Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Cara Hoffman: «Πολλές αναρχικές θεωρίες έχουν ‘ριζώσει’ στην μέινστριμ κουλτούρα»

 


Μια ιστορία έρωτα, επιβίωσης και θανάτου με «φόντο» την Αθήνα των τελών της δεκαετίας του 1980, το μυθιστόρημα της συγγραφέως, δημοσιογράφου και κατοίκου Εξαρχείων Cara Hoffman Οι κράχτες ρίχνει μια διαφορετική ματιά στην πόλη.

Ενόψει της παρουσίασης του βιβλίου στο πλαίσιο της 20ής ΔΕΒΘ, συνομιλούμε με την συγγραφέα για την γραφή, την Ελλάδα, την Αθήνα, τα Εξάρχεια και την αναρχία.

Ισχύει ότι εγκατέλειψες το λύκειο πριν το τελειώσεις;

Ισχύει.

Υπήρξε αυτή η εμπειρία ένα έναυσμα για την διαμόρφωση των χαρακτήρων και του πλαισίου του μυθιστορήματός σου Οι κράχτες;

Aσφαλώς.

Το βιβλίο αφορά σε ανθρώπους που έχουν αποσυρθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, που άφησαν το σπίτι, σχολείο, την χώρα τους - και συνέχισαν να φεύγουν. Ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να ταξιδεύουν χωρίς τέλος από το ένα μέρος στο άλλο.

Η πρώτη σημαντική απόρριψη της εξουσίας της κοινωνίας είναι η απόρριψη του σχολείου.

Απέρριψες κι εσύ το σχολείο όταν το παράτησες;

Δεν είχα καμία διάθεση να είμαι στο σχολείο, ούτε ήθελα να φοιτήσω στο πανεπιστήμιο.

Λάτρευα την μάθηση, ωστόσο: από παιδί διάβαζα διαρκώς και απολάμβανα την παρακολούθηση ομιλιών και διαλέξεων.

Το σχολείο δεν είναι για τον καθένα/την καθεμία, κι υπήρξα ένας από αυτούς τους ανθρώπους.

Μπορεί, πάντως, να μην το τελείωσα, αλλά έκανα μεταπτυχιακό. Πολύ αργότερα, βέβαια.

Η δική σου μάθηση προέκυψε περισσότερα μέσω της καθημερινής...

... Εμπειρίας - και μέσω των ανθρώπων οι οποίοι λειτούργησαν ως μέντορές μου.

Έπιασα δουλειά σε μια εφημερίδα: αρχικά βοηθούσα στην διανομή της, κατόπιν μπορούσα να γράφω κάποια κομμάτια και να κάνω επιμέλεια κειμένων. Έτσι, κατάφερα να μάθω όσα θα μπορούσαν να μου χρειαστούν.

Αργά, αλλά αποφασιστικά.

Αποφασιστικά, ακριβώς. Και στο πεδίο, ως αστυνομική ρεπόρτερ και ρεπόρτερ σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα. Πάντα μάθαινα κάτι καινούριο και διαφορετικό σε σχέση με το πώς τα ζητήματα αυτά συνδέονταν με την εξουσία.

Κι η διάθεση για συγγραφή μυθιστορημάτων, πότε προέκυψε; Πολύ αργότερα;

Ήθελα να γράψω μυθιστορήματα από την εποχή που ήμουν ακόμα πολύ μικρή. Έγραφα διηγήματα κι η μαμά μου μού τα δακτυλογραφούσε. Ήθελα πολύ να είμαι κομμάτι αυτού του κόσμου.

Έγινα δημοσιογράφος αρχικά από ανάγκη, για λόγους βιοπορισμού. Και φυσικά διάβαζα δημοσιογράφους όπως οι Τζόαν Ντίντιον και η Oριάνα Φαλάτσι. Ήξερα ότι είχα συγγραφικές ικανότητες, αλλά όχι και την απαραίτητη εκπαίδευση.

Οπότε, χαίρομαι που βρήκα αυτήν την δουλειά, κι έτσι κατόρθωσα ν’ ανέλθω στην ιεραρχία.

Πότε αισθάνθηκες αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε ν’ ασχοληθείς με την συγγραφή μυθιστορημάτων;

Έγραψα το πρώτο προσχέδιο των Κραχτών ως έφηβη όταν ζούσα στην Αθήνα. Ανέκαθεν είχα αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να γράψω μυθοπλασία, θα έλεγα. Ίσως δε θα έπρεπε να είμαι, αλλά ήθελα να δοκιμάσω να γράψω κάτι εκτενές.

Για να είμαι ακριβέστερη, δεν μπορούσα να σταματήσω να γράφω. Ξυπνούσα το πρωί και ήθελα να το κάνω.

Να πάρεις την συγγραφική σου «δόση».

Ακριβώς! Οι ιστορίες ήδη υπήρχαν κι ίσως περίμεναν εμένα να τις καταγράψω.

Πότε πρωτοήρθες στην Ελλάδα;

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αφότου είχα εγκαταλείψει το σχολείο.

Ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση από την χώρα ως (μετ)έφηβη;

Όλοι μου κάνουν αυτήν την ερώτηση!

Σου την θέτω γιατί μου φαίνεται ότι δεν είσαι μια απλή επισκέπτρια/τουρίστρια, συχνή ή όχι, έχεις αναπτύξει μια σχέση με ττην χώρα και τους ανθρώπους της διαμένοντας ή ζώντας εδώ.

Ζω στα Εξάρχεια. Έχω μια βαθιά σχέση με την Αθήνα.

Η πρώτη μου αίσθηση όσον αφορά στην Αθήνα ήταν πως επρόκειτο για μια απολύτως συναρπαστική πόλη. Το να ζω σ’ αυτήν δουλεύοντας ως κράχτης κατανάλωνε όλη μου την προσοχή και την φαντασία ώστε να μπορέσω να επιβιώσω εντός της.

Αγαπώ το φως της Αθήνας, την αρχιτεκτονική της - αν και όλοι λένε το αντίθετο.

Όντως, η αρχιτεκτονική της έχει εξελιχθεί σ’ ένα χάλι.

