Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Γκεντιάν Κότσι: «Ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω»


Το Ξεκίνημα της μέρας, ντεμπούτο μυθοπλασίας του Αλβανού σκηνοθέτη Γκεντιάν Κότσι, εξερευνά με σιγουριά και λεπτότητα που συχνά θυμίζει το σινεμά των αδερφών Νταρντέν τον αγώνα μιας γυναίκας (Ορνέλα Καπετάνι) με το μικρό της γιο να επιβιώσουν με κάθε τίμημα στη σύγχρονη Αλβανία. To φιλμ είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου η Ορνέλα Καπετάνι επάξια έλαβε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Συνομιλήσαμε με τον Γκεντιάν Κότσι λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του. Το Ξεκίνημα της μέρας πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και από τις 22 Νοεμβρίου προβάλλεται στις αίθουσες.

Γιατί επέλεξες να εστιάσεις σε ένα γυναικείο χαρακτήρα, κατ’ αρχήν; Τι ήταν τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτόν;

Ήταν περισσότερο μια αυθόρμητη, διαισθητική επιλογή. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι, επίσης, ένας ανδρικός χαρακτήρας. Έχοντας ολοκληρώσει το φιλμ, αναρωτιόμουν διαρκώς «πώς θα μπορούσαν ένας πατέρας κι ένας γιος ν’ αντιδράσουν σε τέτοιες καταστάσεις;» Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αν ήταν βασισμένη σε έναν ανδρικό χαρακτήρα, αλλά διαφορετική. Με κοινωνικούς όρους, βεβαίως, ο αγώνας μιας γυναίκας να επιβιώσει είναι πολύ πιο περίπλοκος και δύσκολος. Ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που διάλεξα ένα γυναικείο χαρακτήρα.

Είναι πολύ δυσκολότερο για μια γυναίκα να υλοποιήσει τους στόχους της, επίσης.

Τα εμπόδια είναι πολυάριθμα και πολύ μεγαλύτερα, κατά τη γνώμη μου, συγκρινόμενα με εκείνα, τα οποία αντιμετωπίζουν οι άντρες. Αλλά ένας ανδρικός χαρακτήρας θα είχε μετουσιωθεί σε μια εντελώς διαφορετική ιστορία με διαφορετικό αφηγηματικό στιλ. 



Επηρεάστηκε, επομένως, το αφηγηματικό σου στιλ από την επιλογή της πρωταγωνίστριας, της Ορνέλα Καπετάνι; Συνεισέφερε στη διαμόρφωση του ίδιου της του χαρακτήρα;

Πρώτα απ’ όλα, ολοκλήρωσα το σενάριο κι έπειτα ξεκίνησα να ψάχνω για γυναίκες ηθοποιούς. Πραγματοποίησα πολλές ακροάσεις και συνεντεύξεις, αλλά, όταν πρωτοείδα την Ορνέλα Καπετάνι, ήμουν σχεδόν σίγουρος πως ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να υποδυθεί το χαρακτήρα της Λέτα. Της άρεσε επίσης πολύ το σενάριο και στη συνέχεια έπρεπε να συνεργαστούμε, γιατί η ενσάρκωση αυτού του χαρακτήρα ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία. Δουλέψαμε έως 6-7 μήνες πριν τα γυρίσματα.

Έπρεπε να ήμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί ο χαρακτήρας της χρειαζόταν να χτιστεί εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου, καθώς και να κουβαλά ορισμένα ψυχολογικά σημάδια. Έπρεπε πραγματικά να την κρατήσουμε στο όριο ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχολογικό.

Είναι ένα πρόσωπο αποφασισμένο να επιβιώσει με κάθε τίμημα. Αυτό που είναι ιδιαιτέρως συναρπαστικό στην αφηγηματική σου προσέγγιση είναι ότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία κάποιος πρέπει να υποθέσει πως συμβαίνουν, είτε εκτός κάδρου ή εντός του ψυχισμού της.

Στην επικοινωνία μου με το κοινό αποδίδω τεράστια αξία σε ό,τι βρίσκεται εκτός κάδρου. 



Το Ξεκίνημα της μέρας είναι, πάντως, μια ταινία στέρεα εντός του πλαισίου της σύγχρονης αλβανικής κοινωνίας. Πόσο επηρεασμένος είσαι από αυτή τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως κάποιος που ζει μέσα της;

Η προσέγγισή μου στην ταινία είναι προϊόν μιας οικουμενικής οπτικής, επομένως δεν αφορά μόνο στην αλβανική κοινωνία. Αυτό που την καθιστά καθολική, από την άποψη της επικοινωνίας με μεγαλύτερα κοινά, είναι το γεγονός ότι καταπιάνεται με τον εσωτερικό αγώνα του ανθρώπου. Ασφαλώς άντλησα την ιδέα από το μέρος όπου μένω, από την καθημερινή μου παρατήρηση, από τη διασύνδεσή μου με τους ανθρώπους στην Αλβανία: τα πορτρέτα τους στους δρόμους, τον τρόπο που αντιδρούν ή συμπεριφέρονται. Εμπνέεται από την καθημερινή ζωή.

Υπάρχει, επίσης, μια πολιτική δήλωση στην ταινία, γιατί ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω και, εφόσον οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή, κατά κάποιο τρόπο αρχίζουν να μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι μια δήλωση σχετικά με ένα σύστημα, το οποίο ασκεί πίεση με πολλή επιμονή στους Αλβανούς.

