Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20ή ΔΕΒΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20ή ΔΕΒΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

Γιώργος Συμπάρδης: «Στα βιβλία μου δείχνω, δε λέω»

Γιώργος Συμπάρδης (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Ο Γιώργος Συμπάρδης αποτελεί έναν από τους πλέον «αθόρυβους», διακριτικούς και ολοκληρωμένους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Αυτές του οι ποιότητες αποτυπώνονται και στα μυθιστορήματά του.

Συναντώντας τον στο πλαίσιο της 20ής ΔΕΒΘ. Η ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη Μέντιουμ, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, προβάλλεται από τις 23 Μαΐου.

Nομική, σινεμά, λογοτεχνία: ποια είναι η χρονική αλληλουχία της ενασχόλησης είτε σπουδαστικής είτε εργασιακής είτε φαντασιωσικής με καθένα από αυτά τα πεδία;

Σινεμά δεν έκανα ποτέ, γιατί ήξερα ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο.

Έπειτα, λόγοι βιοποριστικοί με ανάγκασαν να κάνω τον δικηγόρο...

... Του διαβόλου.

Περίπου! Των εφοπλιστών, για την ακρίβεια, καθώς είχα σπουδάσει Ναυτικό Δίκαιο.

Όταν, όμως, θέλεις να ασχοληθείς με κάτι και να μιλήσεις γι’ αυτό, βρίσκεις τον τρόπο.

Κι έτσι οδηγηθήκατε στην γραφή.

Στην πεζογραφία.

Πόσα χρόνια μετά την έναρξη της ενασχόλησης με την δικηγορία;

Έγραφα από νέος χωρίς να εκδίδω. Πριν την κυκλοφορία του πρώτου μου μυθιστορήματος, του Μέντιουμ, δεν είχα δημοσιεύσει ή εκδώσει τίποτα. Ακόμα και το Μέντιουμ κυκλοφορήσε δύο-τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του.

Τι σας συγκρατούσε;

Δεν ήξερα αν θα συνέχιζα να γράφω - κι εφόσον συνέχιζα, αν θα εξέδιδα τα βιβλία μου. Το Μέντιουμ το είχαν διαβάσει αρκετοί φίλοι και τους είχε αρέσει.

Πριν αυτό, είχα γράψει ένα βιβλίο με σκέψεις και διηγήματα μικρότερης και μεγαλύτερης έκτασης, το οποίο κατέστρεψα.

Το Μέντιουμ, ωστόσο, βρήκε τον δρόμο του. Οι προτροπές τρίτων ή η δική σας ανάγκη οδήγησαν στην έκδοσή του;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Διαβάστηκε από μια καλή φίλη που το πρότεινε στον Κέδρο, ο Γιάννης ο Κοντός το ήθελε πάρα πολύ, κι έτσι συνέβη. Δε σκόπευα να χτυπήσω την πόρτα ενός εκδοτικού οίκου.

Είναι εντυπωσιακά ώριμο μυθιστόρημα για πρωτοεκδιδόμενο συγγραφέα.

Έπαιξε ρόλο η ύπαρξη του κατεστραμμένου βιβλίου, το οποίο ήταν ογκώδες. Μ’ αυτό είχε ξεκινήσει η ενασχόλησή μου με την γλώσσα και την έκφραση, με αυτά δηλαδή που απαιτεί η λογοτεχνία.

Ήσασταν αυτοδίδακτος.

Όλοι οι συγγραφείς είναι αυτοδίδακτοι. Η καλύτερη συμβουλή που μπορείς να δώσεις σε κάποιον που θέλει να γράψει είναι να διαβάζει. Κι εγώ είχα διαβάσει πολύ και πολλά. Και ποίηση.

Τι είδους;

Ήξερα όλη την γενιά του ’70. Εξακολουθώ να διαβάζω πολλή ποίηση.

Δε δοκιμαστήκατε και σ’ αυτό το πεδίο, πάντως.

Όλοι ως νέοι γράφουμε ποίηση. Η δικιά μου, όμως, δεν ήταν προς δημοσίευση.

Γενικά, είστε αυστηρός απέναντι σε ό,τι, εντέλει, επιδιώκετε να εκδίδετε ανά τα χρόνια;

Λέγεται πως είμαι ολιγογράφος. Μια φίλη, η κριτικός λογοτεχνίας Ελισάβετ Κοτζιά, υποστηρίζει ότι είμαι αραιογράφος. Δε σπεύδω να εκδώσω, ούτε θεωρώ απαραίτητη την ανά δύο-τρία χρόνια παρουσία μου.

Πρέπει να γράφεις όταν έχεις κάτι να πεις και πιστεύεις πως αυτό αξίζει τον κόπο να εκδοθεί.




Στο Μέντιουμ αφηγήτρια είναι μια γυναίκα.

Υπήρξε μια ενδιαφέρουσα επιλογή, η οποία με δυσκόλεψε στην αρχή, αλλά κατόπιν η διαδικασία έρεε, από την πρώτη σελίδα.

Το θέατρο, άλλωστε, έχει δώσει την αυτονόητη λύση όσον αφορά στο αν μπορεί ένας άντρας συγγραφέας να μιλάει διά στόματος μιας γυναίκας.

Ας αναλογιστούμε τους χαρακτήρες της λαίδης Μάκβεθ ή της Ιουλιέτας στον Σέξπιρ ή τους γυναικείους χαρακτήρες των έργων του Τένεσι Ουίλιαμς.

Ο συγγραφέας είναι το μέντιουμ. Αν μπορεί να μπει στην θέση του ήρωα ή της ηρωίδας, μπορεί να γράψει. Αυτό ισχύει όσον αφορά στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Στην τριτοπρόσωπη η ματιά αλλάζει.

Κατά τι διαφοροποιείται η δικιά σας ματιά ανάλογα με το πρόσωπο που χρησιμοποιείτε;

Είτε αποδεκτοί είτε όχι, υπάρχουν κώδικες τους οποίους μας έχουν διδάξει οι παλαιότεροι συγγραφείς. Τους υιοθετείς, κι είσαι εντάξει. Δεν ανακαλύπτεις κάτι καινούριο. Χρησιμοποιείς τα εργαλεία του επαγγέλματος.

