Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

«Άρωμα» γυναίκας στις ελληνικές μικρού μήκους συμμετοχές στην 64η Μπερλινάλε



Νέες, δυναμικές και εξαιρετικά ταλαντούχες, η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη και η Ρηνιώ Δραγασάκη παρουσιάζουν στην 64η Μπερλινάλε που ξεκίνησε στις 6 Φεβρουαρίου τις καινούριες μικρού μήκους δουλειές τους. Η Washingtonia της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη προβάλλεται σε παγκόσμια πρεμιέρα στα πλαίσια του Διαγωνιστικού Προγράμματος ταινιών μικρού μήκους, ενώ το Προαύλιο της Ρηνιώς Δραγασάκη παρουσιάζεται σε διεθνή πρεμιέρα, στα πλαίσια της ενότητας Generation 14plus. Δίνουμε το λόγο στις σκηνοθέτριες!



Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη: «Απολαμβάνω να συγχέω τις πραγματικότητες στις ταινίες μου»


Η παρακολούθηση των teasers της καινούριας μικρού μήκους δουλειάς σου με γοήτευσε. Θα ήθελες να μου πεις κάτι περισσότερο για την επιλογή του τίτλου, την υπόθεση της ταινίας και τη διαδικασία των γυρισμάτων;

Η ταινία λέγεται «Washingtonia». Tο όνομα αυτό σχετίζεται με τον Washingtonian φοίνικα.  Ο φοίνικας αυτός έχει ένα χαρακτηριστικό. Δεν προσβάλλεται από το κόκκινο σκαθάρι κι έτσι επιβιώνει σε σχέση με τους υπολοίπους. Αυτό συμβαίνει, επειδή ο φοίνικας αυτός έχει μικρή καρδιά. Κι έτσι, το κόκκινο σκαθάρι δεν πηγαίνει σε αυτόν. Το «Washingtonia» σχετίζεται, επίσης, με την πόλη της Αθήνας. Η Washingtonia αποτελεί μια Αθήνα τροπική, κινηματογραφημένη με έναν εξωτικό τρόπο. Η ταινία πραγματοποιήθηκε, δυστυχώς, με ελάχιστα χρήματα, κι έγινε μέσα σε έναν μήνα, χωρίς ακριβώς να υπάρχει σενάριο, απλώς το ένα γεγονός οδήγησε στο άλλο. Και αυτό είναι το γοητευτικό μάλλον σε αυτή την ταινία. Η αίσθηση του τυχαίου που εμπεριέχει και την τύχη και το σημαδιακό.


Μια ατμόσφαιρα ανοίκειου, μυστηριακού, παράξενου κυριαρχεί στις ταινίες, ή τα αποσπάσματα ταινιών σου που έχω υπόψη μου. Ισχύει αυτό; Σε ποιο βαθμό σε έχουν επηρεάσει, αν όχι διαμορφώσει, συγκεκριμένοι δημιουργοί ή κινηματογραφικά «ρεύματα» ;

Γενικά δε θα μπορούσα να απαντήσω με ένα ναι ή όχι σε κάτι τέτοιο.  Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι απολαμβάνω να συγχέω τις πραγματικότητες στις ταινίες μου και να τις αφήνω να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ίσως από εκεί να απορρέει μια αίσθηση μαγικού ρεαλισμού. Σκηνοθέτες που με έχουν επηρεάσει είναι πολλοί. Από τον Απιτσαπόνγκ μέχρι τον Μπάρτας.


Πόσο σημαντική είναι για σένα η χρήση της μουσικής και του ήχου, γενικότερα, στις ταινίες σου και γιατί;

Ότι είναι σημαντική η χρήση του ήχου, νομίζω ότι είναι δεδομένο. Τη μουσική στις ταινίες γενικά την αποφεύγω. Μόνο στην τελευταία χρησιμοποίησα μουσική, το τραγούδι της Μαίρη Λω «Βαριέμαι». Αλλά νομίζω ότι το έκανα, γιατί ουσιαστικά ξεκίνησα από αυτό το κομμάτι. Το σενάριο διαμορφώθηκε, δηλαδή, πάνω σε αυτό το κομμάτι και, αν έλειπε, για μένα η ταινία θα έμενε ανολοκλήρωτη.


Η ιμπρεσιονιστική ματιά σου στο Σαράγεβο, όπως αποτυπώνεται στο Patience (After sunburn), με «ταξίδεψε» όσο κι ένα πραγματικό ταξίδι. Εκτιμώ πώς είναι ό,τι πιο ολοκληρωμένο έχεις μέχρις στιγμής σκηνοθετήσει. Πώς βίωσες την παραμονή στην πόλη και πώς αξιολογείς τη
συμμετοχή σου στο Sarajevo Talent Lab;

Το «Patience» («Αfter Sunburn») το έκανα, γιατί κάποιος φίλος που είναι από το Σαράγεβο και δεν μένει πια εκεί μου είπε να του τραβήξω κάποια  πλάνα και να του τα στείλω. Επειδή δεν προλάβαινα να το κάνω, από τύψεις τράβηξα πλάνα όσο ήμουν μέσα στα ταξί επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, ή στο αεροδρόμιο. Από τότε, κάθε φορά που είμαι σε μια ξένη πόλη, κάνω ένα τέτοιο οπτικό ημερολόγιο. Ένα χρόνο μετά από αυτό το βίντεο επέστρεψα στο Σαράγεβο και γύρισα μια ταινία εκεί σε συν-σκηνοθεσία με την Καταρίνα Στάνκοβιτς. Η ταινία λέγεται «Morning Prayers», που έγινε με χρηματοδότηση από το Sarajevo Film Festival


Θεωρείς ότι το διεθνές ενδιαφέρον στις ελληνικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο ή όντως κάτι «κινείται» στην εγχώρια κινηματογραφία;

Το αυγό έκανε την κότα, ή η κότα το αυγό...


