Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Κατσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Κατσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

«Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α»: Συνομιλώντας με τους Γιάννη Αποσκίτη και Γιώργο Κατσή

 


H απολαυστική παράσταση Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α δεν είναι μια διασκευή ενός κλασικού κειμένου, εν προκειμένω των Δούλων του Ζαν Ζενέ, αλλά μια διαφορετική ματιά στην αληθινή ιστορία η οποία το ενέπνευσε.

Γι’ αυτήν -και για πολλά άλλα- συζητάμε με τους Γιάννη Αποσκίτη και Γιώργο Κατσή, δύο από τα μέλη του συλλογικού σώματος που δημιούργησε την παράσταση.

Τα Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α δεν είναι μια αυστηρή ή έστω και πολύ προσωπική διασκευή ενός κλασικού κειμένου, εν προκειμένω των Δούλων του Ζαν Ζενέ, αλλά μια διαφορετική ματιά στην αληθινή ιστορία που το ενέπνευσε.

Ποια ήταν τα σημεία εκκίνησής σας, ατομικά και συλλογικά, κατά τη συγγραφή και κατόπιν το ανέβασμα του κειμένου;

Γιάννης Αποσκίτης: Ξεκινώντας, είχαμε προφανώς υπόψη μας και την ιστορία των αδερφών Παπέν και τη δραματουργία του Ζενέ.

Ο Τζούλιο (Γιώργος Κατσής) είχε μάλιστα κάνει εκτεταμένη έρευνα, ιδίως σε σχέση με το έγκλημα. Αυτή αποφασίσαμε πως θα είναι η βάση μας.

Αρχική μας έμπνευση ήταν, λοιπόν, μια πραγματική ιστορία η οποία όμως έχει λάβει διαστάσεις θρύλου.

Τη δική μου δομημένη προσέγγιση διαδέχτηκε η αποδομητική ματιά του Γιώργου και του Πάνου Παπαδόπουλου σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία και τη γραφή, που είχε σε μεγάλο βαθμό «μεταδραματική» διάσταση.

Το ίδιο, άλλωστε, είχε συμβεί και με τη Μαύρη μαγεία. Ο Γιώργος ξανάγραψε το κείμενο της παράστασης μέσα από το παίξιμό του.

Δε θα έλεγα πως υπήρξε μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, πάντως, δουλέψαμε ενστικτωδώς.

Ο τίτλος της παράστασης ήταν συλλογική ιδέα;

Γ.Α.: Είναι ένας τίτλο ο οποίος σου δίνει την αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι πρόκειται να δεις.

Αν και πραγματεύεται πολύ σοβαρά ζητήματα, η παράσταση δεν είναι καθόλου σοβαροφανής και βαρύγδουπη. Για μένα, ως θεατή, αυτό είναι ανακουφιστικό - έως και λυτρωτικό.

Γιώργος Κατσής: Ο Τόμας Μπέρνχαρντ αποτελεί άξονα για την παράσταση αυτή. Οι χαρακτήρες του είναι μπέμπηδες, μεγαλοαστοί πρώην καλλιτέχνες ή μη, νευρωτικοί άνθρωποι οι οποίοι δεινοπαθούν παγιδευμένοι στη νεύρωσή τους.

Όταν διαβάζεις Μπέρνχαρντ ή παρακολουθείς μια παράσταση βασισμένη σε έργο του, αυτή η κατάσταση γίνεται για τον αναγνώστη/θεατή ξεκαρδιστική.

Το ότι όμως θα γελάσεις στα Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α σε κάνει συνένοχο, από τη στιγμή που σου δηλώνω πως οι αδερφές Παπέν κακοποιούνται. Επομένως φταις -είτε το καταλαβαίνεις είτε όχι-, και φταίνε όλοι οι θεατές μαζί.

Ως δημιουργό με ενδιαφέρει πάρα πολύ να κάνω τον θεατή συνένοχο σε ό,τι αφορά τα όσα περνάει ο χαρακτήρας που αφηγούμαι και υποδύομαι.

Το κοινό αντιλαμβάνεται, εντέλει, τον τρόπο λειτουργίας του κειμένου; Ή δεν το ενδιαφέρει/αφορά;

Γ.Κ.: Ακόμα κι αν περάσει στο υποσυνείδητό του, κάτι θα κουβαλήσει από αυτό. Σε μεγάλες στιγμές σου, όταν είσαι ανοιχτός ή ευάλωτος, επαναφέρεις στη μνήμη σου πράγματα.

Πώς βιώνεις το να γράφεις, να σκηνοθετείς και να παίζεις, σχεδόν ταυτόχρονα; Πώς επιτυγχάνονται οι ισορροπίες ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα γραφής;

Γ.Κ.: Για μένα είναι τεράστια χαρά. Τόσο τεράστια, που στη συγκεκριμένη παράσταση αποφάσισα ότι όλα αυτά δεν ήταν αρκετά και έπρεπε να παίζω και μουσική ζωντανά! (Γέλιο) Δεν λοξοδρομώ, ωστόσο, όσον αφορά στις προτεραιότητές μου.

Ο Γιάννης αγχώνεται πάρα πολύ για το αν είναι καλός συγγραφέας, το οποίο είναι μαλακία.

Λίγο άγχος, πάντως, δεν είναι κακό.

Γ.Κ.: Το ζήτημα είναι να γράψεις κάτι που θα ήθελες να διαβάσεις, που σε συγκινεί ή σε φοβίζει να εκθέσεις σε σχέση με τον εαυτό σου.

Εσύ, Γιάννη, βιώνεις φόβο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός θεατρικού κειμένου;

Γ.Α.: Και φόβος υπάρχει και αγκύλωση πολλές φορές.

Νομίζω ότι το σημαντικό είναι να μη σταματάμε, να κάνουμε συνεχώς πράγματα και να εξελίσσουμε τη σχέση μας με διαφορετικούς ή τους ίδιους ανθρώπους.