Όσον αφορά στον αλβανικό κινηματογράφο, δεν παράγονται πολλές ταινίες, ούτε προβάλλονται σε φεστιβάλ ή εμπορικά παγκοσμίως. Υποθέτω, λοιπόν, πως κι η δικιά σου προσπάθεια θα πρέπει να υπήρξε πολύ δύσκολη στην υλοποιήσή της. Είναι έτσι;

Είναι πολύ δυσκολότερο για τα αλβανικά φιλμ να έχουν μια διεθνή ορατότητα, γιατί η παραγωγή κινείται σε χαμηλό επίπεδο. Έχουμε, ωστόσο, μια πολύ πλούσια κινηματογραφική ιστορία, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι διεθνώς γνωρίζουν αυτό το θησαυρό, μιας και ήμαστε εντελώς απομονωμένοι επί 45 χρόνια. Αυτό καθιστά τη δουλειά μας, τη δουλειά μου, πιο δύσκολη, γιατί είναι σαν οι Αλβανοί σκηνοθέτες να κουβαλούν ένα πολύ χαμηλό συμβολικό κεφάλαιο και απαιτείται σκληρή δουλειά, προκειμένου να είναι ορατοί. Είναι, επίσης, πολύ δύσκολο για αλβανικές ταινίες να πραγματοποιήσουν την παγκόσμια πρεμιέρα τους σε πολύ σημαντικά ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Πρέπει, ωστόσο, να πω ότι, αν και δεν έχουμε παράγει πολλά φιλμ, από το 1990 έχουμε πολύ καλές δουλειές από Αλβανούς σκηνοθέτες, που είχαν την ευκαιρία να τις μοιραστούν με διεθνή κοινά. 



Φαντάζομαι πως το στοιχείο της συμπαραγωγής, η συνεργασία με την Graal Films, βοήθησε στην ολοκλήρωση της ταινίας.

Η διαδικασία συμπαραγωγής με την Graal Films ήταν πολύ σημαντική για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος. Διάβασαν το σενάριο, τους άρεσε πολύ και, έκτοτε, είμαστε στην ίδια «βάρκα». Ο μόνος «όρος» τους ήταν ότι κι εκείνοι ήθελαν να ολοκληρωθεί η ταινία. Έπειτα, η Graal μπόρεσε να συγκεντρώσει κάποια χρήματα από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, έτσι είχα την ευκαιρία μέρος της καλλιτεχνικής μου ομάδας να προέρχεται από την Ελλάδα, όπως ο διευθυντής φωτογραφίας Ηλίας Αδάμης. Όλη η διαδικασία της post production πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.

Είναι η δεύτερη φορά σου στο Σαράγεβο ως σκηνοθέτης;

Είναι η δεύτερη φορά μου στην πόλη ως σκηνοθέτης. Η πρώτη ήταν 3 χρόνια πριν στο πλαίσιο του CineLink Co-Production Market. Είχαμε επιλεγεί ανάμεσα σε 14 άλλα πρότζεκτ για ανάπτυξη και χρηματοδότηση.

Πώς νιώθεις που βρίσκεσαι εδώ;

Το να αποτελώ μέρος του Διαγωνιστικού ή αυτού του Φεστιβάλ, γενικότερα, με κάνει να νιώθω πολύ καλά και, κατά κάποιο τρόπο, σημαντικός. Και οι διοργανωτές του είναι πολύ ζεστοί και φιλικοί άνθρωποι. Η ατμόσφαιρα της πόλης στη διάρκεια αυτών των ημερών αποπνέει πραγματικά μια οικεία αίσθηση. Είμαι, λοιπόν, ευτυχής που παρουσιάζω τη δουλειά μου στο Σαράγεβο.

Ας ελπίσουμε ότι το Ξεκίνημα της μέρας θα καταφέρει να ταξιδέψει όσο πιο μακριά γίνεται! Υπάρχουν σχέδια για περαιτέρω φεστιβαλικές προβολές;

Δεν μπορώ να ανακοινώσω τις επιβεβαιώσεις δημοσίως, γιατί δεν έχουν επισημοποιηθεί ακόμα. Ταυτόχρονα, η εταιρεία παραγωγής μας προσπαθεί πολύ σκληρά να προωθήσει το φιλμ σε περισσότερα φεστιβάλ.

Photo credit (Γκεντιάν Κότσι/τιμ): Γιάννης Κοντός.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Γκεντιάν Κότσι για το χρόνο του και την Μπλερίνα Χανκολάρι, σύζυγο και επαγγελματική του συνεργάτρια, για την πολύτιμη συνεισφορά της στη μετάφραση των απαντήσεών του στα αγγλικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο: https://www.widemanagement.com/daybreak.

Η ταινία Το ξεκίνημα της μέρας του Γκεντιάν Κότσι προβάλλεται στις αίθουσες από τις 22 Νοεμβρίου σε διανομή της Seven Films.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Βαχίντ Τζαλιλβάντ: «Το καλύτερο υλικό για ένα σενάριο είναι ο κόσμος γύρω σου»


Με δύο βραβεία στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας, καθώς και Αργυρό Αλέξανδρο & Βραβείο FIPRESCI στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η Περίπτωση Συνείδησης, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του ανερχόμενου Ιρανού σκηνοθέτη Βαχίντ Τζαλιλβάντ, είναι ένα ηθικό δράμα συχνά σεξπιρικών διαστάσεων, που εξερευνά τις έννοιες της ενοχής, της ευθύνης και της κάθαρσης.

Συνομιλώντας μαζί του, με αφορμή την προβολή της ταινίας του στις αίθουσες από τις 4 Οκτωβρίου.

Στην ταινία σας Περίπτωση Συνείδησης εξερευνάτε ζητήματα ηθικής φύσης, όπως η ενοχή, η ευθύνη, η κάθαρση. Πόσο σημαντικά είναι για σας ως άνθρωπο, αλλά και στο πλαίσιο της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας;

Αυτές οι έννοιες αφορούν όλο τον κόσμο, όχι μόνο το Ιράν. Όταν, ως σεναριογράφος, ξεκινάς να γράφεις μια ιστορία, απευθύνεσαι σε όλους. Το ίδιο σενάριο μπορείς να το προσαρμόσεις ανάλογα με το πού εκτυλίσσεται. Το μόνο που διαφέρει από χώρα σε χώρα είναι ο τρόπος ζωής των ανθρώπων. 



