Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Mehran Tamadon: «Αυτό που αναζητώ με την ταινία μου είναι να δω σε ποιο βαθμό μια πλουραλιστική κοινωνία είναι δυνατή»



Τι μπορεί να συμβεί αν ένας άθεος Ιρανός σκηνοθέτης που ζει στη Γαλλία και τέσσερις μουλάδες, υπέρμαχοι του καθεστώτος, συναντηθούν σε ένα σπίτι έξω από την Τεχεράνη; Στον Ιρανό (Iranien), ένα κατ’ ουσίαν πολιτικο-φιλοσοφικό κινηματογραφικό δοκίμιο, που απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Διαγωνιστικό του φετινού Φεστιβάλ Cinéma du Réel, ο Ιρανός σκηνοθέτης Mehran Tamadon, μόνιμος κάτοικος Γαλλίας από 12 ετών, επιδιώκει να ανοίξει αυτό το διάλογο, διερευνώντας το κατά πόσο μια πλουραλιστική κοινωνία είναι, εν τέλει, δυνατή. Συζητάμε μαζί του, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ του στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου (Ταινιοθήκη της Ελλάδος, αίθουσα Α, 18:00).

Έφτασες με τους γονείς σου στη Γαλλία, όπου ζεις, σε ηλικία 12 ετών. Πώς διαμόρφωσε το γεγονός αυτό τις πεποιθήσεις και τις αξίες σου; Έχεις αναμνήσεις από την περίοδο που ζούσες στο Ιράν ως παιδί;

Προέρχομαι από ένα περιβάλλον άθεων. Οι πεποιθήσεις μου και η απόστασή μου από τη θρησκεία δεν προέκυψαν από την εκπαίδευση και τις σπουδές μου στη Γαλλία. Αλλά, χωρίς αμφιβολία, το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου ζούσα στη Γαλλία, με γλίτωσε από ένα θυμό, ένα τραύμα που θα καθιστούσε αυτό το διάλογο και αυτή τη σύνδεση με τους υπέρμαχους του καθεστώτος αδύνατο. Είναι σίγουρο πως οι άνθρωποι του περίγυρού μου, που πέρασαν τη νεότητα τους στο Ιράν, έχουν υποφέρει πολύ από τις πιέσεις του καθεστώτος και την καταστολή. Τους είναι  συχνά  δύσκολο να ξεπεράσουν τα δεινά, τα οποία έχουν υποστεί,  έτσι ώστε να μπορέσουν να συζητήσουν.

Ο Ιρανός είναι ένα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ στο επίπεδο της σύλληψης. Γιατί αποφάσισες να το «στήσεις» ως συζήτηση που λαμβάνει χώρα σε ένα κλειστό χώρο;

Είναι κάτι παραπάνω από συζητήσεις, πρόκειται για μία σχέση!

Το σπίτι είναι μια μεταφορά για την κοινωνία. Γιατί, στην αληθινή κοινωνία, αυτός ο διάλογος, αυτή η πολυφωνία δεν μπορούν να υπάρξουν. Η ταινία έπρεπε να γίνει σ’ ένα κλειστό χώρο, για να δημιουργήσει ένα προστατευμένο μέρος, όπου ο διάλογος θα μπορούσε να ξετυλιχθεί, οι δεσμοί  να σταθεροποιηθούν, μακριά από τις εντάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Έπειτα, το σπίτι είναι η περιοχή μου, ένας χώρος που μου ανήκει. Ήθελα να αφήσουν για λίγο τον έλεγχο και να έρθουν σε έναν χώρο που δεν είναι ο δικός τους. Είναι ένας τρόπος γι’ αυτούς να αποδεχθούν το να μην έχουν την εξουσία. Τέλος, το να βρισκόμαστε σε ένα παρθένο χώρο, μας επέτρεπε εξίσου να φανταστούμε ένα χώρο που θα μας πήγαινε αλλού, να μιλήσουμε για την επιθυμία…

Πόσο δύσκολο υπήρξε και πόσο χρόνο χρειάστηκες, για να πείσεις τον οποιονδήποτε να συμμετάσχει στο κινηματογραφικό σου πείραμα;

Μου πήρε τρία χρόνια, για να πείσω αυτά τα τέσσερα πρόσωπα να έρθουν στο σπίτι. Σίγουρα, ένας από τους λόγους που αρνούνταν ήταν ο δικός μου τρόπος να συζητάω. Όταν, το 2009, ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήμουν σε μεγάλη ένταση, πολύ θυμωμένος με τα αποτελέσματα των εκλογών του 2009 στο Ιράν και με τον τρόπο, με τον οποίο ο Αχμαντινετζάντ είχε κερδίσει τις εκλογές. Αυτός ο θυμός μας εμπόδιζε από το να έχουμε ήρεμες συζητήσεις.

Επίσης, τόνιζα υπερβολικά τις διαφορετικές απόψεις μου στις συζητήσεις μου, τόσο πολύ που η πρότασή μου για συγκατοίκηση καθίστατο αδύνατη. Με τον καιρό, κατάφερα να προσαρμόσω τον τρόπο που συζητάω, να μιλάω για τις διαφωνίες μου χωρίς να κάνω τους άλλους τους άλλους να πιστεύουν ότι πρόκειται για τις θέσεις αδιαμφισβήτητων αρχών. 

