Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Λιουμπλιάνα: Aγαπημένη…



«Ξέρεις δηλαδή πού ακριβώς βρίσκεται η Λιουμπλιάνα;», με ρωτά αγχωμένη και μάλλον έκπληκτη η Νίκα, η Σλοβένα φίλη, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Φυσικά», της απαντώ… θιγμένος που αμφέβαλλε για τις γεωγραφικές μου γνώσεις. «Πρόκειται για έναν από τους γοητευτικότερους και σχετικά  ανεξερεύνητους προορισμούς στα Δυτικά Βαλκάνια», καταλήγω θριαμβευτικά. «Μη με παρεξηγείς», μου απαντά απολογητικά, «είναι φορές που ούτε κι οι γείτονές μας οι Ιταλοί ξέρουν με βεβαιότητα κατά πού πέφτει η Σλοβενία»!

Αν η έλλειψη… αναγνωρισιμότητας αποτελεί, αδίκως, ένα από τα προβλήματα που ταλανίζουν τη Σλοβενία, ένα άλλο, όχι λιγότερο σοβαρό, είναι η ανεπαρκής προσβασιμότητά της, τουλάχιστον από την Ελλάδα. Η εγκαινίαση απευθείας αεροπορικής σύνδεσης της Αθήνας με τη Λιουμπλιάνα, την πρωτεύουσά της, έλυσε, επιτέλους, το πρόβλημα αυτό. Ταξιδεύοντας οδικώς, μέσω Ζάγκρεμπ, κερδίζετε, πάντως, πολύ χρόνο, αν βέβαια υποτεθεί ότι είναι το Ζάγκρεμπ η αφετηρία σας.

Προσωπικά, επέλεξα έναν κάπως πιο «περιπετειώδη» τρόπο μετάβασης: σιδηροδρομικώς μέσω Βελιγραδίου. Επιβιβάστηκα, λοιπόν, στο νυχτερινό τρένο από Βελιγράδι, το οποίο αναχώρησε από το σταθμό νωχελικά και με αρκετή καθυστέρηση, για την οποία κανείς δεν έμοιαζε να παραπονιέται. Νωρίς το επόμενο πρωινό έφτασα στην κατ’ εξοχήν «κεντροευρωπαϊκή» πρωτεύουσα των Δυτικών Βαλκανίων, την πανέμορφη και λιλιπούτεια (με πληθυσμό που μετά βίας αγγίζει τους 300.000 κατοίκους!) Λιουμπλιάνα. Στα σλοβενικά «λιουμπλιάνα» σημαίνει «αγαπημένη»…

Ήταν ένα γλυκό, ηλιόλουστο και τεμπέλικο πρωινό Πέμπτης, από αυτά που θα ευχόμουν να διαρκούσαν για πάντα. Πρώτο μου μέλημα, να εντοπίσω το κατάλυμά μου, το hostel Τσέλικα (Celica). Όσες επιφυλάξεις κι αν έχετε για τα hostels, θα τις ξεπεράσετε, έστω και  απλώς επισκεπτόμενοι τούτο το «διαμαντάκι». Ποια είναι η ιδιαιτερότητά του; Ότι επί σχεδόν 100 χρόνια υπήρξε… στρατιωτική φυλακή, τα κελιά της οποίας μετατράπηκαν σε δωμάτια, με τη συνδρομή διαφορετικών σε κάθε περίπτωση αρχιτεκτόνων. Έτσι εξηγείται η… πολυφωνία, όσον αφορά στις τεχνοτροπίες. Είναι, εξάλλου, το μοναδικό hostel παγκοσμίως που αποτελεί από μόνο του αξιοθέατο, όπως αποδεικνύουν οι οργανωμένες επισκέψεις που προγραμματίζονται σ’ αυτό σε καθημερινή βάση! 