Η πρώτη μου εντύπωση υπήρξε πως ήταν, ταυτόχρονα, η πιο όμορφη και η πιο άσχημη πόλη που είχα ποτέ δει. Μια αντίφαση.

Κι η Αθήνα παραμένει μια αντίφαση. Ενσαρκώνει πολλαπλότητες όσο λίγες πόλεις.

Λιγότερες ίσως απ’ όσες νομίζεις. Αν έτσι αισθάνεσαι, ωστόσο, δεν μπορώ ν’ αμφισβητήσω το βίωμά σου. Μιλώ ως κάποιος που έχει γεννηθεί και ζει στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια, από πάντα.

Η Αθήνα είναι ταυτόχρονα επαρχιακή και εκλεπτυσμένη. Μερικές φορές φαντάζει σαν μικρό χωριό.

Τα Εξάρχεια σίγουρα, τουλάχιστον στο παρελθόν. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό ισχύει πια.

Κι άλλες γειτονιές της Αθήνας αποπνέουν την αίσθηση του χωριού. Κι όμως, βρίσκονται σε μια μεγάλη πόλη. Εκεί συνίσταται κομμάτι της αντίφασής της.

Παρότι οι περισσότεροι ενδιαφέρονται για την αρχαιοελληνική Ιστορική, η σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας είναι περίπλοκη και συναρπαστική.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, γιατί οι χαρακτήρες του έπρεπε να είναι κράχτες;

Σπουδαία ερώτηση!

Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο να είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος...

... Φτωχοί. (Γέλιο).

Αυτό θα ήταν πολύ πιο συνηθισμένο. Όχι, να είναι κράχτες.

Εν μέρει η επιλογή αυτή οφείλεται στην δικιά μου εμπειρία. Έτσι κι αλλιώς, πολύ συχνά έκανα άθλιες δουλειές. Ήθελα, λοιπόν, να δείξω την ανθρωπιά ατόμων τα οποία κάνουν δουλειές που όλοι οι άλλοι απεχθάνονται.

Από την άλλη, οι Κράχτες αποτυπώνουν τον μικρόκοσμο του ευρύτερου καπιταλιστικού σχεδίου.

Ήταν, εξάλλου, σημαντικό να είναι κράχτες, επειδή η ξένη λογοτεχνία η οποία αναφέρεται στην Ελλάδα συνήθως δείχνει αξιαγάπητους ανθρώπους που κάνουν διακοπές στα νησιά ή αφορά στα αρχαία ερείπια.

Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη εμπειρία, στο πλαίσιο της οποίας συγγραφείς κι αναγνώστες από ξένες χώρες συχνά υποτιμούν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες αντιμετωπίζοντάς τους/τες ως καρικατούρες, ως κάτι εξωτικό και ανατολίτικο.

Η δικιά μου εμπειρία με την χώρα και τους ανθρώπους ήταν τελείως διαφορετική, κι αυτήν ήθελα ν’ αποτυπώσω.

Δε βλέπεις, επίσης, συχνά άτομα καταγόμενα από αποικιοκρατικές χώρες οι οποίοι, ως μυθιστορηματικοί χαρακτήρες, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από τους Έλληνες ομολόγους τους.

Ήθελα, τέλος, να δείξω τους Έλληνες μ’ έναν ρεαλιστικό τρόπο - δεν είναι όλοι γλεντζέδες ή φτωχοί.

Πάντως, οι Κράχτες μού φέρνουν πότε πότε στο μυαλό νεορεαλιστικές ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1950, όπως ο Δράκος ή η Μαγική πόλις.

Απίστευτο! Δεν έχω δει ποτέ μια τέτοια ταινία. Στείλε μου μια λίστα.

Πάντως, και για μένα, οι άνθρωποι με τους οποίους σχετιζόμουν τότε στην περιοχή του Μεταξουργείου έμοιαζαν σαν να έβγαιναν από μια διαφορετική εποχή που δεν είχα βιώσει καθόλου.

Ήσουν επηρεασμένη από την Μπιτ λογοτεχνία, τουλάχιστον όσον αφορά στο στοιχείο της περιπλάνησης;

Ήμουν επηρεασμένη σε τεράστιο βαθμό από το έργο της Mαργκερίτ Ντυράς, της οποίας οι χαρακτήρες αγωνίζονται για ελευθερία - συχνά για μια πνευματική ελευθερία σε συνθήκες καταστολής.

Και επίσης από το ρηξικέλευθο έργο του Ζαν Ζενέ που αντικρούει τις επιταγές της κατασταλτικής αφήγησης.

Θα ανέφερα επίσης συγγραφείς όπως οι Μπρετ Ίστον Έλις, Τζέιμς Μπόλντουιν και Τζιμ Τόμσον.

Από πολλές απόψεις, πάντως, οι Κράχτες είναι στιλιστικά ένα νεωτερικό ή, εν μέρει, μετανεωτερικό μυθιστόρημα.

Και το κουίρ στοιχείο σχετίζεται με την εμπειρία σου εκείνης της περιόδου;

Έτσι νομίζω. Πάντα ήμουν κομμάτι της κουίρ κουλτούρας, επομένως το κουίρ και το πανκ στοιχείο προερχόταν από τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμουν και που κινούνταν εκτός της κυρίαρχης κουλτούρας.

Είσαι συνιδρύτρια της The Anarchist Review of Books. Ποια είναι η δικιά σου αντίληψη και βίωμα της αναρχίας τόσο σε πολιτικο-φιλοσοφικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο καθημερινής πρακτικής;

Πολλές αναρχικές θεωρίες έχουν «ριζώσει» στην μέινστριμ κουλτούρα. Βλέπω παντού την εξάπλωση των αναρχικών ιδεών. Συμβαίνει στις μέρες μας στις Η.Π.Α.

Τα Εξάρχεια ανέκαθεν αποτελούσαν «προπύργιο» του αναρχικού ιδεαλισμού, της αναρχικής δράσης και πρακτικής, και μ’ αυτήν την έννοια είναι σημαντικά για το αναρχικό κίνημα γενικότερα.

