Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Γκεντιάν Κότσι: «Ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω»


Το Ξεκίνημα της μέρας, ντεμπούτο μυθοπλασίας του Αλβανού σκηνοθέτη Γκεντιάν Κότσι, εξερευνά με σιγουριά και λεπτότητα που συχνά θυμίζει το σινεμά των αδερφών Νταρντέν τον αγώνα μιας γυναίκας (Ορνέλα Καπετάνι) με το μικρό της γιο να επιβιώσουν με κάθε τίμημα στη σύγχρονη Αλβανία. To φιλμ είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου η Ορνέλα Καπετάνι επάξια έλαβε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Συνομιλήσαμε με τον Γκεντιάν Κότσι λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του. Το Ξεκίνημα της μέρας πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και από τις 22 Νοεμβρίου προβάλλεται στις αίθουσες.

Γιατί επέλεξες να εστιάσεις σε ένα γυναικείο χαρακτήρα, κατ’ αρχήν; Τι ήταν τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτόν;

Ήταν περισσότερο μια αυθόρμητη, διαισθητική επιλογή. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι, επίσης, ένας ανδρικός χαρακτήρας. Έχοντας ολοκληρώσει το φιλμ, αναρωτιόμουν διαρκώς «πώς θα μπορούσαν ένας πατέρας κι ένας γιος ν’ αντιδράσουν σε τέτοιες καταστάσεις;» Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αν ήταν βασισμένη σε έναν ανδρικό χαρακτήρα, αλλά διαφορετική. Με κοινωνικούς όρους, βεβαίως, ο αγώνας μιας γυναίκας να επιβιώσει είναι πολύ πιο περίπλοκος και δύσκολος. Ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που διάλεξα ένα γυναικείο χαρακτήρα.

Είναι πολύ δυσκολότερο για μια γυναίκα να υλοποιήσει τους στόχους της, επίσης.

Τα εμπόδια είναι πολυάριθμα και πολύ μεγαλύτερα, κατά τη γνώμη μου, συγκρινόμενα με εκείνα, τα οποία αντιμετωπίζουν οι άντρες. Αλλά ένας ανδρικός χαρακτήρας θα είχε μετουσιωθεί σε μια εντελώς διαφορετική ιστορία με διαφορετικό αφηγηματικό στιλ. 



Επηρεάστηκε, επομένως, το αφηγηματικό σου στιλ από την επιλογή της πρωταγωνίστριας, της Ορνέλα Καπετάνι; Συνεισέφερε στη διαμόρφωση του ίδιου της του χαρακτήρα;

Πρώτα απ’ όλα, ολοκλήρωσα το σενάριο κι έπειτα ξεκίνησα να ψάχνω για γυναίκες ηθοποιούς. Πραγματοποίησα πολλές ακροάσεις και συνεντεύξεις, αλλά, όταν πρωτοείδα την Ορνέλα Καπετάνι, ήμουν σχεδόν σίγουρος πως ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να υποδυθεί το χαρακτήρα της Λέτα. Της άρεσε επίσης πολύ το σενάριο και στη συνέχεια έπρεπε να συνεργαστούμε, γιατί η ενσάρκωση αυτού του χαρακτήρα ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία. Δουλέψαμε έως 6-7 μήνες πριν τα γυρίσματα.

Έπρεπε να ήμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί ο χαρακτήρας της χρειαζόταν να χτιστεί εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου, καθώς και να κουβαλά ορισμένα ψυχολογικά σημάδια. Έπρεπε πραγματικά να την κρατήσουμε στο όριο ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχολογικό.

Είναι ένα πρόσωπο αποφασισμένο να επιβιώσει με κάθε τίμημα. Αυτό που είναι ιδιαιτέρως συναρπαστικό στην αφηγηματική σου προσέγγιση είναι ότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία κάποιος πρέπει να υποθέσει πως συμβαίνουν, είτε εκτός κάδρου ή εντός του ψυχισμού της.

Στην επικοινωνία μου με το κοινό αποδίδω τεράστια αξία σε ό,τι βρίσκεται εκτός κάδρου. 



