Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Σινάν Αντούν: «Τα μυθιστορήματα καταλαμβάνουν έναν χώρο που είναι μεθοριακός»


Ένας από τους διαπρεπέστερους εκπροσώπους της σύγχρονης αραβόφωνης λογοτεχνίας, ο Ιρακινός Σινάν Αντούν καταθέτει με το μυθιστόρημα Η ροδιά μονάχα ξέρει ένα σπαρακτικό χρονικό πόνου και λύτρωσης.

Συνομιλώντας μαζί του με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Το σπαρακτικό μυθιστόρημά σου Η ροδιά μονάχα ξέρει κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες στα ελληνικά. Ποια είναι η σημασία της ροδιάς στην προσωπική σου, αλλά και στη συλλογική ιρακινή μυθολογία και το υποσυνείδητο;

Η ροδιά έχει βαθιές ρίζες στο Ιράκ. Εμφανίζεται συχνά στην αρχαία μυθολογία και τέχνη της Μεσοποταμίας. Ήταν ένα ιερό δέντρο.

Οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές παραδόσεις «κληρονόμησαν» και οικειοποιήθηκαν τόσο πολλές αφηγήσεις και σύμβολα από τους προ-μονοθεϊστικούς αρχαίους πολιτισμούς.

Οι ροδιές είναι επίσης παρούσες στο τοπίο του Ιράκ και τόσα νοικοκυριά έχουν τέτοια στους κήπους τους. Είχαμε μια μικρή ροδιά στον κήπο μας. Λατρεύω τα άνθη της και το ίδιο το φρούτο.

Καθώς πραγματοποιούσα έρευνα για το μυθιστόρημα, ανακάλυψα ότι τα κλαδιά της ροδιάς -όπως και του φοίνικα- τοποθετούνται μαζί με τη σορό του νεκρού. Έπρεπε, λοιπόν, να βρίσκεται εκεί.

Αποφάσισα έτσι να έχω μια ροδιά στον χώρο πλύσης, και καθίσταται μια μεταφορά του πώς ζωή και θάνατος διαπλέκονται.

Ο θάνατος, είτε ως βιωμένη πραγματικότητα είτε ως επανερχόμενος εφιάλτης, είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες στο μυθιστόρημά σου- και ο πιο καταπιεστικός.

Είναι η πιο βασική σου ανάμνηση από το Ιράκ αφότου έφυγες σε νεαρή ηλικία;

Όχι, όχι πάντα.

Αν και έζησα υπό καθεστώς δικτατορίας όλη μου τη ζωή -έφυγα το 1991 όταν ήμουν 23- και πολέμου με το Ιράν ανάμεσα στο 1980 και το 1988, έχω τόσο υπέροχες αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία στο Ιράκ και τον καιρό στο πανεπιστήμιο.

Υπήρχε μια ζωηρή, ως επί το πλείστον κοσμική κοινωνία, κι ένα ευρύ φάσμα αναμνήσεων- κάποιες λυπημένες, πολλές πολύ ευτυχισμένες.

Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, ενώ ήμουν ακόμα στη Βαγδάτη, και οι οικονομικές κυρώσεις που διήρκεσαν μέχρι το 2003, κι έπειτα η εισβολή, η κατοχή κι ο θάνατος που ακολούθησε ρίχνουν βεβαίως μια σκιά στις πιο πρόσφατες αναμνήσεις μου.

Ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν πεθάνει στο Ιράκ κι υπάρχουν τέσσερα εκατομμύρια ορφανά. Αλλά ακόμα και στο μυθιστόρημά μου, ο Τζαουάντ αντιστέκεται σε όλον τον θάνατο και αρπάζεται από τη ζωή.

Ο νεαρός Τζαουάντ, λοιπόν, πρωταγωνιστής του βιβλίου και φέρελπις καλλιτέχνης του οποίου τα όνειρα γκρεμίζονται από τους διαδοχικούς πολέμους, την εισβολή και κατοχή των Η.Π.Α. και τη σεκταριστική βία, φαίνεται να είναι αμάλγαμα πραγματικών ανθρώπων κι όχι απλώς ένα σύμβολο. Έτσι είναι;

Τα μυθιστορήματα, όπως και άλλες μορφές τέχνης, καταλαμβάνουν έναν χώρο που είναι μεθοριακός. Βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Αλλά ακόμα κι αυτό που είναι φανταστικό εμπνέεται από πραγματικούς ανθρώπους.