Εδώ, επικρατούν πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην ποικιλομορφία των τακτικών επιλογών, όπως επίσης και διαγενεακή συμμετοχή στο αναρχικό κίνημα. Μακάρι να υπήρχε και στις Η.Π.Α. μεγαλύτερη διαγενεακή συνεργασία.

Όταν είμαστε νεότεροι, έχουμε μια αυτοπεποίθηση απορρέουσα από την σωματική υγεία και τις λιγότερες τραγωδίες στην ζωή μας.

Καθώς μεγαλώνουμε συσσωρεύοντας εμπειρίες και στενοχώριες, μαθαίνουμε πόσο αυτές επηρεάζονται από το κράτος και την εξουσία.

Χρειάζεται να μαθαίνουμε ο ένας από την άλλη: να ακούμε τους νεότερους σε ηλικία, κι εκείνοι με την σειρά τους να ακούν ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών που έχουν περισσότερα βιώματα.

Ευχαριστώ θερμά την Αμαλία Σταθάκη (Εκδόσεις Gutenberg) για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την συγγραφέα για τον χρόνο της.

Το μυθιστόρημα της Cara Hoffman Οι κράχτες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά.

Στο πλαίσιο της 20ής Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης η Cara Hoffman συνομιλεί το Σάββατο 18 Μαΐου με τον συγγραφέα και μεταφραστή Λευτέρη Καλοσπύρο (Αίθουσα Διάλογος, Περίπτερο 14, 18:00-19:00).



Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

Αχιλλέας Σκεύης: «Ο κυρ-Θόδωρος μου άνοιξε τον δρόμο να βλέπω την μαγεία του κόσμου»

 


26 χρόνια μετά την εμβληματική ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Μια αιωνιότητα και μια μέρα, η παιδικότητα στο βλέμμα και στο χαμόγελο του Αχιλλέα Σκεύη, του μεταναστόπουλου «χωρίς χαρτιά» στο φιλμ, παραμένει αναλλοίωτη.

Η συνάντηση με τον ηθοποιό στο περιθώριο της ημερίδας «Ίχνη αιωνιότητας: Θόδωρος Αγγελόπουλος», που πραγματοποιήθηκε στις 27 Απριλίου, μια γλυκιά εμπειρία.

Η γνωριμία σου με τον αείμνηστο Θόδωρο Αγγελόπουλο προέκυψε μέσα από την συνήθη διαδικασία του casting για την ταινία Μια αιωνιότητα και μια μέρα;

Επειδή είχα έρθει από την Βόρειο Ήπειρο, το μέρος όπου γεννήθηκα, το 1995, δε γνώριζα τι θα πει κινηματογράφος, θέατρο, χορός. Ξαφνιάστηκα. Έκανα εντύπωση στον βοηθό του, τον Αλέξανδρο Λαμπρίδη.

Ήμουν με το ποδήλατό μου, μου μίλησε και με ρώτησε αν θέλω να συμμετάσχω σε μια ταινία. Μετά από αυτό έγιναν δυο-τρεις συναντήσεις με τον «κυρ-Θόδωρο» -έτσι τον αποκαλούσα στα έντεκά μου- και μου έδωσε ένα κείμενο να το μάθω απέξω.

Είχα την ευτυχία να γνωρίσω και να νιώσω ειρηνικά και ευαίσθητα μπροστά σε αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη.

Είχες ξαναπαίξει, ίσως ως πιτσιρικάς, σε κάποια σχολική παράσταση ή ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία υποδυόσουν έναν ρόλο;

Όχι, δεν είχα συμμετάσχει.

Πρώτη σου φορά, λοιπόν, και πρώτη επαφή με το σινεμά, γενικά. Πώς έμαθες, αλήθεια, σινεμά μέσα από αυτήν την συνάντηση; Αν μαθαίνεται, τελικά.

Είχα την τύχη να συναντηθώ με αυτήν την διεθνή προσωπικότητα, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Με ενηλικίωσε. Σήμερα, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι με μύησε στο να αντιλαμβάνομαι τι θα πει σωστός κινηματογράφος.

Ως άνθρωπος και ως δάσκαλος, πώς σε αντιμετώπισε ο Αγγελόπουλος; Ήταν τρυφερός, αυστηρός, είχε κατανόηση, υπομονή;

Είχε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που τα γνωρίζω πια και τα χρησιμοποιώ.

Σινεμά, επομένως, δεν είχες παρακολουθήσει, τον Αγγελόπουλο ούτε ως όνομα τον γνώριζες αρχικά, τι ήταν, λοιπόν, για σένα ο κόσμος του κινηματογράφου όπως τον βίωσες μέσα από τα γυρίσματα; Κάτι θαυμαστό, περίεργο, τρομακτικό;

Μαγεία, υπομονή και αποτέλεσμα.

Οπότε η συγκεκριμένη εμπειρία καθόρισε την μετέπειτα ματιά σου στην υποκριτική.

Ναι. Ο κυρ-Θόδωρος μου άνοιξε τον δρόμο να βλέπω την μαγεία του κόσμου - και στις καλές και στις άσχημες στιγμές. Η μαγεία είναι παντού, φτάνει να μπορείς να την αναγνωρίσεις. Μου δίδαξε αξίες, ήθος, δοτικότητα. Αυτά του χρωστάω.

Δυσκολίες, οποιουδήποτε τύπου, υπήρξαν, παρ’ όλα αυτά;

Αυτός ο κόσμος ήταν κάτι καινούριο για μένα - και μου άρεσε.

Από την μία ήθελα να παίξω. και από την άλλη αυτό το τραπέζι με τον σπουδαίο  Μπρούνο Γκανζ στο οποίο καθόμασταν και μας μιλούσε για τους ρόλους μας μού ήταν κάτι πρωτόγνωρο και με έλκυε, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς με έλκυε.

Ως πιτσιρικάς διακρινόσουν για μια αθωότητα, καθαρότητα και φωτεινότητα τόσο ως προς το βλέμμα και την εν γένει φυσική σου παρουσία όσο και ως προς την αντίληψη των ανθρώπων και των πραγμάτων.