Τα οποία, για να μπορείς να χρησιμοποιήσεις, χρειάζεται προηγουμένως να τα έχεις κατακτήσει.

Αυτό είναι αλήθεια. Κι ο τρόπος για να τα κατακτήσεις είναι να διαβάσεις τους προηγούμενους μάστορες. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος διαχείρισης του χρόνου από το διάβασμα.

Η βαθιά και λεπταίσθητη αποτύπωση των χώρων, δημόσιων και ιδιωτικών, χαρακτηρίζει τις δουλειές σας.

Έχω τον χώρο ολοζώντανο στο μυαλό μου, με την παραμικρή του λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως τού αν περιγράφεται ή δεν περιγράφεται.

Εδώ διαπιστώνω μια σύνδεση με την κινηματογραφική γλώσσα: και το Μέντιουμ και η Πλατεία Κλαυθμώνος αποπνέουν μια κινηματογραφική ματιά.

Αυτή η ματιά είναι απόρροια των ταινιών που έχω δει. Εξακολουθώ, άλλωστε, να παρακολουθώ σινεμά. Και πολύ, μάλιστα.

Πιο έντονο είναι αυτό το στοιχείο στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Παίζει ρόλο το πιο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο;

Πιθανόν. Όλα κατονομάζονται πολύ πιο ρητά στην Πλατεία Κλαυθμώνος.

Ως εκ τούτου, πολύ περισσότερο συνδημιουργός στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ο αναγνώστης, ο οποίος ξέρει πώς είναι η πλατεία Κλαυθμώνος, καθώς επίσης και άλλοι δρόμοι και γειτονιές του κέντρου που αναφέρονται.

Οι γωνιές, οι δρόμοι, οι γειτονιές που κατονομάζονται σάς σημάδεψαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και ως άνθρωπο;

Γεννήθηκα στην Ελευσίνα, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έχω περάσει στην Αθήνα. Έχω ζήσει και σε πόλεις του εξωτερικού, αλλά δε θα τοποθετούσα την δράση των βιβλίων μου εκεί.

Δεν αισθάνεστε την οικειότητα του βιωμένου.

Ακριβώς. Άλλοι συγγραφείς μπορούν να το κάνουν. Δεν έχω αντίρρηση ως προς αυτούς, αλλά έχω σε σχέση με μένα.

Ξυπνάνε μνήμες από το παρελθόν όταν περνάτε σήμερα από κάποιον από όλους αυτούς τους τόπους/χώρους;

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την πλατεία Κλαυθμώνος.

Κατά την περίοδο της Δικτατορίας υπήρξε τόπος προεκλογικών πολιτικών συγκεντρώσεων. Εκεί, είχα παρακολουθήσει ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου, του επονομαζόμενου και «Γέρου της Δημοκρατίας». Να μια πρώτη ανάμνηση.

Το τι συμβαίνει στη διάρκεια της Δικτατορίας αποτελεί μια δεύτερη ανάμνηση. Το τι συμβαίνει το 2000, μια τρίτη. Κάθε καινούρια ανάμνηση επικάθεται, λοιπόν, στις προηγούμενες.

Σαν παλίμψηστο.

Έτσι λειτουργούν οι χώροι, ξεκινώντας από τον λόγο για τον οποίο ονομάζονται όπως ονομάζονται.

Όταν, επομένως, περνάω από εκεί, σκέφτομαι όλες αυτές τις «στρώσεις». Κι έχω ζήσει αρκετά πράγματα.

Στο κέντρο της Αθήνας, κυρίως;

Η αγάπη μου για την Αθήνα αφορά στο κέντρο της. Αν ήταν δυνατόν, θα ήθελα να ζούσα είτε στην πλατεία Ομονοίας είτε στην πλατεία Συντάγματος.

Αρχικά έζησα στο Θησείο, μετά στην Πλάκα, μετά πάλι στο Θησείο και τώρα στα Πετράλωνα. Με τα πόδια κινούμαι.

Τι σας έχει αφήσει η Δικτατορία;

Μ’ ενδιέφερε ο πρώτος χρόνος της Δικτατορίας γιατί υπήρχε μια μουγκαμάρα. Δεν υπήρχε πραγματική αντίσταση, μονάχα μικροπράγματα, για τα οποία ωστόσο μαθαίναμε.

Προσωπικά, είχα λόγους να φοβάμαι: κατείχα βιβλία που δεν έπρεπε να κατέχω, έκανα παρέες που δεν έπρεπε να κάνω - όλη η παρέα μου ήταν αριστεροί άνθρωποι.

Ο περισσότερος κόσμος, όμως, ο οποίος δεν είχε κάποια ανάμιξη, δεν ένιωθε ότι είχε λόγο ν’ αντιταχθεί στην Δικτατορία αρχικά. Επικρατούσε, λοιπόν, ένα μούδιασμα τον πρώτο χρόνο, κι αυτό χαρακτηρίζει και τους ήρωές μου.

Πέρα από του μούδιασμα, ήθελα να αποτυπώσω και άλλες πραγματικές καταστάσεις, όπως τα όσα συνέβαιναν στα ουρητήρια της πλατείας Κλαυθμώνος. Ο αφηγητής συλλαμβάνεται εκεί χωρίς να έχει κάνει κάτι.

Η ενασχόληση με την ομοφυλόφιλη επιθυμία είναι ορατή τόσο στο Μέντιουμ -πιο υπαινικτικά- όσο και, πολύ πιο ξεκάθαρα, στην Πλατεία Κλαυθμώνος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία. Και στον Άχρηστο Δημήτρη, επίσης, παρότι δεν υπάρχει καποια σεξουαλική σχέση μεταξύ των δύο ηρώων, αν και συγκατοικούν.

Διακρίνω, πάντως, μια διακριτικότητα στην διατύπωση.

Και οι δύο ερωτικές σκηνές στην Πλατεία Κλαυθμώνος αποπνέουν την ίδια απουσία αισθημάτων ή αισθησιασμού.

Σαν να ψάχνεται σεξουαλικά ο αφηγητής.

Στην πραγματικότητα, ψάχνει να μάθει τι κάνουν οι γονείς του και ο εραστής της μητέρας του, δεν ενδιαφέρεται και τόσο για τον εαυτό του. Σχεδόν τον αντιμετωπίζει σαν πειραματόζωο στο πλαίσιο της εξερεύνησης αυτής.