Σε αυτό προστίθενται όλες οι εντάσεις που υπάρχουν στην ιρανική κοινωνία, ο φόβος κάποιων προσώπων να συμμετάσχουν στην ταινία και να διακινδυνέψουν να προκύψουν αντίποινα από την ιρανική υπηρεσία πληροφοριών, ή ακόμα και να αντιμετωπίσω τα λόγια τους…

Τι επεδίωκες να πετύχεις με την ταινία σου, δεδομένου ότι ούτε εσύ ούτε οι θρησκευόμενοι καλεσμένοι σου θα μεταστρεφόσαστε τόσο εύκολα στη θρησκεία ή τον αθεϊσμό, αντίστοιχα; Μια πολιτισμένη συνύπαρξη, ίσως;

Αυτό που αναζητώ με αυτήν την ταινία, όπως και με τις προηγούμενες ταινίες μου, είναι να δω σε ποιο βαθμό μια πλουραλιστική κοινωνία είναι δυνατή. Δέχονται αυτοί να ακούσουν ότι είμαι διαφορετικός από αυτούς; Δέχονται να μείνουν σε ένα σπίτι  όπου κάποιος είναι δεδηλωμένα άθεος; Η συμβίωση για μένα δε συνίσταται στο να πείσω τον άλλον να σκέφτεται όπως εγώ, αλλά περισσότερο στο να εξασφαλιστεί ότι ο καθένας δέχεται τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Αυτό σημαίνει πλουραλισμός.

Η προσωρινή κατάσχεση του διαβατηρίου σου μετά την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει πολλά για τα όρια της ανοχής στην ιρανική κοινωνία. Θα το σκεφτόσουν να ταξίδευες στο Ιράν ξανά, αν η κατάσταση άλλαζε;

Θα πήγαινα ακόμα κι αν η κατάσταση δεν αλλάξει. Όταν πας εκεί, παίρνεις το ρίσκο να μην ξαναγυρίσεις. Δε θα έμενα αποκλεισμένος στη χώρα ισοβίως. Σίγουρα για έξι μήνες, ένα χρόνο. Αλλά αυτό μπορεί να αξίζει το ρίσκο. Πρέπει μόνο να υπολογίζει κανείς  τους κινδύνους και να πηγαίνει τη σωστή στιγμή. 

Το ντοκιμαντέρ σου θα προβληθεί στο 8ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας. Πώς ορίζεις την «αβάν γκαρντ» στις μέρες μας;

Η αβάν γκαρντ είναι, ίσως, κάτι που πάει πέρα από ό,τι έχει φυλαχθεί, συντηρηθεί. Ξεπερνά ό,τι έχει καθιερωθεί και πάει πιο μακριά, κατευθύνεται σε άγνωστα μονοπάτια, ανοίγει δρόμους. Αυτό προϋποθέτει το ρίσκο να μη γίνεσαι αντιληπτός, κατανοητός, να φτάνεις σε περιοχές που δεν έχουν ακόμα κατακτηθεί. Μα πώς να είμαστε σίγουροι πως έχουμε στ’ αλήθεια φτάσει εκεί; Πώς να είμαστε σίγουροι ότι η δουλειά μας δεν καθορίζεται από κάποιο σύστημα γνώσης κι εξουσίας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε; Πώς να είμαστε σίγουροι ότι αυτό ακριβώς που λέμε δε συνιστά τη συγκρότηση ενός συστήματος εξουσίας;

Ευχαριστώ την Δανάη Καπράνου για τη μετάφραση της συνέντευξης από τα γαλλικά.

Το ντοκιμαντέρ του Mehran Tamadon Ιρανός προβάλλεται την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου, 18:00, στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α). Το Φεστιβάλ ολοκληρώνεται στις 26 Νοεμβρίου.

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα στο επίσημο site του Φεστιβάλ http://8aagff.tainiothiki.gr .

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Rakhshan Banietemad: «Θεωρώ υποχρέωσή μου να αυξάνω την κοινωνική συνειδητοποίηση μέσω των ταινιών μου»


Συνομιλώντας με την «Πρώτη Γυναίκα του ιρανικού σινεμά», την καταξιωμένη σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ και ταινιών μυθοπλασίας Rakhshan Banietemad, με αφορμή την προβολή της πιο πρόσφατης δουλειάς της Ιστορίες, η οποία απέσπασε το βραβείο σεναρίου στο φετινό Φεστιβάλ της Βενετίας, στο πλαίσιο του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 2 και τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου.

Συχνά αναφέρεστε ως η «Πρώτη Γυναίκα του ιρανικού σινεμά». Αποδέχεστε αυτό τον τιμητικό τίτλο; Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο, κατ’ αρχήν; Και πόσο δύσκολο υπήρξε να συνεχίσετε να γυρίζετε ταινίες ως γυναίκα;

Στην ιστορία του ιρανικού κινηματογράφου, το όνομα της Shahla Riyahi έχει καταγραφεί ως το πρώτο όνομα γυναίκας σκηνοθέτριας για τη μοναδική ταινία της, Marjan, το 1956. Μετά από αυτή χρονιά και μεγάλη νάρκη, ήταν η Pouran Derakhshandeh κι εγώ που ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε επαγγελματικά στο χώρο του κινηματογράφου. Κι άλλες γυναίκες πριν από μας είχαν κάνει ντοκιμαντέρ που έμειναν στην ιστορία του σινεμά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ή είχαν διαρκή επίδραση. Μπορούμε να κατονομάσουμε τις Mahvash Sheikholeslami, Shahla E' tedali, Farideh Shafayee, Homa Bahabadi και Farzaneh Heidarzade. Πριν από το 1986 σπούδαζα στον τομέα Δραματικών Τεχνών και στο πεδίο της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας, ενώ παράλληλα εργαζόμουν ως βοηθός σκηνοθέτρια κι επιβλέπουσα συγγραφής σεναρίων για την επίσημη Ιρανική Τηλεόραση. Μετά την αποφοίτησή μου από το πανεπιστήμιο, γύρισα μια σειρά από ντοκιμαντέρ πριν από την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας κι έκτοτε έχω πάντοτε συνεχίσει να γυρίζω ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας ταυτόχρονα.