Με τον Τζούλιο επικοινωνούμε επί δύο χρόνια και κάτι.

Σίγουρα με έχει επηρεάσει πάρα πολύ καλλιτεχνικά, βοηθώντας με να απελευθερωθώ περισσότερο στα πεδία της γραφής και της σκηνοθεσίας και σε ό,τι αφορά το τι σημαίνει δραματουργία με την κλασική, αλλά και με μια πιο ελεύθερη έννοια.

Προσωπικά βιώνω ένα άγχος οργάνωσης, γι’ αυτό και θέλω να θέτω ένα πλαίσιο. Ο Τζούλιο λειτουργεί πιο χαοτικά, με έναν πιο βαθιά ενστικτώδη τρόπο.

Επειδή μέσα στο άγχος μου εγώ χάνω αυτό το ένστικτο, έχω την ανάγκη να ξέρω τι πάμε να κάνουμε.

Και οι δύο τρόποι λειτουργούν, ωστόσο. Το ζήτημα είναι ποιος ταιριάζει στον καθένα.

Τι προϋποθέτει η διαδικασία συλλογικής (συγ)γραφής με τόσο προσωπικό στίγμα, όπως στην περίπτωση των Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Ω Ν;

Γ.Κ.: Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης.

Ο Πάνος, για παράδειγμα, θα δείξει μέσα από την υποκριτική του πολλά διαφορετικά πράγματα και θα μας προτρέψει: «Κρατήστε ό,τι σας αρέσει».

Ο καθένας, λοιπόν, έχει τον τρόπο του, αλλά η παράσταση είναι όλων μας και τιμούμε τη συμφωνία που έχουμε κάνει.

Γ.Α.: Και ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος δεν έβαλε λιγότερο από το είναι του σ’ αυτή, απλώς δεν ήθελε να βγει μπροστά.

Γ.Κ.: Τα Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α γράφτηκαν για να τα ανεβάσουμε εμείς, με εμάς στο μυαλό, όπως τα κοστούμια της παράστασης ράφτηκαν για τα δικά μας σώματα.

Αν πάρεις δέκα κιλά, τελείωσε. Ούτε ο ίδιος άνθρωπος είσαι, ούτε και το κοστούμι είναι το ίδιο. Αυτήν την περίοδο φοράς αυτό το κοστούμι - και σε «φοράει». Αυτό κυνηγάω. Είναι κάπως συγκινητικό.

Εσύ, Γιάννη, πώς διαχειρίζεσαι τη θνησιγενή διάσταση μιας θεατρικής παράστασης, όπως την περιέγραψε ο Γιώργος;

Γ.Α.: Προσωπικά με ενδιαφέρει να δίνουμε ένα παράδειγμα για τους επόμενους, με την έννοια ότι έχουμε κουραστεί πλέον από την κλασική δραματουργία - και δεν αναφέρομαι στα αριστουργήματα.

Χρειαζόμαστε καινούριες προσεγγίσεις στη γραφή. Δεν μπορώ να συνομιλώ διαρκώς με έναν νεκρό ή έναν απόντα συγγραφέα.

Προτιμώ να συνομιλώ με έναν ζωντανό και να του λέω: «Αυτό που έγραψες είναι μαλακία, να το παίξουμε αλλιώς». Είναι πιο ενδιαφέρον. Μακάρι να μπούμε σ’ αυτήν τη διαδικασία όσο περισσότεροι άνθρωποι γίνεται.

Όταν πλέον γνωρίζεις ηθοποιούς για τους οποίους γράφεις, είναι πιο εύκολο να τους φανταστείς στην υποθετική σκηνή πως είναι κάποιοι άλλοι.

Γ.Κ.: Πρέπει να διαβάσεις τα κλασικά κείμενα για να καταλάβεις ότι πρέπει να πας παρακάτω - είτε «πετώντας» τα είτε, εφόσον το αποφασίσεις, ανεβάζοντάς τα με τρόπο πιο ουσιαστικό.

Άλλωστε η απόρριψη, αν δε συνοδεύεται από γνώση του τι απορρίπτεις, ενέχει πολλή αλαζονεία.

Γ.Α.: Το θέατρο που κάνουμε δεν είναι για λίγους, έχει λαϊκότητα και μέσα από την ειρωνεία που χρησιμοποιεί.

Γ.Κ.: Τα Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α είναι μια πραγματικά λαϊκή παράσταση, η οποία έχει απαιτήσεις από τον θεατή και δεν τον υποτιμά καθόλου. Αν δεν αντιμετωπίζεις τον θεατή σαν βλάκα, στο ανταποδίδει.

Αν κάτι μέχρι στιγμή κρατώ ως «απόσταγμα» από την κουβέντα μας, είναι η ανάγκη να βρεθεί και να βρίσκεται η κατάλληλη μέσα στη συγκεκριμένη συνθήκη γλώσσα η οποία να αποδίδει ένα ορισμένο βίωμα με θεατρικούς όρους.

Γ.Κ.: Συζητάμε ακόμα για τον Λευτέρη Βογιατζή.

Σε ένα τελείως πρώτο επίπεδο, ανέβαζε κλασικές παραστάσεις. Δεν τις θυμάμαι, όμως, ως τέτοιες γιατί ένιωθα ότι αυτό που έκανε είχε πολλά επίπεδα και ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του.

Γ.Α.: Μπορούσες και να περάσεις καλά βλέποντας τις παραστάσεις του. Στη δεκαετία που ακολούθησε τον θάνατό του οι σκηνοθέτες ενδιαφέρονταν περισσότερο να δείξουν τι δουλειά έχουν κάνει οι ίδιοι, παρά να συνδεθούν με το κοινό.

Η αίσθηση του auteur σκηνοθέτη είναι αποξενωτική και δε χωρά πλέον.




Χαίρομαι που ο καρπός της συνεργασίας σας αφορά ή μπορεί να αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους - κι όχι μόνο εσάς τους ίδιους ή τους/τις ομότεχνούς/ομότεχνές σας.