Η προαναφερθείσα διακριτικότητα οφείλεται στον τρόπο που προσεγγίζετε την γραφή γενικά;

Οφείλεται και σ’ αυτόν, αλλά και στην διάχυση της σεξουαλικότητας, πιο έντονη σήμερα, λιγότερο έντονη σε προηγούμενες περιόδους.

Πιο διάχυτη και πιο απενοχοποιημένη, καθώς πολύς κόσμος έχει καταπιεστεί πολύ βαθιά αποκρύπτοντας τον όποιο σεξουαλικό του προσανατολισμό και δυσκολεύεται -ακόμα και σήμερα- να εκφράσει την ερωτική του επιθυμία.

Η πολύχρονη καταστολή της ερωτικής επιθυμίας οδήγησε, μεταπολιτευτικά, σε μια αναμενόμενη και εύλογη υπεραντίδραση.

Εμένα, ωστόσο, δε μ’ ενδιέφερε να μιλήσω για την ομοφυλοφιλία στην Πλατεία Κλαυθμώνος.

Πράγματι. Από ένα σημείο και μετά, τερματίζεται κάθε σχετική αναφορά, διαψεύδοντας, ίσως, τυχόν προσδοκίες του αναγνωστικού κοινού.

Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρουν οι συνέπειες της καταπίεσης. Είναι κοινό μυστικό ότι οι ομοφυλόφιλοι παντρεύονται με άτομα του αντίθετου φύλου. Κοινό μυστικό και η αμφιφυλοφιλία, η οποία καλά κρατεί.

Στην Πλατεία Κλαυθμώνος φαίνεται πως η μητέρα του αφηγητή έλκεται από τέτοιους ανθρώπους. Κι όμως, ζώντας σε ένα κοινωνικό περιβάλλον επιβεβλημένης απόκρυψης, κανένας δεν παραδέχεται τίποτα.

Αν και θα μπορούσε να υπαχθεί στην ΛΟΑΤΚΙ+ λογοτεχνία, η Πλατεία Κλαυθμώνος καταλήγει να είναι ακατάτακτο μυθιστόρημα. Έτσι το νιώθετε;

Σε κάποιους άρεσε πολύ, ενώ μια φίλη σταμάτησε την ανάγνωση μετά το πρώτο μέρος φοβούμενη για το τι θα συναντούσε παρακάτω. Αργότερα, πάντως, το ολοκλήρωσε.

Μοιάζει να απευθύνεται σ’ έναν σκόπιμα αδιευκρίνιστο αποδέκτη, τυχαίο κοινωνό μιας εξομολόγησης/μοιράσματος σε κάποιο παγκάκι.

Ο αναγνώστης είναι συνδημιουργός: κάθε βιβλίο ζωντανεύει όταν το ανοίγει ο αναγνώστης.

Στα βιβλία μου δείχνω, δε λέω, δεν εξηγώ. Ο αναγνώστης εξηγεί. Δε μ’ αρέσει η ρηματική λογοτεχνία, η λογοτεχνία που καθοδηγεί. Περιγράφω τι ζει και αντιμετωπίζει ο αφηγητής. Το ίδιο ζει κι αντιμετωπίζει ο αναγνώστης.

Είναι η μόνη λογοτεχνία την οποία μπορώ να υπηρετήσω. Αρνούμαι να επιβάλλω στον αναγνώστη αυτό που έχω στο μυαλό μου.

Επιστρέφω στην αρχή. Στο Μέντιουμ κυριαρχεί μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου.

Η αναμονή για μια νέα ζωή, για την έλευση ενός νέου πλάσματος. Κι όμως, βιβλίο και ταινία τελειώνουν με την έλευση κάτι άλλου. Η Χριστίνα Ιωακειμίδη διατήρησε το ίδιο τέλος και στο φιλμ. Την ευχαριστώ γι’ αυτό!

Ο αναγνώστης έρχεται, λοιπόν, αντιμέτωπος μ’ αυτό το τέλος, και με μια ηρωίδα ακατάτακτη, μετέωρη σ’ όλη της την ζωή, που δεν ξέρεις τι θα κάνει.

«Τελειώνει ποτέ η παιδική μας ηλικία;» αναρωτιέται ο αφηγητής στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Τελειώνει; Τι λέτε;

Νομίζω πως όχι!

Η συνέντευξη με τον συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 20ής Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη (Εκδόσεις Μεταίχμιο) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίησή της.

Τα μυθιστορήματα του Γιώργου Συμπάρδη Μέντιουμ και Πλατεία Κλαυθμώνος κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη Μέντιουμ, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 23 Μαΐου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

Carlo Lucarelli: «Ιταλία κι Ελλάδα είναι πλούσιες σε Ιστορία και φτωχές σε μνήμη»

 

Carlo Lucarelli (Φωτογραφία: Federica Belli)

Ο Carlo Lucarelli, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς νουάρ μυθιστορημάτων, βρέθηκε πριν από λίγες μέρες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προκειμένου να παρουσιάσει το βιβλίο του Η τριλογία του φασισμού.

Συναντηθήκαμε μαζί του στην Αθήνα.

Κρίνοντας από την φωνή σας, μου ακούγεστε πολύ νεότερος από 63. Είναι και η λογοτεχνία ένας από τους παράγοντες που σας αναζωογονούν;

Εν μέρει ναι.

Το ωραίο του επαγγέλματος είναι ότι γράφεις όταν θέλεις και σίγουρα έχει λιγότερο άγχος σε σχέση με άλλα επαγγέλματα.

Το να γράφεις είναι καλύτερο από το να δουλεύεις, λέμε πάντα. Κάτι άλλο που με διατηρεί νέο κι ενεργό είναι επίσης πως έχω δύο κόρες δώδεκα ετών, τις οποίες απέκτησα σε πιο μεγάλη ηλικία.

Αυτές με κρατούν σε εγρήγορση. Αλλιώς, θα μπορούσα να κοιμάμαι πιο συχνά, ανάλογα και με την ημέρα.

Η λογοτεχνία σάς κρατά ξύπνιο από όλες τις απόψεις;

Ναι, αλλά όχι μόνο η λογοτεχνία, γιατί εγώ είμαι αφηγητής και μου αρέσει ν’ αφηγούμαι ιστορίες μέσα από ένα μυθιστόρημα.

