Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

Λετισιά Κολομπανί: «Δεν πιστεύω στον πόλεμο ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες»

 


Σκηνοθέτρια, συγγραφέας και ηθοποιός, η Γαλλίδα Λετισιά Κολομπανί συνυφαίνει με την συγκινητική ταινία Η πλεξούδα, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά της, τρεις ιστορίες γυναικείας χειραφέτησης σε τρεις ηπείρους.

Μια εκτενής συνομιλία με την Λετισιά Κολομπανί με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 19 Σεπτεμβρίου.

Η δικηγόρος Σάρα, μια από τις ηρωίδες του βιβλίου και της ταινίας Η πλεξούδα, υποφέρει, ανάμεσα στα άλλα, από ένα «burnout». Όντας πολυάσχολος άνθρωπος κι εσύ, πώς καταφέρνεις να μην πέφτεις στην ίδια παγίδα;

Είμαι συγγραφέας, γυναίκα και μητέρα, αλλά διάγω μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Η ζωή του σπιτιού είναι η πραγματική.

Η συγγραφή είναι σαν μια νοερή δεύτερη ζωή μου, στο πλαίσιο της οποίας φαντάζομαι τους χαρακτήρες μου. Την προγραμματίζω με πολλή ακρίβεια.

To ζήτημα είναι απλώς να βρίσκω την σωστή ισορροπία.

Μερικές φορές κάτι τέτοιο είναι δύσκολο για εμάς τις γυναίκες, καθώς κουβαλάμε πολλά στους ώμους μας. Μπορώ, επομένως, να καταλάβω την Σάρα που πάντα έχει τόσα στο κεφάλι της και δυσκολεύεται να βρει αυτήν την ισορροπία.

Μια ισορροπία η οποία συχνά καταλύεται.

Είναι σαν να βιώνει διαφορετικές ζωές -την οικογενειακή και την επαγγελματική- μέσα στην ίδια ημέρα. Πρόκειται, για μένα, για την πρόκληση της σύγχρονης γυναίκας.

Σε ποιον βαθμό, όμως, αξίζει να θέτεις την ψυχοσωματική σου υγεία σε κίνδυνο, προκειμένου να πετύχεις στόχους που μπορεί να είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι;

Είναι πολύ ανθρώπινο να θέλεις τα πάντα. Όλοι θέλουν να πετύχουν στην επαγγελματική τους ζωή, αλλά και να βρουν την αγάπη. Γιατί όχι;

Eφόσον τα καταφέρνεις χωρίς να θυσιάζεις την υγεία σου, δεν έχω αντίρρηση.

Ας περάσουμε, ωστόσο, στο βιβλίο και την ταινία, που εκτυλίσσονται σε τρία διαφορετικά πολιτισμικά και ταξικά περιβάλλοντα. Επέλεξες τα συγκεκριμένα επειδή σου ήταν περισσότερο οικεία ή επειδή ήθελες να τα εξερευνήσεις;

Ήμουν ήδη εξοικειωμένη με την κουλτούρα της Ινδίας, της Ιταλίας και του Καναδά.

Λατρεύω το ταξίδι κι έχω υπάρξει τυχερή γιατί έχω ταξιδέψει πολύ στην ζωή μου. Έχω, εξάλλου, περάσει πολύ καιρό στην Ινδία, για την κοινωνία της οποίας ήμουν πολύ περίεργη και ήθελα να μάθω περισσότερα, ιδίως για την κάστα των Ανέγγιχτων.

Δεν υπάρχει άλλη κοινωνία σαν την ινδική στον κόσμο: είναι πολύ συγκεκριμένη, πολύ παραδοσιακή και διαχωρισμένη σε κάστες, κάτι που δε συμβαίνει στην Ευρώπη.

Η πρώτη χώρα η οποία ήταν στο μυαλό μου ήταν, επομένως, η Ινδία. Ήξερα πως η ιστορία θα ξεκινούσε από εκεί.