Το Ξεκίνημα της μέρας είναι, πάντως, μια ταινία στέρεα εντός του πλαισίου της σύγχρονης αλβανικής κοινωνίας. Πόσο επηρεασμένος είσαι από αυτή τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως κάποιος που ζει μέσα της;

Η προσέγγισή μου στην ταινία είναι προϊόν μιας οικουμενικής οπτικής, επομένως δεν αφορά μόνο στην αλβανική κοινωνία. Αυτό που την καθιστά καθολική, από την άποψη της επικοινωνίας με μεγαλύτερα κοινά, είναι το γεγονός ότι καταπιάνεται με τον εσωτερικό αγώνα του ανθρώπου. Ασφαλώς άντλησα την ιδέα από το μέρος όπου μένω, από την καθημερινή μου παρατήρηση, από τη διασύνδεσή μου με τους ανθρώπους στην Αλβανία: τα πορτρέτα τους στους δρόμους, τον τρόπο που αντιδρούν ή συμπεριφέρονται. Εμπνέεται από την καθημερινή ζωή.

Υπάρχει, επίσης, μια πολιτική δήλωση στην ταινία, γιατί ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω και, εφόσον οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή, κατά κάποιο τρόπο αρχίζουν να μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι μια δήλωση σχετικά με ένα σύστημα, το οποίο ασκεί πίεση με πολλή επιμονή στους Αλβανούς.

Όσον αφορά στον αλβανικό κινηματογράφο, δεν παράγονται πολλές ταινίες, ούτε προβάλλονται σε φεστιβάλ ή εμπορικά παγκοσμίως. Υποθέτω, λοιπόν, πως κι η δικιά σου προσπάθεια θα πρέπει να υπήρξε πολύ δύσκολη στην υλοποιήσή της. Είναι έτσι;

Είναι πολύ δυσκολότερο για τα αλβανικά φιλμ να έχουν μια διεθνή ορατότητα, γιατί η παραγωγή κινείται σε χαμηλό επίπεδο. Έχουμε, ωστόσο, μια πολύ πλούσια κινηματογραφική ιστορία, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι διεθνώς γνωρίζουν αυτό το θησαυρό, μιας και ήμαστε εντελώς απομονωμένοι επί 45 χρόνια. Αυτό καθιστά τη δουλειά μας, τη δουλειά μου, πιο δύσκολη, γιατί είναι σαν οι Αλβανοί σκηνοθέτες να κουβαλούν ένα πολύ χαμηλό συμβολικό κεφάλαιο και απαιτείται σκληρή δουλειά, προκειμένου να είναι ορατοί. Είναι, επίσης, πολύ δύσκολο για αλβανικές ταινίες να πραγματοποιήσουν την παγκόσμια πρεμιέρα τους σε πολύ σημαντικά ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Πρέπει, ωστόσο, να πω ότι, αν και δεν έχουμε παράγει πολλά φιλμ, από το 1990 έχουμε πολύ καλές δουλειές από Αλβανούς σκηνοθέτες, που είχαν την ευκαιρία να τις μοιραστούν με διεθνή κοινά. 



Φαντάζομαι πως το στοιχείο της συμπαραγωγής, η συνεργασία με την Graal Films, βοήθησε στην ολοκλήρωση της ταινίας.

Η διαδικασία συμπαραγωγής με την Graal Films ήταν πολύ σημαντική για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος. Διάβασαν το σενάριο, τους άρεσε πολύ και, έκτοτε, είμαστε στην ίδια «βάρκα». Ο μόνος «όρος» τους ήταν ότι κι εκείνοι ήθελαν να ολοκληρωθεί η ταινία. Έπειτα, η Graal μπόρεσε να συγκεντρώσει κάποια χρήματα από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, έτσι είχα την ευκαιρία μέρος της καλλιτεχνικής μου ομάδας να προέρχεται από την Ελλάδα, όπως ο διευθυντής φωτογραφίας Ηλίας Αδάμης. Όλη η διαδικασία της post production πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.