Αισθάνεσαι έτοιμη να «μεταπηδήσεις» στη σκηνοθεσία μιας μεγάλου μήκους ταινίας;

Ναι, αλλά θέλω να κάνω κι άλλες μικρού μήκους. Δεν το θεωρώ «μεταπήδηση». Η κάθε φόρμα (μικρού ή μεγάλου) έχει τη δική της ξεχωριστή δυναμική, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται εξίσου κινηματογραφικά.


Σε εξέπληξε η επιλογή της Washingtonia για το Διαγωνιστικό Πρόγραμμα των μικρού μήκους ταινιών της 64ης Μπερλινάλε;

Με εξέπληξε. Θετικά.


Δείγματα δουλειάς της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη είναι διαθέσιμα προς παρακολούθηση στο προσωπικό της κανάλι στο vimeo: http://vimeo.com/user8246489 .





Ρηνιώ Δραγασάκη: «Μ’ αρέσουν οι coming of age ταινίες»


Μίλησέ μου για την ταινία, τη διαδικασία γυρισμάτων, τυχόν δυσκολίες που συνάντησες, όμορφες στιγμές που θυμάσαι…

Το «Προαύλιο» ήταν μια ανάθεση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (Ε.Κ.Κ.) και το Athens Open Air Film Festival («Νύχτες Πρεμιέρας»). Ζήτησαν από 5 σκηνοθέτες να κάνουμε από μια μικρού μήκους ταινία που να έχει ως γενικό θέμα «Καλοκαίρι στην Αθήνα. Φόβος, Ελπίδα», με ένα σχετικά μικρό budget. Υπήρχε πανικός, γιατί, όταν το έμαθα, την επομένη έφευγα για σεμινάρια σεναρίου στη Νίσυρο. Οπότε θεώρησα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πειραματιστώ με κάτι που μου αρέσει. Έτσι προέκυψε η αρχική ιδέα. Πρόκειται για κάποια παιδιά στο προαύλιο ενός σχολείου που ξεκινάνε να παίζουν μπουγέλο, το οποίο σιγά σιγά εξελίσσεται σε κάτι πιο βίαιο. Ήθελα να γυρίσω την ταινία σε πολύ slow motion, έτσι ώστε όλη αυτή η κίνηση, του να πετάς νερό, να γίνει πιο κινηματογραφική και, ταυτόχρονα, μαγική κι έπειτα άρχισα να ψάχνω το χώρο του σχολείου. Αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες, γιατί ήταν μια περίοδος που είχαν βγει σε διαθεσιμότητα οι φύλακες και επικρατούσε ένας χάος στο σχολείο- ήταν και καλοκαίρι. Για καλή μου τύχη, βρέθηκε το 8ο Λύκειο, που βρίσκεται κάτω από την πλατεία Κολιάτσου, ένα τρομερά παλιό σχολείο του ’30. Ο διευθυντής, πολύ καλός, μου το έδωσε και οι αίθουσες με ενέπνευσαν. Έμοιαζαν λίγο με φυλακή. Ένα σημαντικό κομμάτι ήταν ότι ήθελα να παίζουν παιδιά σε προεφηβική και εφηβική ηλικία, οπότε συγκέντρωσα τα παιδιά που είχαν παίξει στην προηγούμενη ταινία μου (σημ.: «Ο μπαμπάς μου, ο Λένιν και ο Φρέντυ») και κάποια από το Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο Γέρακα, έντεκα στο σύνολο. Ήθελα να βγει ένα συναίσθημα με αυτή την ταινία, καθώς και το feeling της αμφισβήτησης, της ορμής και της αθωότητας.


Πώς πήγε η συνεργασία με τα παιδιά;

Μ’ αρέσουν οι coming of age ταινίες. Και τώρα που γράφω δυο σενάρια για μεγάλου μήκους ταινίες, έχουν πάλι να κάνουν με το ζήτημα της ενηλικίωσης. Η πρώτη έχει προσωρινό τίτλο «The girl next door» («Η διπλανή μου»), η άλλη ονομάζεται «Πανελλήνιος»- θυμίζει τον «Ένοικο» του Πολάνσκι. Από την προηγούμενη ταινία μου, κατάλαβα ότι, αν έχεις παιδί στο γύρισμα, το αποφορτίζει. Ακόμη κι αν εσύ θες να είσαι σοβαρός, έρχεται το παιδί και τα διαλύει! Μ’ αρέσει αυτός ο αυτοσχεδιασμός που προκύπτει, θέλοντας και μη. Τα παιδιά εκστασιάστηκαν στα γυρίσματα του «Προαύλιου». Αρχικά το παιχνίδι είναι πιο αθώο, μετά γίνονται πιο επιθετικά και προς το τέλος βγαίνουν όντως κάποια άλλα συναισθήματα. Όσο δεν έλεγα «cut!», συνέχιζαν.


Έχει επηρεαστεί η ματιά σου από σκηνοθέτες όπως ο Τρυφώ, που εστιάζουν σε αυτή την ηλικία;

Όχι. Νομίζω ότι οι επιρροές είναι κάτι πολύ περίεργο. Ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης είναι ο Κιούμπρικ.  Είναι κι ο Γούντι Άλεν. Με ιντριγκάρει να κάνω διαφορετικά πράγματα.


