόνο του φίλο τον σκύλο του τον Κίλερ. Παραμελημένος από τους συγγενείς του, βρίσκει διέξοδο στην παρέα των ντόπιων σκίνχεντς, τους οποίους ακολουθεί με τυφλή υποταγή. Μέχρι που η μητέρα και ο ετεροθαλής αδερφός του εμφανίζονται στη ζωή του Ο σκύλος μου ο Κίλερ έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, όπου απέσπασε, από κοινού με άλλες δύο ταινίες, τον «Τίγρη», την ανώτερη διάκριση του Φεστιβάλ. Με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στις 2 Νοεμβρίου, συνομιλήσαμε με την Μίρα Φορνάι.



Είναι η νεοναζιστική/ ξενοφοβική συμπεριφορά και βία εξίσου αισθητές στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπως στο σύνολο της Ευρώπης; Υπάρχει διέξοδος από αυτή την τρέλα; Ποιο ήταν το κίνητρό σου, γυρίζοντας την ταινία;


Θα προτιμούσα να τη χαρακτηρίσω κίνδυνο και όχι τρέλα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι στην Ευρώπη (δεν έχω ζήσει σε άλλη ήπειρο, για να μπορώ να συγκρίνω) έχουμε ένα σημαντικό πλεονέκτημα: να μαθαίνουμε από την ιστορία μας. Πιστεύω ότι εξακολουθούμε να αναπτύσσουμε την προστασία της ανθρωπιάς μας. Έχω την εντύπωση ότι τα καταφέρνουμε πολύ καλά. Μερικές φορές την «πατάμε» απρόσμενα, όπως με τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία στη δεκαετία του ’90, αλλά γενικά εκτιμώ ότι ευρωπαϊκό σύστημα λειτουργεί. Αυτό που θεωρώ επικίνδυνο στην Ευρώπη είναι ο λαϊκισμός, καθώς οι λαϊκιστές παίζουν πραγματικά στα δάχτυλα, και με τέτοια μαεστρία, τις έννοιες του καλού και του κακού, που μερικές φορές είναι δύσκολο να πεις ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Σε μια τέτοια φαρσοκωμωδία, τα ζωώδη ένστικτα των ανθρώπων είναι εύκολο να χειραγωγηθούν, ιδιαιτέρως σε καιρούς κοινωνικής, οικονομικής και συναισθηματικής αβεβαιότητας, οπότε οι άνθρωποι χρειάζεται να ξεχνούν τις κοινωνικές συνθήκες και η ζήλεια τους είναι έντονη. Το κίνητρό μου ήταν, κυρίως, να κατανοήσω τους νέους ανθρώπους που ανήκουν σε εξτρεμιστικές ομάδες, γιατί πιστεύουν ό,τι πιστεύουν, κι όχι να δείξω πόσο επικίνδυνοι είναι. Αυτό το ξέρουμε κι από τις εφημερίδες.



Πού γυρίστηκε η ταινία; Ήταν η τοποθεσία συνειδητή επιλογή από την πλευρά σου;


Ξέρω αυτή την τοποθεσία από την παιδική μου ηλικία- πρόκειται για το δυτικότερο σημείο της Σλοβακίας, στα σύνορα με τη Μοραβία, που είναι τμήμα της Τσεχίας. Μερικοί Σλοβάκοι δεν αντιλαμβάνονται αυτό το όμορφο τοπίο ως κομμάτι της Σλοβακίας πλέον. Μοιάζει λίγο με την Ελλάδα, ή με κάποια βαλκανική χώρα. Τόσο η τοποθεσία, όσο και ο χρόνος των γυρισμάτων, επιλέχτηκαν με ακρίβεια.