Γ.Κ.: Με ενδιαφέρει το καλλιτεχνικό δημιούργημα να είναι, πρώτα από όλα, ειλικρινές προς τον εαυτό του και θέλω να υπάρχει χώρος να αποτύχει κάποιος άνθρωπος.

Σε κάθε περίπτωση, από το εμπορικό θέατρο το οποίο βλέπουμε σήμερα και τον άνθρωπο που δεν τον κατανοεί κανένας εκτός από τον εαυτό του, προτιμώ αυτόν.

Από την εμπορική σκατίλα, την τηλεπερσόνα, τον ινφλουένσερ, τον εμμονικό με το «sold out» και το και καλά λαϊκό, προτιμώ εκατό φορές αυτόν που σπάει το κεφάλι του στον τοίχο με κάτι ακατάληπτο κι όχι αυτό που «καταλαβαίνουμε».

Πέθανε ο Λιντς και ξαφνικά όλοι όσοι έλεγαν «Τι πειραματικές παπαριές έκανε», τον εκθειάζουν. Και μετά θα κάνουν Πάσχα με κοκορέτσι. Ε, λοιπόν, ή κοκορέτσι ή Λιντς!

Πόσο θάρρος ή πόση άγνοια κινδύνου χρειάζεται να έχει κάποιος για να συνεχίσει να γράφει;

Γ.Α.: Με μια λέξη, σίγουρα πολλή. Από ένα σημείο και μετά, μου έχει γίνει συνήθεια να γράφω κάτι και να το εκθέτω.

Βλέποντας, όμως, παιδιά στα οποία κάνω μάθημα σε ένα εργαστήρι θεατρικής γραφής, αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο τους είναι να μιλήσουν προσωπικά με τη γλώσσα τους, γιατί ντρέπονται να εκφραστούν.

Κι αυτό είναι κακό, επειδή, αν κάτι έχουμε να δώσουμε, είναι η εντύπωσή μας για τον κόσμο. Άρχισα να γράφω όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο με άλλο δραστικό τρόπο.

Η άγνοια κινδύνου, στην οποία αναφέρθηκα, προκύπτει από την ανησυχία πως θα υπάρξει μια τέτοια εξέλιξη που θα καθιστά τα πάντα μάταια.

Δεν ξέρω αν θα πρόκειται για έναν πόλεμο, μια επανάσταση ή μια τεχνολογική αλλαγή.

Γ.Κ.: Μπορείς να μιλήσεις με έναν εικοσάχρονο σήμερα;

Με ένα μικρό ποσοστό επιλεγμένων ανθρώπων, μπορώ.

Γ.Κ.: Με ένα τυχαίο εικοσάχρονο;

Δύσκολα.

Γ.Κ.: Εγώ παθαίνω κρίσεις πανικού, παραλύω. Από όσα αναφέρουν, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Γ.Α.: Είναι τρομακτικό.

Γ.Κ.: Όταν θα είμαι σαράντα πέντε-πενήντα, πιστεύω ότι δε θα με χωράει το θέατρο ως καλλιτέχνη. Θα έχουν αλλάξει τόσο ριζικά τα πράγματα -αν είναι ακόμα όρθια-, που μπορεί να μην καταλαβαίνω τι μου λένε.

Γ.Α.: Μιλάμε για άγνοια κινδύνου. Ο κίνδυνος είναι πολύ πραγματικός, νομίζω.

Ο κόσμος όπου ζούμε δε μας χωράει όλους, ο πόλεμος είναι παρών και ένα 50% των ανθρώπων στον πλανήτη αυτήν τη στιγμή είναι φασίστες.

Δε θεωρώ πως θα έχουμε πολύ καιρό να γράφουμε ή να λέμε ό,τι θέλουμε. Οπότε, γιατί να μην το κάνουμε; Τώρα υπάρχει η ευκαιρία. Μετά δε θα υπάρχει.

Ας την απολαύσουμε, λοιπόν!

Γ.Κ.: Ας απολαύσουμε τα δικαιώματά μας, πριν μας τα πάρουν όλα.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Ρωμανού Λιούτα.

Η παράσταση Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α παρουσιάζεται στο Θέατρο Ροές (Ιάκχου 16, Γκάζι) κάθε Δευτέρα και Τρίτη (21:00), μέχρι και τις 8 Απριλίου.

Κείμενο: Γιάννης Αποσκίτης, Γιώργος Κατσής, Πάνος Παπαδόπουλος. Σκηνοθεσία: Γιώργος Κατσής, Πάνος Παπαδόπουλος. Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Κατσής, Πάνος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Πλεμμένος.



Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

Γιώργος Κατσής: «Μ’ ενδιαφέρει το σινεμά όπου όλοι ριψoκινδυνεύουμε κάτι»

 


Το τόσο οικείο πορτρέτο ενός κωμικοτραγικού σύγχρονου ήρωα, του τράπερ MJ, σκιαγραφεί η ομώνυμη -και πολυβραβευμένη φέτος στην Δράμα- μικρού μήκους ταινία του Γιώργου Φουρτούνη.

Μια συνάντηση με τον πρωταγωνιστή του MJ, Γιώργο Κατσή, ο οποίος κέρδισε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας, ενόψει των 30ών Νυχτών Πρεμιέρας (2-14 Οκτωβρίου).

Είσαι πολυσχιδής προσωπικότητα: γράφεις, παίζεις, σκηνοθετείς. Σε ποιον βαθμό αλληλοτροφοδοτούνται αυτές οι ιδιότητές σου κάνοντάς σε να προχωράς παραπέρα - ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης;

Όταν δεν μπαίνεις σε μια καλλιτεχνική διαδικασία υιοθετώντας αυστηρά έναν ρόλο, είναι πιθανόν να μην έχεις παλιακές και κουραστικές ερωτήσεις σχετικά μ’ αυτήν.