Τι σε ιντριγκάρει περισσότερο στην παιδική ηλικία- ή την προεφηβική;

Νομίζω ότι νιώθω ακόμη παιδί. Όταν μιλώ με το παιδί που υποδύεται ένα ρόλο, αισθάνομαι ίση με αυτό. Στην προηγούμενη ταινία μου μπήκα στη διαδικασία να θυμηθώ πώς είναι να είσαι παιδί.

Ως πιτσιρίκα, σου άρεσε και ο Φρέντι Κρούγκερ;

Με έλκυε και με φόβιζε συγχρόνως. Πολύ έντονη εμπειρία!

Θεωρείς ότι αυτό που συμβαίνει στην εγχώρια κινηματογραφία τα τελευταία χρόνια έχει βάθος;

Νιώθω ότι έχει βγει ένα ευρύτερο φάσμα ανθρώπων στο προσκήνιο. Από ανθρώπους μεγαλύτερους από μένα που προσπαθούσαν για χρόνια να κάνουν ταινία και δεν το κατάφερναν, όπως η Ελίνα Ψύκου, μέχρι τη δική μου γενιά και τους νεώτερους. Όλοι αυτοί τόλμησαν. Έχει γίνει κάτι σημαντικό. Ας μη γίνει, όμως, το σύνηθες να γυρίζονται ταινίες με πολύ λίγα λεφτά, θα τρελαθούμε! Αυτό που με στενοχωρεί και με «πνίγει» είναι να βλέπω ανθρώπους που είναι μεγάλοι και έχουν χαράξει τη δική τους πορεία να είναι τόσο μικρόψυχοι. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την Ελλάδα του τώρα. Υπάρχουν, πάντως, αλληλεκτίμηση και αλληλοϋποστήριξη ανάμεσα σε πολλούς σκηνοθέτες που γνωριζόμαστε μεταξύ μας, κι αυτό θεωρώ ότι νικά την υποκρισία.


Μπορείτε να παρακολουθήσετε την προηγούμενη ταινία της Ρηνιώς Δραγασάκη (Ο μπαμπάς μου, ο Λένιν και ο Φρέντυ) πληκτρολογώντας τον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.youtube.com/watch?v=PBEuJbzvAdM .



Η Washingtonia της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη κάνει τη βερολινέζικη (και παγκόσμια) πρεμιέρα της την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου, ενώ το Προαύλιο της Ρηνιώς Δραγασάκη μας υποδέχεται μία μέρα αργότερα, τη Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου. Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα της 64ης Μπερλινάλε, στο: http://www.berlinale.de/en/HomePage.html .

Η πρώτη δημοσίευση του κομματιού έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .

 

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Νάνσυ Σπετσιώτη: «Η εξουσία διαστρεβλώνει την αλληλεγγύη, γιατί η αλληλεγγύη γεννά δύναμη»



Αν και μικρές σε διάρκεια, οι κινηματογραφικές δημιουργίες της Νάνσυς Σπετσιώτη, μιας αθόρυβης και χαμηλών τόνων σκηνοθέτριας, χαρακτηρίζονται από μια ματιά βαθιά ανθρωποκεντρική, αξιοθαύμαστη αφηγηματική λιτότητα και πυκνότητα νοημάτων. Οι χαρακτήρες της είναι «καθημερινοί» άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», συχνά μοναχικοί, οι ιστορίες τους φαινομενικά «μικρές», κι όμως τόσο οικείες. Η διαδικτυακή ανάρτηση της μικρού μήκους αντιρατσιστικής ταινίας της Jafar (2011) πριν από μερικές βδομάδες συζητήθηκε πολύ, έχοντας ήδη ξεπεράσει τις 600.000 προβολές! Με αφορμή τη συγκεκριμένη ταινία και το αφιέρωμα στο σύνολο των μικρού μήκους ταινιών της Νάνσυς Σπετσιώτη, που πραγματοποιείται αυτές τις μέρες στον κινηματογράφο «Τιτάνια», κουβεντιάζουμε μαζί της.


Μέσα σε λίγες μόνο βδομάδες από την ανάρτησή της στο διαδίκτυο, η μικρού μήκους ταινία σου Jafar, αν και παραγωγή του 2011, μετρά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες προβολές. Πώς ερμηνεύεις αυτή την «έκρηξη» δημοφιλίας; Τι σε ώθησε να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία; 

Ερμηνεύεται από  τη δύναμη του διαδικτύου και των  μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και  το ότι η συγκεκριμένη ταινία, με το θέμα που θίγει, μπορεί να κινητοποιήσει το συναίσθημα κι έτσι να περάσει σε πιο πολλούς θεατές. Αλλά κι ο αντίλογος που μπορεί να φέρει ερμηνεύει, απ’ την άλλη πλευρά, αυτή την απήχηση. Αυτό που με ώθησε να αφηγηθώ τη συγκεκριμένη ιστορία ήταν το σενάριο που έπεσε στα χέρια μου τυχαία κι αμέσως με κίνησε συναισθηματικά. Το πώς αυτή η μικρή ατάκα στο τέλος σε «κρατάει» και σου γεννάει τόσες σκέψεις. Γιατί η ταινία δε  μένει μόνο σ’ ένα επίπεδο, το αντιρατσιστικό, φανερώνει την ανθρωποφοβία μας εν γένει και μας καταδεικνύει ότι πρέπει να κοιτάμε πέρα απ’ τα φαινόμενα σε οποιαδήποτε περίπτωση και να βάζουμε πάνω απ’ όλα την ανθρώπινή μας υπόσταση.