Η ιταλική κουλτούρα, από την άλλη, είναι πολύ κοντά στην γαλλική, και ταυτόχρονα παραμένει παραδοσιακή και πολύ πατριαρχική, ιδίως στο νότιο τμήμα της. Η θρησκεία είναι, επίσης, πολύ σημαντική στην Ιταλία. Όπως και στην Ινδία.




Κι ο Καναδάς;

Η ιστορία που εκτυλίσσεται εκεί θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στις Η.Π.Α. ή και στην Γαλλία.

Επέλεξα, όμως, τον Καναδά γιατί, όπως η Σάρα είναι διχασμένη ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή της ζωή, έτσι κι εκείνος είναι, με την σειρά του, διχασμένος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την βορειοαμερικανική κουλτούρα.

Πρόκειται για δύο κόσμους σε έναν. Το βλέπεις αυτό όταν επισκεφτείς τον Καναδά. Έχω περάσει πολλές διακοπές μου στο Μόντρεαλ, ο πατέρας μου ζούσε εκεί κατά το παρελθόν.

Σε ποιο στάδιο της συγγραφικής διαδικασίας και, κατόπιν, της διαδικασίας των γυρισμάτων εμφανίστηκε το αφηγηματικό εύρημα της πλεξούδας; Ή αυτό προηγήθηκε των επιμέρους ιστοριών;

Από την αρχή ήξερα ότι το βιβλίο θα ήταν διαρθρωμένο σε τρία μέρη. Διερωτώμουν απλώς ποια θα ήταν η ακριβής δομή του.

Κατέληξα στο συμπέρασμα πως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να συνυφάνω τις επιμέρους ιστορίες, γιατί έτσι θα τις έφερνα πιο κοντά.

Αν τις αφηγούμουν παράλληλα, θα υπονοούσα απλώς ότι συνδέονται, αν και οι τρεις χαρακτήρες δε μοιάζουν να έχουν κάτι κοινό.

Αν, όμως, μπορούσα να συνυφάνω τις ζωές τους αφηγηματικά, θα σήμαινε πως υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ των τριών γυναικών.

Είναι πολύ γενναίες και ανθεκτικές, ποθούν και μπορούν να κάνουν την ζωή τους καλύτερη, νομίζω. Και είναι διατεθειμένες να πολεμήσουν γι’ αυτόν τον σκοπό.

Δε φοβάσαι να αποτυπώσεις και την ευθραυστότητά τους. Είναι φορές που μοιάζουν τσακισμένες, και ως θεατής -ή αναγνώστης- δε γνωρίζεις τι θα επακολουθήσει.

Μπορεί να είσαι τσακισμένη και ταυτόχρονα πολύ δυνατή. Κανένας δεν είναι υπεράνθρωπος. Έτσι είναι η ζωή. Και ό,τι συμβαίνει στους τρεις χαρακτήρες μετασχηματίζει τις ζωές τους.

Ήθελα θεατές και αναγνώστες να μπορούν να ταυτιστούν με αυτές και να τις κατανοήσουν.  Κι εγώ η ίδια υπάρχουν μέρες κατά τις οποίες νιώθω πολύ ευάλωτη κι άλλες που νιώθω πολύ δυνατή.

Στο τέλος, όμως, και οι τρεις τους θα πετύχουν. Αυτήν την ελπίδα ήθελα να αναδείξω, εν μέσω της δύσκολης μάχης τους.

Σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες ταινίες σκηνοθετημένες από γυναίκες ή/και φεμινιστικές, η αποτύπωση των αντρών στην Πλεξούδα είναι κάπως ασυνήθιστη.

Αν και ο φιλμικός χρόνος των αντρικών χαρακτήρων είναι μικρότερος σε σχέση με εκείνο των γυναικείων, ως επί το πλείστον μοιάζουν πολύ υποστηρικτικοί στις συζύγους ή τις πρώην συζύγους τους. Γιατί προέβης στην συγκεκριμένη επιλογή;

Δεν πιστεύω στον πόλεμο ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες. Όλες και όλοι πρέπει να παλεύουμε για έναν καλύτερο κόσμο, με περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα.