Το hostel Τσέλικα βρίσκεται στην «καρδιά» της κοινότητας Μετέλκοβα (Metelkova). Επί ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, εδώ στεγαζόταν το Αρχηγείο του (τότε) γιουγκοσλαβικού στρατού. Δυο χρόνια μετά την αποχώρησή του, το 1991, η περιοχή άρχισε να εξελίσσεται σε κέντρο εναλλακτικών πολιτιστικών, πολιτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων- μια μικρογραφία της διάσημης δανέζικης Christiania. Αν, λοιπόν, θέλετε να βιώσετε  έντονη «νυχτερινή ζωή» αλά σλοβενικά, ραντεβού εδώ, από Πέμπτη μέχρι και Σάββατο! Για τις πιο… νηφάλιες στιγμές σας, διοργανώνονται σε μόνιμη βάση και αρκετές εκθέσεις. Δυστυχώς, η περιοχή αποτελεί, όπως και η Christiania, πρώτης τάξης οικοδομικό «φιλέτο», συνεπώς το μέλλον της διαγράφεται αβέβαιο…



Αν η Μετέλκοβα είναι το κέντρο της «νυχτερινής ζωής» της Λιουμπλιάνα, η πλατεία Πρεσέρεν (Prešernov trg), απαύγασμα κομψότητας και καλαισθησίας, αποτελεί το αδιαφιλονίκητο κέντρο ολόκληρης της πόλης και δημοφιλές σημείο συνάντησης. Εδώ βρίσκονται το μνημείο προς τιμή του Σλοβένου εθνικού ποιητή Φρανς Πρεσέρεν (France Prešeren), η περίφημη Τριπλή Γέφυραromostovje), σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Γιόζε Πλέτσνικ (Jože Plečnik), και η χαρακτηριστικά ροζ  Φραγκισκανική Εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Το καλοκαιράκι είναι η ιδανική εποχή να περιπλανηθείτε στην πλατεία, καθώς και στους λιθόστρωτους δρόμους της Παλιάς Πόλης, που απέχει κυριολεκτικά μια ανάσα απ’ αυτήν και φημίζεται για την πληθώρα των αρχιτεκτονικών θησαυρών της! Υπό τους ήχους των πλανόδιων μουσικών, πάρτε ένα λαχταριστό παγωτό χωνάκι από κάποιο από τα πολλά υπαίθρια παγωτατζίδικα, χαζέψτε στην αγορά κι έπειτα ανηφορίστε προς το Κάστρο (Ljublanski Grad) που δεσπόζει επιβλητικό σε κατάφυτο λόφο. Η «ταράτσα» του Πενταγωνικού Πύργου του Κάστρου προσφέρει αξέχαστη πανοραμική θέα της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις. Επιστρέφοντας στην πλατεία Πρεσέρεν, και καθώς ο ήλιος θα δύει γλυκά, καθίστε σε ένα από τα πολυάριθμα μικρά cafés που κοσμούν τις όχθες του Λιουμπλιάνιτσα (Ljubljanica), πίνοντας την μπύρα σας. Για φαγητό, προτείνω ανεπιφύλακτα το εστιατόριο «Pri Škofu». Θα χρειαστεί να περπατήσετε λίγη ώρα για να το εντοπίσετε, καθώς βρίσκεται σε ένα ήσυχο, σχεδόν βουκολικό, προάστιο της Λιουμπλιάνα, το Κράκοβο (Krakovo). Δεν έχει σταθερό μενού, αλλά το νεανικό, φιλικό και με άριστη γνώση των αγγλικών προσωπικό του θα σας κατατοπίσει πλήρως.

Έχοντας πάρει μια χορταστική πρώτη γεύση από… αστική Σλοβενία, αποφάσισα την επομένη να ξεχυθώ στις εξοχές, επισκεπτόμενος, κατ’ αρχήν, τον κορυφαίο τουριστικό προορισμό της, τη λίμνη Μπλεντ. Ο Γιάκα, όμως, ο ξεναγός μου, καλλιεργημένος, πνευματώδης, φιλικός και εξαιρετικά φυσιολάτρης, όπως οι περισσότεροι Σλοβένοι, είχε αντίθετη γνώμη! «Γιατί θες να πας στη λίμνη Μπλεντ; Είναι πολύ τουριστικά εκεί. Εμείς προτιμούμε τη λίμνη Μπόχιν. Θες να σε πετάξω; Κι αν επιμένεις να περάσεις από την Μπλεντ επιστρέφοντας, μπορείς να το κάνεις», μου προτείνει. Απαντώ καταφατικά με ενθουσιασμό. Πόσο δίκιο είχε…