Για τους κινηματογραφιστές της γενιάς μου, που εργάζονταν για την Ιρανική Τηλεόραση, η σκηνοθεσία ήταν μια φυσιολογική κι αποδεκτή δουλειά για τις γυναίκες. Δεν μπορούσαμε, ωστόσο, να γίνουμε αποδεκτές ως δημιουργοί ταινιών μυθοπλασίας, γιατί δεν είχαν υπάρξει γυναίκες σκηνοθέτριες πριν από μας, γεγονός που φυσιολογικά έβαζε εμπόδια στη δουλειά μας αρχικά. Η κατάσταση άλλαξε, πάντως, σταδιακά κι η σκηνοθεσία από γυναίκες εξελίχτηκε σε αποδεκτή ιδέα. Στις μέρες μας, πολλές γυναίκες εργάζονται στο χώρο του κινηματογράφου.

Στον πυρήνα των περισσότερων ιστοριών σας βρίσκονται ισχυροί γυναικείοι χαρακτήρες- είτε ως μεμονωμένα άτομα, ή ως μητέρες και σύζυγοι- κι οι ανάγκες, οι έγνοιες κι οι αγώνες τους. Γιατί;

Η βασική εστίαση σε γυναικείους χαρακτήρες απορρέει φυσιολογικά από την καλύτερη γνώση που έχω σχετικά με τα ζητήματα και τα προβλήματά που τις απασχολούν. Διαφορετικά, δεν περιορίζομαι αποκλειστικά σε αυτούς τους χαρακτήρες.

Τείνετε να χαρακτηρίζεστε ως «φεμινίστρια δημιουργός», κυρίως από δυτικά Μ.Μ.Ε. και φεστιβάλ, χαρακτηρισμό τον οποίο εσείς απορρίπτετε, πάντως. Αυτό συμβαίνει λόγω των αρνητικών υποδηλώσεων του όρου αυτού στην ιρανική κοινωνία, ή επειδή τον ερμηνεύετε διαφορετικά;

Όλες οι ταινίες μου, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για μυθοπλασία, αφορούν σε διάφορα κοινωνικά θέματα και μιλούν  σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, κυρίως γυναίκες, οι οποίες στο σύνολό τους βιώνουν μια στενή σχέση με τις ταινίες μου. Αυτή η σχέση είναι το αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς με τους ανθρώπους και της εμπιστοσύνης τους στο έργο μου. Ο όρος «φεμινίστρια» δεν έχει ξεκάθαρο νόημα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους. Όσοι είναι αντίθετοι στα δικαιώματα των γυναικών, έχουν δημιουργήσει μια αντεστραμμένη κι ακραία εικόνα για τις ακτιβίστριες των δικαιωμάτων των γυναικών στο μυαλό κάποιων ανθρώπων. Δε βλέπω, λοιπόν, τον εαυτό μου ως περιορισμένο σε ένα όρο ή μια ομάδα. Κι αυτό γιατί, ως σκηνοθέτρια που καταπιάνεται με κοινωνικά ζητήματα, θεωρώ προφανή υποχρέωσή μου να αυξάνω την κοινωνική συνειδητοποίηση μέσω των ταινιών μου..

Στις ταινίες σας συνδυάζετε τη μυθοπλασία και την ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση. Σε παλαιότερη συνέντευξή σας, έχετε αναδείξει τη σημασία της ενσυναίσθησης, όταν πρόκειται για καλλιέργεια επαφών με τους ανθρώπους, και της ευθύνης που νιώθετε απέναντί τους ως σκηνοθέτρια. Θα θέλατε να γίνετε πιο αναλυτική;

Το να έχεις μια καλή γνώση διαφορετικών καταστάσεων και βαθιά κατανόηση των θέσων των χαρακτήρων σε διαφορετικές συγκυρίες είναι το θεμέλιο της συγγραφής ενός καλού σεναρίου. Επίσης, η προσπάθεια να έχουν οι ιστορίες μου το μεγαλύτερο βαθμό πειστικότητας υπήρξε πάντοτε αυτό που ήθελα. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο της συγγραφής ενός σεναρίου, το πιο σημαντικό διάστημα θα έπρεπε να είναι εκείνο που προηγείται της συγγραφής, αφιερώνοντας χρόνο ερχόμενος πιο κοντά σε καταστάσεις πιο κοντινές σε όσα βιώνουν οι ήρωες. Έπειτα, μπορείς να ξεκινάς να γράφεις.

Με τις Ιστορίες, επίστρεφετε στη μυθοπλασία μετά από 8 χρόνια. Τι άλλαξε, στο μεταξύ, που σας επέτρεψε να το κάνετε;

Το ότι δεν έκανα ταινία μυθοπλασίας κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος δε σημαίνει πως εγκατέλειψα το σινεμά. Έκανα πολλά ντοκιμαντέρ- κι ίσως το καλύτερο που συνέβη ήταν ότι η περίοδος αυτή λειτούργησε ως ο απαιτούμενος χρόνος πριν από τη συγγραφή ενός σεναρίου. Προϊόν αυτού του διαστήματος ήταν οι Ιστορίες.

Δεδομένου του ότι πολλοί χαρακτήρες από προηγούμενες ταινίες σας εμφανίζονται και στην πιο πρόσφατη δουλειά σας, θεωρείτε την ταινία αυτή ως τη σύνοψη της μέχρι τώρα σταδιοδρομίας σας;

Οι Ιστορίες, η πιο αγαπημένη από όλες τις ταινίες μου, ίσως να αποτελεί την ουσία όλων των ταινιών που έχω κάνει στο παρελθόν, το σύνολο πολλών προβληματισμών, χαρακτήρων και καταστάσεων που καθεμιά τους συμβολίζει κάτι από τα πολλά χρόνια, κατά τα οποία έχω δουλέψει και της στενής μου σχέσης με την κοινωνία.