Είναι ένα ξαναγράψιμο αυτού που είναι πραγματικό και ρεαλιστικό. Ο Τζαουάντ μπορεί να «διαβαστεί» ως σύμβολο, φυσικά, αλλά συντίθεται από πραγματικούς ανθρώπους.

Ο Τζαουάντ εξαναγκάζεται από τις συνθήκες να πλένει πτώματα, ακολουθώντας μια μακρά οικογενειακή παράδοση.

Είναι η πλύση και το σαβάνωμα των νεκρών μια ζωντανή παράδοση στο Ιράκ; Ποια είναι η κοινωνική της λειτουργία και σπουδαιότητα;

Η πλύση των πτωμάτων υπήρχε ανέκαθεν ως παράδοση. Υπάρχει και στην εβραϊκή παράδοση, και εντοπίζονται πολλές ομοιότητες.

Μεγάλωσα σε χριστιανική οικογένεια, και οι Χριστιανοί πλένουν το σώμα του νεκρού στο σπίτι.

Στη μουσουλμανική παράδοση, επειδή είναι πιο λεπτομερής και περιλαμβάνει περίπλοκες τελετουργίες, υπάρχουν ένας χώρος όπου γίνονται οι πλύσεις και άνθρωποι που είναι η δουλειά τους να τις κάνουν.

Οι περισσότεροι, όμως, πολύ σπάνια εκτίθενται σε κάτι τέτοιο. Μόνο όταν ένα στενό συγγενικό πρόσωπο πεθαίνει επισκέπτεται κάποιος αυτόν τον χώρο.

Μετά το 2003, επειδή υπήρχε τόσος θάνατος λόγω του πολέμου, οι χώροι πλύσης έγιναν πολύ απασχολημένοι.

Εμπνεύστηκα την ιδέα για το μυθιστόρημα όταν διάβασα σε μια εφημερίδα τη συνέντευξη ενός ανθρώπου που έπλενε πτώματα κι έβγαζε καλά λεφτά, αλλά βίωνε τραύμα μετά την ενασχόλησή του με τόσο πολύ θάνατο.

Ήθελε να φύγει, για να μην κληρονομήσει ο γιος του αυτή τη δουλειά. Έκλαψα, κι αποφάσισα πως θα έγραφα ένα μυθιστόρημα σχετικά μ’ αυτό το θέμα.

Στη διάρκεια του βιβλίου ο Τζαουάντ ανακαλύπτει κι αγκαλιάζει τα γλυπτά του Αλμπέρτο Τζιακομέτι. Συμμερίζεσαι τον ενθουσιασμό του; Κι αν ναι, γιατί;

Ο Τζιακομέτι είναι περίφημος καλλιτέχνης και όποιος ενδιαφέρεται για την τέχνη θα συναντήσει τη δουλειά του. Ο Τζαουάντ σπούδαζε πολιτισμό κι έτσι ο Τζιακομέτι τον σαγήνευσε.

Με είχε και μένα σαγηνεύσει όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο. Τα έργα του απλά σε στοιχειώνουν κι έχουν μια διαχρονική ποιότητα. Οι μορφές και οι στάσεις τους συνοψίζουν τα δεινά της ύπαρξης.

Ανακαλύπτει επίσης την αγάπη και τη σεξουαλική πληρότητα στο πρόσωπο δυο απελευθερωμένων νεαρών γυναικών.

Είναι η στάση τους προϊόν μιας ισχυρής παράδοσης κοσμικότητας στο Ιράκ ή ήθελες να ξεφύγεις από τη στερεοτυπική αποτύπωση των θυματοποιημένων γυναικών;

Υπάρχουν πάντα απελευθερωμένες και τολμηρές γυναίκες παντού στον κόσμο, ακόμα και σε μέρη που γίνονται πιο συντηρητικά για οποιονδήποτε λόγο.

Νομίζω πως η επιθυμία για ελευθερία, πολιτική και σεξουαλική -κι αυτές δε διαχωρίζονται- είναι κάτι φυσιολογικό για το είδος μας. Γνώριζα πολύ δυνατές κι απελευθερωμένες γυναίκες στο Ιράκ, συνεπώς είναι μια ρεαλιστική αποτύπωση.