Το να θέλεις ν’ αφηγηθείς μια ιστορία είναι αυτό που σε κρατάει σε εγρήγορση, γιατί πρέπει να έχεις την «φλόγα» ν’ αφηγηθείς προκειμένου να βρεις τον καλύτερο τρόπο να εξιστορήσεις κάτι, ώστε να δεις την έκφραση εκείνου που σ’ ακούει ή διαβάζει.

Αυτό με κάνει να θέλω να συνεχίζω την αναζήτηση και την έρευνα.

Η διάσημη και πρόσφατα μεταφρασμένη για δεύτερη φορά στα ελληνικά Τριλογία του φασισμού βρίσκεται στα «σταυροδρόμια» του αστυνομικού και του ιστορικού μυθιστορήματος.

Μιας κι είστε τόσο δεινός αφηγητής ιστοριών, λοιπόν, τι σας γοητεύει περισσότερο στην αφήγηση ιστοριών οι οποίες εμπεριέχουν την ιστορική και την αστυνομική διάσταση;

Κατ’ αρχάς, το αστυνομικό και το ιστορικό μυθιστόρημα συνδέονται πολύ στενά.

Από την μία, κάποιος διεξάγει την έρευνα για το ιστορικό μυθιστόρημα, προκειμένου να δημιουργήσει ένα περιβάλλον, μια ατμόσφαιρα. Το ίδιο ισχύει και για το αστυνομικό και για το ιστορικό μυθιστόρημα.

Είναι, επομένως, φυσικό ένας άνθρωπος με ιστορικές αναζητήσεις να οδηγηθεί και στο αστυνομικό για ν’ ανακαλύψει τις συνθήκες που επικρατούσαν σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Για παράδειγμα, στο πρώτο βιβλίο μου περιγράφω την Μπολόνια του 1943. Ήταν μια πόλη που υφίστατο βομβαρδισμούς συνέχεια, μια πόλη-«φάντασμα».

Ο επιθεωρητής περνά μάλιστα κάτω απ’ τις στοές της Μπολόνια όπου επικρατεί νεκρική σιγή.

Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 1944, η εικόνα είναι αντίθετη, κι αυτό με εξέπληξε. Είχαν έρθει 600.000 πρόσφυγες. Η αλλαγή της εικόνας μάς βοηθά, λοιπόν, να δείξουμε και τις αντιθέσεις μεταξύ των περιόδων.

Η περίοδος κατά την οποία εκτυλίσσονται τα τρία μέρη αυτής της τριλογίας είναι τα τελευταία χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην Ιταλία.

Θεωρείτε ότι αυτά τα χρόνια υπήρξαν από τα πλέον καθοριστικά σε ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο και για τις δεκαετίες που ακολούθησαν;

Φυσικά. Υπήρξαν πολύ σημαντικά σε σχέση με όσα ακολούθησαν.

Εγώ έζησα την δεκαετία του 1970-1980 κι υπάρχουν πολύ ισχυρές ρίζες στην προγενέστερη περίοδο όσον αφορά στο πώς εξελιχθήκαμε. Θα μπορούσαμε να έχουμε ακολουθήσει μια τελείως διαφορετική πορεία.

Ένα καθεστώς έπεσε, πολλά έγιναν ή δεν έγιναν. Όταν πέφτει ένα καθεστώς, παίρνουμε μια ανάσα, βιώνουμε μια μεγαλύτερη στιγμή ελευθερίας και αυτονομίας.

Τα κατοπινά χρόνια, ωστόσο, ήταν επίσης σημαντικά. Επρόκειτο για την περίοδο της τρομοκρατίας με την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών, η λεγόμενη «περίοδος των ιταλικών μυστηρίων».

Αν, λοιπόν, είμαστε τώρα όπως είμαστε -καλώς ή κακώς-, οφείλεται στο τι κάναμε ή δεν κάναμε τότε.

Πώς είμαστε τώρα, επομένως, σε Ιταλία και Ευρώπη;

Η κατάσταση είναι περίπλοκη.

Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που θέλουν να καταλάβουν και ν’ αλλάξουν τα πράγματα, κυρίως οι νέοι.

Έχοντας δύο κόρες δώδεκα ετών, βλέπω το πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο και πόσα πράγματα γνωρίζουν τα οποία εγώ ακόμα δεν καταλαβαίνω.

Υπάρχουν, ας πούμε, εκφράσεις που εγώ χρησιμοποιώ κι εκείνες δε θέλουν να τις χρησιμοποιώ γιατί είναι λανθασμένες. Ανήκω, λοιπόν, σε μια προηγούμενη γενιά που είναι μπερδεμένη κι έχει ξεχάσει το παρελθόν.

Από την άλλη, η νέα γενιά έχει τα πράγματα πολύ ξεκάθαρα στο μυαλό της, κι αν καταφέρουμε να μην την καταστρέψουμε, θα αποτελέσει την νέα Ιταλία.

Προς το παρόν, ωστόσο, είμαστε παράξενοι, νευριασμένοι, αδαείς, γιατί δεν έχουμε καλή μνήμη. Η Ιταλία και η Ελλάδα είναι από τις πιο πλούσιες χώρες σε Ιστορία κι απ’ τις πιο φτωχές σε μνήμη.

Έχουμε ξεχάσει τι έχει συμβεί κι επιτρέψει να μας διχάζουν.

Πολλές φορές ψηφίζουμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενάντια σε μια απερχόμενη κυβέρνηση, και ανεξαρτήτως τού ποιο είναι το αντίπαλο δέος.

Πάντα θέλουμε να ψηφίσουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που προηγουμένως επικρατούσε. Αυτή η στάση ενέχει, όμως, μεγάλο κίνδυνο.

Αν έπρεπε να συνοψίσω το πώς είμαστε τώρα, θα χρησιμοποιούσα τρία επίθετα: μπερδεμένοι, τρομαγμένοι, αλλά ανθεκτικοί.

Δεν ξέρω αν και ο επιθεωρητής Nτε Λούκα μπορεί να περιγραφεί με κάποιον από αυτούς τρεις επιθετικούς προσδιορισμούς.

