Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 61ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 61ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

Srdan Golubović: «Στη Σερβία έχουμε χάσει εντελώς την αλληλεγγύη»

 


Αιχμηρό σχόλιο για μια κοινωνία ρημαγμένη, το βραβευμένο road movie του Σέρβου σκηνοθέτη Srdan Golubović, Πατέρας, αφηγείται τη σισύφεια προσπάθεια του φτωχού εργάτη Νίκολα να ξανακερδίσει τα παιδιά- και την αξιοπρέπειά του.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας του από τις 31 Μαρτίου.

Παρακολουθώντας τις προάλλες εκ νέου την Παγίδα με πρωταγωνιστή τον Nebojša Glogovac συνειδητοποίησα πόσο μου λείπει ως ηθοποιός και πόσο θα ήθελα να τον έβλεπα και στον Πατέρα, την πιο πρόσφατη ταινία σου...

Το σενάριο ήταν γραμμένο γι’ αυτόν. Διαγνώστηκε με καρκίνο περίπου ενάμιση μήνα πριν την έναρξη των γυρισμάτων. Σε λιγότερο από έναν μήνα πέθανε.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν η κινηματογραφική παραγωγή στη Σερβία δεν ήταν τόσο ισχυρή, ήταν ο πιο γνωστός θεατρικός ηθοποιός. Μεγάλος σταρ!

Ταυτόχρονα, υπήρξε και ο πιο σημαντικός ηθοποιός στο σινεμά εκείνης της περιόδου.

Και ο Goran Bogdan, ο πρωταγωνιστής του Πατέρα, είναι σπουδαίος ηθοποιός, και σε καμία περίπτωση ένας απλώς αντικαταστάτης του Nebojša. Πώς άλλαξε η δυναμική της σεναριογραφίας με την αλλαγή του πρωταγωνιστή;

Μετά τον θάνατο του Nebojša ζήτησα από τους παραγωγούς ν’ αναβάλουν τα γυρίσματα για έξι μήνες, γιατί δεν ένιωθα ότι μπορούσα να γυρίσω την ταινία με άλλον ηθοποιό.

Έκανα, λοιπόν, casting εξ αρχής. Η πρώτη αλλαγή αφορούσε στην ηλικία του πρωταγωνιστή: από 47άρης έγινε 38άρης-39άρης.

Ήρθε κι ο Goran για το casting, ήδη γνωστός στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Έχει παίξει στο Fargo, καθώς και σε τηλεοπτικές σειρές. Βάσει του σεναρίου έπρεπε να είναι δεκαπέντε κιλά ελαφρύτερος. Έχασε δεκαπέντε κιλά!

Το αστείο είναι ότι και οι δύο κατάγονται από την Ερζεγοβίνη: ο Nebojša από το σερβοβοσνιακό κομμάτι κι ο Goran από το κροατοβοσνιακό.

Αλλά η νοοτροπία τους είναι η ίδια. Στην Ερζεγοβίνη, τόπο ορεινό και ανεμοδαρμένο, οι άνθρωποι δε μιλάνε πολύ. Ο Goran είναι σιωπηλός ηθοποιός, κι αυτό μ’ αρέσει πιο πολύ.

Οπότε αυτές οι χαρακτηρολογικές ποιότητες των ανθρώπων που κατάγονται από την Ερζεγοβίνη αντικατοπτρίζονται στον χαρακτήρα του Νίκολα.

Η δημιουργία ενός φιλμ είναι πάντα κάτι πολύ προσωπικό.

Η οικογένειά μου είναι μαυροβουνιακής καταγωγής, και οι Μαυροβούνιοι μοιάζουν πολύ με τους ανθρώπους από την Ερζεγοβίνη. Κρύβουν τα συναισθήματά τους, γιατί το να τα εκφράζουν δε θεωρείται κοινωνικά καλό.

Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζε και ο πρωταγωνιστής της Παγίδας: δεν μπορούσε να μοιραστεί τα συναισθήματά του, ακόμα και με την σύζυγό του.

Με τον Νίκολα του Πατέρα η κατάσταση είναι διαφορετική, καθώς πρόκειται για έναν άνθρωπο τον οποίο η κοινωνία έχει απορρίψει.



Είναι κάποιος που συνδέεται στενά με τα ζώα και τη φύση, αλλά φοβάται τους ανθρώπους, γι’ αυτό και προσπαθεί να μην επικοινωνεί πολύ μ’ αυτούς.

Γι’ αυτό και κινείται με τον τρόπο του, με τα πόδια, κι όχι με λεωφορείο ή τρένο. Πιστεύει μονάχα στον εαυτό του. Όχι στην αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών ή τον Θεό.