Ο μεγαλύτερος εχθρός των γυναικών δεν είναι οι άντρες, αλλά η κοινωνία και οι παραδόσεις.

Η Σμίτα, για παράδειγμα, παλεύει ενάντια στις παραδόσεις. Το ίδιο και η Τζούλια. Ακόμα και η Σάρα, με τον τρόπο της.

Παλεύει ενάντια στις εταιρικές «παραδόσεις», την εταιρική «ηθική».

Δεν ήθελα, όμως, να γράψω μια μανιχαϊστική ιστορία.

Ήθελα να δείξω πως υπάρχουν άντρες οι οποίοι αγαπούν τις γυναίκες και θέλουν να παλέψουν μαζί τους. Μ’ ενδιαφέρουν πολύ τέτοιοι αντρικοί χαρακτήρες. Έχω τέτοιους άντρες γύρω μου και τους αγαπώ.

Ασφαλώς, η Πλεξούδα είναι ένα φεμινιστικό φιλμ, επειδή θέλω να μιλήσω για τα δικαιώματα των γυναικών. Κι εγώ γυναίκα είμαι κι έχω ένα κοριτσάκι.




Όπως δε φοβάσαι την ανάδειξη της πολυπλοκότητας των χαρακτήρων, έτσι δε φοβάσαι και το δράμα - ακόμα και το μελόδραμα, σε «σωστές» δόσεις. Δεν «εκβιάζεις», όμως, συναισθήματα.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση σου με το μελόδραμα ως καλλιτέχνις;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση.

Έχει και πάλι να κάνει με την εύρεση της σωστής ισορροπίας, του σωστού τόνου. Δεν είναι εύκολο. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να εμβαθύνω στο συναισθηματικό μονοπάτι που υπήρχε στο βιβλίο χωρίς να το προδώσω.

Συζητήσαμε σχετικά με τον Ludovico Einaudi, τον συνθέτη της μουσικής, και με τους παραγωγούς, καθώς η μουσική ασφαλώς μεταδίδει συναισθήματα.

Επειδή επιθυμούσα το τελευταίο μέρος της ταινίας να είναι οικουμενικό και με έντονη οπτική διάσταση, χωρίς διαλόγους, η μουσική θα διαδραμάτιζε πολύ σημαντικό ρόλο.

Το συζητήσαμε και με τις ηθοποιούς. Συνολικά, η «αλχημεία» ήταν πολύ λεπτή.

Απέφυγες επιτυχώς και την εξωτικοποίηση ή την στερεοτυπική αποτύπωση κάποιων χαρακτήρων, ιδίως των πολιτισμικά «άλλων». Πώς το κατάφερες;

Έπρεπε να διαλέξω τα «όπλα» μου.

Ως χαρακτήρας του βιβλίου, η Σάρα, για παράδειγμα, είναι πολύ μοναχική. Στην κινηματογραφική απόδοση του χαρακτήρα της έπρεπε να δείξω την συναισθηματική της κατάσταση.

Γι’ αυτό κι επέλεξα να συνθέσω διάφορους χαρακτήρες γύρω της με τους οποίους η ίδια θα αλληλεπιδρούσε. Έτσι, εστίασα την προσοχή μου στα παιδιά της, τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο. Όπως και το κοριτσάκι της Σμίτα.

Ο δεσμός μητέρας-παιδιού είναι ουσιώδης - τόσο στο φιλμ όσο και στην προσωπική μου ζωή.

Είσαι η συγγραφέας και η σκηνοθέτρια της Πλεξούδας.

Υπήρξαν στιγμές πριν την έναρξη της διαδικασίας των γυρισμάτων κατά τις οποίες διατηρούσες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο ήσουν ο κατάλληλος άνθρωπος για να διασκευάσει το βιβλίο για την μεγάλη οθόνη;

Ήμουν σκηνοθέτρια πριν γίνω συγγραφέας.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, πολλοί παραγωγοί επικοινώνησαν μαζί μου και μου πρότειναν, με πολλή φυσικότητα, να το σκηνοθετήσω.