Η πρόσφατη εξέγερση στη χώρα, η οποία ξέσπασε τον Οκτώβριο του 2019, περιλάμβανε πολλές γυναίκες που ηγούνταν των διαδηλώσεων, των τραγουδιών και της πάλης για ένα καλύτερο μέλλον.

Μέσω της μυθοπλαστικής εξερεύνησης της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους χαρακτήρες προβαίνεις σε οξεία κριτική της σταδιακής ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης μιας ολόκληρης χώρας, χωρίς να χαρίζεσαι σε κανέναν και σε τίποτα.

Πώς γίνεται αντιληπτή αυτή η αταλάντευτη στάση στο σύγχρονο Ιράκ;

Αυτό είναι το πιο δημοφιλές και πετυχημένο από τα τέσσερα μυθιστορήματά μου. Απέσπασε εξαιρετική κριτική αναγνώριση στον αραβικό κόσμο και στο Ιράκ.

Επαινέθηκε για την αισθητική του, αλλά και για την άτεγκτη κριτική των ιστορικών δυνάμεων που κατέστρεψαν το Ιράκ, ξένων και εγχώριων. Διαβάζεται ακόμα, δέκα χρόνια μετά την έκδοσή του.

Οι περισσότεροι αναγνώστες του μου μεταφέρουν ότι θαυμάζουν τα αντι-σεκταριστικά θέματά του και τον Τζαουάντ που υπερβαίνει τις σέκτες και τον σεκταρισμό.

Συγκινήθηκα πολύ όταν ανακάλυψα πως οι διαδηλωτές στη Βαγδάτη και στην Μπάσρα διάβαζαν το μυθιστόρημα στις σκηνές τους όταν έκαναν διάλειμμα από τις διαδηλώσεις.

Θα έλεγες ότι η σεκταριστική βία κι ο θρησκευτικός εξτρεμισμός συνιστούν τα κύρια ζητήματα της ιρακινής κοινωνίας;

Θρησκευτικές ομάδες και σέκτες έχουν υπάρξει επί εκατοντάδες χρόνια.

Το πρόβλημα είναι όταν οι ταυτότητές τους πολιτικοποιούνται, ο σεκταρισμός θεσμοποιείται και τα θρησκευτικά «ιδιώματα» χρησιμοποιούνται στην πολιτική.

Αυτό κατέστη πρόβλημα μετά το 2003 και αφότου οι Η.Π.Α. διέλυσαν το ιρακινό κράτος και τους θεσμούς του και δημιούργησαν ένα σεκταριστικό πολιτικό σύστημα φέρνοντας τους συμμάχους τους για να το γεμίσουν.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινοί και Ιρακινές που διαδήλωναν για μήνες διακήρυξαν την απόρριψη του σεκταρισμού και την αξιοποίηση της θρησκείας. Το σύνθημά τους ήταν: «Στο όνομα της θρησκείας, οι κλέφτες μάς έκλεψαν».

Έχοντας ξεκάθαρα καταδικάσει την εισβολή των Η.Π.Α. και την κατοχή του Ιράκ, τοποθέτησες τον εαυτό σου στις τάξεις των διαφωνούντων. Δυσκόλεψε αυτή η επιλογή τη ζωή σου, ιδίως σε καιρούς αυξανόμενης ισλαμοφοβίας;

Όχι σοβαρά.

Υπήρξαν μερικά περιστατικά ελάσσονος σημασίας στα πρώτα χρόνια του πολέμου και της εισβολής όταν πολλοί Αμερικανοί, συμπεριλαμβανομένων και φιλελεύθερων, υποστήριζαν τον πόλεμο και δεν ήθελαν να ακούσουν καμιά άλλη γνώμη.

Υπάρχουν αυξανόμενες απειλές εναντίον διαφωνούντων ακαδημαϊκών και διανοούμενων την εποχή του Τραμπ, αλλά αυτά που αναγκάζονται να περνάνε οι μετανάστες και οι Αφροαμερικανοί καθημερινά είναι τρομακτικά.

Κατά ειρωνικό τρόπο, μοιάζω με την μητέρα μου που ήταν Αμερικανίδα, κι έτσι δεν καταχωρούμαι ως «άλλος» σε σχέση με την εξωτερική εμφάνιση.