Εστιάζεις σε «μικρές», καθημερινές ιστορίες, σε ανθρώπους πολλές φορές μοναχικούς, συχνά σπρωγμένους στο περιθώριο της κοινωνίας. Γιατί;

Μα οι μικρές καθημερινές  μας  ιστορίες φτιάχνουν τα μεγάλα. Δεν έχει σχέση η εμβέλεια της ζωής του ήρωα, για να μπορέσει να γίνει θελκτικός. Κι ούτε θεωρώ πως όλοι οι ήρωές μου είναι σπρωγμένοι στο περιθώριο της ζωής. Γιατί μπορεί να είσαι μέσα στον κόσμο και να αισθάνεσαι επίσης στο περιθώριο. Απλώς η μοναξιά ως δραματουργικό στοιχείο βοηθά όσον αφορά την εμβάθυνση στην ψυχολογία ενός χαρακτήρα. 

Η τόσο διαστρεβλωμένη και συκοφαντημένη από την εξουσία έννοια της αλληλεγγύης είναι παρούσα ως βίωμα στις περισσότερες δουλειές σου. Πώς την αντιλαμβάνεσαι προσωπικά και πόσο λείπει στην εποχή μας;

Η ουσία μας  ως άνθρωποι πρέπει να’ναι η αλληλεγγύη. Γιατί βιώνουμε πράγματα μαζί, στον ίδιο ζωτικό χώρο. Όταν λοιπόν παραμερίσουμε το εγώ και πάμε στο εμείς, δε θα χάσουμε, μα θα κερδίσουμε, γιατί δυναμώνοντας το σύνολο, δυναμώνουμε εμείς οι ίδιοι. Η εξουσία διαστρεβλώνει την αλληλεγγύη, γιατί η αλληλεγγύη γεννά δύναμη και κάτι τέτοιο προφανώς δεν τη συμφέρει… Η αλληλεγγύη τα τελευταία χρόνια, λόγω κρίσης, ακούγεται σαν λέξη κι έχει γίνει λίγο σαν καραμέλα. Μα πρέπει να «βουτήξουμε» στην ουσία της, για να δούμε να ξεδιπλώνει τη δυναμική της.

Είναι αξιοθαύμαστη η αφηγηματική οικονομία που χαρακτηρίζει τις ταινίες σου. Αν ήσουν συγγραφέας, πιστεύω ότι θα διέπρεπες στη διηγηματογραφία. Εκτιμάς ότι υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στη σκηνοθεσία  ταινιών μικρού μήκους και τη συγγραφή διηγημάτων;

Έχω γράψει κάποια διηγήματα, για ένα από τα οποία έχω βραβευθεί. Η αναλογία προφανώς έγκειται στην πυκνότητα και την αφηγηματική λιτότητα της ταινίας μικρού μήκους και του διηγήματος όσον αφορά τη γραφή και των δύο. Η σκηνοθεσία είναι άλλο πράγμα που χρειάζεται κι αυτή λιτότητα, όταν μιλάμε για μικρού μήκους ταινία. 

Τόσο το Ουκ αν λάβοις (2012), όσο και η Αντιπαροχή (2013), η πιο πρόσφατη δουλειά σου, αντανακλούν την οικονομική (και όχι μόνο) κρίση που ταλανίζει μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια. Πόσο σε «βαραίνει» αυτή η ζοφερή κατάσταση και πώς πιστεύεις ότι θα μπορούσε να ξεπεραστεί;

Και με βαραίνει, αλλά πολύ περισσότερο με θυμώνει,  γιατί δεν ήρθε έτσι μια ωραία πρωία, αλλά γεννήθηκε από μια αλληλουχία γεγονότων που τα βλέπαμε και εθελοτυφλούσαμε ή κωφεύαμε. Και το άσχημο είναι ότι τα παράσιτα αυτής της γενεσιουργού κατάστασης συνεχίζουν να υπάρχουν… και ο νοών νοείτω… Θα ξεπεραστεί μόνο αν το θελήσουμε πραγματικά, αν το διεκδικήσουμε στην καθημερινότητά μας, σε ό,τι κι αν κάνουμε, στην κάθε μας πράξη.  

Δεν κρύβεις τις αριστερές πολιτικές σου καταβολές και πεποιθήσεις. Μπορεί ο κινηματογράφος να αποτελέσει εργαλείο πολιτικής και συνειδησιακής αφύπνισης, κατά τη γνώμη σου;

Εννοείται πως  μπορεί. Απ’ τη στιγμή που κάθε μας  πράξη μπορεί να αποτελέσει εργαλείο πολιτικής αφύπνισης. Κι επειδή ο  κινηματογράφος ασχολείται με ζωές και  πράξεις ανθρώπων, είναι ένα από  τα βασικά εργαλεία. Πέρα από φορέας διασκέδασης, πρέπει να’ ναι φορέας αιχμής της συνείδησης. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Ανήκεις σε μια, ηλικιακά τουλάχιστον, νέα γενιά δημιουργών. Είσαι αισιόδοξη για τις προοπτικές της, δεδομένης και της διεθνούς απήχησης που φαίνεται να έχουν πολλές πρόσφατες ελληνικές παραγωγές;

Είμαι αισιόδοξη,  γιατί, παρόλα τα ζοφερά, υπάρχει πείσμα για δημιουργία και μεγάλη ανάγκη έκφρασης. Είναι εξαιρετικά θετική η εκτός  συνόρων φεστιβαλική  απήχηση των ταινιών. Μα δεν πρέπει να μείνουμε προσηλωμένοι σε ένα είδος  και μια κινηματογραφική ματιά. Γιατί υπάρχουν πολλά κι ενδιαφέροντα βλέμματα δημιουργών που θα ’ταν πολύ όμορφο να ταξιδέψουν κι αυτά.