Όταν το έγραφα, ωστόσο, ποτέ δεν είχα θεωρήσει πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ταινία. Πίστευα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ ακριβό και περίπλοκο.

Οπότε, όταν μου έγινε η πρόταση, δεν ήμουν καθόλου έτοιμη. Δεν αισθανόμουν σιγουριά για τις ίδιες μου τις ικανότητες ως σκηνοθέτριας. Σκέφτηκα, λοιπόν, να αναθέσω την διαδικασία σε κάποιον άλλο.




Ταυτόχρονα, όταν έγραφα το βιβλίο σκεφτόμουν ως σκηνοθέτρια. Μπορούσα να δω τις σκηνές και τους χαρακτήρες, ν’ ακούσω την μουσική. Ως συγγραφέας, είμαι πολύ επηρεασμένη από το κινηματογραφικό μου υπόβαθρο.

«Πώς θα αντιδρούσα ως σκηνοθέτρια παρακολουθώντας την κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου μου από έναν άλλο σκηνοθέτη;» αναρωτήθηκα, όμως.

Διασκευή σημαίνει επιλογή, και μερικές φορές μπορεί να αισθάνεσαι προδομένη από αυτήν. Θα μπορούσα, άρα, να νιώσω προδομένη. Το ίδιο και οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες μου.

Η μόνη λύση που απέμενε, επομένως, ήταν να γυρίσω εγώ την ταινία. Αλλά ήμουν τρομαγμένη.

«Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να το κάνει με τον τρόπο του», μου είπε η μητέρα μου. «Αν δεν το κάνεις εσύ, μια μέρα θα το μετανιώσεις», μου είπε ο σύζυγός μου. Κι έτσι το έκανα.

Δεν το μετάνιωσα, γιατί ήταν μαγικό για μένα βρίσκομαι στο πλατώ και σε τρεις χώρες, ενώ η κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου ήταν πιστή στην ουσία του -που ήταν και ο στόχος μου- και ταυτόχρονα στο όραμά μου.

Ελπίζω περισσότεροι άνθρωποι να αισθανθούν την ανάγκη να διαβάσουν το βιβλίο σου έχοντας παρακολουθήσει το φιλμ.

Το ελπίζω κι εγώ.

Στην Γαλλία, πάντως, πολλοί άνθρωποι είδαν την ταινία και μετά αγόρασαν το βιβλίο. Καθετί που ωθεί κάποιον ν’ αγοράσει ένα βιβλίο είναι καλό! (Γέλιο).

Ευχαριστώ θερμά τον Martin Sultan (VMA) για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την Λετισιά Κολομπανί για τον χρόνο της και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Η ταινία της Λετισιά Κολομπανί, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της ίδιας, Η πλεξούδα, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Rosebud.21



Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Avni Doshi: «Η κατάρρευση της μνήμης μπορεί να διαμορφώσει αυτό που είσαι»

 

Avni Doshi (Φωτογραφία: Sharon Haridas)

Κοφτερή σαν νυστέρι, η «πένα» της ινδικής καταγωγής συγγραφέως Avni Doshi «ανατέμνει» με «χειρουργική» ακρίβεια τη σχέση αγάπης-μίσους μητέρας-κόρης στο υποψήφιο για το βραβείο Booker 2020 μυθιστόρημά της Καμένη ζάχαρη.

Μια χειμαρρώδης συνομιλία με την συγγραφέα, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου της στα ελληνικά.