Πώς κατασκευάσατε τους χαρακτήρες και πώς, στη συνέχεια, δουλέψατε με τους ηθοποιούς, οι οποίοι τους υποδύονται εξαιρετικά;

Πριν πιάσεις στιλό και χαρτί ή ένα λάπτοπ και κλειστείς σε ένα δωμάτιο, χρειάζεται να γνωρίζεις τον κόσμο σου, τη χώρα σου. Νομίζω ότι το καλύτερο υλικό για ένα σενάριο είναι ο κόσμος γύρω σου. Πρέπει μόνο να τον βλέπεις αληθινά.

Πριν τα γυρίσματα, επί δύο μήνες κάναμε πρόβες και μιλούσαμε με τους ηθοποιούς για το σενάριο, για να μάθουν τι ακριβώς ήθελα και ποιος ήταν ο κάθε χαρακτήρας. Όταν το καταλάβαιναν, οι λεπτομέρειες δεν ήταν πολύ δύσκολες πλέον. Η μίμηση, η προφορά είναι κάτι εύκολο και στα γυρίσματα θα τα κατάφερναν. Για μένα, το πιο σημαντικό στον ηθοποιό είναι να είναι έξυπνος άνθρωπος.

Και δεν είναι μόνο έξυπνοι, αλλά και πολύ ταλαντούχοι.

(Γέλια).

Σε σχέση με το χαρακτήρα του ιατροδικαστή Κάβε, γιατί επιμένει τόσο πολύ πως ευθύνεται για το θάνατο του παιδιού, ενώ δεν προκύπτει κάτι τέτοιο;

Ο μεγαλύτερος πόνος του Μουσά είναι ότι νομίζει πως εκείνος φταίει που πέθανε το παιδί του. Γι’ αυτό και ήθελε να βοηθήσει ο Κάβε τον πατέρα του παιδιού.



Με αυτό τον τρόπο, όμως, θα καταλήξει κι ο ίδιος στη φυλακή. Γιατί, λοιπόν, να θέλει να βοηθήσει;

Δε θα πάει στη φυλακή, απλώς θα πληρώσει πρόστιμο. Με αυτό τον τρόπο βοηθάει. Μη νομίζεις ότι φταίει ο Μουσά.

Στην ταινία, οι περισσότεροι κεντρικοί χαρακτήρες παραβιάζουν το νόμο. Αποτελεί αυτό ένα σχόλιο πάνω στην ιρανική κοινωνία;

Πριν το ατύχημα, ο Κάβε είναι σωστός άνθρωπος. Αν εσύ δεν έχεις να φας, τι θα κάνεις; Αν το παιδί σου είναι άρρωστο, πρέπει να το πας στον γιατρό και δεν έχεις χρήματα, τι θα κάνεις; Αν αγαπάς κάποια και ο πατέρας της δεν την αφήνει να είναι μαζί σου, τι θα κάνεις; Αν θες να πέσεις κάτω και δεν έχεις ένα τοίχο να ακουμπήσεις, τι θα κάνεις; Αυτή είναι η πραγματικότητα, η τραγωδία των ανθρώπων. Δεν έχει ούτε χρώμα, ούτε χώρα.



Παρά τη δύσκολη κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση που επικρατεί στο Ιράν, επί πολλά χρόνια παράγεται μεγάλος αριθμός εξαιρετικών ταινιών, οι οποίες προβάλλονται σε διεθνή φεστιβάλ και συχνά βραβεύονται. Πώς ερμηνεύετε το γεγονός αυτό;

Αυτό είναι λίγο υπερβολικό. Ο περισσότερος κόσμος, ωστόσο -ακόμα και τα μικρά παιδιά-, ξέρουν να πουν μια ιστορία. Από μικροί έχουμε μεγαλώσει με ιστορίες. Γι’ αυτό κι είναι πιο εύκολο να αφηγηθούμε και να γράψουμε ιστορίες. Όλες οι δυσκολίες έχουν βοηθήσει τους Ιρανούς να γίνουν πιο δυνατοί. Το ίδιο και το σινεμά.

Ευχαριστώ θερμά την Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου  Θεσσαλονίκης για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη  στο πλαίσιο του 58ου ΦΚΘ.

Η ταινία του Βαχίντ Τζαλιλβάντ Περίπτωση Συνείδησης προβάλλεται από τις 4 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της AMA Films.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Ερνέστο Κοντρέρας: «Οι ταινίες είναι αυτό που ονειρεύομαι ως μορφή έκφρασης και ανάπτυξης»


Με πρωταγωνιστές τον Εβαρίστο και τον Ισάουρο, τελευταίους εν ζωή ομιλητές μιας υπό εξαφάνιση ιθαγενικής γλώσσας που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους επί δεκαετίες, και τον νεαρό γλωσσολόγο Μαρτίν που προσπαθεί να διασώσει τη γλώσσα τους αναμοχλεύοντας ένα επώδυνο παρελθόν, το Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα είναι η συγκινητική και πολυεπίπεδη τελευταία ταινία του Μεξικανού σκηνοθέτη Ερνέστο Κοντρέρας.