Όταν έχεις πλάι σου έναν άνθρωπο που σ’ αγαπάει, σου «χτίζει» αυτά τα χαρακτηριστικά. Όλα είναι σχέση. Από την εμπειρία μου με τον λατρεμένο Θόδωρο κρατώ αυτή την σχέση η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ μας.

Ήταν ένας  άνθρωπος ο οποίος όλα τα έλυνε. Δεν υπήρχαν δυσκολίες για εκείνον. Είχε όραμα. Μου έδινε χρόνο, που και στις ταινίες του ήταν το πιο σημαντικό στοιχείο.

Και αντικείμενο πολεμικής επίσης.

Σίγουρα. Ακόμα και σήμερα, και στο θέατρο και  στην τηλεόραση  δεν καταναλώνομαι. Κάθομαι σε ένα σημείο και συγκεντρώνομαι, όπως μου έχει διδάξει εκείνος.

Μπορώ να σου αφηγηθώ μια ιστορία;

Βεβαίως!

Στα γυρίσματα της σκηνής κατά την οποία  ο Μπρούνο Γκανζ πάει να με παραδώσει  στην γιαγιά μου, στα σύνορα, έχασα τα λόγια μου. Έπαθα σοκ.

Μετά, όμως, επί τρεις ώρες κάτσαμε σ’ ένα καφενείο στην Φλώρινα με τον Θόδωρο και μου μιλούσε γι’ αυτήν την σκηνή.

Δε με αντιμετώπιζε ως ένα εντεκάχρονο παιδί.

Αλλά ως ισότιμο συνεργάτη.

Όπως αντιμετώπιζε τον Μπρούνο Γκανζ, αντιμετώπιζε και μένα. Δεν έλεγε, «Φέρ’τε τον μικρό», αλλά: «Φέρ’τε τον Αχιλλέα».

Επιστρέφοντας στην Θεσσαλονίκη για την συνέχιση των γυρισμάτων, «μιλούσαμε» πια με τα μάτια. Από κει και πέρα συνεννοούμασταν με τα μάτια.

Είχατε οδηγηθεί στην ουσία.

Στην σχέση, στην αίσθηση ότι όλα χτίζονται.

Συχνά, οι δουλειές του Αγγελόπουλου επισκιάζονται από το ιστορικοπολιτικό τους πλαίσιο και φορτίο.

Ως γνήσιος Έλληνας  έχει κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, κάτι που κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ακόμα και σήμερα.

Θεωρείτο -και πιθανώς ήταν- ένας εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από το «ξεδίπλωμα» της αφήγησης στην Αιωνιότητα παράγεται μια έντονη και ατόφια συγκίνηση, έτσι δεν είναι;

Ναι, έτσι είναι. Όταν μιλάς για αλήθεια, πάντοτε είναι συγκινητικό.

Μια τέτοια αλήθεια έκτοτε αναζητάς και στις κατοπινές σου δουλειές;

Τι άλλο αποζητάμε στην εποχή μας; Την αλήθεια στις ανθρώπινες σχέσεις και τις συνεργασίες. Λέμε την αλήθεια για να μας προστατεύσει, όχι για να μας τρομάξει.

Το θέατρο σε ελκύει πιο πολύ ή και ο κινηματογράφος; Ή υπάρχουν κι άλλα πεδία που έχεις εξερευνήσει ή θα ήθελες να εξερευνήσεις στο μέλλον;

Και τα τα δύο με ελκύουν, όπως και ο χορός. Δε διαχωρίζω την τέχνη μου.

Υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι ρόλοι ή χαρακτήρες οι οποίοι σε γοητεύουν περισσότερο από άλλους;

Δεν ψάχνω ρόλους, ψάχνω ωραίους ανθρώπους. Οι συνεργασίες μ’ ενδιαφέρουν.

Τους βρίσκεις -σε γενικές γραμμές, αυτούς τους «ωραίους ανθρώπους»;

Είμαι πολύ ευγνώμων που έχω δουλέψει με πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες, οι οποίοι επίσης με έχουν καθορίσει με το έργο και την σκέψη τους.

Θα ήθελες να μου αναφέρεις μερικά ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων;

Τους δασκάλους μου στην σχολή: Αντρέα Θωμόπουλο, Δημήτρη Παπαγιάννη, Θόδωρο Εσπίριτου, Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Μαρία Κατσιαδάκη, Σίμωνα Πάτροκλο.

Τους σκηνοθέτες: Ρούλα Πατεράκη, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Σταμάτη Φασουλή, Γιάννη Κακλέα, Πέτερ Στάιν.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια καλλιτεχνική πραγματικότητα, υπάρχουν και καταστάσεις/συμπεριφορές που σε απογοητεύουν, προβληματίζουν ή και θυμώνουν;

Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τους ανθρώπους τους οποίους προανέφερα.

Εκτός από τύχη, χρειάζονται ικανότητα και ταλέντο.

Εκτός από την τύχη, χρειάζεται και πολλή δουλειά, ακόμα και όταν είσαι άνεργος.

Φαντάζει αναλλοίωτη η παιδικότητα στο βλέμμα σου τόσα χρόνια μετά την Αιωνιότητα. Διατηρείς, άρα, μια αίσθηση παιδικότητας στον τρόπο με τον οποίο σχετίζεσαι με τους άλλους ή αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο;

Ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι παιδί μέχρι το τέλος του.

Άνθρωποι που δε σε γνωρίζουν προσωπικά και ενδεχομένως σε συναντούν μετά από παραστάσεις εξακολουθούν να σε ταυτίζουν ακόμα και σήμερα με τα παιδάκι που ήσουν τότε;

Μόνο όσοι έχουν δει την ταινία.

Πού θα μπορούσαμε να σε δούμε μελλοντικά, επί σκηνής ή στην οθόνη;

Αυτό, το μέλλον το γνωρίζει, γιατί προσπαθώ να μην πάω σε μια παράσταση προς κατανάλωση!

Η συνέντευξη με τον Αχιλλέα Σκεύη διεξήχθη στο πλαίσιο της ημερίδας «Ίχνη αιωνιότητας: Θόδωρος Αγγελόπουλος», η οποία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 27 Απριλίου στο Αμφιθέατρο «Λεωνίδας Ζέρβας» του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Ευχαριστώ θερμά την Φοίβη Οικονομοπούλου για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίησή της.