Από τα εργατικά σωματεία μέχρι τον Θεό ποτέ δεν τον προστάτεψε κανένας. Είναι ένας σεμνός άνθρωπος, δεν επιδιώκει να αποσπάσει την προσοχή, και δεν ξέρει πώς ν’ αντιδράσει όταν αυτό συμβαίνει.

Δε χειραγωγεί, ούτε επιθυμεί να καταστεί χειραγωγήσιμος.

Ζούμε σε μια εποχή χειραγώγησης. Μερικές φορές ακόμα και φτωχοί άνθρωποι προβαίνουν σε χειραγώγηση μέσω της φτώχειας τους. Ο Νίκολα δεν είναι τέτοιος.

Έχει αξιοπρέπεια και αποφασιστικότητα, αλλά δεν επιθυμεί καθόλου να εργαλειοποιήσει την κατάστασή του, ώστε να κερδίσει αυτό που δικαιωματικά του αξίζει: το να είναι πατέρας.

Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες περί αξιοπρέπειας. Μέσω του προσωπικού ταξιδιού του ξανακερδίζει την αξιοπρέπειά του που δεν είχε χάσει, αλλά ξεχάσει.

Στο τέλος του φιλμ μάχεται για κάτι που κατείχε στο παρελθόν, μάχεται για να ξαναβρεί την οικογένειά του. Αυτό του αρκεί.

Στην αρχή της ταινίας, αντιθέτως, δε συνειδητοποιεί τι είναι σημαντικό στη ζωή του. Η αυτοπυρπόληση της συζύγου του λειτουργεί ως αφύπνιση, γιατί δε ζούσε πραγματικά, αλλά σαν σε όνειρο, ζούσε σε μια «φούσκα» φτώχειας.

Μιας και η κοινωνική και πολιτικο-οικονομική κατάσταση στη Σερβία δεν έχει αλλάξει από την προηγούμενή μας επικοινωνία, πόσο κοντά σε ή πόσο μακριά από μια «Αραβική Άνοιξη» σερβικού τύπου βρισκόμαστε;

Σε Σερβία και Ελλάδα ζούμε σε παρόμοιες πραγματικότητες.

Με την πράξη της αυτοπυρπόλησης ήθελα να δημιουργήσω μια σκηνή από αρχαιοελληνική τραγωδία. Το σημαντικό ήταν ότι οι εργάτες στο εργοστάσιο που ακούν την γυναίκα δεν αντιδρούν.

Αυτή είναι η εικόνα του νέου καπιταλισμού: έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους εντελώς, δεν μπορούν καν να πουν «σταμάτα!», γιατί φοβούνται μήπως χάσουν τη δουλειά τους.



Αυτή είναι και η εικόνα της σύγχρονης Σερβίας: έχουμε χάσει εντελώς την αλληλεγγύη. Η κατάσταση επιδεινώνεται όλο και πιο πολύ. Έχουμε ολοένα και περισσότερο υπερβολικά πλούσιους ανθρώπους, και ολοένα και περισσότερους πολύ φτωχούς.

Η ταξική ανισότητα είναι κάτι καινούριο στη Σερβία. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία δεν είχαμε τάξεις. Είχαμε πολιτικούς, κι αυτοί δε διέθεταν πολύ περισσότερα χρήματα από άλλους. Κατείχαν προνόμια. Επί Μιλόσεβιτς συνέβαινε κάτι ενδιάμεσο.

Από τις αρχές του καινούριου αιώνα ξεκινήσαμε να έχουμε μια αληθινά καπιταλιστική κοινωνία. Ιδίως στην εποχή του νυν Προέδρου Βούτσιτς και της παρέας του οι διαφορές γίνονται όλο και εντονότερες.

Όταν κυβερνούσε ο Μιλόσεβιτς, διαδηλώναμε εναντίον του και εναντίον της πολιτικής του, εναντίον του πολέμου, εναντίον της φτώχειας. Τώρα δεν έχουμε για ποιο πράγμα να διαδηλώσουμε, γατί όλα έχουν πουληθεί.

Είμαστε πολύ ληθαργικοί και δεν έχουμε τη δύναμη να παλέψουμε πια.

Στιλιστικά, ο Πατέρας θυμίζει ανεξάρτητο βορειοαμερικανικό road movie. Τι σε ελκύει σ’ αυτή την κινηματογραφική παράδοση;

Μου αρέσουν πολύ οι ταινίες δρόμου.

Μια από τις αγαπημένες μου είναι η Αλίκη στις πόλεις, του Βιμ Βέντερς.

Η αγαπημένη μου του Βέντερς!