Δε φαίνεται, πάντως, να βιώνει μια ψευδαίσθηση υποστηρίζοντας κάθε τόσο, σαν ένα είδος μάντρα, ότι «εγώ είμαι ένας απλός αστυνομικός», «κάνω τη δουλειά μου», «δεν κάνω πολιτικές επιλογές»;

Σίγουρα ναι.

Τοποθέτησα το πρώτο μέρος της τριλογίας το 1943, πριν την πτώση του Μουσολίνι. Τότε, ο Nτε Λούκα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας ακόμα άφοβος αστυνομικός.

Είναι, ωστόσο και λίγο περίεργος και μπερδεμένος, γιατί δεν ξέρει τι να κάνει μετά. Αν θα αντέξει - και πόσο θ’ αντέξει.

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην Ιταλία είναι ότι δε σκεφτόμαστε τι θα γίνει στην συνέχεια. «Θέλω να πληρώνω λιγότερους φόρους γιατί χρειάζομαι περισσότερα χρήματα», λέμε, αλλά δε σκεφτόμαστε το μέλλον.

Ο Nτε Λούκα είναι σίγουρα και αφηρημένος και νευριασμένος, όπως επίσης και μπερδεμένος.

Έχετε συγγράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ποια είναι η σχέση σας με το σινεμά ως θεατή αλλά και ως σεναριογράφου/(συν)δημιουργού;

Ως θεατής, θα μιλήσω και για τον κινηματογράφο και για την Tηλεόραση, εικόνες τις οποίες είχα όντας παιδί από την δεκαετία του 1970. Μου άρεσε, μάλιστα, πολύ η καλή Τηλεόραση που παρουσίαζε ιστορίες μυστηρίου.

Με έχει εκπαιδεύσει κι ο πολιτικός κινηματογράφος της ίδιας δεκαετίας ο οποίος μου εξηγούσε τι και πώς έγινε.

Θα πρέπει επίσης να προσθέσω και τα κόμικ που διάβαζα ως παιδί. Όλα αυτά αθροίζονται σε εικόνες τις οποίες είχα ως θεατής και μ’ έκαναν να καταλάβω ότι μια ιστορία δεν την γράφεις μόνο, αλλά υπάρχει κι ένας οπτικός κόσμος.

Πολλές από τις ιστορίες μου έχουν μεταφερθεί και στην οθόνη κι είμαι χαρούμενος με τον τρόπο που αυτό έγινε.

Πάντα υπάρχει, ωστόσο, μια πάλη με τους παραγωγούς οι οποίοι πάντα έχουν διαφορετικές ιδέες απ’ τις δικές μου και μου λένε, «Ωραίος ο ήρωας, αλλά...» Δεν υπάρχει «αλλά», όμως.

Ο ήρωας είναι αυτός που είναι. Όχι επειδή το λέω, αλλά επειδή υπάρχει μια ιστορία γύρω από αυτόν. Δεν μπορείς να μου πεις, «Θέλω έναν θετικό ήρωα γιατί, αν δεν είναι, δε θ’ αρέσει στο κοινό». Έτσι, δε θα ταιριάζει στην ιστορία την οποία έχω φτιάξει.

Μέσα από αυτήν την πάλη οδηγείσαι σ’ έναν συμβιβασμό. Στην περίπτωσή μου, μού αρέσει ο συμβιβασμός όπου κατέληξα γιατί μου αρέσει πολύ το αποτέλεσμα.

Νιώθετε πως υπάρχει περιθώριο ζωής, ηθικά και πολιτικά μιλώντας, για την Ευρώπη; Όχι για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπάρχει. Σίγουρα φοβάμαι. Κάποτε πίστευα πως ήταν αδιανόητο να υπάρξουν κάποια «ρωγμή» και πόλεμος στην Ευρώπη.

Έπειτα, την δεκαετία του 1990 στην Βοσνία, ένα δεκάωρο με το αυτοκίνητο από το σπίτι μου, συνέβαινε πόλεμος.

Αν, λοιπόν, με ρωτούσες σήμερα, «Μπορεί να γίνει πόλεμος μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας ή της Ιταλίας και της Ελλάδας;», θα σου απαντούσα: «Δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Δεν το ξέρω».

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν οι ευρωπαϊκές αξίες κι ο πολιτισμός μας ως Ευρωπαίων κι αυτά θα μας βοηθήσουν να είμαστε ανθεκτικοί.

Ευχαριστώ θερμά την Αμέρισσα Μπάστα (Εκδόσεις Διόπτρα) για την καθοριστική συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον συγγραφέα.

Η Τριλογία του φασισμού του Carlo Lucarelli κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.



Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Αξίνια Μιχαΐλοβα: «Η ποίηση είναι μια συμπυκνωμένη μορφή ενέργειας ύψιστης τάξης»

 


Ενόψει της επίσκεψής της στο πλαίσιο της 20ής ΔΕΒΘ και της παρουσίασης της ποιητικής συλλογής της Με μάτια αγγέλων κλεισμένων σε άσυλο, η καταξιωμένη Βουλγάρα ποιήτρια Αξίνια Μιχαΐλοβα μάς ανοίγει την καρδιά της.

Eίστε απόφοιτος λυκείου γαλλικής γλώσσας, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στα γαλλικά, ενώ έχετε συγγράψει τρία βιβλία στα γαλλικά και μεταφράσει άλλα από τα γαλλικά.

Τι σας συνδέει με τη γαλλική παιδεία και κουλτούρα;

Με συνδέουν πολλά πράγματα.

H αγάπη για τη γλώσσα και η επίμονη ενασχόληση μαζί της, η ευκαιρία να δω τον κόσμο από μια άλλη οπτική γωνία, οι μεταφράσεις, το γράψιμο, οι φιλίες και μια ευγνωμοσύνη για όλα αυτά.

Ήμουν δεκατεσσάρων ετών όταν άρχισα να μαθαίνω γαλλικά - στο λύκειο με εντατική εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας στην πόλη μου. Τότε δεν φανταζόμουν καν ότι η επαγγελματική μου ζωή θα είχε σχέση με τη γλώσσα αυτή.

Αλλά ακριβώς στην πορεία των πέντε ετών στο λύκειο εμφανίστηκαν και τα πρώτα σημάδια ότι είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις.