Μπορείτε να παρακολουθήσετε τις περισσότερες μικρού μήκους ταινίες της Νάνσυς Σπετσιώτη στο διαδικτυακό κανάλι της στο youtube, στη διεύθυνση http://www.youtube.com/user/nancyspe81 .

Συνεχίζεται, στο μεταξύ, μέχρι και την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου το αφιέρωμα στο σύνολο των μικρού μήκους ταινιών της, το οποίο πραγματοποιείται στον κινηματογράφο «Τιτάνια» (Θεμιστοκλέους 5 & Πανεπιστημίου), κάθε βράδυ στις 8.

Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ανταπόκριση από τη δίκη των δολοφόνων του Σεχζάντ Λουκμάν (3η συνεδρίαση, Παρασκευή 17/1)

Ακριβώς ένα χρόνο μετά τη στυγερή δολοφονία του Σεχζάντ Λουκμάν, συνεχίστηκε την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου στο Πρωτοδικείο Αθηνών η δίκη των, κατ’ ομολογία τους, δραστών της, Λιακόπουλου και Στεργιόπουλου.

Στην τρίτη συνεδρίαση της δίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως και τις προηγούμενες φορές, σε μία αίθουσα κατάμεστη από αλληλέγγυους αντιφασίστες, κατέθεσαν 4 μάρτυρες υπεράσπισης, 3 από την πλευρά Στεργιόπουλου και ένας από την πλευρά Λιακόπουλου, καθώς και ένας μάρτυρας κατηγορίας, ο Πέτρος Κωνσταντίνου, δημοτικός σύμβουλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Δήμο Αθηναίων και συντονιστής της ΚΕΕΡΦΑ (Κίνηση Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή).

Πρώτος εξετάστηκε ο αδερφός του Λιακόπουλου, Νίκος Λιακόπουλος. Στην προσπάθειά του να εξηγήσει πώς βρέθηκαν 117 φυλλάδια, καθώς και αυτοκόλλητα, της νεοναζιστικής Χ.Α. στο δωμάτιο του αδερφού του, υποστήριξε πως «προσεγγίστηκε από τη Χ.Α. κατά την προεκλογική περίοδο. Τα πήρε, γιατί φοβήθηκε μήπως τον προπηλακίσουν, αντί να τα πετάξει στον κάδο των αχρήστων». «Συνηθίζει να μαζεύει τη σαβούρα από το δρόμο», απάντησε σε σχετική ερώτηση του συνήγορου πολιτικής αγωγής Ζώτου. «Θα μπορούσα να το καταλάβω από τη συμπεριφορά του, αν ήταν μέλος της Χ.Α.», δήλωσε. Σύμφωνα με τον Νίκο Λιακόπουλο, ο αδερφός του έφερε το μαχαίρι «για αυτοπροστασία.. Κάποιο βράδυ τον είχαν κλέψει ναρκομανείς στο Θησείο και αυτό τον είχε στιγματίσει». Για τα υπόλοιπα μαχαίρια που βρέθηκαν στο δωμάτιο του αδερφού δήλωσε άγνοια. Κατά τον ίδιο, ο αδερφός του είναι άνθρωπος «φυσιολογικός, όχι νευρικός ή ευέξαπτος», ενώ για το επίμαχο βράδυ υποστήριξε πως ο αδερφός του του είπε πώς «πιαστήκανε στα χέρια» με τον Σεχζάντ Λουκμάν, γεγονός που διαψεύδεται από την αρχική κατάθεση του ίδιου του δράστη.


Ακολούθησε η κατάθεση της μητέρας του Στεργιόπουλου, Αλεξάνδρας Μπλέτσου. «Του είχα εμπιστοσύνη, δε μου είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Το μαχαίρι το είχε για τη δουλειά του (σημ. μέχρι τη σύλληψή του υπηρετούσε στο Πυροσβεστικό Σώμα) », υποστήριξε. Άφθονα γέλια σκόρπισε στην αίθουσα η δήλωσή της πως το ρόπαλο του μπέιζμπολ που βρέθηκε στο δωμάτιο του γιου της ήταν «διακοσμητικό», και ότι στο παρελθόν «ήταν στο κατηχητικό κι έκανε παρέα πάντα με συμμαθητές, γνωστούς, ανθρώπους της εκκλησίας». Σύμφωνα με την μητέρα του, «έχει μετανιώσει πάρα πολύ για την πράξη του», ενώ δεν είχε σχέση με κάποιο πολιτικό κόμμα.

Στη συνέχεια κατέθεσε η Ευθυμία Λαγκαδή, γειτόνισσα του Στεργιόπουλου και οικογενειακή τους φίλη, η οποία τον χαρακτήρισε «ήρεμο», επικρίνοντας, πάντως, την πράξη του.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ολοκληρώθηκαν με τον Σωτήριο Μανουσάκη, φίλο του Στεργιόπουλου και καθηγητή της Μέσης Εκπαίδευσης στο Αιγάλεω. «Δεν ήταν τσαμπουκάς, ούτε είχε παραβατική συμπεριφορά», ισχυρίστηκε. Επιχειρώντας να τεκμηριώσει τη «φιλανθρωπική» και «αντιρατσιστική» δράση του Στεργιόπουλου, υποστήριξε πως κάποτε είχε προσφέρει σάντουιτς σε έναν αλλοδαπό που καθάριζε τζάμια αυτοκινήτων, ενώ συμμετείχε στους εράνους που διοργάνωνε η εκκλησία στη Νέα Σμύρνη. Επειδή, μάλιστα, «ο Στεργιόπουλος δεν ήθελε να λουφάρει, αλλά να προσφέρει στην πατρίδα», κατατάχτηκε στις Ειδικές Δυνάμεις ως πεζοναύτης.