Ο Πατέρας βασίζεται σε πραγματική ιστορία.

Όταν, λοιπόν, μίλησα με τον άνθρωπο που βρισκόταν έξω από το υπουργείο, συνειδητοποίησα πως ήθελα να κάνω ένα βαλκανικό/σερβικό road movie.

Η Αλίκη... συνδέεται πιο πολύ μ’ αυτό, καθώς πρόκειται για ένα ταξίδι στην αγροτική ενδοχώρα των Η.Π.Α. Όσο για τη Σερβία, πρόθεσή μου ήταν ο Νίκολα να διασχίζει μια όμορφη, αλλά κατεστραμμένη χώρα.

Τότε, θυμήθηκα ότι είχα διαβάσει το ημερολόγιο του Βέρνερ Χέρτσογκ, Of walking in ice.

Όταν έμαθε πως η φίλη του, κριτικός κινηματογράφου, Λότε Άισνερ πέθαινε, ο Χέρτσογκ αποφάσισε να περπατήσει από το Μόναχο στο Παρίσι επί τρεις εβδομάδες.

Πίστευε πως αν πραγματοποιούσε αυτή τη θυσία, θα ανέβαλε τον θάνατό της. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, η Άισνερ έζησε εννιά ακόμα χρόνια!



Άρα, κατά κάποιον τρόπο, απέδωσε η θυσία του.

Αυτό συμβαίνει και με τον Νίκολα: δε θεωρεί ότι θα πετύχει κάτι με την πράξη του, αλλά αν δεν το πιστεύει, σίγουρα δε θα κάνει τίποτα.

Το ίδιο ισχύει και με τις ταινίες. Δεν είμαι σίγουρος πως μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο μ’ αυτές. Αν, όμως, σταματήσω να το πιστεύω, θα σταματήσω να κάνω ταινίες.

Πρέπει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, να προκαλέσουμε έστω μερικούς ανθρώπους. Αν κάνεις κάτι που δεν προκαλεί κανέναν, τότε ποιος νοιάζεται;

Επιστρέφοντας, πάντως, στην προηγούμενη ερώτησή σου, η μεγαλύτερή μου έμπνευση ήταν το Γιουγκοσλαβικό Μαύρο Κύμα και σκηνοθέτες όπως ο καλός μου φίλος Μakavejev, ο Žilnik, ιδίως όμως ο Živojin Pavlović, που υπήρξε καθηγητής μου.

Νιώθεις πως είσαι καλός πατέρας;

Είναι πάντα μια ανοιχτή ερώτηση, ποτέ δεν ξέρεις! Πρέπει να είσαι καλός πατέρας καθημερινά. Προσπαθώ να είμαι. Το να είσαι γονιός είναι μεγάλη ευθύνη. Το σημαντικό, όμως, είναι ο τρόπος που συμπεριφέρεσαι.

Μπορείς να λες στα παιδιά σου το οτιδήποτε, αλλά θα βλέπουν τι κάνεις. Αυτό έχω μάθει από τον γιο μου.

Και τα φιλμ είναι σαν τα παιδιά: πρέπει να τα υποστηρίζεις, αλλά έχουν τη ζωή τους.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Η ταινία του Srdan Golubović Πατέρας προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 31 Μαρτίου σε διανομή της AMA Films.



Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Aleem Khan: «Η ταυτότητά σου δεν έχει να κάνει με το να διαλέγεις πλευρά»

 

Aleem Khan (Φωτογραφία: Mark Senior)

H αγάπη, ο θάνατος, η πίστη, η ταυτότητα βρίσκονται στον πυρήνα της θαυμάσιας, χαμηλών τόνων ταινίας του Βρετανο-Πακιστανού Aleem Khan, Μετά την αγάπη.

Βραβείο γυναικείας ερμηνείας στην εκπληκτική πρωταγωνίστρια Joanna Scanlan στο 61ο ΦΚΘ. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 16 Δεκεμβρίου.

Παρακολουθώντας το διακριτικό μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου, Μετά την αγάπη, μου ήρθε στο μυαλό το Μυστικά και Ψέματα, το αριστούργημα του Μάικ Λι. Ήταν από τις αναφορές σου;

To αγαπώ κι εγώ, είναι απίστευτο φιλμ, κι ο Μάικ Λι είναι απίστευτος σκηνοθέτης. Το έχω δει πολλές φορές και αντιλαμβάνομαι τους παραλληλισμούς.

Στην πραγματικότητα, όμως, άντλησα έμπνευση από τη δικιά μου εμπειρία, τη δικιά μου οικογένεια, τη δικιά μου κουλτούρα.