Ως ηθοποιός, για παράδειγμα, μπορείς να κατανοείς και άλλα πράγματα πέρα από το πώς πρέπει να παιχτεί μια σκηνή, όπως την διαδικασία του φωτισμού ή τις απαιτήσεις του κάδρου.

Το να έχεις, λοιπόν, αντίληψη αυτών των πραγμάτων σε τεχνικό επίπεδο, αλλά και από άποψη ευρύτερης καλλιέργειας, σε βοηθάει να συνεννοείσαι καλύτερα με τους υπόλοιπους συντελεστές.

Το σινεμά είναι κάτι τόσο βασισμένο στον σκηνοθέτη που, μόλις ως ηθοποιός το αποδεχτείς, σου δίνει μεγαλύτερη ελευθερία να υπάρχεις σε μια ταινία.

Ομολογώ ότι δεν είχα ποτέ σκεφτεί τον κινηματογράφο ως μια τόσο «σκηνοθετο-κεντρική» διαδικασία.

Μου φαίνεται, μάλιστα, περιοριστικό να αφήνεσαι στην ματιά του σκηνοθέτη. Εσύ, ωστόσο, αντιλαμβάνεσαι αυτό το «άφημα» ως κάτι απελευθερωτικό.

Το να παραδοθείς στην ματιά του σκηνοθέτη, επειδή αντιλαμβάνεσαι ένα συνολικότερο όραμα το οποίο απαιτεί περισσότερους ανθρώπους για να υλοποιηθεί, καθιστά και σένα συνδημιουργό.

Σε περίπτωση, αντιθέτως, κατά την οποία ο εκάστοτε σκηνοθέτης δεν καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει, η συγκεκριμένη στάση με βοηθάει να μην εμπλέκομαι τόσο πολύ προσωπικά.

Όταν, επομένως, παραδίδεσαι σε κάτι που είναι κατώτερο των όποιων προσδοκιών σου, αρκεί η κατακτημένη στο μεταξύ εμπειρία ώστε να εξισορροπήσεις την απογοήτευση με την ανάγκη εμπλοκής με τον τρόπο που έχεις μάθει να το κάνεις;

Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, καθώς τόσο το σινεμά όσο και η μουσική είναι ομαδικά «σπορ».

Στο θέατρο, για παράδειγμα, έχω δει πολλές παραστάσεις στις οποίες σώζουν των κώλο του σκηνοθέτη οι ηθοποιοί, οδηγώντας το κοινό να πιστέψει πως ο σκηνοθέτης έχει πετύχει κάποιο επίτευγμα.

Στο σινεμά, μια ταινία σώζεται και με άλλους τρόπους. Από έναν κακό σκηνοθέτη, ωστόσο, δυστυχώς δε σώζεσαι με τίποτα.

Ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, είναι το να είναι ένα δημιούργημα όμορφο. Ένα δημιούργημα αρχίζει να μ’ ενδιαφέρει όταν μπορώ ν’ αντιλαμβάνομαι την ομαδική δουλειά γύρω από αυτό.

Περνώντας στο MJ του Γιώργου Φουρτούνη, για το οποίο κέρδισες το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας, και η δικιά σου συμβολή στην δόμηση του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα υπήρξε πολύτιμη.

Θα ήθελα να μου την αναλύσεις λίγο περισσότερο.

Ίσως πρόκειται για την πρώτη ταινία του Γιώργου που είναι τόσο βασισμένη πάνω σ’ έναν χαρακτήρα.

Θέλει να μελετήσουμε το κοινωνικό φαινόμενο το οποίο οδηγεί τον χαρακτήρα να υιοθετήσει την συγκεκριμένη περσόνα.

Οπότε, η ευθύνη που δίνεται στον ηθοποιό ο οποίος ενσαρκώνει έναν τέτοιο χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι μονόδρομη. Λόγω, λοιπόν, του μεγέθους της ευθύνης, πρέπει η συνεννόηση σκηνοθέτη-ηθοποιού να γίνει από κοινού.

Είναι πολύ σημαντικό το ότι με τον Γιώργο είμαστε επί πολλά χρόνια φίλοι, χωρίς αυτό να σημαίνει πως, επειδή είμαστε φίλοι, με εμπιστεύτηκε και με πήρε στην ταινία.

Ο Γιώργος είναι πολύ εξονυχιστικός σκηνοθέτης και θέλει να είναι οι συνθήκες κατάλληλες ώστε το κάθε φιλμ του να υλοποιηθεί όπως ακριβώς το θέλει. Γι’ αυτό ο Φουρτούνης είναι ο Φουρτούνης κι οι υπόλοιποι, οι υπόλοιποι!

Αν, επομένως, δε θεωρούσε ότι μπορώ να φέρω εις πέρας τον ρόλο μου, δε θα με διάλεγε. Η φιλική μας σχέση συνιστούσε απλώς μια ευχάριστη συγκυρία.

Όντας εκεί από την στιγμή που έγραφε το σενάριο, ήταν σαν να είχα ξεκινήσει πρόβες πριν καν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα, χρόνια πριν!

Ο τρόπος δουλειάς συνίστατο στην διατύπωση ερωτήσεων σχετικά με την κάθε πτυχή του χαρακτήρα του MJ: από το τι χρώμα μαλλί έχει, το τι τατουάζ χτυπάει και το τι κομμάτια γράφει μέχρι το τι ειπώνεται ή δεν ειπώνεται σε κάθε σκηνή.




Ο ΜJ είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας περίπλοκος ήρωας. Είναι ταυτόχρονα κωμικός και τραγικός, ή είναι περισσότερο τραγικός;

Όλοι οι άνθρωποι που έχουν μια δυνατή αίσθηση του χιούμορ το χρησιμοποιούν ως έναν αμυντικό μηχανισμό για την επούλωση τραυμάτων. Η κωμωδία, συνεπώς, δεν είναι καθόλου μακριά από την τραγωδία.

Σε κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να σε κάνει να γελάσεις κρύβεται κάτι πολύ τραυματικό.