Η λίμνη Μπόχιν (Bohinjsko Jezero), πάνω από 4χμ σε μήκος και 1χμ σε πλάτος, βρίσκεται 80 περίπου χμ βορειοδυτικά της Λιουμπλιάνα και αποτελεί τμήμα του Εθνικού Πάρκου Τρίγκλαβ (Tríglavski Národni Párk), το οποίο έχει έκταση 838 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η λεωφορειακή σύνδεση με το Ρίμπτσεβ Λαζ (Ribčev Laz), τον βασικό παραλίμνιο οικισμό, είναι συχνή και η διάρκεια του ταξιδιού όχι παραπάνω από δύο ώρες. Η ιδιαίτερου φυσικού κάλλους περιοχή προσφέρεται για περπάτημα, κολύμπι, ψάρεμα, ποδηλασία, κανό-καγιάκ, ράφτινγκ, αναρρίχηση στις πολυάριθμες βουνοκορφές που «στεφανώνουν» τη λίμνη, καθώς και για σκι! Προσωπικά προτίμησα κάτι πιο χαλαρωτικό: ανέβηκα, λοιπόν, στο πλοιάριο που ανά τακτά χρονικά διαστήματα διαπλέει τη λίμνη, μεταφέροντας τους επισκέπτες από το Ρίμπτσεβ Λαζ στον οικισμό που βρίσκεται στην απέναντι όχθη της λίμνης, το Ουκάντς (Ukanc). Απολαμβάνοντας απανωτά μεθυστικά σναπς από μύρτιλλο, «αποφάσισα» ότι ο Χέρμαν Μέλβιλ πρέπει να είχε άδικο, όταν έγραφε στο Μόμπυ Ντικ ότι οι αληθινοί τόποι δε βρίσκονται ποτέ στο χάρτη. Τούτος εδώ βρίσκεται και με το παραπάνω! Μια ξαφνική συννεφιά διέκοψε τη… μεθυσμένη αλληλουχία των σκέψεών μου, αλλά μου έδωσε τη δυνατότητα να θαυμάσω τη μεταμόρφωση του τοπίου γύρω μου σε κάτι μια ιδέα πιο απειλητικό…



Ο ήλιος δεν είχε ακόμη δύσει, όταν επέστρεψα στη Λιουμπλιάνα, και πεινούσα σαν τρελός! Κάθησα, λοιπόν, στο café-εστιατόριο «Αbecedarium», το οποίο στεγάζεται στο παλαιότερο σπίτι της Λιουμπλιάνα. Υπό τους ήχους ζωντανής μουσικής, απόλαυσα ένα γευστικότατο γκουλάς, νοστιμότατα struklji (ραβιόλια με γέμιση τυρί, μεταξύ άλλων) και, ως επιδόρπιο, ένα κομμάτι κέικ σοκολάτα με μπανάνα! Το βράδυ, η Μπέκυ, η Αυστραλιανή συγκάτοικος και… συμπότριά  μου, θα προσπαθούσε πρόσχαρα να με πείσει να δοκιμάσω σλοβένικο «βρώμικο» φαγητό, δηλαδή μπιφτέκια από άλογο. «Άσε καλύτερα», της λέω, «έχουμε ακόμα μέρες μπροστά μας και θέλω να τις απολαύσω υγιής»!

Η πρώτη δημοσίευση του οδοιπορικού έγινε στο Γεωτρόπιο της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας (τεύχος 443, 11/10/2008), με τίτλο Λίμνη Μπόχιν, Στολίδι της Λιουμπλιάνα.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Σαράγεβο, σ' αγαπώ...



Για όσους εξακολουθούν να αυταπατώνται ότι ο πόλεμος στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε με τους γκανγκστερικούς νατοϊκούς βομβαρδισμούς στο Βελιγράδι, μια επίσκεψη στο Σαράγεβο, την πολύπαθη πρωτεύουσα του ομόσπονδου κράτους της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, ίσως τους βοηθήσει να αναθεωρήσουν τις στερεότυπες αντιλήψεις τους. Δεκαοκτώ χρόνια μετά τον τερματισμό της ανελέητης, σχεδόν τετραετούς (1992-1996) πολιορκίας του από σερβικές και σερβοβοσνιακές στρατιωτικές και παρα-στρατιωτικές δυνάμεις, η οποία είχε ως συνέπεια το θάνατο σχεδόν 15.000 ανθρώπων, κυρίως αμάχων πολιτών, τον τραυματισμό 50.000 άλλων και ανυπολόγιστες καταστροφές στα μνημεία του, το Σαράγεβο αναδεικνύεται εκ νέου σε ασφαλή, γοητευτικό, αλλά και ιστορικά φορτισμένο ταξιδιωτικό προορισμό.