Όταν γράφω ένα σενάριο, προσπαθώ να μη βλέπω ταινίες κατ’ αυτόν τον τρόπο, και αποφεύγω το να μιμούμαι, αλλιώς διακυβεύεται η πρόθεσή μου.

Μιλώντας, λοιπόν, για αυτοβιογραφικές αναφορές, προέρχονταν αυτές από το ευρύτερο κοινωνικό ή το στενότερο οικογενειακό περιβάλλον σου;

Αρχικά, ήθελα να κάνω ένα φιλμ που θα εξερευνά το πώς δομείται η ταυτότητα.

Κατόπιν, το για ποιους κατασκευάζουμε αυτή την ταυτότητα, πώς μέσω της ώσμωσης γινόμαστε ένα κομμάτι της εκδοχής της/του συντρόφου μας.

Σε ό,τι με αφορά, η μητέρα μου είναι Μουσουλμάνα προσήλυτη. Άλλαξε θρησκεία όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου.

Μεγαλώνοντας ως μιγάδας αγγλικής και πακιστανικής καταγωγής αναρωτιόμουν σε ποια πλευρά βρισκόμουν.

Όταν, όμως, ενηλικιώθηκα, συνειδητοποίησα πως η ταυτότητά σου δεν έχει να κάνει με το να διαλέγεις πλευρά- είσαι και τα δύο.

Εξαναγκάζεσαι, ωστόσο, σε πολύ νεότερη ηλικία να λειτουργήσεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κι αυτό σου προκαλεί σύγχυση.

Πρόκειται, νομίζω, για μια οικουμενική εμπειρία. Όλοι προσπαθούμε να αντιληφθούμε τη θέση μας στον κόσμο.

Γι’ αυτό και το Μετά την αγάπη έχει τέτοια απήχηση, επειδή ως αφήγηση σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση είναι οικουμενικό.

Είναι μια ταινία για την αγάπη και τον θάνατο. Υπάρχει κάτι πιο καθολικό από αυτά;

Joanna Scanlan


Και για την απώλεια της αίσθησης του εαυτού ώστε να ευνοηθούν αγαπητικές σχέσεις με συγκεκριμένους άλλους στη ζωή του κάθε ανθρώπου.

Το να ερωτεύεσαι σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου.

Εκεί βρίσκεται η παραδοξότητα της αγάπης. Όταν ερωτεύεσαι με κάποιον, θέλεις να είσαι κομμάτι του, κι αυτό δεν είναι αρνητικό.

Η Mary, η πρωταγωνίστρια της ταινίας, όταν πεθαίνει ο άντρας της δεν πενθεί μόνο για την απώλεια του άλλου μισού της και του παιδιού που είχε χάσει, αλλά και γιατί ανακαλύπτει πως είχε μοιραστεί την αγάπη του με κάποια άλλη.

Υπάρχουν, επομένως, διαφορετικά επίπεδα θλίψης και το ταξίδι της Mary συνίσταται στην επαναρύθμιση της αίσθησης του εαυτού της.

Στα φιλμ οι άνθρωποι συνήθως κινούνται πολύ γρήγορα. Η θλίψη, αντιθέτως, είναι κάτι ήσυχο που το επεξεργάζεσαι αργά.

Η ταινία αφορά, εξάλλου, και στη συναρπαστική δυαδικότητα εντός μας στην καθημερινή ρουτίνα και τις τελετουργίες, όπως το να προσεύχεσαι ή να φτιάχνεις τσάι. Σωματικά βρίσκεσαι εκεί, αλλά το μυαλό σου είναι κάπου αλλού.

Σε τέτοιες ταπεινές δραστηριότητες βλέπουμε την πρωταγωνίστρια «αφιλτράριστη». Το φιλμ, όμως, δεν έχει να κάνει με την Mary ως Μουσουλμάνα, αλλά με μια γυναίκα που πενθεί. Η θρησκευτική πίστη της είναι μόνο μια πτυχή της ταυτότητάς της.

Η πίστη σίγουρα συνιστά μια σημαντική παράμετρο. Πόσο σημαντική έχει υπάρξει για σένα ως βίωμα εντός του περιβάλλοντος όπου μεγάλωσες;

Μεγάλωσα σε μουσουλμανική οικογένεια. Αυτή είναι η κουλτούρα που βίωσα, και υπήρχαν πολλά όμορφα πράγματα μέσα της.

Ήθελα να αναπαρίσταται η ομορφιά της κουλτούρας μου κινηματογραφικά. Στα φιλμ οι χαρακτήρες Μουσουλμάνων συνήθως παρουσιάζονται με ακραίο τρόπο: είτε είναι τρομοκράτες είτε εντυπωσιακοί αθηλτικοί αστέρες.