Πρώτα στα μαθήματα γαλλικών -με τις ασκήσεις στην συγγραφή ιστοριών βάσει κάποιων συγκεκριμένων λέξεων- και ύστερα στα μαθήματα μετάφρασης.

Στην ουσία, στην περίπτωσή μου εν αρχή ήταν η μετάφραση -η ευχαρίστηση και η κάψα να αναδημιουργήσεις ένα ξένο κείμενο στη μητρική σου γλώσσα- και αργότερα, χωρίς να ξέρω πώς και από πού, ήρθε η παρόρμηση να δημιουργώ δικά μου κείμενα.

Ανήκω στη γενιά η οποία σπούδαζε σε εποχές που ήταν πιο εύκολο να φτάσεις στον παράδεισο παρά να πάρεις βίζα για τη Γαλλία. Οπότε δεν έχω ζήσει σε γαλλόφωνο περιβάλλον - κάτι που για πολύ καιρό μου δημιουργούσε κόμπλεξ.

Αλλά όμως μελετούσαμε τη γλώσσα μέσω αποσπασμάτων από την υψηλή γαλλική λογοτεχνία, που αποτελεί εγγύηση για την ανάπτυξη μιας παραστατικής σκέψης και νοητικών κατασκευών σε επίπεδο διαφορετικό από την καθημερινή γλώσσα.

Ως φοιτήτρια αλλά και μετά, συνέχισα να ασχολούμαι με τις μεταφράσεις και αυτό σταδιακά μετατράπηκε σε επαγγελματική δραστηριότητα.

Έπειτα ήρθαν τα ταξίδια και η «ζωντανή συνάντηση» με γαλλόφωνους συγγραφείς και τη γαλλική κουλτούρα, που μαζί με την ελληνική συγκαταλέγονται στις θεμελιώδεις για την Ευρώπη.

«Oι ποιητικές αγκαλιές δεν προστατεύουν απ’ το να χαθούμε/ μέσα στην εξαθλίωση του κόσμου/ αν και διαρκούν περισσότερο/ από τις αγκαλιές της σάρκας». (Οι φίλοι, που μαζί τους πίναμε τσάι στη βεράντα). Eίναι η ποίηση μια αγκαλιά;

Είναι κάτι παραπάνω από μια αγκαλιά! Γιατί ξεπερνά τα όρια του σωματικού.

Είναι μια γνωριμία με τον άλλον πέρα ​​από τη λογική σκέψη και μια κρυφή διαμαρτυρία ενάντια σε όλα τα επιβεβλημένα κοινωνικά και πολιτικά κατασκευάσματα, γιατί ασχολείται με τα αρχέγονα ανθρώπινα πράγματα:

Aυτά που μας φέρνουν πιο κοντά και μας κάνουν να βιώνουμε τον εαυτό μας ως ανθρώπινα όντα.

Και το να γνωρίσεις τον άλλον είναι ένας τρόπος να τον αποδεχτείς, και ενδεχομένως να τον αγαπήσεις.

«Τα Bαλκάνια είναι μια πρησμένη φλέβα/ που η Eυρώπη την τρυπά ανά κάποιες δεκαετίες, / για να καθαρίσει το αίμα της/ που έχει αρχίσει να γερνάει». (Δεν είναι μόνο ένας).

Είναι σχέση αγάπης-μίσους αυτή που συνδέει Βαλκάνια και (υπόλοιπη) Ευρώπη; Και ποια είναι η δικιά σας σχέση τόσο με τα Βαλκάνια όσο και με την Ευρώπη, γενικότερα;

Όχι, αυτό είναι διαπίστωση. Αρκεί να ξεφυλλίσει κάποιος τις σελίδες της Iστορίας.

Στη βουλγαρική γλώσσα υπάρχει ένας σταθερός λεκτικός συνδυασμός με αρνητική χροιά, με τον οποίο οι ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης μάς βάζουν ένα είδος ετικέτας: «σκοτεινό βαλκανικό υποκείμενο».

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο στην ελληνική γλώσσα.

Στην πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή μας Iστορία, εμφανίστηκε ένας κάπως πιο συμπονετικός όρος: «Τα Βαλκάνια-Η Γκρίζα Ζώνη της Ευρώπης».

Πριν από χρόνια, μια τέτοια στάση θα με εξόργιζε, τώρα την βλέπω με ειρωνεία.

Γιατί νιώθω Ευρωπαία, αλλά η ομάδα αίματός μου είναι «βαλκανική» και δεν θα την άλλαζα για να αποκτήσω το δικαίωμα να ανήκω σε κάποια άλλη κοινότητα που κάποιος την έχει ορίσει ως πιο «πολιτισμένη» από τη δική μας.

Σέβομαι την κουλτούρα και τις παραδοσιακές αξίες όλων, με τις ταπεινές ικανότητές μου ως μεταφράστρια κάνω ό,τι μπορώ για την ανάδειξη της ξένης λογοτεχνίας.

Γι’ αυτό και περιμένω από αυτούς να με δεχτούν τόσο με τα θετικά μου χαρακτηριστικά όσο και με το περιβόητο «βαλκανικό μου πείσμα»!

Διότι η επιβολή εξωτερικών πολιτισμικών μοντέλων οδηγεί στην εξομοίωση και τη εξάλειψη της ποικιλίας των «χρωμάτων» που χαρακτηρίζουν τους διαφορετικούς λαούς, και αυτό θα οδηγήσει σε συναισθηματική και αξιακή «αχρωματοψία».

«Σε τούτη τη ζωή όλα έχουν ένα νόημα/ ό,τι και αν έρθει στη ζωή σου/ άφησέ το να συμβεί». (Και μετά συνέχισε παρακάτω). Αφήνεστε στην καθημερινότητά σας;

Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα. Στη ζωή δεν υπάρχουν τυχαία πράγματα, η ψυχή είναι εδώ για να συσσωρεύει εμπειρίες τόσο από τα χαρούμενα όσο και από τα θλιβερά πράγματα που μας συμβαίνουν.

Αλλά μερικές φορές αδυνατούμε να διαβλέψουμε το νόημα αυτού που συμβαίνει, υποφέρουμε και περιπλανιόμαστε.