Με παγκόσμια πρεμιέρα και βραβείο κοινού στο περσινό Σάντανς και πανελλήνια στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έρχεται και στους κινηματογράφους στις 30 Αυγούστου. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Το Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα, η απολύτως συγκινητική και πολυεπίπεδη τελευταία ταινία σου, είναι ένας στοχασμός πάνω στη γλώσσα: τη γλώσσα της καταπιεσμένης αγάπης, την εξαφανιζόμενη γλώσσα ενός ιθαγενικού πληθυσμού και τη γλώσσα του σινεμά. Έτσι τη συνέλαβες εξ αρχής;

Για μένα ως σκηνοθέτη, κάθε ταινία αναπαριστά ένα διαφορετικό ταξίδι, το οποίο ξεκινά από τις προκλήσεις που τίθενται από το σενάριο, το οποίο μέχρι στιγμής γράφεται από τον αδερφό μου Κάρλος. Στην περίπτωση του Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα, από τα πρώιμα στάδια της σύλληψής του άρχισα να το αντιλαμβάνομαι ως ένα ταξίδι που θα ήταν πιο φωτεινό και ποιητικό από τις προηγούμενες ταινίες μου. Εξερευνά διαφορετικά επίπεδα, τα οποία έχουν τη ρίζα τους στη σπουδαιότητα της απώλειας μιας γλώσσας, τι αυτή σημαίνει, και την κατανόηση του ότι μια γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά και ένας τρόπος να εκφράζουμε πώς βλέπουμε τον κόσμο, επικοινωνίας με το παρελθόν μας και κατανόησης του ποιοι είμαστε. 



Επίσης, σε σχέση με το φανταστικό στοιχείο, ή το μαγικό ρεαλισμό, δεν ήθελα να εξαρτάται από τα ψηφιακά εφέ, αλλά να το επιλύσω με την κάμερα, τη σκηνοθεσία, και απ’ όλα το σχεδιασμό ήχου, κατά τρόπο που ο ερχομός και η αναχώρηση ανά χρονικά διαστήματα ή οι συναντήσεις με τους νεκρούς να λύνονται πολύ απλά, σε μια προσπάθεια να διεγείρω τη φαντασία του κοινού.

Για τους σκοπούς του φιλμ, αποφάσισες να δημιουργήσεις με τη βοήθεια γλωσσολόγων ένα εντελώς νέο ιδίωμα, που ενσωματώνει στοιχεία υπαρχουσών ιθαγενικών γλωσσών. Γιατί απέκλεισες την πιθανότητα χρήσης μιας από αυτές τις γλώσσες και πόσο απαιτητική και χρονοβόρα υπήρξε η διαδικασία δημιουργίας του ιδιώματος;

Αρχικά, νόμιζα ότι θα χρησιμοποιούσαμε μια υπαρκτή γλώσσα. Όταν, όμως, ξεκίνησα να ανταλλάσσω ιδέες με γλωσσολόγους, αλλά κυρίως ομιλητές μερικών υπό εξαφάνιση γλωσσών, κατάλαβα πόσο πολύτιμη και σημαντική είναι αυτή η γνώση, κυριολεκτικά ένας θησαυρός. Κι αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι δεν ήθελα κάποιος να νομίσει πως «χρησιμοποιώ» αυτή την ιερή γνώση για την ταινία μου. Έτσι προέκυψε η ιδέα να προσκαλέσω έναν γλωσσολόγο να «διασκευάσει» μια γλώσσα από την περιοχή. Αλλά τότε συνάντησα τον Francisco Javier Félix Valdez, έναν παθιασμένο γλωσσολόγο, και μου πρότεινε να επινοήσει κάτι εντελώς καινούριο για το φιλμ.



Μου ζήτησε να του δώσω καναδυό μήνες, κι όταν επέστρεψε έφερε μαζί του ένα «Εγχειρίδιο των Ζικρίλ», το οποίο περιλάμβανε λεξιλόγιο, κανόνες γραμματικής, κλίση των ρημάτων και προφορά, κάτι που αποδείχτηκε ιδιαιτέρως συναρπαστικό. Αργότερα, ζήτησα από τους ηθοποιούς να κάνουν μαθήματα Ζικρίλ μαζί του κι ευτυχώς είχα την αφοσίωση και την πλήρη υποστήριξή τους στην εκμάθηση της γλώσσας και, το πιο σημαντικό, στο να την κάνουν δική τους, ώστε, όταν θα έφτανε η ώρα να γυρίσουμε χρησιμοποιώντας τη, να μην αποτελεί περισπασμό γι’ αυτούς και να μπορούν πραγματικά να εστιάσουν στα συναισθήματα που απαιτούνταν από το σενάριο.

Το γκέι στοιχείο ξεδιπλώνεται -σταδιακά, αλλά διακριτικά- παράλληλα με την αφήγηση του φιλμ. Το αντιλήφθηκες ως απαιτητική επιλογή;

Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα αποτύπωνε τη σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπινες υπάρξεις ανεξαρτήτως του φύλου τους, και αποφάσισα να τη φιλμάρω κατ’ αυτό τον τρόπο, με λεπτότητα αλλά ένταση, με την πιο απόλυτη εμπλοκή των ηθοποιών, οι οποίοι ήταν κυριολεκτικά ερωτευμένοι στη διάρκεια των γυρισμάτων- ή έτσι είπαν. Το γεγονός αυτό κατέστησε πιο εύκολο να βγάλω αυτό το συναίσθημα στην οθόνη και να μεταδώσω όσα απαιτούσε η ιστορία. 



Ειδική μνεία πρέπει, λοιπόν, να γίνει στους εξαιρετικά εκφραστικούς πρωταγωνιστές σου, José Manuel Poncelis και Eligio Meléndez. Πώς τους ανακάλυψες; Μέσω της συνήθους διαδικασίας casting;

Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής διαδικασίας ποτέ δε βάζω πρόσωπα στους χαρακτήρες, ούτε καν μου αρέσει να τα φαντάζομαι, γιατί μια από τις στιγμές που απολαμβάνω και με συνεπαίρνει πιο πολύ είναι ακριβώς όταν κάνω casting. Είναι μια περίοδος κατά την οποία βλέπω πάρα πολλούς ηθοποιούς, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, μέχρι που ξαφνικά ανακαλύπτω, μπροστά στα μάτια μου, εκείνο ή εκείνη τον/την ηθοποιό που θα γίνει ο χαρακτήρας, ο οποίος για τόσο καιρό βρισκόταν στη φαντασία μου. Στην πραγματικότητα, είμαι πεπεισμένος ότι οι χαρακτήρες είναι εκείνοι που βρίσκουν τους ηθοποιούς.