Ή μονάχα θύματα καταπίεσης.

Ποτέ δεν τους βλέπουμε -στο σινεμά ή και στα μίντια- ως καθημερινούς ανθρώπους.

Ο τρόπος που προσεύχεται η Mary είναι τόσο φυσικός όσο και το να φτιάχνει τσάι. Και οι δύο δραστηριότητες αποτελούν έκφραση αγάπης.

Nathalie Richard (αριστερά), Joanna Scanlan (δεξιά)


Από την άλλη, ο μακαρίτης σύζυγός της διήγε διπλή ζωή, γεγονός που εγείρει ένα ζήτημα ως προς το αν αυτό συνδεόταν με μια ορισμένη βίωση της θρησκείας ή όχι.

Το απορρίπτω έντονα αυτό.

Αν κάποιος συνδέει την εξωσυζυγική σχέση του Ahmed με τη θρησκεία, αυτό λέει περισσότερα για τη μισαλλοδοξία του ίδιου παρά για την πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι, διαφορετικών καταβολών, έχουν παράλληλες σχέσεις.

Η ταινία εξετάζει την ηθική «πυξίδα» των χαρακτήρων, το ποιος έχει την ηθική εξουσία στον κόσμο, γιατί όλοι είμαστε υποκριτές, όλοι εξαπατούμε τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Συμφωνώ.

Όλοι έχουμε αρχές, αλλά όλοι τις παραβαίνουμε. Κανένας από τους χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι αθώος, ο ένας λέει ψέματα στον άλλο. Ήταν, επομένως, σημαντικό να δείξω την Mary ως τρισδιάστατο χαρακτήρα, όχι ως αγία.

Έτσι φτάνουμε στην αλήθεια, όταν βλέπουμε τους εαυτούς μας ως επιρρεπείς σε λάθη.

Επί της ουσίας, η Mary και η Geneviève, η «άλλη γυναίκα», μοιάζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά υποπτεύεται κάποιος.

Τις βλέπουμε ως ίσες. Όταν πρωτοαντικρίζουμε την Mary, την κρίνουμε βάσει της εμφάνισης, της ενδυμασίας, της ηλικίας, του πάχους της.

Έτσι την προσεγγίζει και η Geneviève.

Το κοινό θα την κρίνει κι εκείνη βάσει του πώς αλληλεπιδρά με την Mary.

Ήθελα να κινηθώ πέρα από το προσωπείο, γιατί η αλήθεια βρίσκεται πίσω από το εξωτερικό «κέλυφος». Όταν καταρρέει το προσωπείο, βλέπουμε κάτι πιο αγνό και καθαρό.

Σταδιακά κάθε γυναίκα βλέπει τον εαυτό της στην άλλη.

Σαν καθρέφτης.

Απολύτως. Η ταινία εκτυλίσσεται στο Dover και το Calais, που βρίσκονται απέναντι.

Σε βιωματικό επίπεδο, είναι και το υδάτινο στοιχείο σημαντικό για σένα;

Γνωρίζω πολύ καλά αυτά το τοπία, γιατί ο παππούς και η γιαγιά μου ζούσαν κοντά στο Dover. Πέρασα την παιδική μου ηλικία στους γκρεμούς. Ο άνεμος, η θάλασσα και τα πουλιά ήταν κάτι βασικό. Όπως και το «καρδιοχτύπι» των μηχανών των φεριμπότ.

Ο σχεδιασμός του ήχου είναι κομβικός στην έκφραση των εσώτερων συναισθημάτων των χαρακτήρων, κι όλοι τους συνδέονται με κάποιο φυσικό στοιχείο.

Ήταν ενδιαφέρον να τους σκέφτομαι ως φυσικά στοιχεία που αλληλεπιδρούν στα συγκεκριμένα τοπία. Ήθελα ν’ «ακούω» αυτό το «καρδιοχτύπι», να εισβάλει στους χώρους.

Η αφηγηματική διακριτικότητα, λεπτότητα και οικονομία του Μετά την αγάπη μου θύμισε τα υπέροχα διηγήματα του Raymond Carver. Είσαι και βιβλιόφιλος;

Διαβάζω, αλλά δεν είμαι «βιβλιοφάγος». Προτιμώ να πηγαίνω σε γκαλερί και μουσεία. Το βρίσκω πιο εύκολο.

Ήθελα, πάντως, το φιλμ να αποπνέει λυρισμό, να είναι σαν παραβολή, γιατί υπάρχει πολύ νόημα στον τρόπο που το καδράρουμε και το ακούμε, που κινούνται οι χαρακτήρες.