Τους κεντρικούς χαρακτήρες τους αποδίδουν εξαιρετικά μη επαγγελματίες ηθοποιοί. Πώς τους εντόπισες και πώς εξελίχτηκε η συνεργασία σας;


Κάναμε casting για περισσότερο από δύο χρόνια και διοργανώσαμε μικρά σεμινάρια υποκριτικής στη διάρκεια αυτών των χρόνων με ανθρώπους από την περιοχή όπου έγιναν τα γυρίσματα. Αυτό επέδρασε και στη συγγραφή του σεναρίου. Όχι στη συνολικότερη δομή, αλλά στο βασικό οπτικό πεδίο και τις συνθέσεις. Ανέπτυξα μια πολύ φυσιολογική εργασιακή σχέση με όλους τους μη επαγγελματίες ηθοποιούς- χωρίς αυτούς, η ταινία δε θα είχε ποτέ πραγματοποιηθεί.


Έχω την αίσθηση ότι η ταινία σου είναι βαθιά ριζωμένη στη βρετανική κινηματογραφική παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, ενώ η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη προσέγγισή της μου θυμίζει πολύ τη δουλειά της Χελένα Τρεστίκοβα. Κάνω λάθος; Ποιες είναι οι πιο βαθιές επιρροές σου;


Νομίζω ότι η επιρροή προέρχεται από σκηνοθέτες και την εσωτερική προσέγγιση στη δουλειά τους, όχι από εξωτερική ή φορμαλιστική επίδραση κάποιου κινηματογραφικού είδους ή κινήματος. Θαυμάζω σκηνοθέτες που προσεγγίζουν τα θέματά τους με ταπεινότητα και έχουν επίγνωση των ικανοτήτων τους και του τι θέλουν να αφηγηθούν. Που έχουν το κουράγιο και ρισκάρουν με κάθε καινούρια τους δουλειά, γιατί θέλουν να βρουν κάτι νέο και πρωτότυπο γι’ αυτούς. Το να διακινδυνεύεις είναι σημαντικό για μένα. Επιπλέον, έχουν την εσωτερική δύναμη να είναι ο εαυτός τους, ό,τι κι αν οι άλλοι πιστεύουν. Σίγουρα σκέφτονται το κοινό, αλλά με διαφορετικό τρόπο από έναν εμπορικό σκηνοθέτη. Νομίζω ότι η σημαντικότερη επιρροή προέρχεται από σκηνοθέτες αυτού του είδους, χωρίς να έχει σημασία αν είναι δημιουργοί ταινιών μυθοπλασίας ή ντοκιμαντέρ. Ξεχωρίζω τον Μπουνιουέλ. Ειλικρινά και με κάθε ταπεινότητα, θα ευχόμουν να είχα την ικανότητα να αναπτύσσομαι μέχρι το τέλος παραμένοντας νηφάλια, άγρυπνη και οξυδερκής, ώστε να μπορώ να γίνομαι κατανοητή πάντοτε με αυθεντικό τρόπο.



Η βράβευση της ταινίας σου στο Ρότερνταμ, σε ένα από τα φεστιβάλ μεγαλύτερου κύρους, ανοίγει πόρτες. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα του Ρότερνταμ;


To ότι βρίσκουν έναν πολύ ευφυή τρόπο να είναι διαφορετικοί από άλλα φεστιβάλ, όντας σημαντικοί και χωρίς να αντιγράφουν κάποιον. Το βρήκα πολύ σοφό αυτό. Προσωπικά το βρίσκω εξαιρετικό, όταν βλέπω ανθρώπους να γεμίζουν τις αίθουσες ακόμη και σε ώρες που είναι παράξενες για μένα: υπήρχε, για παράδειγμα, γεμάτη αίθουσα το μεσημέρι! Μου αρέσει, εξάλλου, και η ατμόσφαιρα: χωρίς επισημότητα, χωρίς διασημότητες, χωρίς κόκκινα χαλιά! Ήταν η τρίτη μου φορά στο Ρότερνταμ και πάντοτε συναντώ ανθρώπους, άλλους σκηνοθέτες, που από τότε παραμένουν φίλοι για μια ζωή. Είναι απίστευτο για μένα!