Είναι η δεύτερη φορά σου στο Σαράγεβο ως σκηνοθέτης;

Είναι η δεύτερη φορά μου στην πόλη ως σκηνοθέτης. Η πρώτη ήταν 3 χρόνια πριν στο πλαίσιο του CineLink Co-Production Market. Είχαμε επιλεγεί ανάμεσα σε 14 άλλα πρότζεκτ για ανάπτυξη και χρηματοδότηση.

Πώς νιώθεις που βρίσκεσαι εδώ;

Το να αποτελώ μέρος του Διαγωνιστικού ή αυτού του Φεστιβάλ, γενικότερα, με κάνει να νιώθω πολύ καλά και, κατά κάποιο τρόπο, σημαντικός. Και οι διοργανωτές του είναι πολύ ζεστοί και φιλικοί άνθρωποι. Η ατμόσφαιρα της πόλης στη διάρκεια αυτών των ημερών αποπνέει πραγματικά μια οικεία αίσθηση. Είμαι, λοιπόν, ευτυχής που παρουσιάζω τη δουλειά μου στο Σαράγεβο.

Ας ελπίσουμε ότι το Ξεκίνημα της μέρας θα καταφέρει να ταξιδέψει όσο πιο μακριά γίνεται! Υπάρχουν σχέδια για περαιτέρω φεστιβαλικές προβολές;

Δεν μπορώ να ανακοινώσω τις επιβεβαιώσεις δημοσίως, γιατί δεν έχουν επισημοποιηθεί ακόμα. Ταυτόχρονα, η εταιρεία παραγωγής μας προσπαθεί πολύ σκληρά να προωθήσει το φιλμ σε περισσότερα φεστιβάλ.

Photo credit (Γκεντιάν Κότσι/τιμ): Γιάννης Κοντός.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Γκεντιάν Κότσι για το χρόνο του και την Μπλερίνα Χανκολάρι, σύζυγο και επαγγελματική του συνεργάτρια, για την πολύτιμη συνεισφορά της στη μετάφραση των απαντήσεών του στα αγγλικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο: https://www.widemanagement.com/daybreak.

Η ταινία Το ξεκίνημα της μέρας του Γκεντιάν Κότσι προβάλλεται στις αίθουσες από τις 22 Νοεμβρίου σε διανομή της Seven Films.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Alen Drljević: «Η ενσυναίσθηση είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση»


Μια ομάδα βετεράνων των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές συναντιούνται στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου δραματοθεραπείας αναβιώνοντας και προσπαθώντας να επουλώσουν τα τραύματά τους στο συγκλονιστικό αντιπολεμικό ντεμπούτο μυθοπλασίας του Βόσνιου σκηνοθέτη Alen Drljević Οι άντρες δεν κλαίνε.

Η ταινία του προβάλλεται επιτέλους και στις ελληνικές αίθουσες από τις 11 Οκτωβρίου. Συζητώντας με τον ιδιαίτερα αγαπητό σκηνοθέτη.

Το ντεμπούτο σου μυθοπλασίας τιτλοφορείται Οι άντρες δεν κλαίνε. Παραμένει θέμα «ταμπού» ή αποτελεί ένδειξη αδυναμίας για έναν άντρα στη Βοσνία να κλαίει, ιδίως αν πρόκειται για βετεράνο του πολέμου;

Δε θα έλεγα ότι πρόκειται για ταμπού, αλλά δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Η κυρίαρχη αντίληψη εξακολουθεί να είναι πως οι άντρες πρέπει να είναι δυνατοί, αναμένεται να υπερασπίζονται την τιμή τους, να τιμούν την οικογένειά τους, την εθνότητα και το κράτος. Το να κλαις ή να εκφράζεις τα συναισθήματά σου επιφυλάσσεται για τις γυναίκες και τα παιδιά, όχι για τον πατριαρχικό και macho Βαλκάνιο- κι όχι μόνο τον Βόσνιο. Αλλά, ασφαλώς, είναι μια μη ρεαλιστική κατασκευή. Είδα πολλούς να κλαίνε, ιδίως βετεράνους του πολέμου.