Χρειάζεται μια δόση χιούμορ για να αποσπάσεις την προσοχή του κοινού από την τραγωδία η οποία έρχεται στο φιλμ.

Ήταν, λοιπόν, πολύ σημαντικό μέλημα του Γιώργου ν’ αποτυπωθεί το πραγματικό τραύμα, η πραγματική φωνή του χαρακτήρα του MJ όταν πια έχει απαλλαγεί από κάθε μάσκα. Προσωπικά, με φόβιζε αν τελικά θα συνέβαινε αυτό.

Υπήρξε, για σένα, ο συγκεκριμένος ρόλος εξίσου δύσκολος ή «εύκολος» με οποιονδήποτε άλλο ή είχε κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις;

Η δυσκολία στο σινεμά είναι ότι μια ιστορία δε γυρίζεται με την σειρά με την οποία διαδραματίζεται και πολλές συνθήκες σε «αποσυγκεντρώνουν» συνέχεια.

Ιδιοσυγκρασιακά, έχω πολύ μεγάλο πρόβλημα με την επανάληψη των λήψεων. Φθείρομαι πολύ γρήγορα. Γι’ αυτό και επενδύω στην πρώτη λήψη.

Και δεν μπορώ να ακούω μαλακίες από παλαιότερες «καραβάνες» του τύπου: «Οι δυο-τρεις πρώτες λήψεις θα πάνε άπατες».

Πέραν όσων προανέφερα, η μεγαλύτερη -εν προκειμένω- απαίτηση ήταν πως δεν ήθελα ν’ απογοητεύσω τον φίλο μου. Ο μεταξύ μας δεσμός ήταν ξεκάθαρα το αντικείμενο με το οποίο ασχολούμασταν. Η φιλία μου με τον Γιώργο διατρέχει την ταινία.

Εντέλει, απέδωσε καρπούς η συνύπαρξή σας - αρχικά σε φιλικό, κατόπιν σε καλλιτεχνικό επίπεδο.

Αν το διακύβευμα δεν αφορά στους ανθρώπους που φτιάχνουν κάτι, η διαδικασία της δημιουργίας αποτυγχάνει. Το σινεμά δε λειτουργεί σε αυστηρά επαγγελματικό επίπεδο.

Εμένα, μ’ ενδιαφέρει το σινεμά όπου όλοι ριψoκινδυνεύουμε κάτι και όπου, σε όσο χρόνο διαθέτουμε, προσπαθούμε να συνδεθούμε όσο πιο βαθιά γίνεται.

Ως χαρακτήρας, πόσα περισσότερα συμπυκνώνει ο MJ σε σχέση με την κοινωνία στην οποία ζούμε;

Μ’ αρέσει πολύ αυτό που ρωτάς.

Τις μέρες του Φεστιβάλ γινόταν, σε επίπεδο δημοσιογραφικής κριτικής, μια συζήτηση για τα δομικά στοιχεία αυτού του χαρακτήρα σαν να επρόκειτο για κάτι περίεργο που αδυνατούμε να εξηγήσουμε και το οποίο επ’ ουδενί δεν είμαστε εμείς.

Εμείς, αντιθέτως, είμαστε, απέναντι σ’ έναν τέτοιο τράπερ, καλλιεργημένοι και πολυδιάστατοι.

Αν, όμως, αναλογιστείς τις επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους, δεν είναι καθόλου μακριά από εκείνες ενός MJ.

Υπάρχει, για παράδειγμα, φοβερή και βαθιά εμμονή -και κακώς- στον Έλληνα με το τι εντύπωση θα προξενήσει, κι όχι μόνο σε επίπεδο εμφάνισης.

Αν, μάλιστα, κάποιος κρίνει έναν άλλο βάσει της εμφάνισής του, είναι εκατό φορές πιο ρηχός.

Η εμμονή με το χρήμα την οποία έχει ένας τράπερ είναι βαθιά εμμονή του Έλληνα. Ο Έλληνας σκέφτεται μόνο τα χρήματα.

Σκέψου με τι ευκολία οι κληρονόμοι ανακαινίζουν διαμερίσματα που με αίμα έχτισαν οι πρόγονοί τους για να τα μετατρέψουν σε Airbnb. Δε γίνεται να υπάρχει ο MJ αν η κοινωνία δεν είναι ο MJ.

Αν θες να προκύψει μια πολιτική θέση από μια ταινία την οποία έχεις φτιάξει, πρέπει να «σκύψεις» κυρίως σε τέτοιες προσωπικότητες.




«Σκύβουν» σε τέτοιες προσωπικότητες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου;

Παρακολουθώντας, με πολλή αγάπη, σύγχρονες ελληνικές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, διαπιστώνω πως ο κεντρικός χαρακτήρας τους είναι ένας κατά κανόνα αθώος άνθρωπος που προσπαθεί να υπερνικήσει ένα βαθιά κακό σύνολο.

Πρόκειται για μια λανθασμένη φαντασίωση του δημιουργού σε σχέση με το σινεμά και την κοινωνία. Πολλοί σκηνοθέτες νομίζουν ότι είναι πρωταγωνιστές έργων και «γράφουν» τον εαυτό τους ως καλό, περιθωριοποιημένο και πονεμένο.

Σε περίπτωση, ας πούμε, που θες να κάνεις μια τρανς ταινία, θα είναι πολύ βαθύτερη αν αυτός ο οποίος μαχαιρώνει τον/την τρανς είναι ο πρωταγωνιστής.

Συμπεριφερόμαστε σαν αυτοί οι μαχαιροβγάλτες να φύτρωσαν από την γη. Πρέπει περπατήσεις με τα παπούτσια τους, αν θέλεις ν’ αλλάξει κάτι. Είναι επώδυνα παπούτσια, αλλά πρέπει να τα φορέσεις.

Ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα πρέπει να γίνει πιο αμφιλεγόμενο ηθικά, αναδεικνύοντας χαρακτήρες που δεν έχουν έναν «καθαρό» ηθικό άξονα, προκειμένου να ξεκινήσουν οι συζητήσεις.

Ο ΜJ, ως χαρακτήρας, απογυμνώνει τον θεατή. Όποιος εκ των θεατών συγκινείται μ’ έναν τέτοιο χαρακτήρα, αφήνει χώρο στον εαυτό του να σκεφτεί κάποια πράγματα.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να βγαίνεις από «καλούπια» - σκηνοθετικά, σεναριακά, υποκριτικά;

Για έναν άνθρωπο ο οποίος θα ασχοληθεί με την τέχνη είναι ό,τι πιο δύσκολο να αποδεχτεί πως δεν είναι ο Μότσαρτ, δεν είναι ο Κασσαβέτης, ούτε θα γίνει ο Ταρκόφσκι.

Το ζήτημα είναι ν’ αντιληφθείς ότι δεν έχεις τον έλεγχο της ζωής σου. Δεν είναι το σινεμά ένα μέσο διά του οποίου θα φτιάξεις μια ιστορία η οποία θα σου δώσει την εντύπωση πως έχεις τον έλεγχο της ζωής σου.

Πρέπει να μιλήσεις για την απουσία του ελέγχου. Το καθεστώς εντός του οποίου ζούμε -που δημοκρατικό σίγουρα δεν είναι- σου υπαγορεύει ότι δεν ελέγχεις τα πράγματα.

Δυστυχώς, στο σινεμά έχει χαθεί πλέον το νήμα της συνέχειας από τον έναν άνθρωπο στον άλλο.

Κάποτε, για παράδειγμα, μαθαίναμε από κάποιον περί αναρχίας, δίσκων, ταινιών. Μαθαίναμε και μέσα από έναν μεγάλο έρωτα. Σήμερα όχι.

Κι αυτό αντανακλάται στον τρόπο με τον οποίο δε σκεφτόμαστε πολιτικά στην εποχή μας και στο πόσο διαβάζουμε ή εντρυφούμε και αγαπάμε τον κινηματογράφο και τις ταινίες ως σκηνοθέτες.

Εσύ, γιατί αγαπάς την τέχνη;

Προσωπικά, αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά γιατί με μεγαλώνουν ως άνθρωπο.

Έπρεπε πρώτα να μεγαλώσω για να με χωρέσει το θέατρο και να κάνω σινεμά. Για ν’ ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει ν’ ανταποκρίνεσαι στις απαιτήσεις της.

Ως καλλιτέχνης δεν είναι κάποιος ανώτερος από έναν άλλο άνθρωπο. Απλώς εργάζονται σε διαφορετικά πεδία. Δεν κοιτάζω κάποιον αφ’ υψηλού επειδή κάνω τέχνη.

Αυτό το σύμπλεγμα, όμως, το βιώνουν σκηνοθέτες που θεωρούν πως δεν αρκεί να βλέπουν φιλμ ως καλοί θεατές. Μια τέτοια ψευδαίσθηση δεν απέχει πολύ από την ψευδαίσθηση του MJ.

Όλοι οι καλοί θεατές θέλουν να γίνουν σκηνοθέτες -ή, κατά περίπτωση, συγγραφείς- και δε μας έμειναν καλοί θεατές, τελικά. Γι’ αυτό και βλέπουμε οι σκηνοθέτες τις ταινίες μεταξύ μας. Κάπως έτσι την γαμήσαμε!

Η ταινία του Γιώργου Φουρτούνη MJ με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κατσή έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Εθνικό Διαγωνιστικό του 47ου Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε πέντε βραβεία.

Ο Γιώργος Κατσής απέσπασε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας.

Το MJ συνεχίζει το εγχώριο ταξίδι του στις 30ές Νύχτες Πρεμιέρας (2-14 Οκτωβρίου) και στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Γιώργος Κατσής: «Οφείλω με αυτό που φτιάχνω να αγκαλιάζω τους πληγωμένους»

 

Γιώργος Κατσής (Φωτογραφία: Αντώνης Χρήστου)

Ένας στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, η πολυπρόσωπη παράσταση Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα ξεχώρισε στην φετινή θεατρική σεζόν.

Μια συζήτηση με τον δημιουργό της, Γιώργο Κατσή.

Tα δέντρα ανθίζουν ακόμα, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι ένας πυρετώδης στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, για να παραφράσω το δελτίο Τύπου.

Παρακολουθώντας την, ψυχανεμίστηκα ότι πηγάζει από έναν εξίσου πυρετώδη προσωπικό στοχασμό, αλλά και από μια ουσιαστική εντρύφηση στο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ - και όχι μόνο. Ισχύει;

Το αν έχω πυρετώδη στοχασμό δεν μπορώ να το πω εγώ για τον εαυτό μου. Με οτιδήποτε γράφουμε, πάντως, και με όποιον τρόπο εκφραζόμαστε αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας. Είναι αναπόφευκτο. Μοιραία μιλάμε για τον εαυτό μας ό,τι κι αν φτιάξουμε.

Ένα κακό δείγμα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι όταν όλοι κρύβονται μέσα σε αυτό, συνήθως σκόπιμα, καθώς υπάρχει μια πολύ κακή «σχολή» δημιουργίας στην Αθήνα η οποία θεωρεί πως η τέχνη είναι κατασκευή - το οποίο είναι μια αλήθεια, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια, παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι της.

Η κατασκευή που αφορά εμένα σε μια σκηνοθεσία ή ένα κείμενο που γράφω είναι μερικοί τεχνικοί κανόνες με τους οποίους όμως σκοπός είναι να εκθέσω τον εαυτό μου.

Δεν εννοώ να πω κάτι προσωπικό, εννοώ πραγματικά να με εκθέσω, με όλες τις ευαίσθητες, ευάλωτες ενδεχομένως πλευρές μου αλλά και τις πιο μισητές και βαθιά αντικοινωνικές που με διακατέχουν.