Ετοιμάζεις κάτι καινούριο;

Όχι αυτή τη στιγμή. Βοηθώ, όμως, κάποιους φίλους μου στις δουλειές τους και στην προώθησή τους, καθώς κι εκείνοι με βοήθησαν πολύ. Σίγουρα έχω κάποιες ιδέες κατά νου, αλλά χρειάζομαι λίγο χρόνο για να αποφασίσω για ποια από αυτές θα θυσιάσω την υγεία μου ξανά.



Περισσότερες πληροφορίες για την Μίρα Φορνάι και τη δουλειά της μπορείτε να βρείτε στο site http://www.mirafox.sk/mira.php .


Η ταινία της Μίρα Φορνάι Ο σκύλος μου ο Κίλερ προβάλλεται στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια του τμήματος «Ανοιχτοί Ορίζοντες», το Σάββατο, 2 Νοεμβρίου («Παύλος Ζάννας», 19:30) και την Κυριακή, 3 Νοεμβρίου («Τώνια Μαρκετάκη», 17:15).

 

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Κλερ Σιμόν: "Μου αρέσουν οι χαρακτήρες που βρίσκονται στην αρχή μιας καινούριας ζωής"



Αυτοδίδακτη σκηνοθέτρια, σεναριογράφος, μοντέρ, ηθοποιός, φωτογράφος, η Γαλλίδα Κλερ Σιμόν είναι μια ξεχωριστή και πολυσχιδής δημιουργός. Με ματιά οξυδερκή και βαθιά ανθρωποκεντρική, εστιάζει, τόσο μέσα από τις ταινίες μυθοπλασίας, όσο και μέσα από τα ντοκιμαντέρ της, σε χαρακτήρες που προέρχονται από ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες: εφήβους, γυναίκες, μετανάστες. Η πιο πρόσφατη δουλειά της, το Gare du Nord, συνυφαίνει τη μυθοπλασία και το ντοκουμέντο, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο της σύγχρονης, πολυπολιτισμικής Γαλλίας και, ταυτόχρονα, του πιο πολυσύχναστου σιδηροδρομικού σταθμού του Παρισιού. Στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1-10 Νοεμβρίου) διοργανώνεται αφιέρωμα στην Κλερ Σιμόν, το οποίο περιλαμβάνει 4 χαρακτηριστικές δημιουργίες της. Παρά το φορτωμένο πρόγραμμά της, είχε την καλοσύνη να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.


Είστε αυτοδίδακτη σκηνοθέτρια. Σε ποιο βαθμό λειτούργησε το γεγονός αυτό ως πρόκληση ή ως εμπόδιο, ιδίως στα πρώτα στάδια της καριέρας σας; Τι σημαίνει ο κινηματογράφος για σας;


Κινηματογράφος σημαίνει ελευθερία, το μυστήριο του χρόνου. Ίσως μια νέα θρησκεία; Σημαίνει ακόμη πολλή ευχαρίστηση, σκέψη, αντιπαράθεση, αγώνα για να βρεις χρήματα. Αρχικά έμαθα παρακολουθώντας ταινίες και όντας μοντέρ. Κάθε ταινία που έκανα με δίδαξε πολλά. Μαθαίνω, επίσης, διδάσκοντας.


Πολλοί από τους χαρακτήρες σας είναι έφηβοι, γυναίκες και μετανάστες. Γιατί επιλέγετε να εστιάζετε σε αυτούς;


Δεν τους επιλέγω, μου αρέσουν αυτοί οι χαρακτήρες. Νιώθω κοντά τους. Και είναι ευκολότερο να έχεις να κάνεις με χαρακτήρες που αναζητούν κάτι, το οποίο δεν έχουν, χαρακτήρες που βρίσκονται στην αρχή μιας καινούριας ζωής, όπως οι έφηβοι, ή οι μετανάστες. Ονειρεύονται μια νέα ζωή, το βρίσκω δυνατό αυτό. Οι γυναίκες αλλάζουν, επίσης, τη θέση τους, έτσι μπορεί να βρίσκονται στα πρόθυρα ενός καινούριου τρόπου βίωσης της γυναικείας τους υπόστασης. Θα ήθελα, ωστόσο, να αφηγηθώ ιστορίες λευκών αντρών. Χρειάζεται, όμως, χρόνος για να βρω τον κατάλληλο τρόπο να τους αποτυπώσω από μια διαφορετική οπτική γωνία.


Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ταινίες μυθοπλασίας και το ντοκιμαντέρ;


Και τα δύο είναι κινηματογράφος, αλλά αποτελούν διαφορετικές κινήσεις: στην περίπτωσή μου, το ντοκιμαντέρ συνίσταται στο να αντλείς την ιστορία από την πραγματικότητα, ενώ στη μυθοπλασία να αντλείς την πραγματικότητα από μια ιστορία.


Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε δηλώσει πως «αν η κοινοτοπία περιέχει μυθοπλασία, τότε η δουλειά του κινηματογραφιστή είναι να την ξετρυπώνει». Θα θέλατε να το σχολιάσετε;


Είναι παλιά ιστορία. Ο κινηματογράφος έχει φωτογραφική προέλευση: εκτυπώνει την πραγματικότητα μηχανικά, οπτικά. Παρακολουθώντας τις πρώτες ταινίες, όπως εκείνες των αδερφών Λυμιέ, είναι προφανές πως από πίνακας της καθημερινότητας μετουσιώνεται σε ιστορία. Τι σημαίνει «καλή ιστορία»; Αντικρίζοντας την κοινοτοπία της καθημερινότητας, νιώθουμε ότι δε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο, αλλά στην πραγματικότητα κάτι συμβαίνει και μια μέρα θα τελειώσει ή θα αλλάξει και, κατά κάποιο τρόπο, αυτή είναι η ελάχιστη προϋπόθεση για να δημιουργήσεις μια ιστορία- το τέλος. Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι μου αρέσουν οι χαρακτήρες ή οι καταστάσεις που φαντάζουν τόσο συνηθισμένες, ώστε δε θα θεωρούνταν αρκετά ξεχωριστές για να αποτελέσουν αντικείμενα αφήγησης- σαν να επρόκειτο για τις φτωχές «ιστορίες».


Στις ταινίες σας η αποτύπωση και η εξερεύνηση του (κοινωνικού) χώρου είναι εξίσου σημαντικές με την απεικόνιση των χαρακτήρων. Γιατί;


Μου δίνει περισσότερη ελευθερία! Ο σχεδιασμός ενός χαρακτήρα μπορεί να εντάσσεται σε κάποιου τύπου προγραμματισμό, ένα ψυχολογικό σκίτσο χωρίς εκπλήξεις. Μου αρέσουν, με ενδιαφέρουν οι χώροι από κοινωνική και τοπογραφική άποψη, καθώς ένας χώρος περιέχει όλων των ειδών τους χαρακτήρες, ιστορίες που δε θα μπορούσες να φανταστείς.


Η τελευταία σας ταινία Gare du Nord αφορά στο μεταβαλλόμενο πρόσωπο της σύγχρονης, πολυπολιτισμικής Γαλλίας. Ποιος ήταν ο στόχος της ταινίας και σε ποιο βαθμό σας ανησυχεί η νεοναζιστική βία σε όλη την Ευρώπη;


Στόχος μου ήταν να κάνω μια ταινία μέσα στον και γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό «Gare du Nord» και ταυτόχρονα να φιλοτεχνήσω ένα πορτρέτο της σύγχρονης Γαλλίας. Ήθελα να μοιραστώ το γεγονός ότι η ιστορία ενός ανθρώπου που γνωρίζεις στο σταθμό αλλάζει την προκατάληψη που είχες απέναντί του πριν του/ της μιλήσεις. Και για μένα αυτό μπορεί να επεκταθεί ενάντια στις γενικότερες προκαταλήψεις που ορισμένοι άνθρωποι έχουν προς ταξιδιώτες, αγνώστους, μετανάστες- τους ανθρώπους του κόσμου. Φαίνεται πως σε ορισμένες χώρες οι ακροδεξιοί αποκτούν κοινό. Είναι αξιολύπητο. Δε νομίζω, ούτε πιστεύω, ότι ο εφιάλτης του ναζισμού μπορεί να επιστρέψει και πραγματικά δε μου αρέσουν οι φωνές που ακούγονται για την επιστροφή της Αποκάλυψης- δεν τις πιστεύω. Ασφαλώς, όμως, αισθάνομαι πολύ ανήσυχη για το ότι οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν τόσο ηλίθιες και κακές αντιλήψεις και να διαπράττουν τόσο φοβερές πράξεις.