Όταν ήρθε ο Eligio Meléndez για το casting, αμέσως ήξερα πως ήταν ο Εβαρίστο. Λίγο αργότερα, ο José Manuel Poncelis έγινε ο Ισάουρο, και τότε προέκυψε η πρόκληση να βρω δυο νεαρούς ηθοποιούς, οι οποίοι θα ήταν πραγματικά καλοί ηθοποιοί και, ιδανικά, θα είχαν μια ομοιότητα με τους ηλικιωμένους. Υπήρξα τυχερός που βρήκα τον Juan Pablo de Santiago και τον Hoze Meléndez, κάτι που μου επέτρεψε να συνθέσω την τέλεια εξίσωση για την ταινία.



Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο νεαρός γλωσσολόγος (Fernando Álvarez-Rebeil), που ξεκινά να ερευνήσει και να διατηρήσει μια εξαφανιζόμενη γλώσσα, μοιάζει με τα καλοπροαίρετα άτομα, τα οποία, κατά τη διαδικασία διάσωσης αυτού που αγαπούν, καταλήγουν να το καταστρέφουν. Μέσω του χαρακτήρα του είχες την πρόθεση να κάνεις ένα σχόλιο πάνω στην ανάγκη να χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σεβασμό και την εκμετάλλευση μιας κουλτούρας;

Ναι, σίγουρα. Στην πραγματικότητα, είναι κάτι που σχολίασαν και οι πραγματικοί γλωσσολόγοι. Πολλές φορές, στη διάρκεια της ερευνητικής διαδικασίας τα υποκείμενα κεφαλαιοποιούν την κατάσταση. Δραματουργικά μιλώντας, σκέφτηκα πως αυτό θα μπορούσε να ενταχθεί στην ιστορία, καθώς ως θεατές έχουμε συνηθίσει να ταυτιζόμαστε με τον «ήρωα», ο οποίος έρχεται να σώσει την κατάσταση. Αλλά, σ’ αυτή την περίπτωση, όλα αρχίζουν να αλλάζουν από τη στιγμή που ο νεαρός γλωσσολόγος ξεκινά να παίρνει τις λάθος αποφάσεις, οι οποίες θα καταλήξουν να αναμοχλεύσουν ένα παρελθόν που παρέμενε σε ύπνωση για δεκαετίες, γεγονός το οποίο μπορεί να είναι θετικό, αλλά και να βγει εκτός ελέγχου.



Εκτιμάς ότι η πρόσφατη εκλογή του Λόπεζ Ομπραδόρ ως προέδρου του Μεξικού θα επηρεάσει το πολιτιστικό «τοπίο» της χώρας με οποιοδήποτε τρόπο, κυρίως στον τομέα της κινηματογραφικής παραγωγής/συμπαραγωγής;

Το ελπίζω, για το καλό. Το κυβερνητικό του σχέδιο κάνει λόγο για πολλές αλλαγές και για τη μετατροπή του πολιτισμού, και κυρίως του κινηματογράφου, σε όχημα ειρήνευσης και ανάπτυξης για το Μεξικό. Ελπίζω να γίνει έτσι. Υπάρχει πολύ ταλέντο στο Μεξικό- και δεν εννοώ μόνο σκηνοθέτες, αλλά και φωτογράφοι, σεναριογράφοι, ηθοποιοί, που όλοι τους έχουν πολλές ιστορίες να πουν.

Στην τελική, σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι, μεταφορικά μιλώντας;

Πολλά χρόνια πριν, αποφάσισα να αφιερώσω τη ζωή μου στη δουλειά μου, στις ταινίες μου, γι’ αυτό και οι ταινίες είναι στ’ αλήθεια αυτό που ονειρεύομαι ως μορφή έκφρασης, αλλά και ανάπτυξης. Είμαι πεπεισμένος πως αυτή είναι η καλύτερη δουλειά στον κόσμο, όχι μόνο γιατί έχω την ευκαιρία να λέω ιστορίες, αλλά και λόγω της πιθανότητας να συνδεθώ με τον κόσμο- όπως, σ’ αυτή την περίπτωση, με τους ανθρώπους στην Ελλάδα.

Ευχαριστώ θερμά τον παραγωγό της ταινίας Luis Albores για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Ερνέστο Κοντρέρας Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 30 Αυγούστου σε διανομή της Seven Films.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Γκιόρτσε Σταβρέσκι: «Το σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά αγνοεί τα κοινωνικά ζητήματα, την ανισότητα και τη φτώχεια»


Συνυφαίνοντας το προσωπικό με το κοινωνικό με δεξιοτεχνία και σιγουριά ασυνήθιστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη μεγάλου μήκους ταινίας, η δηκτική μαύρη κωμωδία του Γκιόρτσε Σταβρέσκι Μυστικό συστατικό  καταπιάνεται ταυτόχρονα με το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας της Π.Γ.Δ.Μ. και με μια δυσλειτουργική σχέση πατέρα-γιου, διερωτώμενη τι κάνει τη ζωή αξιοβίωτη σε αβίωτους καιρούς.

Κουβεντιάζοντας με τον ταλαντούχο σκηνοθέτη ενόψει της εξόδου του φιλμ στους κινηματογράφους στις 19 Ιουλίου.