Ένα αγώνας δρόμου όσο το δυνατόν πιο μακριά από την ηθικολογία και τα «μηνύματα». Όσον αφορά τον Μπέρνχαρντ, η σύνδεση η οποία γίνεται δεν έχει να κάνει με μένα αλλά με αυτόν που τον βλέπει.

Άλλοι μου έχουν πει ότι τους θύμισε το Alexanderplatz, άλλοι Κλάιστ και τους ρομαντικούς, άλλοι Ρεμπώ και τις Εκλάμψεις...

Όλα αυτά τα έχω διαβάσει, δε νομίζω πως εντρύφησα σε κάτι, ωστόσο. Αγαπώ την λογοτεχνία και την ποίηση, αυτό μπορώ να πω μόνο.

Tαυτόχρονα, φαίνεται να εκτυλίσσεται σε μια παροντική Αθήνα, θα μπορούσε όμως να συντελείται σ’ ένα άχρονο κάπου. Ποια είναι η σχέση σου ως δημιουργού με τον χώρο και τον χρόνο;

Αποφεύγω να γράφω κάτι για «άχρονους» τόπους. Η Αθήνα είναι ο χώρος του διηγήματος, σήμερα, όπως στο Βουνό που είχα γράψει κι ανεβάσει πριν 5 χρόνια ήταν τα Ουράλια Όρη το 1959 κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το ζήτημα είναι ότι πολλές φορές για να φέρει «σήμερα» ένα έργο κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να γράψει «μαλάκα, μουνί, καριόλη, πούστη, πρέζα..» και να φωνάζουν συνέχεια «Γιάννη» και «Βαγγέλη» ο ένας τον άλλον.

Μια χαρά όλα αυτά, αλλά μπορείς να γράψεις για την Αθήνα σήμερα με ποίηση. Μπορείς να ασκηθείς στην λογοτεχνία. Αυτά επιθυμούν τον χρόνο τους.

Δεν αρκεί αυτό που ξέρεις και η γλώσσα που μιλάς για να πεις ό,τι γράφεις. Τα βιώματα σου δεν είναι το παν, ούτε ο χώρος στον οποίο ζεις. Πρέπει να μεγαλώσεις για να μεγαλώσει κι ο χώρος σου.

Τα όρια της γλώσσας μου καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου έλεγε ο Βιτγκενστάιν. Και, κατ’ επέκταση, αυτά τα όρια είναι και τα όρια της φαντασίας σου. Δε βλέπω φαντασία σε τίποτα σχεδόν σήμερα.

Ο χρόνος μου είναι φρενιτιώδης άλλες φορές και άλλες είναι άδειος και απλωμένος. Δεν μπορώ να το καθορίσω εγώ αυτό. Πρέπει να δουλεύω. Στην Ελλάδα ζω. Η δουλεύεις ή πεθαίνεις εδώ πέρα.

Kεντρικός, ίσως, χαρακτήρας της παράστασης είναι ένας νεαρός ο οποίος συχνά βρίσκεται σε κατάσταση παραληρήματος και σταδιακά εξελίσσεται -δυνητικά- σε σκηνοθέτη. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος;

Δεν εξελίσσεται. Είναι εξ’ αρχής ένας δημιουργός για τον οποίο αφηγούμαστε. Μιλάει από την αρχή για την τέχνη.

Η πρώτη-πρώτη φράση του κειμένου είναι «εκείνος στεκόταν και κοίταζε τον κόσμο, κι αναρωτιόταν για την τέχνη, γιατί τον πλήγωνε βαθιά».

Παραλήρημα είναι ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος. Δεν πιστεύω ότι λέγεται ούτε μία λέξη δίχως νόημα ή ασυνάρτητα σε όλη την παράσταση.




«Το κοινό είναι εχθρός της τέχνης», μονολογεί κάπου. Yπάρχει τέχνη ερήμην (κάποιου) κοινού - ή και αντίστροφα;

Όχι, δεν υπάρχει. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν επιδέχεται μόρφωσης, κριτικής, προσβολής κι ακόμα και επίθεσης, όταν είναι απαραίτητο.

Αν έρθουν 100 χριστιανοί σε μια παράστασή μου, εγώ πρέπει να σεβαστώ τις ψυχώσεις τους που τις ονομάζουν «πίστη»;

Η παράστασή μου δεν καταπιέζει κανέναν άνθρωπο στην ζωή του, η πίστη των χριστιανών καταπιέζει αιώνες τώρα, γυναίκες, ομοφυλόφιλους, αλλόθρησκους, το κράτος το ίδιο...

Πρέπει να σεβαστώ τους εθνικιστές στο κοινό; Τους δημοσιογράφους, τους μπάτσους; Τους γονείς;

Όχι, εγώ οφείλω να τους ενοχλώ με αυτό που φτιάχνω και να αγκαλιάζω τους πληγωμένους και τους ευαίσθητους. Αυτό το κοινό να πάει να γαμηθεί, λοιπόν.

«Οι άνθρωποι παύουν να σε αγαπούν όταν είσαι άρρωστος», συνεχίζει αλλού. Eπειδή φοβόμαστε ή/και αδυνατούμε να διαχειριστούμε σε επίπεδο καθημερινότητας τις συνέπειας της φθοράς, σωματικής και διανοητικής;

Επειδή εκ των πραγμάτων είμαστε στον πυρήνα μας φασίστες και παλεύουμε όλη την ζωή μας να το εξυγιάνουμε, η ζωή η ίδια είναι φασιστική. Στην φύση ο δυνατός/προσαρμοστικός επιβιώνει και ο αδύναμος πεθαίνει.

Ένας άντρας αποφασίζει να αφήσει το σπέρμα του μέσα σε μια γυναίκα και φέρνουν στον κόσμο χωρίς καμία συγκατάθεση ένα παιδί και το πετάνε αντιμέτωπο με τον κόσμο που βλέπεις σήμερα.