Η ταινία σας υπήρξε αντικείμενο κριτικής από τις ιρανικές Αρχές. Βάσει ποιων κριτηρίων; Θα θέλατε να σχολιάσετε αυτό το ζήτημα;

Καμία ταινία δεν αποτελεί πλήρη αντανάκλαση μιας κοινωνίας. Το ίδιο κι οι Ιστορίες, δεν αποτυπώνουν ολοκληρωμένα την κοινωνική κατάσταση στο Ιράν. Όσοι είναι εναντίον της ταινίας, πιστεύουν ότι, από πολιτικής άποψης, δείχνει μόνο τη «μαύρη» πλευρά των πραγμάτων. Από την άλλη, πολλοί θεωρούν πως πρόκειται για ταινία που άπτεται κοινωνικών ζητημάτων. Η ευρεία συζήτηση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στην κοινωνία συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις.

Παρά τους περιορισμούς, ο ιρανικός κινηματογράφος φαίνεται ότι ανθεί, αποσπώντας βραβεία κι εκτίμηση από κοινό και φεστιβάλ παγκοσμίως, σε σταθερή βάση. Ως έμπειρη και διακεκριμένη σκηνοθέτρια, τι θα συμβουλεύατε έναν Ιρανό ή μια Ιρανή που μόλις ξεκινούν να εργάζονται σε αυτό το πεδίο;

Το να κάνεις μια ταινία ίσως είναι δυνατό για πολλούς, αλλά η βασική αρχή είναι να συνεχίσεις να τα κάνεις. Για να το πετύχεις αυτό, πρέπει να είσαι ρεαλιστής και να έχεις γνώση και κατανόηση των συνθηκών αυτού του επαγγέλματος, προκειμένου να μπορέσεις να τις αντιμετωπίσεις. Δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να είναι η προβολή των ταινιών σε φεστιβάλ ο στόχος της κινηματογραφικής δημιουργίας. Ενώ η αναζήτηση τρόπων παρακολούθησης ταινιών από ένα μεγαλύτερο κοινό προϋποθέτει ένα μηχανισμό έξω από τη θέληση ενός σκηνοθέτη, ο τελικός του στόχος θα πρέπει να είναι να προσπαθεί  να δημιουργεί και να καλλιεργεί μια διαρκή και στενή σχέση με το κοινό του ή το κοινό της.

Ευχαριστώ θερμά τις Katayoon Shahabi και Azin Mirsayah για την πολύτιμη βοήθειά τους στη μετάφραση της συνέντευξης από τα Φαρσί.

Οι Ιστορίες της Rakhshan Banietemad προβάλλονται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 2 Νοεμβρίου, αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 20:00, και τη Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου, αίθουσα Σταύρος Τορνές, 13:00.





Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Κορνήλιος: «Δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος»



Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και το σινεμά βεριτέ, η Μητριαρχία, η νέα ταινία του Νίκου Κορνήλιου, αποτελεί ένα πείραμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα. Γυρισμένη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς καθόλου χρήματα, η ταινία αφηγείται την ιστορία 60 γυναικών διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης, οι οποίες καταλαμβάνουν μια παλιά αποθήκη κάπου στην Αθήνα, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε καταφύγιο για γυναίκες άστεγες, κακοποιημένες και κατατρεγμένες. Εκεί πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους, μοιράζονται τα βιώματά τους, συμφωνούν, διαφωνούν, διασκεδάζουν. Κι όταν απειλούνται με έξωση, προτάσσουν την αλληλεγγύη, προασπιζόμενες συλλογικά το χώρο τους. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο των φετινών «Νυχτών Πρεμιέρας», η Μητριαρχία προβάλλεται και στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 17:00, αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη». Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.


Πώς ξεκίνησε αυτή η «συλλογική περιπέτεια», όπως αποκαλέσατε τη Μητριαρχία κατά την πρεμιέρα της;

Ξεκίνησε με ένα e-mail, που έστειλα σε όλες αυτές τις φοβερές γυναίκες, με τις οποίες είχα μια προσωπική σχέση είτε από τα εργαστήριά μου, ή από προηγούμενες ταινίες μου. Τους λέω, λοιπόν, «έχω αυτή την τρελή ιδέα, αλλά δεν έχω χρήματα» και μου απάντησαν, η μία μετά την άλλη, με ενθουσιασμό «πάμε να το κάνουμε». Πήρα τα μέιλ εν είδει συμβολαίων και μπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια. Από τη στιγμή που είχα την ιδέα μέχρι την υλοποίηση της ταινίας πέρασαν 4-5 μήνες με πρόβες. Υπάρχουν από πίσω σενάριο, ιστορία, χαρακτήρες, αλλά το σενάριο προέκυψε δια της προφορικής οδού.

Ένα σενάριο που συνυπογράφετε με την Ευγενία Παπαγεωργίου.

Ο πυρήνας της ιδέας είναι δεκαετιών. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος είναι πολύ άδικος, αυτό με έκανε να αντιδρώ. Όταν, έπειτα, συνειδητοποίησα ως άτομο του άλλου φύλου πόσο ο επί χιλιετίες κυρίαρχος ανδρικός πολιτισμός, έχει καταπιέσει το άλλο φύλο, του έχουμε στερήσει τη δημόσια παρουσία σπρώχνοντάς το στον ιδιωτικό χώρο, πόσο δείραμε και βιάσαμε τις γυναίκες με ένα βάναυσο τρόπο, θέλησα να εξιλεωθώ και, παράλληλα, να εκφράσω την ελπίδα μου πως δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος. Αυτή η ταινία είναι, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, μία πράξη εξιλέωσης, γι’ αυτό και την κάνω εγώ, ένας άντρας. Δύσκολα θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα μια τέτοια ταινία, γιατί ακριβώς, από τη στιγμή που η πατριαρχία είναι ακόμη κυρίαρχη, θα της την «έπεφταν», χαρακτηρίζοντάς την «υστερική φεμινίστρια». Εμένα δεν μπορούν να με αποκαλέσουν «υστερικό φεμινιστή», τη γλιτώνω λίγο. Μια γυναίκα θα ήταν πιο ευάλωτη απέναντι σ’ αυτό το σεξιστικό επιχείρημα.