Όλα συμβάλλουν στο να επικοινωνηθεί η ουσία αυτού που προσπαθείς να πεις.

Joanna Scanlan (αριστερά), Nathalie Richard (δεξιά)


Όπως και οι ερμηνείες, με προεξάρχουσα εκείνη της Joanna Scanlan στον ρόλο της Mary.

Μοιάζει κάπως με την μητέρα μου.

Υπάρχουν, όμως, λίγα λόγια στην ταινία, η σιωπή λέει τα πάντα. Αυτό ισχύει και στη ζωή. Η γλώσσα είναι τόσο περιοριστική, δεν είναι ανεπτυγμένη κι εκλεπτυσμένη.

Η μουσική, το φαγητό επικοινωνούν σε μια πολύ διαφορετική, πολύ οικουμενική συχνότητα.

Η Joanna μπορεί να «πει» τα πάντα με τα μάτια της. Αγαπώ το είδος του σινεμά που βασίζεται στην ησυχία και επιτρέπει στην ερμηνεία ενός χαρακτήρα να μη φλυαρεί.

Παρομοίως. Γενικότερα, πάντως, εκτιμώ τη λεπτότητα και τη σιωπή όπου χρειάζεται, και συχνά τείνουν να (μου) λείπουν.

Η μυρωδιά, η γεύση, ο ήχος μάς οδηγούν πολύ βαθύτερα στο υποσυνείδητό μας, μάς «γειώνουν».

Η Mary θέλει να διατηρήσει την ανάμνηση του συζύγου της και μέσω της μαγειρικής. Όταν χάνεις κάποιον, κρατάς σφιχτά καθετί που άφησε πίσω του.

Το Μετά την αγάπη «σάρωσε» στα φετινά BIFA (Βρετανικά Βραβεία Ανεξάρτητου Κινηματογράφου). Σε επίπεδο κινηματογραφικού οράματος, το θεωρείς ανεξάρτητο;

Σίγουρα είναι ανεξάρτητο.

Όχι μόνο λόγω της σκηνοθετικής πρόθεσης και του ήθους, αλλά και σε επίπεδο χρηματοδότησης. Η ταινία υλοποιήθηκε με δημόσιους πόρους μέσω του BBC και του BFI.

Είμαι ευτυχής, αλλά και εκπλήσσομαι που κέρδισε τόσο πολλά βραβεία τις προάλλες, γιατί είμαστε ένα μικρό φιλμ, ενώ άλλα έχουν πολύ περισσότερους πόρους.

Με συγκίνησε που η εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία το εκτίμησε και συγκίνησε το κοινό.

Γράφεις τη δουλειά σου για τον εαυτό σου. Όταν, όμως, τη μοιράζεσαι, δεν ανήκει πια σε σένα.

Όταν άλλοι συνδέονται μ’ αυτή και την κάνουν δικιά τους, είναι πολύ ικανοποιητικό.

Ευχαριστώ θερμά την Lucy Harris (Sayle Screen) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Aleem Khan Μετά την αγάπη προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 16 Δεκεμβρίου σε διανομή της StraDa Films.



Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Ameen Nayfeh: «Έχω επώδυνες αναμνήσεις εξαιτίας του Τείχους»

 

Ameen Nayfeh (Φωτογραφία: David Shittek)

Βραβευμένο στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 200 Μέτρα του πρωτοεμφανιζόμενου Παλαιστίνιου Ameen Nayfeh είναι ένα στοχαστικό και υπόγεια πολιτικό road movie και οικογενειακό δράμα.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Νοεμβρίου. «Πετυχαίνοντας» τον σκηνοθέτη διαδικτυακά στο Παρίσι.

Στη Γαλλία μένεις;

H βάση μου είναι η Ραμάλα, αλλά ταξιδεύω πολύ αυτές τις μέρες.

Επέστρεψα στην πατρίδα την προηγούμενη εβδομάδα για να βοηθήσω με τη συγκομιδή ελιάς, και ξαναφεύγω σε δυο μέρες.

Πώς είναι το να ταξιδεύεις από το ένα μέρος στο άλλο -για φεστιβαλικούς και άλλους λόγους- και μετά να γυρνάς στην Παλαιστίνη;

Έχουμε μια παροιμία γι’ αυτό.

Όταν ταξιδεύεις και περνάς καλά στο εξωτερικό, ξεχνάς τα πάντα τη στιγμή που διασχίζεις τα σύνορα. Τότε επιστρέφεις στη σκατένια πραγματικότητα εκεί.