Διαρκώς διακοπτόμενος τόσο από την εισαγγελέα, όσο και από την πρόεδρο του δικαστηρίου, κατέθεσε, στη συνέχεια, ο Πέτρος Κωνσταντίνου. «Έχουν υπάρξει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά τα τελευταία χρόνια. 400 κρούσματα ρατσιστικής βίας έχουν σημειωθεί την τελευταία 4ετία, ενώ λίγες υποθέσεις έχουν οδηγηθεί σε δίκη. Υπάρχει ατιμωρησία. Τα Πετράλωνα και η ευρύτερη περιοχή είναι χώρος δράσης ακροδεξιών οργανώσεων. Έχουν χρησιμοποιηθεί παρόμοια όπλα σε πολλές ρατσιστικές επιθέσεις. Οι Πακιστανοί έχουν στοχοποιηθεί τα τελευταία 2-3 χρόνια ως Μουσουλμάνοι και «λαθρομετανάστες». Στην ΚΕΕΡΦΑ καταγράφουμε καταγγελίες», υποστήριξε ο Πέτρος Κωνσταντίνου, επιδιώκοντας να αναδείξει το ρατσιστικό υπόβαθρο της δολοφονίας του Λουκμάν, για να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα και την ειρωνεία της έδρας. Η εισαγγελέας, συγκεκριμένα, τον έψεξε, γιατί η ΚΕΕΡΦΑ εξέδωσε ανακοίνωση για τη δολοφονία πριν την επίσημη αστυνομική ανακοίνωση, η δε πρόεδρος, γιατί τη συνέδεσε με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. «Μη συνδέετε περιστατικά άσχετα με το επίδικο», τον επέπληξε.


Στη διάρκεια της διακοπής της συνεδρίασης υπήρξαν προπηλακισμός έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου των δραστών της δολοφονίας του Λουκμάν από αλληλέγγυους αντιφασίστες και έντονος διαπληκτισμός με την μητέρα του Στεργιόπουλου. Με αφορμή τα περιστατικά αυτά, υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Στεργιόπουλου Φούσσα αίτημα να καταστούν αυστηρότερα τα μέτρα ασφαλείας και να διεξάγεται η δίκη κεκλεισμένων των θυρών. Το τελευταίο αίτημα απορρίφθηκε από την έδρα. Η δίκη συνεχίζεται στις 31 Ιανουαρίου.

Από τη μέχρι τώρα εξέλιξή της, καθώς και από την προδικαστική διαδικασία, είναι, πάντως, ξεκάθαρη η προσπάθεια των αρχών, αστυνομικών και δικαστικών, να υποβαθμίσουν το ρατσιστικό υπόβαθρο της δολοφονίας του Σεχζάντ Λουκμάν, γεγονός που αποδεικνύεται από την ολιγωρία τους να εξετάσουν εγκαίρως και διεξοδικά όλα τα στοιχεία που συνδέονται με την υπόθεση.

Όπως, άλλωστε, επεσήμανε κατά τη διάρκεια της 2ης συνεδρίασης ο συνήγορος πολιτικής αγωγής Κώστας Παπαδάκης, ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών των δύο δραστών, γεγονός που θα συνέβαλλε στη διερεύνηση τυχόν διασυνδέσεών τους με τη Χ.Α., ή άλλες ακροδεξιές οργανώσεις. Δε δημοσιοποιήθηκαν, εξάλλου, φωτογραφίες, ή άλλα προσωπικά τους δεδομένα, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε υποθέσεις, όπου οι κατηγορούμενοι είναι αναρχικοί. «Αν ήταν αναρχικοί, θα τους είχαν φορτώσει το μισό ποινικό κώδικα», έχει τονίσει χαρακτηριστικά ο Παπαδάκης. Από τη δε έδρα συχνά αποκαλούνται «παιδιά», λες και δεν πρόκειται για συνεργούς σε μία στυγερή δολοφονία, ενώ σε κάθε ευκαιρία γίνεται επίκληση από την πλευρά της υπεράσπισης του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, βάσει του οποίου δεν αποδεικνύεται η ένταξή τους σε εγκληματική οργάνωση (Χ.Α.), γι’ αυτό και δεν προφυλακίστηκαν για αυτή την κατηγορία. Το βούλευμα αυτό δεν είναι, ωστόσο, τελεσίδικο, ούτε προδικάζει την τελική κρίση του δικαστηρίου. Εμφανής είναι, τέλος, η απόπειρα να πέσει «στα μαλακά» ο Στεργιόπουλος, με την επίκληση του ισχυρισμού από τον συνήγορό του Φούσσα ότι η μαχαιριά που κατέφερε στο θύμα δεν ήταν θανατηφόρα.

Αν και δεν τρέφουμε αυταπάτες για τη λειτουργία και το χαρακτήρα των μηχανισμών εξουσίας, κομμάτι των οποίων συνιστά και η δικαστική εξουσία, αναμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη συνέχεια και την τελική έκβαση μιας δίκης με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.

Η πρώτη δημοσίευση του ρεπορτάζ έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ισλανδία: Στα σύνορα του κόσμου…



Με μια έκταση ίση με εκείνη της Βρετανίας, αλλά πληθυσμό που μετά βίας αγγίζει τις 300.000 ψυχές, η Ισλανδία, το πιο αραιοκατοικημένο ευρωπαϊκό κράτος, είναι προικισμένη από τη φύση με μια απόκοσμη, σχεδόν σεληνιακή γοητεία, και από τους κατοίκους της με μια πλούσια Ιστορία και ένα ζωντανό πολιτισμό.