Η άλλη ειρωνεία είναι ότι είμαι άθεος προερχόμενος από χριστιανική οικογένεια, αλλά οι περισσότεροι συνδέουν τον Άραβα με τον Μουσουλμάνο!

Είναι σπάνιο φαινόμενο ένας συγγραφέας να μεταφράζει ένα μυθιστόρημά του. Στην περίπτωσή σου συνέβη. Τι κερδίζεται και τι χάνεται στη διάρκεια της διαδικασίας;

Συχνά ακούμε ή διαβάζουμε για την «απώλεια» στη μετάφραση. Με βεβαιότητα, υπάρχει περισσότερο κέρδος παρά απώλεια.

Η μετάφραση δεν είναι η απλή διαδικασία μεταφοράς ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα. Είναι μια δημιουργική διαδικασία και μια τέχνη. Υπάρχουν μεταφράσεις που είναι ακόμα και καλύτερες από το πρωτότυπο.

Η μόνη απώλεια στην περίπτωσή μου ίσως είναι οι διάλογοι.

Στα μυθιστορήματά μου οι χαρακτήρες χρησιμοποιούν στην καθομιλουμένη, που είναι διαφορετική ανάλογα με την περιοχή και την πόλη από τις οποίες προέρχονται. Αυτό είναι αδύνατο να μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα.

Αλλά, εκτός κι αν ξέρεις αραβικά, η ελληνική και η αγγλική μετάφραση είναι εξαιρετικές!

Τέλος, υπάρχει κάποια ελπίδα πως η ιρακινή κοινωνία θα ανθίσει ξανά, όπως η ροδιά του μυθιστορήματός σου; Νιώθεις την ανάγκη να συνεισφέρεις σ’ ένα τέτοιο μέλλον;

Έχω πολλές ελπίδες για τη νέα γενιά στο Ιράκ.

Ξεκίνησαν μια επανάσταση τον προηγούμενο Οκτώβριο που περιλάμβανε όλα τα τμήματα της κοινωνίας και τα συνθήματα και το όραμά της έχουν να κάνουν με έναν νέο πατριωτισμό, ο οποίος αφορά στα δικαιώματα και την υπηκοότητα.

Απορρίπτουν τη γλώσσα και τις πρακτικές της άρχουσας τάξης. Αντιτίθενται στην ξένη επέμβαση, είτε πρόκειται για τις Η.Π.Α. είτε για το Ιράν. Δε θα είναι εύκολο ν’ αλλάξει ένα τέτοιο καθεστώς, αν λάβουμε υπόψη την τοπική και την παγκόσμια γεωπολιτική.

Είμαι αισιόδοξος, όμως. Πέραν των μυθιστορημάτων μου, έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω δοκίμια για την πολιτική στο Ιράκ και προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ για να είμαι μια υποστηρικτική φωνή από τη διασπορά.

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη, υπεύθυνη Τύπου & Επικοινωνίας των Εκδόσεων Καστανιώτη, για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Σινάν Αντούν Η ροδιά μονάχα ξέρει κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Ελένης Καπετανάκη.



Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

“Home”: Λίγα λόγια για τo καινούριο άλμπουμ της Πολωνής μουσικού Hania Rani

Photo credit: Kinga Karpati

Τηρώντας τις υποσχέσεις που είχε καλλιεργήσει με το μαγευτικό solo πιανιστικό ντεμπούτο της Esja και την αλησμόνητη συναυλία της στην Αθήνα, η πολύ ταλαντούχα Πολωνή πιανίστα και συνθέτις Hania Rani μάς προσφέρει με το Home άλλο ένα συναρπαστικό μουσικό ταξίδι.


Το Home, που κυκλοφορεί στις 29 Μαΐου από την Gondwana Records, αποτελεί τη συνέχεια του ταξιδιού που ξεκίνησε με το Esja και την «ολοκλήρωση της πρότασης», όπως η ίδια το θέτει.


«Κάποιος μπορεί να είναι χαμένος, αλλά να βρει το σπίτι στον εσωτερικό του κόσμο. Δεν έχει σημασία το πού πηγαίνουμε, αλλά το πόσο είμαστε ικανοί να δούμε και να ακούσουμε όσα συμβαίνουν  γύρω μας», γράφει σχετικά. 