Συνυφαίνοντας το προσωπικό με το συλλογικό με δεξιοτεχνία και σιγουριά ασυνήθιστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη μεγάλου μήκους ταινίας, στο Μυστικό συστατικό καταπιάνεσαι ταυτόχρονα με το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας της Π.Γ.Δ.Μ. και μια δυσλειτουργική σχέση πατέρα-γιου, αναλογιζόμενος τι κάνει τη ζωή αξιοβίωτη σε αβίωτους καιρούς. Υπήρχαν όλα αυτά τα θεματικά νήματα εκεί από την πρώτη στιγμή που συνέλαβες το φιλμ σου;

Λοιπόν, ναι, τα θέματα ήταν εκεί από την αρχή, αλλά σε μια ελαφρώς διαφορετική μορφή. Όταν ξεκίνησα να γράφω, είχα συλλάβει το φιλμ ως ένα οικογενειακό δράμα και ήταν πολύ πιο σκοτεινό. Αλλά τότε άρχισα να νιώθω δυσφορία με το σενάριο. Τώρα που το σκέφτομαι, στην πραγματικότητα πάλευα με ενός είδους προσωπική κρίση, η οποία συνδεόταν με τη δημιουργική μου ταυτότητα. Είμαι άνθρωπος που απολαμβάνει πολύ το χιούμορ, αλλά προσπαθούσα να το κρατήσω μακριά από τη δουλειά μου. Νόμιζα ότι μόλυνε την ανάγκη μου να κάνω καθαρό δράμα και το κρατούσα σε απόσταση.

Τελος πάντων, κάτι δεν «κόλλαγε» ουσιωδώς στην ιστορία μου και δεν απολάμβανα τη συγγραφή πλέον. Απορριφθήκαμε, επίσης, από ένα pitching forum κι ένας παραγωγός που δουλεύει εκεί μας απεύθυνε μερικά άσχημα σχόλια, γεγονός που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως δεν πίστευα στην ιστορία μου αρκετά, ώστε να την υπερασπιστώ.

Κατά κάποιο τρόπο, αυτό δημιούργησε την τέλεια καταιγίδα, έτσι, μετά από μερικές δύσκολες βδομάδες άγχους και μηδενισμού, όλα συνέτειναν στο να παραδεχτώ την ήττα μου και να πω: «Γάμησέ τα, αρνούμαι τον Θεό μου του δράματος, η ζωή δεν έχει νόημα έτσι κι αλλιώς, κι ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την παλαβή χώρα- θα κάνω μια κωμωδία». Έτσι, αν και όλα ήταν εκεί από την αρχή, είχαν διαφορετική γεύση, την οποία δεν πίστευα. Και σ’ ευχαριστώ για τα κομπλιμέντα. 



Οι χαρακτήρες του Μυστικού συστατικού μοιάζουν αληθινοί κι όχι καρικατούρες, και ο τρόπος που τους προσεγγίζεις είναι «διαποτισμένος» με αξιοπρέπεια, γενναιοδωρία, σεβασμό και τρυφερότητα. Υπάρχουν κομμάτια σου μέσα τους; Και πώς δουλεύεις με τους/τις ηθοποιούς;

Σ’ ευχαριστώ, εκτιμώ τα καλά σου λόγια. Για να είμαι ειλικρινής, ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Βέλε, γράφτηκε με μένα ως πρότυπο υποσυνείδητα. Αλλά βρήκα έναν ηθοποιό θεμελιωδώς διαφορετικό από μένα, ο οποίος, κατά παράξενο τρόπο, έμοιαζε τέλειος για το ρόλο μόνο αν ήμουν πρόθυμος να προβώ σε μια σημαντική αλλαγή στο σενάριο.

Στην ιστορία υπάρχουν δύο νεαρά αδέρφια, τα οποία είναι πολύ διαφορετικά: το ένα ήταν σπασίκλας, με τέλειους βαθμούς, που κέρδιζε βραβεία ως παιδί-θαύμα της επιστήμης και που θέλει να γίνει επιστήμονας των υπολογιστών. Κι ο άλλος που δεν είναι φιλόδοξος, μισεί το σχολείο και τις αρχές, και διαλέγει την ταπεινή δουλειά του πατέρα του ως μηχανικός τρένων. Αλλά σε ένα μοιραίο αυτοκινητιστικό ατύχημα ο αδερφός μηχανικός κι η μαμά τους πεθαίνουν και ο σπασίκλας αρχίζει να δουλεύει ο ίδιος ως μηχανικός τρένων, για να υποστηρίξει τον άρρωστο και θλιμμένο πατέρα.

Το πρόβλημα, καθώς προείπα, ήταν πως βρήκα έναν ηθοποιό που ήταν τέλειος ως ο αδερφός μηχανικός, ο οποίος πεθαίνει. Αποφάσισα, λοιπόν, να «σκοτώσω» τον σπασίκλα και να προσαρμόσω το σενάριο για τον μηχανικό. Ξαφνικά, όλα πήραν το δρόμο τους.

Σχετικά με τη δεύτερη ερώτησή σου, νομίζω ότι το πιο σημαντικό στη συνεργασία με τους ηθοποιούς είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Προσπαθούσα να μην επιβάλλομαι, αλλά να ακούω το πολύτιμο feedback τους, προστατεύοντας την ίδια στιγμή το πρωταρχικό μου όραμα: τη ρεαλιστική υποκριτική και το «ξερό», ειρωνικό χιούμορ. 



Η ταινία σου είναι τυπικά «βαλκανική», κυρίως ως προς τον τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, το ανάλαφρο και το βαθιά θλιμμένο. Πώς αντιλαμβάνεσαι προσωπικά αυτό που θα μπορούσε να οριστεί ως «βαλκανικότητα» στην τέχνη, και ιδίως στο σινεμά;

Πρέπει να πω ότι έχω μια σχέση αγάπης-μίσους με τον όρο «βαλκανικός». Στη μουσική, για παράδειγμα, ο πρώτος συνειρμός μου είναι η φτηνιάρικη “turbo folk” που προέρχεται κυρίως από τη Σερβία και τη Βουλγαρία, την οποία πραγματικά μισώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Στο σινεμά, κυρίως στις αμέτρητες κωμωδίες από τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με εξαίρεση τα φιλμ του «Μαύρου Κύματος» της δεκαετίας του ’60, μισώ πολλά πράγματα που μπορώ να συνδέσω με τον όρο «βαλκανικός»: το σοβινισμό, το σκληρό χιούμορ, την υπερβολική υποκριτική, τη ρηχότητα της πλοκής, κ.λπ.