Το δυστύχημα είναι ότι η ανδρική επικυριαρχία «απλώθηκε» και στις γυναίκες. Η συνειδητοποίηση του πού ανήκουμε κοινωνικά, τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, εργαζόμενος δεν είναι εύκολη και δεδομένη, άρα ούτε κι η συνείδηση του φύλου. Πολλές γυναίκες, υπό την επιρροή της πατριαρχικής ιδεολογίας, είναι αυτές που λένε «κι εμείς ίδιες ή χειρότερες είμαστε». Είναι ενοχικές, αναπαράγοντας τον ανδρικό λόγο. Κι όσες καταφέρουν να έχουν μια επιτυχημένη παρουσία, πρέπει να γίνουν πιο «άντρες» από τους άντρες, να είναι «Θάτσερ» και «Μέρκελ», γυναίκες, οι οποίες έχουν απεμπολήσει τη δικιά τους φωνή, που είναι ακόμη θαμμένη, για να επιβληθούν σ’ ένα κόσμο αντρικό. Όλη αυτή η λύσσα των πολέμων και των γενοκτονιών, από άντρες έχει γίνει, και μάλιστα από ισχυρούς άντρες που ξεχωρίζουν από τους άλλους. Ακόμα και στα σοσιαλιστικά κινήματα ή τον αναρχισμό, στη διαδρομή τους ή όταν υπερίσχυσαν, υπήρξε βία και θάνατος, αλλά, κι όταν δεν υπήρξαν, υφίστατο η καταπίεση της μεγάλης μορφής, του ηγέτη, όπως ο Γκάντι. Ακόμη κι οι μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν πατήσει επί πτωμάτων, για να αναρριχηθούν στην πνευματική εξουσία και να επιβληθούν. Θα μου πείτε, «κι εσείς τι κάνετε, ταινίες δε γυρίζετε;» Ζούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.

Στο σενάριο, εκτός από την αρχική δικιά σας αγωνία, ιδέα, πρόθεση, συμμετείχαν, με τον όποιο τρόπο, κι οι ηθοποιοί;

Η συνεργασία με τις ηθοποιούς, επειδή βασιζόταν στο απόθεμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ξεκίνησε με πρόβες με την καθεμία ξεχωριστά, κάναμε 3-4 κύκλους ατομικών προβών. Με την καθεμία ξεχωριστά, προσπαθούσαμε να βρούμε ένα διακριτό κι ισχυρό στίγμα γυναικείας παρουσίας σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών κι εκεί πρότεινα τη δική μου πλευρά, ποιοι χαρακτήρες θα μου ήταν πολύτιμοι κοινωνικά, ψυχολογικά, βιωματικά, ενώ οι ίδιες εισέφεραν στοιχεία που μπορεί να προέρχονταν από το βιωματικό τους υλικό, αλλά μπορεί να ήταν και σκέψεις. Δουλεύοντας, συνθέταμε ένα χαρακτήρα, άρα η συμμετοχή κι η συμβολή τους είναι ουσιαστικές. Το «στήσιμο» των χαρακτήρων ήταν μια πολύ συναρπαστική δουλειά, μετά το να έχουν σχέση μεταξύ τους. Είχαμε, βέβαια, και πολλά τεχνικά προβλήματα, γιατί η ταινία γυρίστηκε με 3 κάμερες και 3 μπουμ.

Φαντάζομαι ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, πέρα από το τεχνικό κομμάτι, να κινηματογραφηθούν 60 άνθρωποι σε ένα χώρο συγκεκριμένο και παράλληλα, μέσω και του τελικού μοντάζ, να υπάρχει μια αφηγηματική ροή τέτοια που να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει, να βαρεθεί ή να κουραστεί.

Αυτό ήταν ένα ζητούμενο, κι εκεί εντοπίζεται η συνεισφορά των τεχνικών, ανδρών και γυναικών. Συστηματικά, λοιπόν, είχαμε πρόβες και συναντήσεις για να το πετύχουμε. Ήταν δύσκολο, γιατί τα γυρίσματα έγιναν τέλη Ιουνίου, συνολικά 10-12 γυρίσματα, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, σε μέρες καύσωνα.

Πού γυρίστηκε η ταινία, αλήθεια;

Στον Ελαιώνα, σε μια παλιά αποθήκη. Σκηνογραφικά, με τον Χρήστο Κωνσταντέλλο στήσαμε την ατμόσφαιρα της ταινίας από το μηδέν. Χωρίς να είμαι μεγαλόστομος, πιστεύω ότι είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα συλλογικής προσπάθειας. Γιατί όλοι μπήκαν στην περιπέτεια χωρίς αμοιβή και το έκαναν γιατί πίστεψαν στην ουσία του εγχειρήματος κι αυτό είναι ένα μικρό θαύμα, αυτή η αλληλεγγύη και το πνεύμα συνεργασίας. Εκ των υστέρων, μας έδωσε και το Ε.Κ.Κ. ένα «χαρτζιλίκι».

Η παρουσία κάποιων ανθρώπων, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, νομίζω ότι έδωσε μια ξεχωριστή διάσταση στην ταινία, και ως φυσική παρουσία και ως λόγος, χωρίς αυτό να μειώνει τη συλλογική διάσταση του εγχειρήματος. Ήταν μια ιδέα που προϋπήρχε;

Είχα δει και θαυμάσει την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ σε μια δημόσια ανάγνωση ποιημάτων της και λέω «τι φατσάρα απίστευτη είναι αυτή, πρέπει να παίξει σε ταινία». Η εκφραστικότητα, η χροιά της φωνής της, η ζωτικότητα, η διεισδυτικότητα του βλέμματός της ήταν τέτοιες που ήρθε φυσικά και βρήκε τη θέση της, γιατί είναι η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια των σύγχρονων καιρών, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, πολύ ουσιαστικός, γειωμένος, χωρίς καμία έπαρση. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς τι σημαίνει μεγάλη δημιουργός, γυναίκα, ένας αληθινά σεμνός άνθρωπος, όχι με το δημοσιοσχεσίτικο χαμηλό προφίλ. Την λάτρεψαν κι όλες οι υπόλοιπες ηθοποιοί. Για να μην παραλείψω και την παρουσία της Τζίνας Πολίτη, μιας γυναίκας πολύ σημαντικής στα ελληνικά γράμματα, που συνδυάζει μια πνευματική διαδρομή πολύ υψηλού επιπέδου, ενώ παράλληλα είναι μια μαχήτρια, μια ακτιβίστρια που μέχρι τώρα παρακολουθεί τα πάντα κι είναι παρούσα σε ό,τι θεωρεί ότι είναι σημαντικό για το κοινωνικό σύνολο.