Δεν υπάρχει καμία ανταπόδοση από τον άρρωστο και είναι βαθιά ριζωμένο μέσα μας να αποτελούν τα πάντα μια ανταλλαγή.

Ποιος θέλει να κουβαλάει ένα σώμα πάνω του, να το πλένει από τη δυσοσμία, να το ακούει να φωνάζει απ’ τον πόνο και να λιώνει λίγο λίγο μπροστά του, ποιος ξέρει για πόσο, μπορεί για χρόνια ολόκληρα;

Είναι ο φασίστας μέσα σου, ο ναρκισσισμός που αγαπάει μόνο την δύναμη, την νεότητα, την ομορφιά και την αυτοδυναμία.

Η φροντίδα του άρρωστου είναι η απόπειρα της εξυγίανσης του φασισμού που προγραμμάτισε η φύση μέσα σου. Αλλά δεν μπορείς να τον αγαπήσεις. Επ’ ουδενί. Για να λυτρωθείς εσύ το κάνεις. Όχι για εκείνον.




O χαρακτήρας του πλαισιώνεται από άλλους εννιά -εννιά «δέντρα», για την ακρίβεια- που, σαν άλλος χορός, αλληλεπιδρούν και συνομιλούν μαζί του. Γιατί τους φαντάστηκες ως δέντρα;

Δεν τους φαντάστηκα ως δέντρα Μπορεί εσύ να τους φαντάστηκες, που είναι πολύ ωραία εικόνα και χαίρομαι.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο σχετικά νεότευκτο Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών.

Ποια είναι η καλλιτεχνική σου σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο και σε ποιον βαθμό αυτός επέδρασε στην δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, αλλά και στην μορφή που τελικά πήρε η ίδια η παράσταση;

Κάθε θέατρο ορίζει ένα μεγάλο κομμάτι της εκάστοτε παράστασης. Για μένα τουλάχιστον που ξεκινάω πρόβες χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου ποτέ, πέρα από χρώματα, πίνακες, συναισθήματα και λέξεις.

Το αισθητικό κομμάτι δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένο. Θα είναι καταδικασμένο να είναι κακό. Πρέπει να αφουγκραστείς το έδαφος στο οποίο θα σταθείς.

Το Ρεκτιφιέ το έχουν ανοίξει φίλοι μου, και εκτιμώ βαθιά την στήριξη να φιλοξενηθεί εκεί το συγκεκριμένο εγχείρημα.

Δεδομένου, εξάλλου, ότι -πολύ συχνά- από νεανικές/πρωτόπειρες θεατρικές ομάδες προκύπτουν «διαμαντάκια» -κι εδώ νιώθω πως ψηλαφούμε ένα τέτοιο- πόσο σε εμπνέει/(ανα)ζωογονεί η συνεργασία με τέτοιες ομάδες, όντας κι εσύ νέος;

Πάνε 11 χρόνια από την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, επομένως δεν αισθάνομαι «νέος» στον χώρο. Ξέρω ότι αντικειμενικά είμαι 32 χρονών. Αυτό δε σημαίνει κάτι ούτε πορεύομαι με αυτό ως ταυτότητα. Δε με ορίζει η ηλικία μου.

Αληθινά σπουδαίες για μένα παραστάσεις σπανίως τις είδα από νέους. Βρίσκω εντελώς λάθος αυτόν τον τρόπο συνομιλίας πάνω στο αντικείμενο.

Έχουμε βαθιά ανίδεους νέους καλλιτέχνες και βαθιά ανίδεους καλλιτέχνες παλαιότερων γενεών. Παράλληλα, και στις δύο πλευρές υπάρχουν «φωτεινά» πνεύματα, που ανέκαθεν ήταν λίγα.

Πόσο επίπονη ή ψυχοφθόρα από πλευράς συντελεστ(ρ)ιών «μικρών» δουλειών, όπως τα Δέντρα..., είναι, τέλος, η διάνοιξη διαύλων επικοινωνίας με το όποιο κοινό σε μια εποχή κατά την οποία τα θεατρικά -και όχι μόνο- ερεθίσματα αφθονούν;

Επίπονη η συγκεκριμένη παράσταση δεν υπήρξε ούτε στιγμή. Το λέω με μεγάλη χαρά και περηφάνεια.

Ψυχοφθόρα σίγουρα, γιατί δεν είχαμε φράγκο για να την κάνουμε.

Αλλά είναι η μεγαλύτερη νίκη ακόμα κι έτσι να φτιάχνεις κάτι που διεκδικεί -στα δικά μου μάτια, τουλάχιστον- μια απόσταση καλλιτεχνικά πολύ μεγάλη από τα περισσότερα δείγματα στο θέατρο αυτή την στιγμή.

Αμφιβάλλω ότι μπορεί να είμαστε κάτι ξεχωριστό από τις άλλες παραστάσεις, αλλά παράλληλα το νιώθω κάθε φορά που βλέπω την παράσταση στο μεδούλι μου.

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Ράντου για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Γιώργο Κατσή, καθώς και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το κείμενο.

Οι φωτογραφίες είναι του Αντώνη Χρήστου.

Το ανέβασμα της παράστασης Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κατσή, ολοκληρώνεται την Τρίτη 7 Μαΐου (Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών, Κωνσταντινουπόλεως 119, 21:00).

Τα δέντρα είναι οι:

Σταυρούλα Καραλίδου, Γιώργος Κοκκίνης, Μαρία Κυριακίδη, Σίλια Μπαξεβάνη, Σίλια Μπισιώτη, Γιώργος Ορφανουδάκης, Μυρτώ Πρατσινάκη, Θάνος Τσάρμπος, Μαρίσσα Φαρμάκη, Χριστιάνα Χατζηπιέρα, Χρήστος Δαλκυριάδης, Αντώνης Χρήστου, Μαριάννα Ράντου.

Poster: Σίλια Μπαξεβάνη