Ευχαριστώ επίσης τον Αχιλλέα Σκεύη για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.



Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Γιώργος Κατσής: «Οφείλω με αυτό που φτιάχνω να αγκαλιάζω τους πληγωμένους»

 

Γιώργος Κατσής (Φωτογραφία: Αντώνης Χρήστου)

Ένας στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, η πολυπρόσωπη παράσταση Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα ξεχώρισε στην φετινή θεατρική σεζόν.

Μια συζήτηση με τον δημιουργό της, Γιώργο Κατσή.

Tα δέντρα ανθίζουν ακόμα, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι ένας πυρετώδης στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, για να παραφράσω το δελτίο Τύπου.

Παρακολουθώντας την, ψυχανεμίστηκα ότι πηγάζει από έναν εξίσου πυρετώδη προσωπικό στοχασμό, αλλά και από μια ουσιαστική εντρύφηση στο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ - και όχι μόνο. Ισχύει;

Το αν έχω πυρετώδη στοχασμό δεν μπορώ να το πω εγώ για τον εαυτό μου. Με οτιδήποτε γράφουμε, πάντως, και με όποιον τρόπο εκφραζόμαστε αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας. Είναι αναπόφευκτο. Μοιραία μιλάμε για τον εαυτό μας ό,τι κι αν φτιάξουμε.

Ένα κακό δείγμα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι όταν όλοι κρύβονται μέσα σε αυτό, συνήθως σκόπιμα, καθώς υπάρχει μια πολύ κακή «σχολή» δημιουργίας στην Αθήνα η οποία θεωρεί πως η τέχνη είναι κατασκευή - το οποίο είναι μια αλήθεια, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια, παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι της.

Η κατασκευή που αφορά εμένα σε μια σκηνοθεσία ή ένα κείμενο που γράφω είναι μερικοί τεχνικοί κανόνες με τους οποίους όμως σκοπός είναι να εκθέσω τον εαυτό μου.

Δεν εννοώ να πω κάτι προσωπικό, εννοώ πραγματικά να με εκθέσω, με όλες τις ευαίσθητες, ευάλωτες ενδεχομένως πλευρές μου αλλά και τις πιο μισητές και βαθιά αντικοινωνικές που με διακατέχουν.

Ένα αγώνας δρόμου όσο το δυνατόν πιο μακριά από την ηθικολογία και τα «μηνύματα». Όσον αφορά τον Μπέρνχαρντ, η σύνδεση η οποία γίνεται δεν έχει να κάνει με μένα αλλά με αυτόν που τον βλέπει.

Άλλοι μου έχουν πει ότι τους θύμισε το Alexanderplatz, άλλοι Κλάιστ και τους ρομαντικούς, άλλοι Ρεμπώ και τις Εκλάμψεις...

Όλα αυτά τα έχω διαβάσει, δε νομίζω πως εντρύφησα σε κάτι, ωστόσο. Αγαπώ την λογοτεχνία και την ποίηση, αυτό μπορώ να πω μόνο.

Tαυτόχρονα, φαίνεται να εκτυλίσσεται σε μια παροντική Αθήνα, θα μπορούσε όμως να συντελείται σ’ ένα άχρονο κάπου. Ποια είναι η σχέση σου ως δημιουργού με τον χώρο και τον χρόνο;

Αποφεύγω να γράφω κάτι για «άχρονους» τόπους. Η Αθήνα είναι ο χώρος του διηγήματος, σήμερα, όπως στο Βουνό που είχα γράψει κι ανεβάσει πριν 5 χρόνια ήταν τα Ουράλια Όρη το 1959 κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το ζήτημα είναι ότι πολλές φορές για να φέρει «σήμερα» ένα έργο κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να γράψει «μαλάκα, μουνί, καριόλη, πούστη, πρέζα..» και να φωνάζουν συνέχεια «Γιάννη» και «Βαγγέλη» ο ένας τον άλλον.

Μια χαρά όλα αυτά, αλλά μπορείς να γράψεις για την Αθήνα σήμερα με ποίηση. Μπορείς να ασκηθείς στην λογοτεχνία. Αυτά επιθυμούν τον χρόνο τους.

Δεν αρκεί αυτό που ξέρεις και η γλώσσα που μιλάς για να πεις ό,τι γράφεις. Τα βιώματα σου δεν είναι το παν, ούτε ο χώρος στον οποίο ζεις. Πρέπει να μεγαλώσεις για να μεγαλώσει κι ο χώρος σου.

Τα όρια της γλώσσας μου καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου έλεγε ο Βιτγκενστάιν. Και, κατ’ επέκταση, αυτά τα όρια είναι και τα όρια της φαντασίας σου. Δε βλέπω φαντασία σε τίποτα σχεδόν σήμερα.

Ο χρόνος μου είναι φρενιτιώδης άλλες φορές και άλλες είναι άδειος και απλωμένος. Δεν μπορώ να το καθορίσω εγώ αυτό. Πρέπει να δουλεύω. Στην Ελλάδα ζω. Η δουλεύεις ή πεθαίνεις εδώ πέρα.

Kεντρικός, ίσως, χαρακτήρας της παράστασης είναι ένας νεαρός ο οποίος συχνά βρίσκεται σε κατάσταση παραληρήματος και σταδιακά εξελίσσεται -δυνητικά- σε σκηνοθέτη. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος;

Δεν εξελίσσεται. Είναι εξ’ αρχής ένας δημιουργός για τον οποίο αφηγούμαστε. Μιλάει από την αρχή για την τέχνη.

Η πρώτη-πρώτη φράση του κειμένου είναι «εκείνος στεκόταν και κοίταζε τον κόσμο, κι αναρωτιόταν για την τέχνη, γιατί τον πλήγωνε βαθιά».

Παραλήρημα είναι ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος. Δεν πιστεύω ότι λέγεται ούτε μία λέξη δίχως νόημα ή ασυνάρτητα σε όλη την παράσταση.