Τα κείμενα που ακούγονται επιλέχτηκαν από σας;

Υπάρχει ένα ποίημα της Anne Sexton, ένα απόσπασμα της Ελφρίντε Γέλινεκ, ένα χορικό της Suheir Hammad, μιας Αμερικανο-Παλαιστίνιας ποιήτριας, που το διαβάζουν οι ηθοποιοί, τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ- όλα ήταν επιλογές που πρόσθεταν κάτι. Η Hammad ήθελα να υπάρχει, γιατί δεν είχαμε στο «ψηφιδωτό» μας φωνή γυναίκας από τη Μέση Ανατολή.

Έχει κάποια σημασία που η επιλογή αυτού του χώρου, του καταφυγίου, ήταν κατάληψη;

Ναι, μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι μια λέξη που έχει ενοχοποιηθεί. Σεναριακά αναφέρεται ως ένας άδειος χώρος, τον οποίο οι γυναίκες αυτές ανέλαβαν να διαχειριστούν για ένα κοινωνικό όφελος, για να βρουν στέγη γυναίκες άστεγες, δαρμένες, μετανάστριες, αλλά και για να περνάνε καλά, είναι το σπίτι τους. Και στη συνέχεια, επειδή η αποθήκη τους βρίσκεται σε μια υπό «ανάπλαση» περιοχή, όπου ουσιαστικά αναμένεται να χτιστούν σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα κ.λπ., θέλουν να τις διώξουν, μετά την ανακάλυψη ενός φανταστικού «ιδιοκτήτη» του χώρου κι αυτές δεν το αποδέχονται. Κι εκεί προστρέχουν και γυναίκες που είναι για χρόνια ταγμένες στο γυναικείο κίνημα, η Δέσποινα η Τζούμα, η Μαρία η Λιάπη, η Lauretta Macauley, πρόεδρος της «Ένωσης Αφρικανών Γυναικών», η σημαντική Μεξικάνα σκηνοθέτρια Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, που έχουμε την τιμή να ζει στον τόπο μας.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα της Μητριαρχίας;

Η ταινία μόλις ολοκληρώθηκε πήγε στις «Νύχτες Πρεμιέρας», γιατί ήταν το πιο κοντινό φεστιβάλ, κι ελπίζουμε ότι θα ανοίξει τα «φτερά» της σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, για να συναντήσει τις γυναίκες και τους άντρες του κόσμου. Θα προβληθεί, επίσης, και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέχρι τώρα τις πρεμιέρες των ταινιών μου τις πήγαινα στο ΦΚΘ, γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ξαναβρεί τον τόνο, την ψυχή, το δυναμισμό και να αναδεικνύει τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θεωρείτε πως δεν το κάνει επαρκώς;

Θεωρώ ότι δεν το έκανε επαρκώς. Δεν είμαι εναντίον της διεθνούς μορφής του, αντιθέτως, απλώς η ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή πλευρά και την ανάδειξη του ελληνικού κινηματογράφου πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται και να γίνεται έτσι, ώστε να ωφελεί τον ελληνικό κινηματογράφο. Όχι μόνο τους κινηματογραφιστές, αλλά και τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς, όλο αυτό τον κόσμο που πασχίζει να κάνει ταινίες υπό πολύ αντίξοες συνθήκες. Να είναι το ΦΚΘ το πρώτο βήμα.

Η ταινία του Νίκου Κορνήλιου Μητριαρχία προβάλλεται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη», 17:00.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site της http://www.matriarchythemovie.com/


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Tayfun Pirselimoğlu: «Το ζήτημα της ταυτότητας αποτελεί εμμονή για μένα»

Τακτικός επισκέπτης και φίλος της Ελλάδας, ο γνωστός Τούρκος σκηνοθέτης Tayfun Pirselimoğlu βρέθηκε για άλλη μια φορά την προηγούμενη εβδομάδα στην Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει, σε πανελλήνια πρεμιέρα, την πιο πρόσφατη δουλειά του Εγώ δεν είμαι αυτός (Ben O Değilim), στα πλαίσια της Εβδομάδας Τουρκικού Κινηματογράφου που διοργανώνεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από τις 23 έως και τις 29 Οκτωβρίου

Η ταινία θα προβληθεί στους κινηματογράφους μέσα στο Νοέμβριο. Με αφορμή την επίσκεψή του, είχαμε μια εγκάρδια συνομιλία.

Ας ξεκινήσουμε με το θεματικό πυρήνα των περισσότερων ταινιών σας, το ζήτημα της ταυτότητας σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σας;

Είναι ένα θέμα που εμμέσως με απασχόλησε και στη συγγραφική μου δουλειά. Δεν ξέρω την απάντηση, αλλά αποτελεί ενός είδους εμμονή που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Νομίζω ότι ο καθένας θέλει να γίνει κάποιος άλλος, αν βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Χωρίς λόγο. Ούτε υπάρχει κάποιο μοτίβο. Πιστεύω πως όλοι μας έχουμε συσσωρεύσει κάποιες ταυτότητες που τις κρατάμε βαθιά κρυμμένες στο μυαλό μας. Προσωπικά δεν ξέρω τι είδους ταυτότητες έχω κρυμμένες. Το πρόβλημα της ταυτότητας υπάρχει από την αρχή της ανθρωπότητας- ποιος είμαι, ποιος είναι ο άλλος. Πολλοί φιλόσοφοι έχουν θέσει αυτά τα ερωτήματα, ένας από αυτούς ήταν ο Σαρτρ. Γι’ αυτό και πολλοί αναζητούν αναφορές: μια από αυτές είναι, βεβαίως, ο Χίτσκοκ, άλλες ο Αντονιόνι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Πιραντέλλο, ο Άμπε Κόμπο.