Νιώθεις προνομιούχος που έχεις αυτή τη δυνατότητα, όταν πολλοί συμπατριώτες σου δεν μπορούν καν να μετακινηθούν από τη μια παλαιστινιακή τοποθεσία στην άλλη;

Ασφαλώς και νιώθω αυτό το προνόμιο, όταν για άλλους το ταξίδι είναι ένα σχεδόν ανεκπλήρωτο όνειρο.

Γυρνώντας, όμως, στην Παλαιστίνη αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε μια διαφορετική διάσταση.

Αυτή η αίσθηση κίνησης και πραγματικότητας αντανακλάται και στα 200 Μέτρα, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας.

Κύριος σκοπός μου ήταν να στοχαστώ πάνω σε πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικές καταστάσεις, να κάνω μια ταινία για ανθρώπους που μπορείς να συναντήσεις στον δρόμο.

Γι’ αυτό και πολλοί θεατές είχαν την αίσθηση πως παρακολουθούσαν ένα ντοκιμαντέρ, νιώθεις την πραγματικότητα.

Ali Suliman


Αυτή αντανακλάται και στην αποτύπωση των διάφορων χαρακτήρων, και όχι μόνο του Μουσταφά, του πρωταγωνιστή, και της οικογένειάς του.

Το 99% των ανθρώπων που θέλουν να εισέλθουν στο Ισραήλ λαθραία είναι εργάτες, και οι ηθοποιοί στους οποίους έκανα casting για τους αντίστοιχους ρόλους είναι οι εργάτες που θα συναντήσεις σε ένα τέτοιο ταξίδι. Είναι πραγματικοί άνθρωποι.

Σε πολλούς, εξάλλου, άρεσε και το ότι δεν υπάρχουν ευθείες πολιτικές αναφορές.

Όταν οι εργάτες πηγαίνουν για δουλειά, δε μιλάνε για πολιτική. Δε μιλάμε για πολιτική στην καθημερινή ζωή μας. Κάνουμε πλάκα για τον Μαχμούντ Αμπάς, για παράδειγμα, αλλά δε λέμε «είμαστε υπό κατοχή» κ.λπ.

Όταν βιώνεις τις συνέπειες της εφαρμογής μιας συγκεκριμένης πολιτικής, δε χρειάζεται να αντιπαρατεθείς μεγαλόφωνα σχετικά με πολιτικά ζητήματα. Με αυτή την έννοια το φιλμ σου είναι πολιτικό.

Ο Μουσταφά, τον οποίο υποδύεται ο Ali Suliman, είναι ο πιο σύνθετος χαρακτήρας, πάντως.

Όταν ο Ali Suliman διάβασε το σενάριο, μου τηλεφώνησε και κουβεντιάσαμε επί δύο ώρες. Ήταν πολύ ευχαριστημένος. Μετά το τέλος του τηλεφωνήματος, τσιμπιόμουν διερωτώμενος αν είχε όντως συμβεί.

Επί επτά χρόνια αφότου ξεκίνησα να γράφω το σενάριο ήταν το όνειρό μου να συνεργαστούμε. Του το είπα- και το εκτίμησε.

Έβαλε όλη του την ψυχή στην ταινία.

Τον ρώτησα πώς καταφέρνει να παίζει με το βλέμμα. «Είναι μυστικό», μού απάντησε.

Η τελική εκδοχή του χαρακτήρα που υποδύθηκε, εξάλλου, προέκυψε μέσα από τη συνεργασία μαζί του. Ο Μουσταφά είναι ένας δυνατός χαρακτήρας, πρόθυμος να υποστεί τις συνέπειες των επιλογών του. Και ξέρω πολλούς τέτοιους ανθρώπους.



Θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ξεροκεφαλιά που δεν αιτήθηκε ισραηλινή υπηκοότητα, προκειμένου να μην υφίσταται την ταπείνωση των καθημερινών ελέγχων;

Η Σάλβα, η σύζυγός του, τον κατηγορεί που δεν αιτήθηκε και δεν έλαβε την ισραηλινή υπηκοότητα, όταν είχε τη δυνατότητα.

Σήμερα, ωστόσο, δεν είναι νομικά εφικτό να μεταβιβάσει ένα άτομο παλαιστινιακής καταγωγής με ισραηλινή υπηκοότητα στον/στην σύζυγό του αυτό το status. Αυτή η δυνατότητα ανεστάλη με την έναρξη της Δεύτερης Ιντιφάντα.

Κανείς, όμως, δεν περίμενε ότι η κατάσταση θα εξελισσόταν όπως εξελίχθηκε. Το Τείχος υπάρχει εδώ και μόλις δεκαέξι χρόνια.