Στο προσωπικό της site http://www.clairesimon.fr/ μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την ίδια και τη δουλειά της (στα γαλλικά).

Κατά τη διάρκεια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης προβάλλονται 4 χαρακτηριστικές δημιουργίες της Κλερ Σιμόν: Διαφορετικά, ναι (1997), Θα καείς (2006), Τα γραφεία του Θεού (2008) και, η πιο πρόσφατη, Gare du Nord (2012). Η Κλερ Σιμόν αναμένεται στη Θεσσαλονίκη μέσα στις επόμενες μέρες





Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ασημίνα Προέδρου: "Η φασιστική απειλή σε καμία περίπτωση δεν εξατμίστηκε ξαφνικά"



Ένα εξαιρετικά επίκαιρο και οξύ κοινωνικό σχόλιο για την ανάδυση της νεοναζιστικής και ρατσιστικής βίας, μέσα από την ιστορία ενός νεαρού από λαϊκή συνοικία, οργανωμένου οπαδού στον τοπικό σύνδεσμο ποδοσφαιρικής ομάδας, που μπλέκεται σε μια νεοναζιστική συμμορία, αποτελεί η μικρού μήκους ταινία της Ασημίνας Προέδρου Red Hulk. Το Red Hulk έκανε την πρεμιέρα του στο φετινό Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου απέσπασε το 1ο βραβείο μυθοπλασίας και τιμητικές διακρίσεις καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (Φρίξος Προέδρου) και φωτογραφίας (Χριστίνα Μουμούρη). Ως καλύτερη ελληνική μικρού μήκους ταινία ανακηρύχτηκε και στο 19ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Με αφορμή ένα νέο κύκλο προβολών της ταινίας που ξεκινά την Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου, από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, κουβεντιάσαμε με την σκηνοθέτρια.

Η κύρια αρετή του Red Hulk είναι, νομίζω, η αφηγηματική του λιτότητα, πυκνότητα και υπαινικτικότητα. Δεν προσφέρει «έτοιμες» ερμηνείες για την ανάδυση της νεοναζιστικής και ρατσιστικής βίας, αλλά παρέχει νύξεις και «τροφή» για σκέψη. Ήταν συνειδητή επιλογή σου ή υπαγορεύτηκε και από το φορμά της ταινίας;

Η διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας -έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ- απαιτεί πολλή δουλειά και σκέψη από την αρχή μέχρι την ολοκλήρωσή της, και προφανώς το μεγαλύτερο μέρος των αποφάσεων που λαμβάνει ο σκηνοθέτης μαζί με τους συνεργάτες του είναι συνειδητές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε λειτουργείς ταυτόχρονα και με το ένστικτό σου. Νομίζω, όμως, ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο τι αποφάσεις θα πάρεις, αλλά πώς αυτές θα υλοποιηθούν. Κι εκεί είναι και η μεγαλύτερη δυσκολία. Τι σημαίνει, για παράδειγμα, «υπαινικτική αφήγηση» στην πράξη; Τι σημαίνει για το σενάριο, για το πώς θα παίξει ο ηθοποιός, για την επιλογή των πλάνων, το μοντάζ; Εμείς χρειαστήκαμε πολλούς μήνες δουλειάς και πολλή σκέψη για να προσεγγίσουμε τους στόχους που είχαμε βάλει. Το ότι η ταινία ήταν μικρού μήκους ίσως έκανε την αφήγηση πιο πυκνή και ελλειπτική, όμως θα έπαιρνα σχεδόν τις ίδιες αποφάσεις, ακόμα και αν η ταινία ήταν μεγάλου μήκους.