Χτισμένο στις όχθες του ποταμού Μιλιάτσκα (Miljacka), αποτελεί το διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 422.000 κατοίκους. Από αυτούς, σύμφωνα με πρόσφατα απογραφικά στοιχεία, οι 322.000 είναι Μουσουλμάνοι, 45.200 Σέρβοι, 28.500 Κροάτες, 750 Εβραίοι, 8.250 «άλλοι» και 300 οι οποίοι, πεισματικά , αυτοπροσδιορίζονται ως «Γιουγκοσλάβοι»… Σε σύγκριση με τα προπολεμικά δημογραφικά δεδομένα, όλες οι επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες, πλην των Μουσουλμάνων, παρουσιάζουν αισθητή μείωση. Το ποσοστό ανεργίας παραμένει υψηλότατο. Ο μέσος μισθός για έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα δεν ξεπερνά τα 300 Ευρώ, ενώ οι απασχολούμενοι σε διεθνείς οργανισμούς κερδίζουν τα διπλάσια.

Το Σαράγεβο, θεωρούμενο μέχρι και πριν από τον πρόσφατο πόλεμο « η Ιερουσαλήμ της Ευρώπης», λόγω της σχεδόν απρόσκοπτης συνύπαρξης όλων των μονοθεϊστικών θρησκευτικών δογμάτων στην επικράτειά του, μαρτυρείται γραπτώς για πρώτη φορά το 1507. Το πρώτο ισλαμικό θρησκευτικό σχολείο (μεντρέσα) ιδρύεται το 1537,το 1539 ανεγείρεται η πρώτη (σερβική) ορθόδοξη εκκλησία και το 1565 καταφθάνει η πρώτη οργανωμένη ομάδα Εβραίων. Σε τούτη την πόλη, στις 28 Ιουνίου του 1914, ο Γκαβρίλο Πριντσίπ δολοφονεί τον διάδοχο του αυστρο-ουγγρικού θρόνου αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο και την σύζυγό του, γεγονός που αποτελεί αφορμή για το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Σαράγεβο φιλοξενούνται, εξάλλου, οι 14οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες το Φεβρουάριο του 1984.

Μετά από ολονύχτιο ταξίδι, φτάνω στην πόλη οδικώς μέσω Ζάγκρεμπ ένα συννεφιασμένο πρωινό. Εκτός από λιγοστούς ταξιδιώτες, ο σταθμός των λεωφορείων αποπνέει μια αίσθηση εγκατάλειψης. Αυτό μού προκαλεί μια αόριστη και, όπως αποδεικνύεται αργότερα, αβάσιμη ανησυχία, η οποία πρόκειται σύντομα να υποχωρήσει με την εμφάνιση της γλυκιάς Σέλμα, της νεαρής υπεύθυνης του ξενώνα, όπου θα μείνω, η οποία έχει έρθει να με παραλάβει. Ο ξενώνας («Guest House Rose») βρίσκεται δέκα λεπτά με τα πόδια από την Παλιά Πόλη, τη λεγόμενη Μπαστσάρσια (Bascarsija), σε μια ήσυχη γειτονιά κοντά στο φημισμένο εργοστάσιο ζυθοποιίας και το φραγκισκανικό μοναστήρι του Σαράγεβο. Το δωμάτιο ευρύχωρο, η θέα από το μπαλκόνι μαγευτική, η εξυπηρέτηση φιλική και διακριτική, η τιμή απολύτως λογική . Σας τον συνιστώ ανεπιφύλακτα!