«Το κοινό είναι εχθρός της τέχνης», μονολογεί κάπου. Yπάρχει τέχνη ερήμην (κάποιου) κοινού - ή και αντίστροφα;

Όχι, δεν υπάρχει. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν επιδέχεται μόρφωσης, κριτικής, προσβολής κι ακόμα και επίθεσης, όταν είναι απαραίτητο.

Αν έρθουν 100 χριστιανοί σε μια παράστασή μου, εγώ πρέπει να σεβαστώ τις ψυχώσεις τους που τις ονομάζουν «πίστη»;

Η παράστασή μου δεν καταπιέζει κανέναν άνθρωπο στην ζωή του, η πίστη των χριστιανών καταπιέζει αιώνες τώρα, γυναίκες, ομοφυλόφιλους, αλλόθρησκους, το κράτος το ίδιο...

Πρέπει να σεβαστώ τους εθνικιστές στο κοινό; Τους δημοσιογράφους, τους μπάτσους; Τους γονείς;

Όχι, εγώ οφείλω να τους ενοχλώ με αυτό που φτιάχνω και να αγκαλιάζω τους πληγωμένους και τους ευαίσθητους. Αυτό το κοινό να πάει να γαμηθεί, λοιπόν.

«Οι άνθρωποι παύουν να σε αγαπούν όταν είσαι άρρωστος», συνεχίζει αλλού. Eπειδή φοβόμαστε ή/και αδυνατούμε να διαχειριστούμε σε επίπεδο καθημερινότητας τις συνέπειας της φθοράς, σωματικής και διανοητικής;

Επειδή εκ των πραγμάτων είμαστε στον πυρήνα μας φασίστες και παλεύουμε όλη την ζωή μας να το εξυγιάνουμε, η ζωή η ίδια είναι φασιστική. Στην φύση ο δυνατός/προσαρμοστικός επιβιώνει και ο αδύναμος πεθαίνει.

Ένας άντρας αποφασίζει να αφήσει το σπέρμα του μέσα σε μια γυναίκα και φέρνουν στον κόσμο χωρίς καμία συγκατάθεση ένα παιδί και το πετάνε αντιμέτωπο με τον κόσμο που βλέπεις σήμερα.

Δεν υπάρχει καμία ανταπόδοση από τον άρρωστο και είναι βαθιά ριζωμένο μέσα μας να αποτελούν τα πάντα μια ανταλλαγή.

Ποιος θέλει να κουβαλάει ένα σώμα πάνω του, να το πλένει από τη δυσοσμία, να το ακούει να φωνάζει απ’ τον πόνο και να λιώνει λίγο λίγο μπροστά του, ποιος ξέρει για πόσο, μπορεί για χρόνια ολόκληρα;

Είναι ο φασίστας μέσα σου, ο ναρκισσισμός που αγαπάει μόνο την δύναμη, την νεότητα, την ομορφιά και την αυτοδυναμία.

Η φροντίδα του άρρωστου είναι η απόπειρα της εξυγίανσης του φασισμού που προγραμμάτισε η φύση μέσα σου. Αλλά δεν μπορείς να τον αγαπήσεις. Επ’ ουδενί. Για να λυτρωθείς εσύ το κάνεις. Όχι για εκείνον.




O χαρακτήρας του πλαισιώνεται από άλλους εννιά -εννιά «δέντρα», για την ακρίβεια- που, σαν άλλος χορός, αλληλεπιδρούν και συνομιλούν μαζί του. Γιατί τους φαντάστηκες ως δέντρα;

Δεν τους φαντάστηκα ως δέντρα Μπορεί εσύ να τους φαντάστηκες, που είναι πολύ ωραία εικόνα και χαίρομαι.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο σχετικά νεότευκτο Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών.

Ποια είναι η καλλιτεχνική σου σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο και σε ποιον βαθμό αυτός επέδρασε στην δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, αλλά και στην μορφή που τελικά πήρε η ίδια η παράσταση;

Κάθε θέατρο ορίζει ένα μεγάλο κομμάτι της εκάστοτε παράστασης. Για μένα τουλάχιστον που ξεκινάω πρόβες χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου ποτέ, πέρα από χρώματα, πίνακες, συναισθήματα και λέξεις.

Το αισθητικό κομμάτι δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένο. Θα είναι καταδικασμένο να είναι κακό. Πρέπει να αφουγκραστείς το έδαφος στο οποίο θα σταθείς.

Το Ρεκτιφιέ το έχουν ανοίξει φίλοι μου, και εκτιμώ βαθιά την στήριξη να φιλοξενηθεί εκεί το συγκεκριμένο εγχείρημα.

Δεδομένου, εξάλλου, ότι -πολύ συχνά- από νεανικές/πρωτόπειρες θεατρικές ομάδες προκύπτουν «διαμαντάκια» -κι εδώ νιώθω πως ψηλαφούμε ένα τέτοιο- πόσο σε εμπνέει/(ανα)ζωογονεί η συνεργασία με τέτοιες ομάδες, όντας κι εσύ νέος;

Πάνε 11 χρόνια από την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, επομένως δεν αισθάνομαι «νέος» στον χώρο. Ξέρω ότι αντικειμενικά είμαι 32 χρονών. Αυτό δε σημαίνει κάτι ούτε πορεύομαι με αυτό ως ταυτότητα. Δε με ορίζει η ηλικία μου.

Αληθινά σπουδαίες για μένα παραστάσεις σπανίως τις είδα από νέους. Βρίσκω εντελώς λάθος αυτόν τον τρόπο συνομιλίας πάνω στο αντικείμενο.

Έχουμε βαθιά ανίδεους νέους καλλιτέχνες και βαθιά ανίδεους καλλιτέχνες παλαιότερων γενεών. Παράλληλα, και στις δύο πλευρές υπάρχουν «φωτεινά» πνεύματα, που ανέκαθεν ήταν λίγα.