Στο εθνικό επίπεδο, πόσο σχετική είναι αυτή η προβληματική στη σημερινή Τουρκία; Υπάρχει κρίση ταυτότητας ή υπαρξιακή αναζήτηση;

Μπορείς να «διαβάσεις» την ταινία μου και με αυτό τον τρόπο. Στην Τουρκία το ζήτημα της ταυτότητας είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, κυρίως όταν μιλάμε για τους «άλλους». Είναι ένα πραγματικό βάρος να αντιμετωπίζεσαι ως «ο άλλος», είτε είσαι Τούρκος ή Κούρδος, άντρας ή γυναίκα, Αλεβίτης ή Σουνίτης, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσα προβλήματα στην Τουρκία, γιατί πάντοτε υπάρχει αυτός που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, θεωρούμενος «παράνομος», «λανθασμένος» ή «πλαστός». Μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτό το ζήτημα στην Τουρκία, γιατί στις μέρες αυτοί οι «άλλοι» δεκάδες φορές περισσότεροι.

Αυτές οι γραμμές επαναχαράζονται ή σβήνουν, στην καλύτερη περίπτωση, κατά καιρούς; Και πού εντοπίζονται σήμερα, ιδίως μετά το Γκεζί;

Όλα άλλαξαν μετά το Γκεζί, με τρόπο μη αναστρέψιμο. Τώρα υπάρχουν πολλοί εχθροί. Υπάρχει η μία «σωστή» εκδοχή των πραγμάτων και μια μεγάλη σειρά από λανθασμένες.

Ίσως αυτές οι «λανθασμένες» εκδοχές αφορούν το μισό περίπου του πληθυσμού στην Τουρκία.

Αυτό είναι αλήθεια, ίσως να πρόκειται και για περισσότερους. Είναι προφανές πως η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη σήμερα απ’ ότι ήταν στο παρελθόν, γιατί είναι πιο σοβαρό να αποκαλείσαι «ο άλλος». Ορίζεις τον εαυτό σου έναντι των εχθρών, αν αυτοί είναι περισσότεροι, τότε αισθάνεσαι σε κίνδυνο κι άρα δικαιούσαι να τους επιτεθείς.

Επιστρέφοντας στο κινηματογραφικό πεδίο, νομίζω ότι στον Ερτζάν Κεσάλ (σημ.: τον πρωταγωνιστή της ταινίας) βρήκατε έναν ιδανικό συνεργάτη. Είναι εκπληκτικός ηθοποιός. Πώς κύλησε η συνεργασία σας μαζί του;

Είναι φίλος μου. Και δεν είναι ένας φυσιολογικός ηθοποιός. Έχουμε δουλέψει μαζί και στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτή την ταινία οι συμπαραγωγοί μου με συμβούλεψαν να συνεργαστώ με έναν νέο, γιατί όλοι μου οι ηθοποιοί είναι κάποιας ηλικίας. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν ηθοποιό νεαρής ηλικίας, αλλά κανείς δε μου έκανε, κι έτσι τα παράτησα. Και τότε εμφανίστηκε ο Ερτζάν. Σίγουρα ένας τέτοιος ρόλος είναι εξαιρετικά απαιτητικός για έναν ηθοποιό, δεν είναι εύκολο να υποδυθεί δύο χαρακτήρες. Τον θαυμάζω για τις υποκριτικές του ικανότητες, την ευφυία του, την αυστηρή του αντίληψη. Επίσης, δεν κάνω πρόβες, αλλά κουβεντιάζω για την ταινία και τη ζωή πολύ. Μου αρέσει να μιλάω μαζί του, τον εμπιστεύομαι, μπορώ να καταλάβω τα συναισθήματά του κι εκείνος τα δικά μου.

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι χαρακτήρες στις ταινίες σας είναι πολύ μοναχικοί άνθρωποι. Συνδέεται το γεγονός αυτό με την οπτική σας στη ζωή, ή οφείλεται σε άλλο λόγο;

Πρώτα από όλα, είμαι πολύ απαισιόδοξος σχετικά με τη ζωή. Κατά δεύτερο, ταξιδεύω πολύ μέσα στην Κωνσταντινούπολη, μια μεγάλη «χώρα» με πληθυσμό 15, κατ’ άλλους 20, εκατομμυρίων κατοίκων. Πηγαίνω, λοιπόν, στα καφενεία στα προάστια κι η ζωή εκεί είναι διαφορετική από τη ζωή στην περιοχή που μένω. Όταν βλέπω τους ανθρώπους στα καφενεία, δεν είναι ευτυχισμένοι, γιατί αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα όχι μόνο οικονομικής, αλλά και υπαρξιακής φύσης. Γιατί φτάνουν σε ένα σημείο, πέρα από το οποίο δεν μπορούν να προχωρήσουν, κι αυτό τους προκαλεί κατάθλιψη, είναι το τέλος. Έτσι, θέλω να αφηγηθώ τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων που έχουν κατάθλιψη. Κι οι ταινίες μου είναι καταθλιπτικές, γιατί η πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί είναι καταθλιπτική. Κι οι ιστορίες τους είναι πιο ελκυστικές για μένα, η προσπάθειά τους απλώς να επιβιώσουν. Η προσέγγισή μου είναι κατά κάποιο τρόπο ντοστογιεφσκική. Στα γράμματά του ο Ντοστογιέφσκι έλεγε: «Θαυμάζω τους καθημερινούς ανθρώπους, γιατί οι ιστορίες τους είναι οι πιο πολύτιμες».