Έπειτα από την απαραίτητη ξεκούραση, κινώ να ανακαλύψω λίγα από τα μυστικά της συναρπαστικής αυτής πόλης. Πρώτος μου σταθμός, ένας από τους λόφους που την περιβάλλουν, όπου είναι ακόμα ορατά τμήματα από τα μεσαιωνικά τείχη. Για να ανέβω εκεί, χρειάζομαι τη βοήθεια δυο μεσόκοπων Βόσνιων γυναικών, οι οποίες, αν και δε γνωρίζουν λέξη αγγλικά, καταφέρνουν να με προσανατολίσουν με τον ιδανικότερο τρόπο, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες χειρονομίες. «Η θρυλική βοσνιακή φιλοξενία», σκέφτομαι συγκινημένος. Η θέα από το λόφο σού κόβει πραγματικά την ανάσα, η καρδιά σου, όμως, σφίγγεται, όταν αναλογίζεσαι ότι ίσως σε αυτό το σημείο να ήταν εγκατεστημένοι Σέρβοι ελεύθεροι σκοπευτές που σκορπούσαν το θάνατο αδιακρίτως κατά τη διάρκεια της πολιορκίας… Στις παρυφές του λόφου βρίσκεται το υποβλητικό μουσουλμανικό κοιμητήριο Αλιφάκοβατς (Grobljanska cjelina Alifakovac). Στο τέρμα της οδού Αλιφάκοβατς προβάλλει το «Inat Kuca», το καλύτερο ίσως παραδοσιακό εστιατόριο της πόλης. Εδώ θα επιστρέψω για το μεσημεριανό μου.



Προς το παρόν, περνώ στην απέναντι όχθη του ποταμού, για να αντικρίσω το θλιβερό θέαμα του κτιρίου, όπου μέχρι τον πόλεμο στεγαζόταν η Εθνική Βιβλιοθήκη της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (Nacionalna i univerzitetska biblioteka BiH). Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, οι σερβικές δυνάμεις βομβάρδισαν ανελέητα το ιστορικό αυτό κτίριο, με συνέπεια ένα σημαντικό τμήμα από τα πολύτιμα εκθέματά του να καταστραφεί ολοσχερώς…

Ακολουθώντας την οδό Τελάλι, σύντομα βρίσκομαι στην «καρδιά» της Παλιάς Πόλης, της Μπαστσάρσια. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στο μουσείο της πόλης του Σαράγεβο (Muzej Sarajevo), απ’ όπου και προμηθεύομαι τον εξαιρετικά βοηθητικό οδηγό της πόλης (τοπική έκδοση), κατευθύνομαι προς ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης, το τζαμί του Γκάζι Χουσρέφ-μπέη επί της οδού Φερχάντια. Ο Χουσρέφ-μπέης, Τούρκος βοσνιακής καταγωγής, κυβέρνησε τη Βοσνία από το 1521 έως το 1541. Το τζαμί, σχεδιασμένο από τον Πέρση αρχιτέκτονα Ατζέμ Εσίρ Αλί, θεωρείται το σημαντικότερο ισλαμικό κτίσμα στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη.

Στάση για ένα χωνάκι κρέμα στο διάσημο ζαχαροπλαστείο/ παγωτατζίδικο Egipat κι έπειτα χαλάρωση στην Πλατεία Απελευθέρωσης (Trg Oslobodenja), όπου απόλυτα προσηλωμένοι μεσήλικες και γέροντες δεν παύουν να παίζουν υπαίθριες παρτίδες σκάκι! Στην ίδια πλατεία βρίσκεται ο επιβλητικός νέος σερβικός ορθόδοξος ναός, εξαιρετική θέα του οποίου μπορείτε να απολαύσετε από τον πρώτο όροφο της Καλλιτεχνικής Πινακοθήκης της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (Umjetnička galerija Bosne i Hercegovine). Η Πινακοθήκη φιλοξενεί έργα γλυπτικής, ζωγραφικής και φωτογραφίας σύγχρονων και παλαιότερων Βόσνιων καλλιτεχνών. Αξίζει τον κόπο να την επισκεφτείτε!

Το μεσημεριανό αποτελεί μια γευστική πανδαισία. Το εστιατόριο «Inat Kuca», στεγασμένο σε ένα ιστορικό ξύλινο σπίτι οθωμανικής τεχνοτροπίας, όπως και η «αλυσίδα» από κεμπαπτζίδικα «Ζέλιο» («Zeljo»), προσφέρουν μερικές από τις κορυφαίες γαστριμαργικές απολαύσεις στην πόλη. Όσον αφορά στο πρώτο, δοκιμάστε οπωσδήποτε τη «σούπα του μπέη» (σούπα με κομμάτια μοσχαρίσιου κρέατος, λαχανικά και κρέμα), την αφράτη στριφτή τυρόπιτα (χορταστική!), καθώς και την πικάντικη πιπεράτη μπριζόλα. Το κεμπάπ στου «Ζέλιο» είναι σίγουρα το πιο γευστικό και ελαφρύ που έχω δοκιμάσει. Μην το χάσετε!