«Πώς να ξεχωρίσουμε τον φόβο από την ελπίδα/ στο καλάθι από βέργες ιτιάς;» (Σημάδια στον ουρανό). Είναι ο φόβος η άλλη όψη της ελπίδας - και αντίστροφα;

Στην αναμονή πάντα υπάρχει ένας «κόκκος» ανησυχίας και αγωνίας. Στην αναμονή, η ελπίδα και ο φόβος δεν είναι αντώνυμα, αλλά πάνε χέρι-χέρι. Ελπίζεις για κάτι, προσμένεις κάποιον...

Κι αν δεν γίνει, αν αυτός ο κάποιος δεν έρθει; Ανεξιχνίαστη είναι η ανθρώπινη φύση...

«Είναι άτοπο να αναζητά κανείς σωτηρία/ κάτω από τον μανδύα της προσμονής». (Μήλα στο χιόνι). Εσείς, πού/πώς την αναζητάτε;

Την αναζητώ στα λόγια και στα κείμενα των άλλων, στη ενασχόλησή μου μαζί τους, και μερικές φορές και στα δικά μου ποιήματα.

Κατά τη διάρκεια της ίδιας της πράξης της γραφής ή της ανάγνωσης, ο χρόνος κυλά διαφορετικά, μερικές φορές μια πρόταση μπορεί να σου δώσει ένα κλειδί και να σου προσφέρει μια σανίδα σωτηρίας.

Και όταν ούτε αυτό βοηθάει, η σωματική εργασία επίσης είναι μια καλή εναλλακτική.

Έχω ένα σπίτι με κήπο έξω από τη Σόφια, η ενασχόλησή μου με τη γη είναι επίσης γιατρικό και σώζει, κάθε φυτό στο οποίο εναποθέτεις αγάπη και φροντίδα και που αναπτύσσεται και καρποφορεί μπροστά στα μάτια σου, αναζωογονεί και γαληνεύει.

«Το όνειρο επαναφέρει ξεχασμένες λέξεις, /μου μαθαίνει τα μάντρα της νύχτας/ που η ζωή αποσιωπά». (Ένα όνομα πρόχειρα ραμμένο με σιωπές). Ποια είναι η σχέση σας με τα όνειρα ως δημιουργού;

Πριν από πολλά χρόνια, συχνά στο όνειρό μου βρέθηκα σε ένα μέρος με λευκά σπίτια και θάλασσα, βίωνα μια άγνωστη στην πραγματική ζωή γαλήνη και μια μόλις αντιληπτή θλίψη.

Δεν ξέρω γιατί είχα αποφασίσει ότι ήταν το Ντουμπρόβνικ. Δεν είχα πάει εκεί.

Έγραψα ένα ποίημα για τη λευκή πόλη και από τότε δεν την έχω ονειρευτεί ξανά. Βγήκε καλό ποίημα, αλλά χάθηκε αυτή η πόλη από τα όνειρά μου. Και τη νοσταλγώ.

«Τα πάντα είναι τα ίδια/ λίγο μετά τη μέση της ζωής». (Τρένα που διασταυρώνονται). Επενδύετε, παρ’ όλα αυτά,  -έστω και ενδόμυχα- στη γοητεία της έκπληξης;

Φυσικά! Αν ο άνθρωπος σταματήσει να εκπλήσσεται, σημαίνει ότι έχει πάψει να πιστεύει στα θαύματα και ότι το παιδί μέσα του έχει φύγει για πάντα!

«Ο καθένας κουβαλάει τους νεκρούς του/ και όλοι τους, μέχρι ενός, διψάνε». (Το άλογο). Μπορούν να «ξεδιψάσουν» χωρίς να «στεγνώσουν» τους ζωντανούς;

Τους κουβαλάμε γιατί τους έχουμε ανάγκη περισσότερο από όσο μας χρειάζονται αυτοί οι ίδιοι. Ο πόνος και τα δάκρυα πιο πολύ αποκαθαίρουν, παρά στεγνώνουν.

Και μένουν μετά σαν μικρά νησάκια εκείνες οι στιγμές χαράς που είχαμε μοιραστεί μαζί τους, η ευγνωμοσύνη που είχαμε ζήσει μαζί τους για ένα διάστημα.

Ακούμε τις φωνές τους, ζητάμε την προστασία τους, τα λόγια τους ξεσπούν στο μυαλό μας στις πιο απροσδόκητες στιγμές.

Αυτό μάλλον τους «ξεδιψάει», οι νεκροί μας είναι «ζωντανοί» γιατί υπάρχει κάποιος που ακόμα τους θυμάται.

«Η απουσία έχει την ικανότητα/ να πλαταίνει τους χώρους που έχουν ορφανέψει». (Δίψα). Γιατί, κατά τη γνώμη σας;

Τους χώρους τους διευρύνει η φαντασία μας με όλες τις πιθανές και ακατόρθωτες, επερχόμενες, φανταστικές ή χαμένες ευκαιρίες, αναμνήσεις, εικόνες, μορφές, χειρονομίες, λέξεις, κλάματα, χαμόγελα με τα οποία γεμίζουμε αυτούς τους χώρους, κάνοντάς τους απέραντους.

«Κάποια μέρα θα αναγνωρίσεις την υγρή της γλώσσα/ στο καρύδι του λαιμού σου/ αλλά και τότε ακόμα δεν πρέπει να την πιστεύεις/ την ποίηση». (Στα ρηχά της παραίτησης). Εσείς, την πιστεύετε, ή έχετε τις αμφιβολίες σας;

Πιστεύω στη δύναμη των λέξεων να θεραπεύουν, να εξυψώνουν ή να σκοτώνουν. Εξαρτάται από εμάς το πώς θα τις χρησιμοποιήσουμε.

Πιστεύω ότι η ποίηση είναι μια συμπυκνωμένη μορφή ενέργειας ύψιστης τάξης, της οποίας οι ποιητές σε σπάνιες στιγμές γίνονται αγωγοί, αν λάβουν αυτή την ελέω Θεού Χάρη.

Και κάθε φορά έχω αμφιβολίες και φοβάμαι μήπως το ποίημα, που μου ήρθε κι έγραψα, είναι το τελευταίο. Γιατί κανείς δεν ξέρει ούτε πώς ούτε πότε έρχεται η ποίηση. Και κάθε φορά κάθομαι μπροστά στο λευκό χαρτί σαν να είναι για πρώτη φορά.