«Προσπαθώ να εξερευνώ νέα είδη και να ανακαλύπτω καινούριους καλλιτέχνες. Δε θέλω να είμαι προσκολλημένη σε αυτά που ξέρω, θέλω να μαθαίνω για πράγματα που ακόμα είναι καινούρια για μένα», εξηγεί.


Η διαρκής αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων αποδεικνύεται και στο Home. Στις 13 συνθέσεις του άλμπουμ η Hania Rani όχι μόνο διευρύνει τη μουσική «παλέτα» της, αλλά και προσθέτει τα ιδιόμορφα φωνητικά της σε πέντε από αυτές.

Photo credit: Marta Kacprzak


Στο Tennen, για παράδειγμα, όρος που στα ιαπωνικά σημαίνει τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων, χρησιμοποιεί πιάνο, κουιντέτο εγχόρδων, διπλό μπάσο, ντραμς και διάφορα είδη συνθεσάιζερ.


«Δε θα ήθελα να θεωρηθώ απλώς ως τραγουδίστρια, θα κρατήσω μια ισορροπία», διευκρίνιζε στην κουβέντα μας ενόψει της αθηναϊκής συναυλίας της. 


Κι είναι ακριβώς αυτά τα φωνητικά, σαν μικρού ξωτικού, που θυμίζουν λίγο Kate Bush, τα οποία αποκαλύπτουν άλλη μια πτυχή του πολύπλευρου ταλέντου της, ιδίως σε συνθέσεις όπως το Leaving ή το ομώνυμο Home.


Δε λείπουν, ασφαλώς, και οι πιο μινιμαλιστικές πιανιστικές συνθέσεις. Το Summer, τo Rurka ή το Ombelico είναι μικρές σπουδές στη γαλήνη και τη χαρμολύπη, με έντονα θεραπευτικό χαρακτήρα.


«Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί», μου έλεγε η Hania Rani στην ίδια συνέντευξη. 


Χαίρομαι που είναι τόσο γενναιόδωρη, ώστε να το μοιράζεται και με τους αυξανόμενους ακροατές της ανά τον κόσμο.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

«Ο Γιώργος του Κέδρου»: Μια τρυφερή φιλμική «ωδή» στη Δονούσα και τους ανθρώπους της


Μια συγκινητική και τρυφερή φιλμική «ωδή» στον χώρο, τον χρόνο, τους ανθρώπους και τη μνήμη, το ντοκιμαντέρ των Γιάννη και Γιώργου Κολόζη Ο Γιώργος του Κέδρου προβάλλεται μέχρι και αύριο στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής του 22ου ΦΝΘ.


Πρωτοπόρος του οικολογικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, ο ντοκιμαντερίστας και φωτογράφος Γιώργος Κολόζης υπήρξε θερμός λάτρης της Δονούσας και των ανθρώπων της. Την επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 1972 μετά από ταξίδι 32 ωρών!


Μια «κουκκίδα» στο Αιγαίο, χωρίς λιμάνι και ηλεκτρικό, άσκησε ιδιαίτερη γοητεία στον φοιτητή εκείνη την εποχή Γιώργο Κολόζη. 


Έκτοτε ξεκίνησε να κινηματογραφεί και να φωτογραφίζει τους ωραίους ανθρώπους της, ενώ σταδιακά συνέδραμε στα γυρίσματα και ο γιος του, Γιάννης Κολόζης.


Ο πρόωρος θάνατος του Γιώργου Κολόζη το Σεπτέμβριο του 2009 μπορεί να έβαλε τέλος στη δικιά του σχέση με τη Δονούσα, όχι όμως και σ’ εκείνη του γιου του, ο οποίος συνέχισε τα γυρίσματα και υλοποίησε το όνειρο του πατέρα του το 2020.



Ο Γιώργος του Κέδρου, ένα DIY κομψοτέχνημα, αναδεικνύει με συγκινητικό και αφτιασίδωτο τρόπο τη σχέση που συγκροτείται ανάμεσα στον ταξιδευτή και τον ντόπιο μέσα από τις δεκαετίες.


Αναδεικνύει επίσης, με έμμεσο τρόπο, την κατά κανόνα καταστροφική επίδραση του μαζικού τουρισμού σε μικρότερους και μεγαλύτερους προορισμούς, στοχασμός εξαιρετικά επίκαιρος σε καιρό πανδημίας και κρατικής διαχείρισής της.