Αποκορύφωμα της παραμονής μου είναι η απογευματινή μου περιπλάνηση στη συνοικία Γκρμπαβίτσα, στην οποία αναφέρεται η βραβευμένη ταινία της Γιασμίλα Ζμπάνιτς Σαράγεβο σ’ αγαπώ. Όχι τόσο λόγω του αληθινά «πειρασμικού» ζαχαροπλαστείου «Palma», όσο λόγω της τρομακτικής όψης των διάτρητων από βλήματα κτιρίων της συνοικίας… Μια εικόνα που με παραπέμπει συνειρμικά στα κτίρια που είχαν βληθεί κατά τη διάρκεια των δικών μας Δεκεμβριανών.


Μια νότα ελπίδας για το μέλλον της περιοχής κι ένα βούρκωμα που δεν έλεγε να υποχωρήσει θα μου δώσουν, πάντως, το επόμενο βράδυ τα παιδάκια που συμμετέχουν στην παράσταση «Φαντασία και Δημιουργικότητα», στα πλαίσια των «Νυχτών στην Παλιά Πόλη» ( περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε στο www.bascarsijskenoci/index_eng.htm). Αρκετά από αυτά ήταν ακόμη αγέννητα την περίοδο της πολιορκίας…

Η πρώτη εκδοχή του παρόντος οδοιπορικού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γεωτρόπιο της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας (τεύχος 445, 25/10/2008).

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ισλανδία: Στα σύνορα του κόσμου…



Με μια έκταση ίση με εκείνη της Βρετανίας, αλλά πληθυσμό που μετά βίας αγγίζει τις 300.000 ψυχές, η Ισλανδία, το πιο αραιοκατοικημένο ευρωπαϊκό κράτος, είναι προικισμένη από τη φύση με μια απόκοσμη, σχεδόν σεληνιακή γοητεία, και από τους κατοίκους της με μια πλούσια Ιστορία και ένα ζωντανό πολιτισμό.

Η πρώτη πιθανολογούμενη αναφορά στην Ισλανδία ανάγεται στον 4ο π.Χ. αι. και αποδίδεται στον Μασσαλιώτη Έλληνα εξερευνητή Πυθέα, ο οποίος την αποκαλεί «Έσχατη Θούλη». Οι πρώτοι εποικιστές της «Θούλης», γύρω στον 6ο με 7ο μ.Χ. αι., είναι Ιρλανδοί καλόγεροι, οι οποίοι τη θεωρούν ιδανικό τόπο για διαλογισμό. Το 874 μ.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη του εποικισμού της Ισλανδίας από τους Βίκινγκς. Το 984 ξεκινά ο, συχνά βίαιος, εκχριστιανισμός των μέχρι τότε παγανιστών Ισλανδών και το 1000 ο Χριστιανισμός καθιερώνεται ως η επίσημη θρησκεία του νησιού. Στις μέρες μας, οι Ισλανδοί είναι από τους πλέον θρησκευόμενους Ευρωπαίους, αν και εκκλησιάζονται σπάνια. Για σημαντικό τμήμα των Ισλανδών, ωστόσο, η χριστιανική θρησκευτικότητα συμβαδίζει αρμονικά με μια, πιθανότατα παγανιστικής προέλευσης, πίστη στην ύπαρξη των λεγόμενων «κρυμμένων ανθρώπων» (Huldufólk), αλλιώς και ξωτικών. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι «κρυμμένοι άνθρωποι», ορατοί μόνο σε όσους διαθέτουν «έκτη αίσθηση», ζουν ανάμεσα στους βράχους και επηρεάζουν, με τον τρόπο τους, τη ζωή των «κανονικών» ανθρώπων!

Η έλευση του 13ου αι. αποτελεί την αφετηρία της σκοτεινότερης περιόδου στην ιστορία της Ισλανδίας. Η απόλυτη ξενική κατοχή, αρχικά από τη Νορβηγία, κατόπιν από τη Δανία και, για ένα μικρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του 20ου αι. από τη Βρετανία, σε συνδυασμό με τους εμπορικούς περιορισμούς και τις φυσικές καταστροφές, σημαδεύουν ανεξίτηλα τη συγκεκριμένη περίοδο. Στις 17 Ιουνίου του 1944, ωστόσο, η Ισλανδία ανακηρύσσεται πανηγυρικά σε ανεξάρτητο κράτος. Το 1949, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή στρατιωτική της ουδετερότητα, συμμετέχει στην ίδρυση του ΝΑΤΟ και δυο χρόνια αργότερα επιτρέπει την εγκατάσταση αμερικανικής αεροπορικής βάσης κοντά στο αεροδρόμιο του Κέφλαβικ (Keflavík).