Η αρχική σου σκέψη ήταν να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ, αν δεν κάνω λάθος.

H αρχική ιδέα ήταν να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για το θέμα, γιατί υπάρχουν πραγματικά εργαστήρια για τους βετεράνους του πολέμου από τις διάφορες αντιμαχόμενες πλευρές. Πήγα, λοιπόν, σε ένα από αυτά, στο πλαίσιο της διεξαγωγής έρευνας για το ντοκιμαντέρ. Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο ως στρατιώτης του βοσνιακού στρατού. 



Μετά από μόνο λίγες ώρες, ωστόσο, η ατμόσφαιρα με συνεπήρε τελείως και ξέχασα τα περί ντοκιμαντέρ. Νόμιζα πως ο πόλεμος ήταν ένα γεγονός που είχε συμβεί πολύ παλιά κι ήταν ένα «κεφάλαιο» της ζωής μου που είχε κλείσει. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι είχα τόσα άλυτα ζητήματα βαθιά μέσα μου κι αυτό το εργαστήρι είχε πραγματικά καθαρτική επίδραση πάνω μου. Μιλώντας έπειτα με τους παραγωγούς, την Γιάσμιλα Ζμπάνιτς και τον Ντάμιρ Ιμπραχίμοβιτς, συμπεράναμε πως πρόκειται για σημαντικό ζήτημα που πρέπει να προσεγγιστεί μυθοπλαστικά.

Ένιωσες ότι το θέμα του πολέμου και των τραυμάτων που συσσώρευσε ήταν υπερβολικά απαιτητικό κι η ευθύνη σου απέναντί του ήταν κάτι δύσκολο να διαχειριστείς υπό την έννοια της κατασκευής μιας αφήγησης και της σκηνοθεσίας μιας ταινίας;

Υπήρχε κάτι βαθιά μέσα μου που με οδήγησε στο να κάνω την ταινία. Μια ανάγκη. Αυτός ήταν ο πιο σημαντικός λόγος. Ήξερα ασφαλώς πως δε θα ήταν εύκολο να συνθέσω μια ιστορία και πάντοτε ελλόχευε ο κίνδυνος να προκύψει κάτι παθητικό. Το εργαστήρι ήταν απλώς μια βάση. Οι χαρακτήρες βασίζονταν σε πραγματικά πρόσωπα, ενώ και κάποιοι από τους ηθοποιούς είχαν εμπειρία από τον πόλεμο. Στο φιλμ συμμετείχαν, εξάλλου, και ορισμένοι πραγματικοί βετεράνοι πολέμου κι αυτό ήταν σημαντικό και για εκείνους και για τους ηθοποιούς.



Άντλησες στοιχεία κι από τη δικιά σου εμπειρία, τις δικές σου μνήμες από τον πόλεμο;

Υπάρχουν πολλά στοιχεία και από τη δικιά μου εμπειρία. Σε όλους τους χαρακτήρες υπάρχει κάτι από μένα. Είναι κατ’ αρχήν ένα φιλμ για την κατανόηση του άλλου, όχι για την αλήθεια ή τη συμφιλίωση.

Και για την ενσυναίσθηση, μέχρι να φτάσεις σε κάποιο επίπεδο κατανόησης του άλλου. Όλοι οι χαρακτήρες, εξάλλου, έχουν ελαττώματα, είναι ευάλωτοι και παραμένουν ανθρώπινοι μέχρι το τέλος της ταινίας. Δεν πέφτεις, πάντως, στην παγίδα να πάρεις την οποιαδήποτε θέση. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν αυτό;

Το είπες κι εσύ. Η ενσυναίσθηση είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση. Αν δεν υπάρχει, δεν μπορείς να καταλάβεις τον άλλο, δεν μπορείς να τον νιώσεις ως άνθρωπο. Προσπαθώ να βιώνω ενσυναίσθηση για όλους τους χαρακτήρες. Γι’ αυτό και δεν παίρνω θέση. Είμαστε όλοι ευάλωτοι κι εύκολοι στο να χειραγωγηθούμε, ιδίως σε καιρό πολέμου. Oι πιο πολλοί από αυτούς ήταν νέοι. Κι εγώ νέος ήμουν.