«[...] Tα πιο αληθινά λιμάνια/ είναι οι αναχωρήσεις». (Πριν από τον μιστράλ). Γιατί;

Αυτό είναι ένα είδος οξύμωρου, αν και εξωτερικά ιδωμένο, το λιμάνι είναι ένα μέρος από το οποίο και αναχωρείς, και όπου επιστρέφεις, και όπου μπορείς να σταματήσεις για λίγο.

Πρόκειται όμως για εσωτερικά λιμάνια όπου νιώθεις ζωντανός, ακέραιος και σαν στο σπίτι σου μόνο όταν είσαι εν κινήσει, γιατί ο νομαδισμός είναι στο αίμα πολλών από εμάς.

Ο Βούλγαρος ποιητής Πένιο Πένεβ, που έζησε στα μέσα του περασμένου αιώνα, λέει: «Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος όταν ταξιδεύει».

«Ό,τι κι αν γράψεις/ δεν θα εξαντλήσεις όλο το νόημα/ γιατί στην αρχή δεν ήταν ο λόγος, / αλλά η χαρά των σωμάτων». (Όταν διακατέχομαι από αμφιβολίες). Η γραφή ανακαλεί ή ενδυναμώνει τη χαρά των σωμάτων;

Από μόνη της, η υπέρτατη χαρά δύο σωμάτων που βρίσκονται σε πνευματική και φυσική ενότητα είναι ένα είδος ποίησης.

Η ερωτική και η ποιητική πράξη έχουν μια δημιουργική φόρτιση της ιδίας τάξεως. Τότε ο άνθρωπος δεν υπόκειται στη βαρύτητα της γης, βηματίζει ένα μέτρο πάνω από το έδαφος.

Οπότε το γράψιμο μάλλον προσπαθεί να αναβιώσει τη μνήμη αυτής της χαράς, να την ενδυναμώσει, αλλά σε μένα αυτό συμβαίνει όταν ο αγαπημένος λείπει, γιατί όταν ο έρωτας είναι εδώ και τώρα, τότε πρέπει κανείς απλά να τον ζει.

«Τα πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι υποταγμένα/ στην τέχνη του αποχαιρετισμού». (Η τέχνη του αποχαιρετισμού). Είναι η τέχνη ένας αποχαιρετισμός; Ή και ένα καλωσόρισμα;

Πιο πολύ είναι μια ανοιχτή πόρτα, μια πρόσκληση να μπεις, να ζεστάνεις την ψυχή σου σε μια εστία που κάποιος άλλος έχει ανάψει για σένα πριν από ένα χρόνο ή πριν από αιώνες, να μπαίνεις στους κόσμους των άλλων, ή εσύ μόνος να στήνεις τα ξύλα, να ανάψεις φωτιά και να περιμένεις κάποιος άλλος να μπει και να την μοιραστεί μαζί σου.

Αλλά μπορεί επίσης να συμβεί να είναι και ένας αποχαιρετισμός, όπως ειπώθηκε πιο πάνω για τη λευκή πόλη από το όνειρό μου.

Συμμετέχετε στην 20ή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Τι σηματοδοτεί για εσάς ο ελληνικός πολιτισμός σε όλες του τις εκφάνσεις;

Είναι τιμή μου να λάβω μέρος στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης!

Ευχαριστώ από καρδιάς τις εκδόσεις Έναστρον για την όμορφη έκδοση, τη μεταφράστρια Ρόνυ Φίλεβσκα, χωρίς την αφοσιωμένη δουλειά και φροντίδα της οποίας αυτό το βιβλίο δεν θα υπήρχε.

Στην αρχή της συνέντευξης έγινε λόγος για τη γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία, που συνέβαλαν πολύ στη διαμόρφωσή μου κατά την διάρκεια των εφηβικών μου χρόνων,

Αλλά, αν πρέπει να είμαι ειλικρινής, αισθάνομαι την ελληνική ποίηση πολύ πιο κοντά στη ψυχική μου διάθεση, στον τρόπο μου να βλέπω και να νιώθω τον κόσμο γύρω μου.

Μάλλον για αυτό φταίει η «βαλκανική» ομάδα αίματός μου! Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης, Σαχτούρης, Ελύτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Κική Δημουλά, Τίτος Πατρίκιος - είναι ποιητές που μου αρέσουν εδώ και χρόνια,

Ξαναδιαβάζω τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα του Καζαντζάκη τα τελευταία καλοκαίρια, λατρεύω τα τραγούδια του Νταλάρα, του Ντέμη Ρούσσου, της Νάνας Μούσχουρη, τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου... Η λίστα είναι μεγάλη.

Συνεχίζω να νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μια απέραντη θάλασσα, όπως ακριβώς όταν ήμουν φοιτήτρια, που χανόταν στον λαβύρινθο της ελληνικής μυθολογίας, των ηρώων του Ομήρου και του Σοφοκλή, πιστεύοντας ότι μια ζωή δεν θα της ήταν αρκετή για να διαβάσει τα πάντα και να πετύχει στις εξετάσεις στο μάθημα της αρχαίας γραμματείας.

*Όλοι οι στίχοι που παρατίθενται σε εισαγωγικά προέρχονται από την ποιητική συλλογή της Αξίνια Μιχαΐλοβα Με μάτια αγγέλων κλεισμένων σε άσυλο.

Ευχαριστώ θερμά την Μπλαγκορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα-Πανάγου για την φροντισμένη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα βουλγαρικά και των απαντήσεων της ποιήτριας στα ελληνικά.

Η ποιητική συλλογή της Αξίνια Μιχαΐλοβα Με μάτια αγγέλων κλεισμένων σε άσυλο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Έναστρον σε μετάφραση της Μπλαγκορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα-Πανάγου.

Στο πλαίσιο της 20ής Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η Αξίνια Μιχαΐλοβα συνομιλεί με την φιλόλογο-μεταφράστρια Ιωάννα Αβραμίδου το Σάββατο 18 Μαΐου (Αίθουσα Cosmos, 17:00).

Ποιήματα θα διαβάσει η Βικτώρια Καπλάνη, ποιήτρια-φιλόλογος. Συμμετέχει ο Ρούμεν Μπαρόσοβ, εκδότης-ποιητής.