Η οικονομία της Ισλανδίας στηρίζεται κυρίως στην αλιεία. Το επίπεδο διαβίωσης είναι από τα υψηλότερα παγκοσμίως. Το ίδιο ισχύει και για το κόστος ζωής (δυστυχώς για την πλειονότητα των επισκεπτών!), δεδομένης της εξάρτησης της Ισλανδίας από τις εισαγωγές όσον αφορά τα περισσότερα είδη.

Από γεωλογικής άποψης, η Ισλανδία είναι μια από τις πιο νεοδημιούργητες περιοχές στον κόσμο: οι παλαιότεροι βράχοι της έχουν ηλικία «μόλις» 14 εκατομμυρίων χρόνων, μια εποχή κατά την οποία οι δεινόσαυροι είχαν προ πολλού εξαφανιστεί! Ευρισκόμενη ακριβώς πάνω στο σημείο, όπου η ευρασιατική και η αμερικανική τεκτονική πλάκα απομακρύνονται αργά, είναι μια από τις πλέον σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη, ενώ πλαταίνει κατά περίπου ένα εκατοστό το χρόνο.

Στο Εθνικό Πάρκο του Πίνγκβελλιρ (Þingvellir), περίπου μία ώρα βορειοανατολικά του Ρέυκιαβικ, είναι πιο ορατή από οπουδήποτε αλλού στην Ισλανδία η ύπαρξη του προαναφερθέντος γεωλογικού φαινομένου: ένα δυσοίωνο ρήγμα 4 χιλιομέτρων σε πλάτος και 40 χιλιομέτρων σε βάθος προκαλεί δέος. Σε αυτή την τοποθεσία συγκαλείται, εξάλλου, το 930 μ.Χ. η πρώτη Βουλή στην ιστορία της Ισλανδίας. 


Από καθαρά φυσιολατρικής άποψης, ηφαίστεια, παγετώνες, φιορδς, θερμές πηγές, γκέυζιρ (geyser), λίμνες, ποτάμια, καθώς και τουλάχιστον 300 καταγεγραμμένα είδη πουλιών, συνθέτουν ένα σκηνικό αξεπέραστης και άγριας ομορφιάς. Αν μια από τις διασημότερες θερμαινόμενες ανοικτές «πισίνες», η Blue Lagoon, μόλις 45 λεπτά από το Ρέυκιαβικ, σας φαίνεται υπερβολικά «τουριστική», δύσκολα θα αντισταθείτε στην παιχνιδιάρικη γοητεία του θερμοπίδακα Στρόκκουρ (Strokkur), «μικρού αδερφού» του, αρκετά εντυπωσιακότερου, αλλά δυστυχώς ανενεργού από τη δεκαετία του ’60 Γκέυζιρ (Geysir). Ενώ οι δίδυμοι «Χρυσοί Καταρράκτες» (Gullfoss), πέραν του ότι θα σας «πιτσιλίσουν» ανελέητα, αν έχετε την απρονοησία να τους πλησιάσετε υπερβολικά, ίσως σας υπενθυμίσουν τη μικρότητα του ανθρώπου απέναντι στα φυσικά φαινόμενα.