Ο Γιώργος του Κέδρου προβάλλεται στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το οποίο ολοκληρώνεται αύριο Πέμπτη, 28 Μαΐου .


Η φυσική του θέση, ωστόσο, όπως και όλων των ταινιών, βρίσκεται στη μεγάλη οθόνη, όπου ελπίζουμε να έχουμε σύντομα τη χαρά να την απολαύσουμε.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Widad Nabi: «Γράφω γιατί πιστεύω στη μνήμη έναντι της λήθης»


Σύρια κουρδικής καταγωγής γεννημένη στο Κομπάνι, με σπουδές στο Χαλέπι και κάτοικος Βερολίνου, η ποιήτρια και δημοσιογράφος Widad Nabi είναι δυναμική, θυμωμένη και νοσταλγική, ακριβώς όπως κι η ποίησή της. 


Κουβεντιάζοντας μαζί της για τη Συρία, την Ευρώπη, την ποίηση, την πολιτική, το προσφυγικό, την πανδημία και τα όνειρά της για το μέλλον.


Είσαι Σύρια κουρδικής καταγωγής, γεννημένη στο Κομπάνι, με σπουδές στο Χαλέπι και κάτοικος Βερολίνου. Είναι οι αναμνήσεις σου από το Κομπάνι κυρίως ευτυχισμένες; Τι θυμάσαι πιο πολύ από εκείνη την περίοδο; 


Παιδικές αναμνήσεις, κυρίως τα πρώτα έξι χρόνια στο Κομπάνι, όπου πρωτοέμαθα τη σημασία της αγάπης, του πόνου, της οικογένειας, των ιστοριών. 


Η γιαγιά μου συνήθιζε να μού λέει ιστορίες και να με παίρνει μαζί της στους αμυγδαλεώνες. Έπαιζα με πρόβατα και κατσίκια. Η ζωή τότε ήταν όμορφη και απλή. Ο πιο έντονος πόνος προέκυπτε αν τραυμάτιζες το ποδαράκι σου. 


Η δεύτερη ανάμνηση είναι από το Χαλέπι. Εκεί μεγάλωσα και πήγα σχολείο. Το αγάπησα με τη μία. Στο Χαλέπι έμαθα το νόημα του μίσους, του φόβου, της λαχτάρας, της επιθυμίας, της ελευθερίας. 


Στους δρόμους του Χαλεπίου ανακάλυψα τον εαυτό μου. Ήξερα ποια ήταν αυτή η Widad. Γνώρισα την ελευθερία, την επανάσταση. Ήξερα πώς να σπάσω το φραγμό του φόβου


Σπούδασες οικονομικά και εμπόριο στο Χαλέπι. Είχες ήδη γράψει ποίηση πριν τις σπουδές σου εκεί; 


Έγραφα ποίηση και ιστορίες όταν ήμουν 16. Οι δάσκαλοι στο σχολείο με ενθάρρυναν. Η πρώτη μου ιστορία δημοσιεύτηκε σε επίσημη εφημερίδα όταν ήμουν 19. Ποτέ δε σταμάτησα μετά από αυτό. 


Ενεπλάκης σε κάποια μορφής αντίσταση στο καθεστώς του Άσαντ όσο βρισκόσουν στο Χαλέπι;


Ναι. Συμμετείχα στις διαδηλώσεις που πραγματοποιούνταν ενάντια στο καθεστώς. Συνδιαχειριζόμουν τη μιντιακή σελίδα ενός επαναστατικού συντονισμού που διοργάνωνε διαδηλώσεις στο Χαλέπι. 


Έγραφα επίσης στον Τύπο, στα εναλλακτικά Μ.Μ.Ε. που αντιτίθεντο στο καθεστώς του Άσαντ. 


Το Βερολίνο, όπου κατέφυγες το 2014, είναι ίσως από τις λιγότερο τυπικές γερμανικές πόλεις. Πιθανόν είναι μια χώρα από μόνο του. Πώς θα περιέγραφες τον τόπο και τους ανθρώπους του; Και σε ποιο βαθμό νιώθεις λιγότερο εξόριστη εκεί; 


Στην πραγματικότητα, το Βερολίνο είναι μια πόλη όπου δεν αισθάνεσαι την ταυτότητά σου σημαντική. Μπορείς να είσαι όποιος και όποια θέλεις, χωρίς να σε ρωτάει ο οποιοσδήποτε «ποιος είσαι;» 


Στο Βερολίνο, πρόσφυγες, αλλοδαποί, καλλιτέχνες, ποιητές, τρελοί -ακόμα και ρατσιστές-, όλοι ζουν εκεί και νιώθουν ότι ανήκουν σ’ αυτό. Οι εθνικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές ταυτότητες είναι ασήμαντες. Το σημαντικό είναι το άτομο


Το Βερολίνο είναι η πόλη μου και το καταφύγιό μου. 