Πόσο επίπονη ή ψυχοφθόρα από πλευράς συντελεστ(ρ)ιών «μικρών» δουλειών, όπως τα Δέντρα..., είναι, τέλος, η διάνοιξη διαύλων επικοινωνίας με το όποιο κοινό σε μια εποχή κατά την οποία τα θεατρικά -και όχι μόνο- ερεθίσματα αφθονούν;

Επίπονη η συγκεκριμένη παράσταση δεν υπήρξε ούτε στιγμή. Το λέω με μεγάλη χαρά και περηφάνεια.

Ψυχοφθόρα σίγουρα, γιατί δεν είχαμε φράγκο για να την κάνουμε.

Αλλά είναι η μεγαλύτερη νίκη ακόμα κι έτσι να φτιάχνεις κάτι που διεκδικεί -στα δικά μου μάτια, τουλάχιστον- μια απόσταση καλλιτεχνικά πολύ μεγάλη από τα περισσότερα δείγματα στο θέατρο αυτή την στιγμή.

Αμφιβάλλω ότι μπορεί να είμαστε κάτι ξεχωριστό από τις άλλες παραστάσεις, αλλά παράλληλα το νιώθω κάθε φορά που βλέπω την παράσταση στο μεδούλι μου.

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Ράντου για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Γιώργο Κατσή, καθώς και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το κείμενο.

Οι φωτογραφίες είναι του Αντώνη Χρήστου.

Το ανέβασμα της παράστασης Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κατσή, ολοκληρώνεται την Τρίτη 7 Μαΐου (Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών, Κωνσταντινουπόλεως 119, 21:00).

Τα δέντρα είναι οι:

Σταυρούλα Καραλίδου, Γιώργος Κοκκίνης, Μαρία Κυριακίδη, Σίλια Μπαξεβάνη, Σίλια Μπισιώτη, Γιώργος Ορφανουδάκης, Μυρτώ Πρατσινάκη, Θάνος Τσάρμπος, Μαρίσσα Φαρμάκη, Χριστιάνα Χατζηπιέρα, Χρήστος Δαλκυριάδης, Αντώνης Χρήστου, Μαριάννα Ράντου.

Poster: Σίλια Μπαξεβάνη


Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Vincent Bertholet: «Προσπαθούμε να παίζουμε σοβαρά χωρίς να είμαστε σοβαροί»

 


Εκ των ιδρυτικών μελών ενός από τα πιο απρόβλεπτα, μουσικά ποικιλόμορφα και «Zappικά» συγκροτήματα της εποχής μας, των Ελβετών Orchestre Tout Puissant Marcel Duchamp, ο Vincent Bertholet μάς εισάγει στο σουρεαλιστικό σύμπαν τους.

Oι Οrchestre Tout Puissant Marcel Duchamp θα πραγματοποιήσουν τέσσερις συναυλίες στην Ελλάδα μεταξύ 11ης και 14ης Μαΐου.

Πότε συναντήσατε για πρώτη φορά τον Ντανταϊσμό -και ιδιαίτερα το έργο του Marcel Duchamp- και γιατί αυτή η συνάντηση ήταν μια τόσο καθοριστική εμπειρία για εσάς σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο;

Το όνομά μας προέρχεται από μια πρόταση του πρώτου τρομπονίστα του συγκροτήματος, Séni, ο οποίος συμμετείχε σε μια συλλογικότητα σύγχρονης τέχνης που ονομάζεται Klat.

Όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα και ψάχναμε για όνομα, πρότεινε το Marcel Duchamp Big Band, το οποίο συμπλήρωσα και μετασχημάτισα με την χρήση της φράσης Orchestre Tout Puissant, που είναι μια κοινή ονομασία στην Δυτική Αφρική.

Όταν είχε κάνει την πρόταση, διάβασα πολλά για τον Marcel Duchamp και διαπίστωσα ότι ήταν μια πολύ καλή ιδέα. Ήταν πολύ δημιουργικός, ενάντια στο σύστημα, με έντονη αίσθηση του χιούμορ.

Μερικές φορές λέω πως επιλέγουμε το όνομά του επειδή ήταν ο πρώτος πάνκης!

Πόσοι/πόσες «ισχυροί/ισχυρές Marcel Duchamps» είστε εκεί έξω ανά πάσα στιγμή και πόσοι/πόσες άλλοι/άλλες έχουν έλθει -και παρέλθει- όλα αυτά τα χρόνια;

Από την στιγμή της δημιουργίας του συγκροτήματος κι εξής έχουμε παίξει πάνω από 50 μουσικοί. Μόνο η Λιζ, η τραγουδίστρια, και εγώ, από την αρχή. Στην πραγματικότητα, είμαστε 12 σ’ αυτήν την περιοδεία και θα είμαστε 13 στην Αθήνα!

Πιστεύεις ότι η δημιουργία μουσικής είναι, στην ουσία της, μια «ενορχηστρωμένη», συλλογική εμπειρία;

Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα. Γράφω την μουσική μόνος μου, αλλά χτίζουμε τα τραγούδια μαζί. Και γράφω σκεπτόμενος πάντα την συλλογικότητα.

Σκέφτομαι πάντα πώς θα την ερμηνεύσουν τα φιλαράκια μου από την μπάντα, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει συλλογικά, ποια θα είναι η συλλογική ενέργεια.

Και ναι, νομίζω ότι η μουσική είναι μια συλλογική εμπειρία.

Το σήμα κατατεθέν σας είναι «η κλασική ενορχήστρωση, το χιούμορ και η ποπ ευαισθησία», όπως έχει σωστά επισημανθεί.

Και μου φαίνεται πως με ενθουσιασμό -και καταφατικά- έχετε «απαντήσει» στην «ερώτηση» του Frank Zappa: Ταιριάζει το χιούμορ στην μουσική;

Πολύ συχνά μας συγκρίνουν με τον Frank Zappa, αλλά ποτέ δεν τον έχω ακούσει πραγματικά.

Λατρεύω την φιλοσοφία του, αλλά δεν ξέρω τόσο πολύ την μουσική του. Αλλά ναι, προσπαθούμε να παίζουμε πολύ σοβαρά χωρίς να είμαστε σοβαροί.