Φαίνεται πως έχεις βιώσει μια χαρούμενη παιδική και ενήλικη ζωή και έναν ευτυχισμένο γάμο. Παρόλα αυτά, υπάρχει πολλή σκοτεινιά, πολύς πόνος, πολύ τραύμα στην Καμένη ζάχαρη. Από πού πηγάζουν;

Πηγάζουν από κάποιο φανταστικό μέρος. Υπάρχουν τόσο πολλά εντός μας που δε βασίζονται στην προσωπική εμπειρία. Μερικές φορές κάποιοι άλλοι μιλάνε μέσα από εμάς.

Οι ιστορίες των προγόνων μας είναι ριζωμένες στο DNA μας. Έγραψα, λοιπόν, για το τραύμα με μια σύγχρονη γλώσσα, αλλά όχι βασισμένη στην εμπειρία μου.

Κατά τα άλλα, έχεις δίκιο, είμαι τυχερή από πολλές απόψεις. Μεγάλωσα με πολλά προνόμια από στοργικούς και υποστηρικτικούς γονείς που ποτέ δε με εμπόδισαν να κάνω ό,τι ήθελα.

Αυτή δεν είναι η συνηθισμένη στάση γονιών ινδικής καταγωγής. «Αν πρέπει να γράψεις ένα βιβλίο, κάντο», μου είχαν πει.

Στο μυθιστόρημά σου εστιάζεις ιδιαίτερα στις ενδοοικογενειακές σχέσεις, και συγκεκριμένα στη σχέση μητέρας-κόρης.

Ενδιαφέρομαι πολύ για το ενδοοικογενειακό πεδίο και για το πώς από αυτό, καθώς και από το προσωπικό, μπορούν να αναδυθούν ευρύτερα ερωτήματα- κοινωνικά, πολιτικά, θρησκευτικά.

Αυτά τα ερωτήματα «φιλτράρονται» μέσα από τις στενές επαφές για πολλούς από εμάς.

Εξερευνάς και το ζήτημα της μνήμης ως έργου σε εξέλιξη. Με ποια έννοια είναι κάτι τέτοιο;

Όταν ξεκίνησα τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, είχα την εντύπωση ότι η μνήμη ήταν κάτι λίγο πιο καθορισμένο. Την προσέγγισα μέσα από την έννοια του αρχείου, ενδιαφερόμενη για το πώς μπορεί να οικοδομηθεί και να αποδομηθεί.

Συγκινήθηκα πολύ όταν διάβασα για τον τρόπο που «γράφουμε» και θυμόμαστε τη μνήμη από κοινού. Η δημιουργία μνήμης είναι μια ρευστή, σχεδόν συνεργατική εμπειρία.

Για παράδειγμα, αν σου μιλάω διαρκώς για τον τρόπο με τον οποίο θυμάμαι ένα περιστατικό, σιγά σιγά η ανάμνησή σου θα αντικατασταθεί από τη δική μου.

H μνήμη είναι τόσο υπαινικτική, τόσο εύπλαστη από πολλές απόψεις. Μπορεί να επηρεαστεί από τη διάθεση, το χρώμα- κι όμως επενδύουμε πολλά σ’ αυτή. Είναι η βάση της ταυτότητάς μας. Είναι εύθραυστη, ωστόσο. Αυτό είναι συναρπαστικό.

Όταν, όμως, το βίωμα της μνήμης καταρρέει ή αντιφάσκει προς εκείνο ενός πολύ οικείου ανθρώπου, συμβαίνει αυτό που ζουν οι ηρωίδες του βιβλίου σου, το να «στέκονται από την ίδια πλευρά ατενίζοντας το κενό». Τρομακτικό δεν είναι;

Η κατάρρευση ή η αποσύνθεση της μνήμης μπορεί να διαμορφώσει αυτό που είσαι, να σε κάνει να νιώσεις ότι τρελαίνεσαι.

Το τραύμα επηρεάζει, επίσης, τη μνήμη.

Στην περίπτωση της Άνταρα και Τάρα υπάρχει κάτι τραγικό στην «καρδιά» αυτής της δυσαρμονίας ανάμεσά τους, ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο θυμούνται.