Βάζοντας όλα αυτά στην άκρη, υπό το φως του χαριτωμένα επινοημένου προαναφερόμενου ορισμού σου, πρέπει να πω πως απολαμβάνω πολλές πρόσφατες «βαλκανικές» κυκλοφορίες: τα σύγχρονα βουλγαρικά φιλμ, το νέο ρουμανικό σινεμά, το ελληνικό “weird wave”, κι επίσης μερικές κουλ ταινίες από χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό τσούρμο σκηνοθετών και μ’ αυτή την έννοια, αν η ταινία μου περνιέται για τυπικά βαλκανική, το θεωρώ σπουδαίο κομπλιμέντο. Όσο για τις δικές μου επιρροές, εμπνέομαι κυρίως από τον ιταλικό Νεορεαλισμό, το τσεχοσλοβακικό Νέο Κύμα κι ένα ακόμα τσούρμο από αδέρφια, επίσης: τους Κοέν και τους Νταρντέν.

Το Μυστικό συστατικό είναι βαθιά πολιτικό, αν και με κινηματογραφικούς όρους. Ως σκηνοθέτης, νιώθεις ηθικά υποχρεωμένος να καταπιάνεσαι με ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα μέσω της δουλειάς σου; Και, αν ναι, ποιο είναι το πιο πιεστικό πρόβλημα στη σύγχρονη Π.Γ.Δ.Μ.;

Ναι, το ένιωσα ως προσωπική υποχρέωση να μιλήσω σχετικά με τα τρέχοντα θέματά μας. Το φιλμ είναι ένα ισχυρό μέσο και κάθε σκηνοθέτης πρέπει να επιλέγει τις μάχες του/της με σύνεση. Νομίζω, επίσης, πως το σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά ασχολείται πολύ περισσότερο με τα τυποποιημένα κεντρο-αριστερά ζητήματα «ταυτοτικής πολιτικής», και αγνοεί τα κοινωνικά ζητήματα, την ανισότητα και τη φτώχεια. Έχοντας ανατραφεί από μια οικογένεια χαμηλότερου εισοδήματος, έχω αισθανθεί πολλά από τα προβλήματα στο ίδιο μου το πετσί. Ήταν, επομένως, μια φυσιολογική απόφαση για μένα να πάρω θέση και να καταπιαστώ μ’ αυτά τα θέματα.

Απαντώντας στη δεύτερη ερώτησή σου, νομίζω ότι το πιο πιεστικό πρόβλημα στη Μακεδονία αυτή τη στιγμή είναι η διαφθορά, κυρίως η διεφθαρμένη, δυσλειτουργική, διαλυμένη εξουσία του νόμου. Πέρα από τα παράδοξα ψευτό-μπαρόκ κτίρια του «Σκόπια 2014», αυτό ήταν άλλο ένα «δώρο» της προηγούμενης κυβέρνησής μας. Δεν είμαι σίγουρος πόσα από αυτά άλλαξαν αφότου έχασαν στις εκλογές, αλλά γινόμαστε διαρκώς μάρτυρες της επιλεκτικής δικαιοσύνης, ακούγοντας για διεφθαρμένους αξιωματούχους και ακυρωθείσες ποινές.

Είναι μια χώρα όπου η διαφθορά είναι τόσο κατάφωρα προφανής, ώστε νομίζω πως κανένας δεν πιστεύει στη δικαιοσύνη πλέον. Για μένα, αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό πρόβλημα από τη «διαμάχη για το όνομα», που είναι απλώς μια λειτουργία, ένα σύμπτωμα των παραπάνω. 



Συνολικά, νομίζω ότι κάνεις πληβειακό σινεμά με σινεφίλ ευαισθησίες. Συμφωνείς;

Πληβειακό, με σινεφίλ ευαισθησίες σινεμά. Ολόψυχα ναι. Πρέπει να είναι ένα από τα πιο κουλ κομπλιμέντα που έχει δεχτεί η ταινία μέχρι τώρα. Τι να πω, στ’ αλήθεια συμπάσχω με τους καθημερινούς ανθρώπους. Πιστεύω, σε αντίθεση με το αφήγημα που προσφέρεται από τις ελίτ, οι οποίες υποστηρίζουν πως οι περισσότεροι δεν είναι αρκετά μορφωμένοι ώστε να κάνουν τις σωστές επιλογές, ότι πρώτα και κύρια είναι η φτώχεια και η ανισότητα, που καθοδηγούν τις αποφάσεις του «99%».

Και όσο απρόσμενες μπορεί να φαίνονται τέτοιες αποφάσεις (ο ΣΥΡΙΖΑ να κερδίζει στην Ελλάδα), ή εντελώς παράλογες (Brexit και Τραμπ), είναι αρκετά λογικές υπό την έννοια ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν πως χειραγωγούνται και δεν τους αντιμετωπίζουν με σεβασμό, και ψηφίζουν μηδενιστικά για να τιμωρήσουν τις “status-quo” πολιτικές των κεντρώων κομμάτων, που μοιάζουν να διαφέρουν όλο και λιγότερο, αδιαφορώντας από κοινού για τις ασθένειες της εργατικής τάξης.

Πότε πότε, μου κάνουν την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά: «Γιατί η εμμονή με τους φτωχούς;» Πάντα λέω: «Πρώτον, χρειάζονται μια φωνή, και δεύτερον, εκεί βρίσκονται οι πραγματικές (σινεφιλικά ευαίσθητες) ιστορίες».