Η πρώτη πιθανολογούμενη αναφορά στην Ισλανδία ανάγεται στον 4ο π.Χ. αι. και αποδίδεται στον Μασσαλιώτη Έλληνα εξερευνητή Πυθέα, ο οποίος την αποκαλεί «Έσχατη Θούλη». Οι πρώτοι εποικιστές της «Θούλης», γύρω στον 6ο με 7ο μ.Χ. αι., είναι Ιρλανδοί καλόγεροι, οι οποίοι τη θεωρούν ιδανικό τόπο για διαλογισμό. Το 874 μ.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη του εποικισμού της Ισλανδίας από τους Βίκινγκς. Το 984 ξεκινά ο, συχνά βίαιος, εκχριστιανισμός των μέχρι τότε παγανιστών Ισλανδών και το 1000 ο Χριστιανισμός καθιερώνεται ως η επίσημη θρησκεία του νησιού. Στις μέρες μας, οι Ισλανδοί είναι από τους πλέον θρησκευόμενους Ευρωπαίους, αν και εκκλησιάζονται σπάνια. Για σημαντικό τμήμα των Ισλανδών, ωστόσο, η χριστιανική θρησκευτικότητα συμβαδίζει αρμονικά με μια, πιθανότατα παγανιστικής προέλευσης, πίστη στην ύπαρξη των λεγόμενων «κρυμμένων ανθρώπων» (Huldufólk), αλλιώς και ξωτικών. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι «κρυμμένοι άνθρωποι», ορατοί μόνο σε όσους διαθέτουν «έκτη αίσθηση», ζουν ανάμεσα στους βράχους και επηρεάζουν, με τον τρόπο τους, τη ζωή των «κανονικών» ανθρώπων!

Η έλευση του 13ου αι. αποτελεί την αφετηρία της σκοτεινότερης περιόδου στην ιστορία της Ισλανδίας. Η απόλυτη ξενική κατοχή, αρχικά από τη Νορβηγία, κατόπιν από τη Δανία και, για ένα μικρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του 20ου αι. από τη Βρετανία, σε συνδυασμό με τους εμπορικούς περιορισμούς και τις φυσικές καταστροφές, σημαδεύουν ανεξίτηλα τη συγκεκριμένη περίοδο. Στις 17 Ιουνίου του 1944, ωστόσο, η Ισλανδία ανακηρύσσεται πανηγυρικά σε ανεξάρτητο κράτος. Το 1949, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή στρατιωτική της ουδετερότητα, συμμετέχει στην ίδρυση του ΝΑΤΟ και δυο χρόνια αργότερα επιτρέπει την εγκατάσταση αμερικανικής αεροπορικής βάσης κοντά στο αεροδρόμιο του Κέφλαβικ (Keflavík).

Η οικονομία της Ισλανδίας στηρίζεται κυρίως στην αλιεία. Το επίπεδο διαβίωσης είναι από τα υψηλότερα παγκοσμίως. Το ίδιο ισχύει και για το κόστος ζωής (δυστυχώς για την πλειονότητα των επισκεπτών!), δεδομένης της εξάρτησης της Ισλανδίας από τις εισαγωγές όσον αφορά τα περισσότερα είδη.

Από γεωλογικής άποψης, η Ισλανδία είναι μια από τις πιο νεοδημιούργητες περιοχές στον κόσμο: οι παλαιότεροι βράχοι της έχουν ηλικία «μόλις» 14 εκατομμυρίων χρόνων, μια εποχή κατά την οποία οι δεινόσαυροι είχαν προ πολλού εξαφανιστεί! Ευρισκόμενη ακριβώς πάνω στο σημείο, όπου η ευρασιατική και η αμερικανική τεκτονική πλάκα απομακρύνονται αργά, είναι μια από τις πλέον σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη, ενώ πλαταίνει κατά περίπου ένα εκατοστό το χρόνο.

Στο Εθνικό Πάρκο του Πίνγκβελλιρ (Þingvellir), περίπου μία ώρα βορειοανατολικά του Ρέυκιαβικ, είναι πιο ορατή από οπουδήποτε αλλού στην Ισλανδία η ύπαρξη του προαναφερθέντος γεωλογικού φαινομένου: ένα δυσοίωνο ρήγμα 4 χιλιομέτρων σε πλάτος και 40 χιλιομέτρων σε βάθος προκαλεί δέος. Σε αυτή την τοποθεσία συγκαλείται, εξάλλου, το 930 μ.Χ. η πρώτη Βουλή στην ιστορία της Ισλανδίας. 


Από καθαρά φυσιολατρικής άποψης, ηφαίστεια, παγετώνες, φιορδς, θερμές πηγές, γκέυζιρ (geyser), λίμνες, ποτάμια, καθώς και τουλάχιστον 300 καταγεγραμμένα είδη πουλιών, συνθέτουν ένα σκηνικό αξεπέραστης και άγριας ομορφιάς. Αν μια από τις διασημότερες θερμαινόμενες ανοικτές «πισίνες», η Blue Lagoon, μόλις 45 λεπτά από το Ρέυκιαβικ, σας φαίνεται υπερβολικά «τουριστική», δύσκολα θα αντισταθείτε στην παιχνιδιάρικη γοητεία του θερμοπίδακα Στρόκκουρ (Strokkur), «μικρού αδερφού» του, αρκετά εντυπωσιακότερου, αλλά δυστυχώς ανενεργού από τη δεκαετία του ’60 Γκέυζιρ (Geysir). Ενώ οι δίδυμοι «Χρυσοί Καταρράκτες» (Gullfoss), πέραν του ότι θα σας «πιτσιλίσουν» ανελέητα, αν έχετε την απρονοησία να τους πλησιάσετε υπερβολικά, ίσως σας υπενθυμίσουν τη μικρότητα του ανθρώπου απέναντι στα φυσικά φαινόμενα.