Είμαι τριαντατριών και θυμάμαι την εποχή που δεν υπήρχε. Συνήθιζα να πηγαίνω στην οικογένειά μου στην άλλη πλευρά μόνος, ως παιδί.

Ο Μουσταφά ζει με την μητέρα του στη Δυτική Όχθη -όχι στο παλαιστινιακό κράτος, αυτό είναι αστείο- και η σύζυγός του με τα παιδιά σε ένα παλαιστινιακό χωριό στην ισραηλινή πλευρά. Υπάρχουν δύο εκατομμύρια Παλαιστίνιοι με ισραηλινή εθνικότητα.

Πριν το Τείχος, οι δύο περιοχές ήταν μία.

Έχεις κι εσύ συγγενείς ή φίλους που δεν μπορείς να συναντήσεις και δεν μπορούν να σε συναντήσουν εξαιτίας του Τείχους;

Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία, επειδή με αγγίζει προσωπικά.

Ως παιδί, μεγάλωσα πιο πολύ με τους παππούδες μου. Όταν ξεκίνησε η οικοδόμηση του Τείχους, δεν μπορούσα να τους δω πια. Και η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έχω επώδυνες αναμνήσεις εξαιτίας αυτού του γεγονότος.

Δεν υπάρχει διαρκώς ένταση, ωστόσο.

Όταν άρχισε το lockdown πέρσι, το ισραηλινό κράτος έκλεισε όλα τα σημεία εισόδου/ελέγχου σε αυτό. Εξακολουθούσε, όμως, να χρειάζεται τους Παλαιστίνιους εργάτες- κι έτσι «έκλεισε τα μάτια» στα κυκλώματα διακίνησης.

Λίγους μήνες αργότερα, όταν εγκαινιάστηκε ο εμβολιασμός, εμβολίασε τους εργάτες.



Πολιτικά μιλώντας, η κατάσταση δεν είναι αισιόδοξη ούτε στην παλαιστινιακή πλευρά, με την αξιοσημείωτη απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Αμπάς και της Παλαιστινιακής Αρχής, γενικότερα. Αισθάνεσαι ότι επίκειται κάποια αλλαγή;

Η πλειονότητα του πληθυσμού έχει σχεδόν μηδενικές ελπίδες. Η Παλαιστινιακή Αρχή έχασε μεγάλο μέρος της υποστήριξης των Παλαιστίνιων. Όλοι περιμένουν να συμβεί κάτι.

Η Π.Α. θα πάψει να υπάρχει.

Πώς βλέπεις τον εαυτό σου ως νεαρό σκηνοθέτη εντός αυτής της κοινότητας; Νιώθεις ότι φέρεις ευθύνη τόσο έναντι εσού και των οικείων σου, όσο και απέναντι στην παλαιστινιακή κοινωνία;

Τη νιώθω, αλλά ενεργώ βάσει των δυνατοτήτων μου. Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως είμαι σε θέση να κάνω πολλά. Κάνω ό,τι μπορώ.

Πρόσφατα ολοκλήρωσα ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για κάτι που θεωρώ επαναστατικό, την αγρο-οικολογία. Όπως έμαθα από τους ακτιβιστές αγρότες που την ασκούν, συνιστά «κλειδί» για την απελευθέρωσή μας.

Αν δεν μπορούμε να παράγουμε το φαγητό μας, δε θα είμαστε ποτέ ελεύθεροι. «Ο λόγος του αγώνα μας απέναντι στο Ισραήλ είναι η γη», σχολίασε ένας από τους αγρότες. Και όντως, η σύνδεσή μας με τη γη δεν είναι τόσο ισχυρή όσο άλλοτε.

Κάτι πιο ανάλαφρο. Στα 200 Μέτρα συμμετέχουν και τρία παιδάκια που φέρουν το ίδιο επίθετο με εσένα. Είστε συγγενείς;

Τα δύο κορίτσια είναι ανιψιές μου, και το αγόρι είναι μακρινός συγγενής.

Έκανα το casting μόνος μου. Δεν μπορούσα να έχω casting director ή εκπαιδευτή για τα παιδιά- θα έχανα και χρόνο.

Με τα δυο κορίτσια είχαμε γυρίσει βιντεάκια για πλάκα, με γνωρίζουν και δε χρειαζόταν να ζητήσω την άδεια των γονιών τους. Απλώς τα πήρα. Χαίρομαι πολύ που έκανα αυτή την επιλογή, ήταν φανταστικά στους ρόλους τους!

Μου δίνει πολλή ενέργεια το να βρίσκομαι με παιδιά.

Η ταινία του Ameen Nayfeh 200 Μέτρα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Νοεμβρίου σε διανομή του Cinobo.