Πόσο νέος; Μεγαλύτερος από 20;

Ήμουν 22. O γιος μου είναι τώρα 22. Δεν μπορώ να τον δω στο πλαίσιο ενός πολέμου. Είναι μια φρικτή σκέψη.

Είδε την ταινία σου;

Βεβαίως. (Γέλια).



Είναι ένα θαυμάσια «ενορχηστρωμένο» φιλμ. Αισθάνθηκες σαν μαέστρος μιας ορχήστρας ή επρόκειτο περισσότερο για μια συλλογική εμπειρία;

Υπήρξε μια πραγματικά συλλογική εμπειρία. Συναντηθήκαμε με τους ηθοποιούς ένα χρόνο πριν τα γυρίσματα επί τρεις μέρες στο ίδιο θέρετρο μαζί με έναν δραματοθεραπευτή. Τον υπόλοιπο χρόνο διατηρήσαμε επαφή μιλώντας για την εμπειρία μας και πριν την κινηματογράφηση περάσαμε άλλες δέκα μέρες και πάλι μαζί με τον ίδιο θεραπευτή. Ήμασταν όλοι απολύτως μέσα στην ιστορία. Άλλωστε, οι ηθοποιοί προέρχονταν από όλες τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Τα γυρίσματα στο ξενοδοχείο διήρκεσαν δεκαοκτώ μέρες, κατά τις οποίες ήμασταν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Τα γυρίσματα ήταν η καθημερινότητά μας.

Η τελευταία σκηνή αποπνέει μια ήρεμη, καθαρτήρια αισιοδοξία, αν και με υπαινικτικό τρόπο. Έτσι νιώθεις κι εσύ σχετικά με το μέλλον της περιοχής ή της βοσνιακής κοινωνίας, δεδομένων της αστάθειας, των δυσκολιών και των προβλημάτων που κυριαρχούν επί του παρόντος;

Ζούμε σε πραγματικά δύσκολους καιρούς, ίσως τους πιο δύσκολους μετά τον πόλεμο. Κι όχι μόνο στη Βοσνία.



Γι’ αυτό κι αναφέρομαι στην ευρύτερη περιοχή.

Μόνο στην ευρύτερη περιοχή; Σε όλη την Ευρώπη. Το τέλος του φιλμ είναι ανοιχτό, ξέρεις.

Στη φεστιβαλική της πρεμιέρα στο Σαράγεβο το 2017, όπου την παρακολούθησα, η ταινία σου έγινε δεκτή με standing ovation. Πέρα από αυτό, πώς ήταν η πρόσληψή της στη Βοσνία;

Καλύτερη από ό,τι περίμενα. Νόμιζα πως οι απόψεις θα ήταν περισσότερο διχασμένες. Είμαι ικανοποιημένος που έλαβε το βραβείο νεολαίας. Υπήρξε πολύ μεγάλη έκπληξη για μένα, γιατί δεν ήμουν σίγουρος πώς θα αντιδρούσε το νεανικό κοινό.

Αυτός ίσως ήταν ο κύριος λόγος που δε θέλαμε να πούμε την αλήθεια. Το πιο μεγάλο πρόβλημα με τις περισσότερες ταινίες εδώ είναι ότι θέλουν να μας πουν την αλήθεια. Δε νομίζω πως πρέπει να κάνουν αυτό. Γνωρίζω την αλήθεια, δε θέλω να την πω. Θέλω να εγείρω ένα ερώτημα, ώστε οι άνθρωποι να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις δικιές τους αλήθειες. Νομίζω ότι το πετύχαμε.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε μέσω Skype στις 6 Σεπτεμβρίου του 2017.

Η ταινία του Alen Drljević Οι άντρες δεν κλαίνε προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 11 Οκτωβρίου σε διανομή της ΝΕΟ Films.