Το σημερινό Βερολίνο είναι παρόμοιο με το Βερολίνο της δεκαετίας του 1920. Ζει τη δεύτερη χρυσή εποχή του.


Το Kurz vor dreißig, …küss mich (Λίγο πριν τα τριάντα, ...φίλα με) είναι η πιο πρόσφατη ποιητική σου συλλογή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Sujet. Περιλαμβάνει ποιήματα που προϋπήρχαν στα αραβικά ή και πρωτότυπο υλικό; 


Είναι μια επιλογή από καινούρια ποιήματα που έγραψα αφότου έφτασα στη Γερμανία. Υπάρχουν και μερικά από το βιβλίο μου που εκδόθηκε στα αραβικά το 2016. 


Ο πόλεμος, η αγάπη κι η νοσταλγία για μια κατεστραμμένη πατρίδα φαίνεται να κυριαρχούν στην ποίησή σου. Είναι το να γράφεις ποίηση ένας τρόπος να καταπραΰνεις ή ακόμα και να ξεπερνάς τα τραύματα εκείνων των χρόνων; 


Δεν έχω μια κατηγορηματική απάντηση, στην πραγματικότητα, γιατί ξέρω πως εκατομμύρια ποιήματα δεν μπορούν να σώσουν τη ζωή ενός παιδιού κάτω από τα συντρίμμια. 


Αλλά, ενώ γράφω, το κάνω μονάχα γιατί αισθάνομαι ότι διαφορετικά δεν μπορώ να αναπνεύσω. Το να γράφω για μένα είναι να συνεχίσω να ζω. 


Κάποιες φορές, όταν ανακαλύπτω πως οι αναγνώστες μου απαγγέλλουν τα ποιήματά μου ή τα γράφουν σε τοίχους κατεστραμμένων σπιτιών, λέω: «Ίσως η ποίηση δίνει επίσης ελπίδα στους ανθρώπους». 


Επιπλέον, θεωρείς τον εαυτό σου μια φωνή για τους Σύρους και τις Σύριες πρόσφυγες, είτε ζουν είτε όχι; Ποια είναι η γνώμη σου για τη μεταχείρισή τους από την Ε.Ε.; Και για την Ευρώπη, γενικότερα


Aρχικά ηχεί η φωνή μου. Είμαι κι εγώ πρόσφυγας. Γράφω, όμως, αυτό που αισθάνομαι πρώτα. Έπειτα αυτό που νιώθω όταν βλέπω την αδικία και τον πόνο που βιώνουν οι πρόσφυγες. Γνωρίζω πολύ καλά την εμπειρία τους, γιατί την έζησα. 


Αλλά γράφω και για γυναικεία ζητήματα. Για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για την αγάπη και την ελπίδα. Για τον πόνο παντού. Πόνο χωρίς ταυτότητα, χρώμα δέρματος και συγκεκριμένη φυλή. 


Γράφω γιατί πιστεύω στη μνήμη έναντι της λήθης. 


Νομίζω ότι η αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος από την Ε.Ε. είναι πολύ αρνητική. 


Ήμουν από εκείνους που πίστευαν πως η Ε.Ε. είναι η ελπίδα αυτού του κόσμου για διαφυγή από την εξάπλωση της Δεξιάς και του ρατσισμού και τη βαναυσότητα του καπιταλισμού. 


Ήλπιζα ότι η Ε.Ε. θα έσωζε τον κόσμο από τη βαρβαρότητα των Η.Π.Α., αλλά η πραγματικότητα ήταν πολύ δυσάρεστη. 


Η Ε.Ε. παρέμεινε σιωπηλή απέναντι σε όλους τους πολέμους και τις διαμάχες που συνέβησαν. Είναι ντροπή που ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πουλάνε όπλα στην Τουρκία και σε άλλες δικτατορικές χώρες. 