Γιατί, κατά την γνώμη σου, το έξυπνο χιούμορ είναι τόσο σπάνιο στον κόσμο των σύγχρονων τεχνών και πόσο ουσιαστικό είναι στην καταπολέμηση του παραλογισμού και της κακογουστιάς που μας πνίγουν καθημερινά;

Μμμμ... Δε βρίσκω το χιούμορ στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης, ισχύει αυτό, κι είναι ένα γεγονός πολύ λυπηρό. Μάλλον το χιούμορ δεν είναι «αστική» ιδιότητα και ο συγκεκριμένος κόσμος των τεχνών διευθύνεται από μια ελίτ; Δε γνωρίζω.

Η μουσική σας ενσωματώνει μια υγιή/αναζωογονητική γκάμα μουσικών στιλ.

Είναι αυτή η ποικιλομορφία αντανάκλαση της δικής σας συνολικής κοσμοθεωρίας, καθώς και της αντίληψης/εμπειρίας σας για την μουσική ως ακροατές;

Όλοι και όλες ακούμε πολλά διαφορετικά στιλ μουσικής και χαίρομαι που μπορείς να τα βρεις στην μουσική μας.

Were OK. But Were lost anyway είναι ο τίτλος της τελευταίας -μέχρι σήμερα- κυκλοφορίας του συγκροτήματος. Είναι ανακουφιστικό -ή ακόμα και λυτρωτικό- να αισθάνεσαι χαμένος, σύμφωνα μ’ εσένα; Και αν ναι, γιατί;

Θα μπορούσε πράγματι να είναι λυτρωτικό να αισθάνεσαι χαμένος αλλά όχι πραγματικά παρηγορητικό, καθώς μιλάμε για το τέλος της ανθρώπινης ζωής στην Γη.

Αλλά «το να μην έχεις τίποτα να χάσεις» μπορεί να δώσει μια συγκεκριμένη ενέργεια για να πολεμήσεις ένα σύστημα, να είσαι αρκετά δυνατός ώστε να μην υπακούσεις, να βρεις εναλλακτικές...

So Many Things (To feel guilty about) είναι ο τίτλος μιας από τις καλύτερες συνθέσεις του προαναφερθέντος άλμπουμ. Υπάρχει κάτι για το οποίο αισθάνεσαι/αισθάνεστε ιδιαίτερα ένοχοι/ένοχες καλλιτεχνικά ή προσωπικά;

Το να καίμε τόση βενζίνη για να μπορούμε να παίξουμε σε πολλά διαφορετικά μέρη. Για παράδειγμα, θα κάνουμε 6.000 χλμ. Στη διάρκεια αυτής της περιοδείας με δύο βαν. Όχι σούπερ οικολογική επιλογή. Αυτή είναι η βασική μας αντίφαση.

Πετάξαμε στην Βόρεια Αμερική πέρυσι και νιώσαμε τις ίδιες αντιφάσεις, αλλά εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να συναντάμε άλλους ανθρώπους από παντού.

Απλώς δεν πετάμε μόνο για μία ή δύο παραστάσεις, πρέπει να υπάρχει μια περιοδεία ώστε να δοθεί το κίνητρο για μια πτήση.

Εκτός από το χιούμορ, ποιες άλλες ιδιότητες εκτιμάς στα άτομα, είτε είναι καλλιτέχνες είτε όχι; Και τι απεχθάνεσαι περισσότερο, τόσο στους ανθρώπους όσο και στις κοινωνίες;

Τον αυθορμητισμό, την ειλικρίνεια, την γενναιοδωρία. Μισώ την υποκρισία, τους χειριστικούς, τους δημαγωγούς.

Κατάγεστε από μια από τις πιο εύπορες -και πιο ουδέτερες- ευρωπαϊκές χώρες. Με ποιους τρόπους αυτό επηρεάζει την προσέγγισή σας στην σύνθεση της μουσικής;

Δε νομίζω ότι το να ζούμε στην Ελβετία επηρεάζει την διαδικασία σύνθεσης της μουσικής.

Πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε πως όλη η υποστήριξη που έχουμε λάβει από διάφορους φορείς, κρατικούς και δημοτικούς, μάς βοηθά πολύ στο να επικεντρωθούμε στην μουσική μας και να κάνουμε περιοδείες, όπως αυτήν την περίοδο στα Βαλκάνια.

Υπάρχει πραγματικά μεγάλη υποστήριξη στην Ελβετία για τον πολιτισμό γενικά, και την μουσική ειδικότερα. Δε νομίζω πως αυτό το συγκρότημα θα μπορούσε να υπάρξει σε άλλη χώρα.

Τι είδους άτομα συναντάτε συνήθως στις συναυλίες σας -ή και μετά-, τι προσδοκάτε από την επικείμενη «ελληνική» λάιβ εμπειρία σας, και πότε πρέπει εμείς, ανυπόμονοι θαυμαστές της δουλειάς σας, να περιμένουμε ένα νέο άλμπουμ;

Συναντάμε όλων των ειδών τους ανθρώπους, παλιούς πάνκηδες, οικογένειες με παιδιά, φοιτητές, εργάτες, άνεργους, καλλιτέχνες... Δεν έχουμε παίξει ποτέ στην Ελλάδα, οπότε δεν ξέρουμε τι να περιμένουμε, κάτι που είναι πολύ συναρπαστικό.

Πρόκειται να κυκλοφορήσουμε ένα νέο άλμπουμ τον Νοέμβριο του 2024 και θα πρέπει να παίξουμε μερικά τραγούδια από αυτό στην Ελλάδα.

Ευχαριστώ θερμά τον Vincent Bertholet για τον ενθουσιασμό και την ταχύτητα με τον οποίο και την οποία ανταποκρίθηκε στο αίτημα για συνέντευξη εν μέσω περιοδείας.

Οι Orchestre Tout Puissant Marcel Duchamp θα πραγματοποιήσουν τέσσερις ζωντανές εμφανίσεις στην Ελλάδα τις επόμενες μέρες:

Στις 11 Μαΐου (Πολυχώρος Mylos, Θεσσαλονίκη), 12 Μαΐου (Café Santan, Βόλος), 13 Μαΐου (Gazarte - Roof Stage, Αθήνα) και 14 Μαΐου (Frida Bar nStage, Πάτρα).