Κουβεντιάζετε, αλληλεπιδράτε με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους;

Κουβεντιάζουμε απλώς. Το νιώθεις αυτό που βιώνουν, παρά το κατανοείς. Στην Τουρκία κάθε χρόνο διεξάγονται δεκάδες δημοσκοπήσεις που ρωτάνε «τι περιμένετε από τη ζωή;», «νομίζετε ότι θα είστε πιο ευτυχισμένοι στο μέλλον;» κ.λπ.. Οι περισσότερες είναι πλαστές. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και το μέλλον τους να είναι καλύτερο, αλλά δεν το ζουν έτσι. Πολλοί θεωρούν πως πολλά έχουν αλλάξει στην Τουρκία, επειδή η χώρα έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο. Η μόνη ελπίδα αυτών των ανθρώπων είναι να βρουν ένα διαμέρισμα μέσω του φίλου ενός φίλου, τότε θα είναι πιο ευτυχισμένοι από πριν, προσπαθούν να επιβιώσουν με αυτή την ανόητη ελπίδα, αν και κατά βάθος ξέρουν ότι αυτό δε θα συμβεί. Είμαι απαισιόδοξος. Πολλοί με ρωτούν «γιατί» και του λέω «δώστε μου ένα λόγο για να είμαι αισιόδοξος». Πιστεύω πως πρέπει να έχουμε κάποιο σκοπό, τότε θα έχουμε μια ελπίδα. Κατ’ αυτή την έννοια είμαι αισιόδοξος, πιστεύω ότι υπάρχει μια πόρτα που, αν την ανοίξουμε, θα νιώσουμε ελεύθεροι. Για να φτάσουμε, όμως, αυτή την πόρτα, πρέπει να παλέψουμε. Πρέπει να συμβεί ένας σεισμός, να πέσει μια ατομική βόμβα, δεν ξέρω…

Κάτι πολύ δραστικό και δραματικό…

Ακριβώς. Ίσως τότε η ανθρωπότητα ξυπνήσει.

Δε σας δίνει ο τουρκικός κινηματογράφος κάποια ελπίδα κι αισιοδοξία;

Οι πιο αισιόδοξοι σκηνοθέτες είναι οι Κούρδοι, γιατί υποφέρουν. Ο καλύτερος τρόπος να κάνεις μια ταινία είναι να υποφέρεις. Βιώνουν μια φρικτή κατάσταση και θέλουν να τη δείξουν. Γιατί πιστεύουν σε κάτι τόσο έντονα. Θαυμάζω κι εκτιμώ κάποιους σκηνοθέτες που ακολουθούν το δρόμο τους, μέσω μιας πιο καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γενικότερα, όμως, τα τελευταία χρόνια η ποιότητα των τουρκικών ταινιών έχει «πέσει» πολύ. Με έχουν, επίσης, απογοητεύσει οι νέοι σκηνοθέτες, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κακές ταινίες παράγουν. Προσπαθούν  απλώς να μιμηθούν κάποιους γνωστούς Τούρκους σκηνοθέτες ή τάσεις, αλλά οι δουλειές τους είναι τόσο κάλπικες, γιατί δεν υπάρχει κάποια ιδέα, απλώς η επιθυμία να αντιμετωπιστούν ως «καλοί σκηνοθέτες». Τώρα πλέον είναι πιο εύκολο να γυρίζεις ταινίες στην Τουρκία. Κάθε χρόνο γυρίζονται πάνω από 120 ταινίες. Όταν ξεκίνησα να σκηνοθετώ, γυρίζονταν 15 ταινίες το χρόνο, κι από αυτές οι 3 ήταν καλές. Τώρα είναι οι 5 από τις 150. Η αναλογία είναι η ίδια, αλλά η ποιότητα έχει υποχωρήσει.

Πόσο εξοικειωμένος είστε με τη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι έχετε συνεργαστεί, συνεργάζεστε και, ελπίζω, θα συνεργάζεστε με Έλληνες και στο μέλλον;

Με γεμίζει ευτυχία η συνεργασία με Έλληνες φίλους. Συνεργαστήκαμε, σε επίπεδο συμπαραγωγής, σε 3 ταινίες με τον Νίκο Μουστάκα, καθώς και με τον Ανδρέα Σινάνο, μια πραγματικά μνημειώδη προσωπικότητα. Έχω, επίσης, πολλούς φίλους που δουλεύουν μέσα κι έξω από το χώρο του κινηματογράφου. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που να μπορούν να σε καταλάβουν στο κινηματογραφικό πεδίο. Θαυμάζω πολύ το ελληνικό σινεμά, ξέρω πως πολλά από όσα συμβαίνουν σε αυτό σχετίζονται με την κρίση και σε τέτοιες εποχές οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Αν υπάρχει αναβρασμός, υπάρχει και το ανάλογο σινεμά- συνέβη στο Ιράν ή τη Ρουμανία. Αυτό συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα, πιστεύω, γιατί υπάρχει πόνος και κάποιοι προσπαθούν να τον εξωτερικεύσουν. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ενέργεια, κι αν υπάρχει καλός σκηνοθέτης ή σκηνοθέτρια θα εμφανιστούν. Είδες που είμαι κι αισιόδοξος, τελικά;

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Βόρρα από το Γραφείο Τύπου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος για την πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Εβδομάδα Τουρκικού Κινηματογράφου (23-29 Οκτωβρίου) βρίσκετε στο site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος http://www.tainiothiki.gr/v2/ .

Το προσωπικό site του Tayfun Pirselimoğlu είναι http://www.tayfunpirselimoglu.com , ενώ το site της πιο πρόσφατης δουλειάς του http://www.benodegilim.com .