Έπειτα έρχονται και μιλάνε για το δικαίωμά τους να κλείσουν τα σύνορά τους στους πρόσφυγες. Δεν έχουν αυτό το δικαίωμα, εφόσον συμμετέχουν στο φόνο ανθρώπων στις χώρες τους υποστηρίζοντας δικτατορίες. 


Παράδειγμα: Τι έκανε η Ε.Ε. για την Ιταλία ή την Ισπανία κατά την κρίση του κορονοϊού; Σχεδόν τίποτα. Η Ε.Ε. αποδείχτηκε ένα ψέμα που νομίζω θα τελειώσει σύντομα. 


Χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα για να προστατεύσει τα σύνορά της. Παρουσιάζει τους Έλληνες έναντι της παγκόσμιας κοινής γνώμης σαν τέρατα που σκοτώνουν πρόσφυγες και βυθίζουν τις βάρκες τους. 


Όλοι, όμως, ξέρουμε ποιος δίνει τα λεφτά για να γίνει κάτι τέτοιο. 


Η συνεχιζόμενη πανδημία χρησιμοποιείται από την κυριαρχία τόσο ως λόγος όσο και ως πρόσχημα για τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου ολοκληρωτισμού.


Ποιος είναι ο αντίκτυπος αυτής της κατάστασης σε σένα- ψυχικά, διανοητικά, καλλιτεχνικά; 


Με κάνει θυμωμένη και απελπισμένη για το μέλλον αυτού του κόσμου, γιατί περιμέναμε ότι το μέλλον θα έφερνε περισσότερες ανθρώπινες ελευθερίες, περισσότερο ανθρώπινες συνθήκες. 


Αυτό που συμβαίνει, ωστόσο, θέτει όλον τον κόσμο υπό μεγαλύτερο έλεγχο, καθεστώς φόβου και περιορισμών. 


Υπάρχουν εκείνοι που εργάζονται για να κάνουν τον κόσμο ένα επίφοβο μέρος. Εκείνοι που θέλουν να τον κάνουν έναν τόπο σαν εκείνον για τον οποίο μιλούσε ο Όργουελ στο 1984


Εκτιμάς πως, εξαιτίας του παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, το μεταναστευτικό ζήτημα -τόσο σε σχέση με τους Σύρους/Σύριες πρόσφυγες, αλλά και γενικότερα- έχει προσωρινά επισκιαστεί, τουλάχιστον στη Γερμανία; 


Δυστυχώς, αυτή είναι όντως η πραγματικότητα. Θα σου δώσω ένα μικρό παράδειγμα. 


Πριν την έξαρση του ζητήματος του κορονοϊού, είχε υπάρξει μια συμφωνία ανάμεσα σε μένα κι έναν γερμανικό ραδιοφωνικό σταθμό να γράψω ένα εκτενές άρθρο σχετικά με τους πρόσφυγες που βρίσκονται εγκαταλελειμμένοι στα ελληνικά σύνορα. 


Οι άνθρωποι του σταθμού ήταν πολύ ενθουσιώδεις. 


Το ζήτημα έχει μετατεθεί, ωστόσο, λόγω του κορονοϊού. Κανένας δεν ξέρει πόσο θα διαρκέσει αυτή η καθυστέρηση. 


Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στα μίντια πέρα από τον ιό. 


Θα επέστρεφες ποτέ στη Συρία ή η χώρα υπάρχει πλέον μόνο στις αναμνήσεις και τα όνειρά σου; 


Ο σύζυγός μου κι εγώ έχουμε ένα μικρό όνειρο: την πτώση του καθεστώτος του Άσαντ και όλων των κομμάτων που κατέχουν τη Συρία σήμερα και την επιστροφή της χώρας σε μας, τους Σύρους και τις Σύριες. 


Και να γυρίσουμε πίσω, ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι στη Δαμασκό και να ζήσουμε εκεί. 


Photo credit (Widad Nabi): Heike Steinweg.


Ευχαριστώ θερμά τον Madjid Mohit από τις Εκδόσεις Sujet για τη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης


Η ποιητική συλλογή της Widad Nabi  Kurz vor dreißig, …küss mich κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Sujet.


Δείγμα μεταφρασμένων από τον Ali Znaidi ποιημάτων της στα αγγλικά μπορείτε να διαβάσετε εδώ