Ρέυκιαβικ: πόλη… για να ζεις

Το Ρέυκιαβικ (Reykjavík), η βορειότερη πρωτεύουσα στον κόσμο, και τα προάστιά του συγκεντρώνουν το 60% του πληθυσμού της Ισλανδίας. Κωμόπολη φιλική στον επισκέπτη και παλλόμενη από νεανική ζωντάνια, μπορεί να μη διεκδικεί ιδιαίτερες αρχιτεκτονικές δάφνες, είναι όμως βέβαιο ότι έχει χτιστεί με γνώμονα τον άνθρωπο, και δη τον πεζό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τον ξεναγό μας, το υψηλότερο κτήριο της πόλης, πέραν της εκκλησίας Χάλλγκριμς (Hallgrímskirkja), ανέρχεται στο «ιλιγγιώδες» ύψος των… δέκα ορόφων, και στεγάζει γραφεία! Οι αποστάσεις, εξάλλου, ανάμεσα στα διάφορα αξιοθέατα είναι μικρές, οπότε η πρόσβαση με τα πόδια είναι ευκολότατη. Το μποτιλιάρισμα είναι μια έννοια άγνωστη στο λεξιλόγιο των Ισλανδών, δεδομένου ότι ούτε… κίνηση υπάρχει, τουλάχιστον όπως την εννοούμε στα καθ’ ημάς, ενώ και η παρουσία της αστυνομίας ή της τροχαίας είναι διακοσμητική, αν όχι ανύπαρκτη.

Η εκκλησία Χάλλγκριμς αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα αξιοθέατα του Ρέυκιαβικ. Γοτθικού στυλ, άρχισε να χτίζεται λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκληρώθηκε μόλις πριν από μερικά χρόνια. Απολύτως απογυμνωμένη από οποιοδήποτε στολίδι εξωτερικά και εσωτερικά, εκτός από ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο, σου προκαλεί περισσότερο άπωση και φόβο, παρά κατάνυξη, καθώς την πλησιάζεις. Όταν μάλιστα αρχίζει να την τυλίγει εκείνη η υγρή και παγωμένη απογευματινή ομίχλη του Ρέυκιαβικ, έχω την αίσθηση ότι έχει ξεπηδήσει από ταινία του Τζον Κάρπεντερ… Στον περίβολό της δεσπόζει το επιβλητικό άγαλμα του Λέιφουρ Έιρικσον, ο οποίος πρώτος ανακάλυψε τη (Βόρειο) Αμερική.

Ήδη ψιλοβρέχει όταν αρχίζω να κατηφορίζω το λόφο, όπου βρίσκεται η εκκλησία. Στο δεξί μου χέρι με περιμένει μια έκπληξη: η 12 Tónar ( http://www.12tonar.is/ ). Πραγματική κυψέλη δημιουργίας, με παράρτημα πλέον και στην Κοπεγχάγη, είναι ταυτόχρονα δισκάδικο και ανεξάρτητη εταιρεία δίσκων με ευρύτατο κατάλογο, στεγαζόμενη σε ένα δίπατο χώρο. Εδώ συναντιούνται μερικά από τα διασημότερα ονόματα της ισλανδικής μουσικής σκηνής, από την Μπγιορκ και τους Sigur Rós, μέχρι συνθέτες κλασσικής μουσικής. Ο Χέλκι, εκ των ιδιοκτητών, με υποδέχεται φιλικά και με οδηγεί στο υπόγειο του μαγαζιού, μια πραγματική «σπηλιά του Αλή Μπαμπά», γεμάτη με δίσκους και CD! Ενώ η βροχή έξω δυναμώνει, μού προσφέρει μια κούπα ζεστό τσάι, ακούω μουσική και ξεκινάμε την κουβεντούλα. Φεύγω ενθουσιασμένος, έχοντας αγοράσει το CD του Ισλανδού Nick Cave, του Hudson Wayne, και μια διπλή συλλογή ισλανδικού πανκ. 


Με τα CD ανά χείρας, καταφεύγω για μια ζεστή σοκολάτα στο λιτό Mokka, το παλαιότερο café του Ρέυκιαβικ. Μιας και η ώρα της αναχώρησης για το αεροδρόμιο πλησιάζει απειλητικά, μόλις που προλαβαίνω να επισκεφτώ το Culture House, το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή μεσαιωνικών χειρογράφων στη Ισλανδία. Είναι το καταλληλότερο μέρος για να θαυμάσει κάποιος μερικά από τα γνωστότερα σωζόμενα Ισλανδικά έπη, τις περίφημες, και συνήθως μακροσκελείς, sagas.

Έπειτα από μια αναζωογονητική παραμονή σε μια από τις καθαρότερες πόλεις στον κόσμο, η επιστροφή στη νεφόπληκτη πρωτεύουσα δεν μπορεί παρά να είναι επώδυνη. Ιδίως όταν συνοδεύεται και από ένα… επικών διαστάσεων μποτιλιάρισμα, μετά την έξοδο από την  ισλανδικών οδηγικών προδιαγραφών Αττική Οδό…