Το ντεμπούτο σου μυθοπλασίας είναι συμπαραγωγή της Π.Γ.Δ.Μ. και της Ελλάδας. Πόσο ουσιώδης ήταν αυτός ο παράγοντας σε σχέση με την ολοκλήρωση της ταινίας σου;

Απόλαυσα τη συνεργασία με τους φίλους μου από την Ελλάδα. Πολλά πράγματα ήταν ζωτικής σημασίας. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τις συμπαραγωγούς μου Κωνσταντίνα Σταυριανού και Ρένα Βουγιούκαλου από την Graal S.A. για την εμπιστοσύνη τους στην ιστορία μου και σε μένα ως σκηνοθέτη. Εν μέσω οικονομικού αναβρασμού στην Ελλάδα, κατάφεραν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση πείθοντας όσους παίρνουν τις αποφάσεις στο Ε.Κ.Κ. ότι αξίζει να γίνει αυτό το φιλμ, γεγονός που κατέστησε αυτή τη συνεργασία δυνατή.

Τέλος, η δημιουργική συνεισφορά που λάβαμε από τους Έλληνες συναδέλφους μας συμπλήρωσε τέλεια τα πεδία όπου ένιωθα πως χρειαζόμασταν τη μεγαλύτερη βοήθεια: για την παραγωγή δεχτήκαμε πολύτιμα σχόλια από τις συμπαραγωγούς μου και στη διάρκεια της post-production δουλέψαμε φανταστικά στην Αθήνα με τον Γιάννη Ζαχαρόγιαννη για τις χρωματικές διορθώσεις και με τον Κώστα Βαρυμποπιώτη για το μιξάζ. 



Το Μυστικό συστατικό ξεκίνησε το πετυχημένο ταξίδι του προς τη διεθνή κριτική αποδοχή και την εκτίμηση του κοινού στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου κέρδισε το βραβείο κοινού στην ενότητα Ματιές στα Βαλκάνια. Σε εξέπληξε αυτή η βράβευση;

Ναι, σίγουρα. Φίλε μου, πέρασα σπουδαία. Οι υπέροχοι οικοδεσπότες μας, ο υπεύθυνος των Ματιών στα Βαλκάνια Δημήτρης Κερκινός και το δεξί του χέρι, ο Γιάννης Παλαβός, μας έκαναν να νιώσουμε ξεχωριστοί όταν φτάσαμε, διοργανώνοντας συνεντεύξεις και διασφαλίζοντας ότι όλα θα πήγαιναν ρολόι. Στη διάρκεια της πρώτης προβολής, της παγκόσμιας πρεμιέρας, αισθάνθηκα τόσο συγκινημένος, που δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ήμουν τόσο στρεσαρισμένος, και δεν ήξερα τι να περιμένω. Τότε συνέβη κάτι μαγικό, μια ανακούφιση: οι άνθρωποι όντως απολάμβαναν την ταινία, γελούσαν με τα αστεία, θλίβονταν σιωπηλά για τις κακοτυχίες του ήρωά μας.

Στο τέλος υπήρξε θυελλώδες χειροκρότημα που έλιωσε την καρδιά μου. Στη διάρκεια του αξέχαστου Q&A συνειδητοποίησα πως οι άνθρωποι δεν πήραν την ταινία ελαφρά τη καρδία, αλλά είχαν συγκινηθεί βαθιά και ήθελαν να συζητήσουν για τα πολλά παρόμοια ζητήματα και προβλήματα που φαίνεται ότι μοιραζόμαστε. Όταν το φιλμ κέρδισε το βραβείο, μου είπαν ότι είχε πιάσει ένα από τα υψηλότερα σκορ στην ιστορία. Ήταν σούπερ.

Η τελετή απονομής ήταν αληθινά ξεχωριστή. Ήταν σαν όνειρο. Φοβόμουν τόσο πολύ πως θα έκανα κάποιο λάθος με την αποδοχή μου, που, πραγματικά, δε θυμάμαι και πολλά. Θυμάμαι, όμως, τα χαμόγελα και τις αγκαλιές. Μεγαλειώδεις στιγμές. 



Αυτή τη στιγμή είσαι «πνιγμένος» στην προετοιμασία της επόμενης ταινίας σου. Νιώθεις πως έχεις ανακαλύψει το συστατικό της επιτυχίας; Ποιο είναι, τελικά, το (μυστικό) «συστατικό» σου στη ζωή;

Δημιουργώ ιστορίες- κάποιες πολύ διαφορετικές από αυτή, άλλες αποπνέουν την ίδια αίσθηση, αλλά, ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος τι έπεται. Δεν έχω κάποια συνταγή, βεβαίως. Δεν μπορώ να πω ότι έχω ανακαλύψει κάτι στην πραγματικότητα, ούτε στις ταινίες ούτε στη ζωή. Είμαι ακόμα πιο μπερδεμένος τώρα, το μυστήριο της ζωής μου βάθυνε ακόμα πιο πολύ. Αλλά δεν ήταν τα πάντα μάταια, και, παρόλο που η ζωή μου είναι το ίδιο αινιγματική με πριν, βρήκα όντως ορισμένα «συστατικά» που με συγκράτησαν από το να κάψω το λάπτοπ μου από δυσφορία ενώ μοντάριζα τον ήχο στην κρεβατοκάμαρά μου, κι έπειτα από το να μεταναστεύσω όσο πιο μακριά γίνεται από τα Βαλκάνια.

Τι βοηθάει: ένα (ή πέντε) ουισκάκια τη μέρα, τζόγκινγκ τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο, το να παίζω κιθάρα και να μουρμουρίζω, και το να διαφωνώ με παλαβούς δεξιούς σχετικά με τους κινδύνους του καπιταλισμού στο ίντερνετ χρησιμοποιώντας το iPhone μου, ενώ παρακολουθώ το Μουντιάλ στην επίπεδη τηλεόρασή μου. Ένα ακόμα πράγμα που έμαθα: ζούμε σε υπέροχους καιρούς με πολλά συστατικά.

Η ταινία του Γκιόρτσε Σταβρέσκι Μυστικό συστατικό προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Ιουλίου σε διανομή της Filmcenter Tριανόν.