Ρέυκιαβικ: πόλη… για να ζεις

Το Ρέυκιαβικ (Reykjavík), η βορειότερη πρωτεύουσα στον κόσμο, και τα προάστιά του συγκεντρώνουν το 60% του πληθυσμού της Ισλανδίας. Κωμόπολη φιλική στον επισκέπτη και παλλόμενη από νεανική ζωντάνια, μπορεί να μη διεκδικεί ιδιαίτερες αρχιτεκτονικές δάφνες, είναι όμως βέβαιο ότι έχει χτιστεί με γνώμονα τον άνθρωπο, και δη τον πεζό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τον ξεναγό μας, το υψηλότερο κτήριο της πόλης, πέραν της εκκλησίας Χάλλγκριμς (Hallgrímskirkja), ανέρχεται στο «ιλιγγιώδες» ύψος των… δέκα ορόφων, και στεγάζει γραφεία! Οι αποστάσεις, εξάλλου, ανάμεσα στα διάφορα αξιοθέατα είναι μικρές, οπότε η πρόσβαση με τα πόδια είναι ευκολότατη. Το μποτιλιάρισμα είναι μια έννοια άγνωστη στο λεξιλόγιο των Ισλανδών, δεδομένου ότι ούτε… κίνηση υπάρχει, τουλάχιστον όπως την εννοούμε στα καθ’ ημάς, ενώ και η παρουσία της αστυνομίας ή της τροχαίας είναι διακοσμητική, αν όχι ανύπαρκτη.

Η εκκλησία Χάλλγκριμς αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα αξιοθέατα του Ρέυκιαβικ. Γοτθικού στυλ, άρχισε να χτίζεται λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκληρώθηκε μόλις πριν από μερικά χρόνια. Απολύτως απογυμνωμένη από οποιοδήποτε στολίδι εξωτερικά και εσωτερικά, εκτός από ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο, σου προκαλεί περισσότερο άπωση και φόβο, παρά κατάνυξη, καθώς την πλησιάζεις. Όταν μάλιστα αρχίζει να την τυλίγει εκείνη η υγρή και παγωμένη απογευματινή ομίχλη του Ρέυκιαβικ, έχω την αίσθηση ότι έχει ξεπηδήσει από ταινία του Τζον Κάρπεντερ… Στον περίβολό της δεσπόζει το επιβλητικό άγαλμα του Λέιφουρ Έιρικσον, ο οποίος πρώτος ανακάλυψε τη (Βόρειο) Αμερική.

Ήδη ψιλοβρέχει όταν αρχίζω να κατηφορίζω το λόφο, όπου βρίσκεται η εκκλησία. Στο δεξί μου χέρι με περιμένει μια έκπληξη: η 12 Tónar ( http://www.12tonar.is/ ). Πραγματική κυψέλη δημιουργίας, με παράρτημα πλέον και στην Κοπεγχάγη, είναι ταυτόχρονα δισκάδικο και ανεξάρτητη εταιρεία δίσκων με ευρύτατο κατάλογο, στεγαζόμενη σε ένα δίπατο χώρο. Εδώ συναντιούνται μερικά από τα διασημότερα ονόματα της ισλανδικής μουσικής σκηνής, από την Μπγιορκ και τους Sigur Rós, μέχρι συνθέτες κλασσικής μουσικής. Ο Χέλκι, εκ των ιδιοκτητών, με υποδέχεται φιλικά και με οδηγεί στο υπόγειο του μαγαζιού, μια πραγματική «σπηλιά του Αλή Μπαμπά», γεμάτη με δίσκους και CD! Ενώ η βροχή έξω δυναμώνει, μού προσφέρει μια κούπα ζεστό τσάι, ακούω μουσική και ξεκινάμε την κουβεντούλα. Φεύγω ενθουσιασμένος, έχοντας αγοράσει το CD του Ισλανδού Nick Cave, του Hudson Wayne, και μια διπλή συλλογή ισλανδικού πανκ. 


Με τα CD ανά χείρας, καταφεύγω για μια ζεστή σοκολάτα στο λιτό Mokka, το παλαιότερο café του Ρέυκιαβικ. Μιας και η ώρα της αναχώρησης για το αεροδρόμιο πλησιάζει απειλητικά, μόλις που προλαβαίνω να επισκεφτώ το Culture House, το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή μεσαιωνικών χειρογράφων στη Ισλανδία. Είναι το καταλληλότερο μέρος για να θαυμάσει κάποιος μερικά από τα γνωστότερα σωζόμενα Ισλανδικά έπη, τις περίφημες, και συνήθως μακροσκελείς, sagas.

Έπειτα από μια αναζωογονητική παραμονή σε μια από τις καθαρότερες πόλεις στον κόσμο, η επιστροφή στη νεφόπληκτη πρωτεύουσα δεν μπορεί παρά να είναι επώδυνη. Ιδίως όταν συνοδεύεται και από ένα… επικών διαστάσεων μποτιλιάρισμα, μετά την έξοδο από την  ισλανδικών οδηγικών προδιαγραφών Αττική Οδό…