Γιατί επέλεξες έναν οργανωμένο οπαδό ποδοσφαιρικής ομάδας ως τον πρωταγωνιστή της ταινίας; Πόσο κράτησαν τα γυρίσματα;

Στην ταινία παρακολουθούμε την πορεία του ήρωα για ένα σχετικά μικρό διάστημα, από τη στιγμή που εμπλέκεται στη δολοφονία ενός Πακιστανού μετανάστη. Δεδομένου του ότι ήθελα να ξεκινήσω με τη σκηνή του φόνου, θεώρησα ότι θα βοηθούσε την ιστορία (θα ήταν πιο ρεαλιστικό το προφίλ του), αν ο ήρωας ήταν ήδη ενταγμένος και έχαιρε αποδοχής από ένα σύνδεσμο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, καθώς θα τόνιζε τη μεγάλη ανάγκη του ήρωα για ένταξη, αλλά και τη ροπή του προς τη βία και την εξοικείωση με αυτήν. Η ύπαρξη του συνδέσμου με «βοήθησε» και στην ίδια την πλοκή, γιατί από τη στιγμή που αποκαλύπτεται ότι έχει μπλέξει με τους φασίστες, κάποιοι από το σύνδεσμο αρχίζουν και τον αμφισβητούν - κάτι που επιδρά στον ήρωα.Ο άλλος λόγος που επέλεξα να είναι οργανωμένος οπαδός, είναι ότι θεώρησα ενδιαφέρον να αναδείξουμε πώς οι φασιστικές ομάδες προσπαθούν να «τραβήξουν» κόσμο από το χώρο των φιλάθλων. Τα γυρίσματα διήρκεσαν επτά ημέρες. Η παραγωγή της ταινίας, από την προ-παραγωγή μέχρι την ολοκλήρωσή της, πάνω από ένα χρόνο


Η προβολή και βράβευση του Red Hulk στη Δράμα συνέπεσαν με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Γράφτηκε ότι η ταινία σου υπήρξε «προφητική». Συμφωνείς;

Η ταινία δεν είναι προφητική. Γεγονότα, όπως αυτά που αφηγείται, συμβαίνουν εδώ και χρόνια, όχι μόνο πριν την προβολή ή τα γυρίσματα, αλλά και πριν από την προετοιμασία του «Red Hulk». Το ότι η προβολή συνέπεσε με μια ακόμα φασιστική δολοφονία -αυτή τη φορά ενός νέου Έλληνα- δεν είναι προφητεία, είναι μια τραγική, διαβολική σύμπτωση. Από την άλλη, με την ταινία δεν ήθελα απλώς να κάνω απλώς μια περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά να προσπαθήσω να ερευνήσω γεγονότα, σχέσεις, διαδικασίες και κάτω από το προφανές. Η ταινία ήταν επίκαιρη, όταν ξεκίνησε η προετοιμασία της και, δυστυχώς,  παραμένει επίκαιρη, αφού η φασιστική απειλή σε καμία περίπτωση δεν εξατμίστηκε ξαφνικά, παρά τα όσα είδαμε στα κανάλια τον τελευταίο μήνα


Πολλοί όψιμα «ανακάλυψαν» τον αντιφασισμό, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, και πολυδιάστατος είναι και διάχυτος στην ελληνική κοινωνία. Πώς πιστεύεις ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο; Σε ποιο βαθμό αποτελεί η τέχνη εργαλείο αφύπνισης και συνειδητοποίησης; 

Στον όρο «Φασισμός» πολλοί και διάφοροι προσπαθούν να αποδώσουν πολλά και διάφορα περιεχόμενα, αυτό και μόνο αρκεί για να δείξει ότι είναι ένα θέμα «καυτό» που σχετίζεται με σφοδρά συγκρουόμενα συμφέροντα. Σίγουρα δεν είναι απλά ένα εφεύρημα του Μουσολίνι, ούτε γενικά και αόριστα κάθε έκφραση αυταρχισμού, ρατσισμού ή σαδιστικής απολυταρχίας. Φυσικά δεν έχουμε την πολυτέλεια να εκπλησσόμαστε από τα media που μέχρι πριν ένα-ενάμιση μήνα χάιδευαν και προωθούσαν του φασίστες, ενώ τώρα εμφανίζονται δήθεν να τους κατακεραυνώνουν, αλλά παράλληλα κρατάνε ανοιχτή όλη τους την ιδεολογικοπολιτική ατζέντα (ρατσισμός, ξενοφοβία, «νόμος και τάξη», ατομική λύση στα όρια του συστήματος, στρατο-αστυνομοκρατία, αυταρχισμός κλπ), έχοντας απλά κατεβάσει το brand-name από τη μαρκίζα. Δυστυχώς, το λαϊκό-εργατικό κίνημα και η πολιτική του πρωτοπορία βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια πρωτοφανή αμηχανία. Έχουν υπάρξει στιγμές μαζική λαϊκής κινητοποίησης, οι οποίες, όμως, παρέμειναν αποσπασματικές και ανοργάνωτες, ενώ δυστυχώς τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχουν εκλείψει ακόμα και αυτές. Σε αυτές τις συνθήκες, η άρχουσα τάξη και οι διεθνείς της σύμμαχοι «παίζουν μπάλα μόνοι τους», ενώ ο λαός παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις σαν να ήταν αυτές φυσική καταστροφή. Δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχει ιδεολογική-πολιτική απάντηση στην κυρίαρχη ατζέντα που σε θεωρητικό επίπεδο γεννάει (έστω ως πιο ακραία έκφραση της) το φασισμό. Παράλληλα, η απόγνωση, ο τρόμος, το –φαινομενικά, έστω, απόλυτο- αδιέξοδο επιβίωσης οδηγεί ακόμα περισσότερο κόσμο να υποκύπτει στα ταπεινότερα ένστικτα και να «απαγκιάζει» κάτω από τη φτερούγα όσων έχουν πειστεί ιδεολογικά πολιτικά από τους φασίστες.
Η Τέχνη είναι εργαλείο και όπλο, έχει το δικό της ρόλο να παίξει, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Ακόμα και οι συλλογικότητες που μπορεί και πρέπει να δημιουργούνται στην Τέχνη, αν και μπορούν να αλληλοτροφοδοτούνται, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τους συλλογικούς φορείς σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, οι οποίοι δυστυχώς, όπως ήδη είπα, θεωρώ ότι βρίσκονται σε βαθιά κρίση.


Πόσο δύσκολο είναι να υλοποιείς τα δημιουργικά σου πλάνα μέσα στους ζοφερούς καιρούς που ζούμε;
Υπάρχουν πολλές δυσκολίες- οικονομικές, χρόνου, ψυχικών αντοχών κλπ. Μάλιστα στον κινηματογράφο που είναι κατεξοχήν συλλογική τέχνη είναι και περισσότερες, γιατί δεν αθροίζονται απλώς οι δυσκολίες καθενός συντελεστή, αλλά πολλαπλασιάζονται. Από την άλλη, οι ζοφεροί καιροί που ζούμε γεννούν μια εκρηκτική ανάγκη για έκφραση.  

Ετοιμάζεις κάποια καινούρια δουλειά;

Υπάρχουν διάφορες σκέψεις, αλλά σε εμβρυακό στάδιο προς το παρόν



Το Red Hulk της Ασημίνας Προέδρου προβάλλεται την Πέμπτη, 31/10, 21:00, την Παρασκευή, 1/11, την ίδια ώρα, και την Τετάρτη, 6/11, 17:00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στα πλαίσια του προγράμματος «Το Φεστιβάλ Δράμας ταξιδεύει». Την Παρασκευή, 1/11, 19:00, και το Σάββατο, 9/11, 22:15, προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη (Αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη»), στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το Σάββατο, 2/11, 20:00, προβάλλεται, επίσης, στη Λευκάδα, στον κινηματογράφο «Απόλλων».