Υπάρχει, εξάλλου, μια ατζέντα πίσω από το γιατί θέλουμε να θυμόμαστε ορισμένα πράγματα, και δεν το συνειδητοποιούμε.

Η Άνταρα, για παράδειγμα, θέλει να διαμορφώσει την ιστορία της σχέσης της με την μητέρα της, για να την καταστήσει τον «κακό». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, όμως, εκθέτει πολλές από τις δικές της ανασφάλειες και την καταστροφή που έχει υποστεί.

Μοιάζοντας όλο και πιο πολύ με την μητέρα της όσο ξεδιπλώνεται η αφήγηση.

Μια από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή του καθρέφτη. Αντικατοπτρίζονται η μία στην άλλη, κάνουν προβολές, πόσα από αυτά που η Άνταρα λέει μπορούμε να πιστέψουμε;

Από πολλές απόψεις είναι ένα μυθιστόρημα σχετικά με την εκδίκηση. Τι σημαίνει για έναν γυναικείο χαρακτήρα να επιθυμεί την εκδίκηση;

Ιδίως έναντι ενός άλλου γυναικείου χαρακτήρα.

Και μάλιστα της μητέρας της. Αν σκεφτείς την Ιστορία της λογοτεχνίας, η εκδίκηση βρίσκεται στο πεδίο της αρρενωπότητας.

Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα αντιδρούσαν οι αναγνώστες σε ένα τέτοιο βιβλίο, κι υπήρξε ένα δύσκολο ανάγνωσμα.

Δεν είναι εύκολο, ούτε και είναι εύκολο να ταυτιστείς -τουλάχιστον όχι εντελώς- με κάποιον από τους δύο γυναικείους χαρακτήρες. Το γεγονός αυτό καθιστά την ανάγνωση ακόμα πιο απαιτητική και -για κάποιους- ενοχλητική.

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στην Ινδία το 2019. Έκτοτε διερωτώμαι αν το πιο ενοχλητικό στοιχείο είναι η ιστορία της γυναικείας εκδίκησης και επιθετικότητας.

Ιδίως προς το τέλος του η επιθετικότητα γίνεται έντονη. Υποσυνείδητα είναι δύσκολο να «χωνέψουν» κάτι τέτοιο οι αναγνώστες.

Ωστόσο, μπορεί να αισθανθείς και την επίτευξη μιας αλληλοαποδοχής, μιας συμφιλίωσης. Είναι ένας τρόπος ανάγνωσης του βιβλίου;

Δε σκέφτηκα την εκδοχή της συμφιλίωσης κατ’ ανάγκη. Μπορεί η Άνταρα να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, ο οποίος δεν ξέρουμε αν οδηγεί στο ίδιο μέρος.

Ό,τι κι αν αποφασίσει, πάντως, αυτό θα επηρεάσει τη ζωή του νεογέννητου παιδιού της. Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα φαίνεται να προσεγγίζονται, πάντως, ως τραυματικές εμπειρίες.

Έγραψα το βιβλίο πριν αποκτήσω παιδιά η ίδια. Πώς, επομένως, διαπραγματεύεσαι το να γίνεις μητέρα, όταν η σχέση πάνω στην οποία η μητρότητα δομείται για σένα είναι εκείνη της απουσίας, της εγκατάλειψης και της παραμέλησης;

Έτσι μεταβιβάζεται το τραύμα. Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα δε συντελούνται σε κενό.

Πώς, λοιπόν, «σπάει» -αν «σπάει»- αυτός ο φαύλος κύκλος; Aναγνωρίζοντας το τραύμα που έχει προκληθεί σε ένα άτομο ή μια κοινωνία, και στη συνέχεια δουλεύοντας πάνω στην υπέρβασή του;

Έχω κι εγώ πολλές ερωτήσεις, κι όχι κατ’ ανάγκη πολλές απαντήσεις.

Η απάντηση πρέπει να προέλθει από εμάς ως άτομα, μέσα από εσωτερική δουλειά, ώστε να υπάρξει μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο. Αυτό δεν είναι εύκολο. Η υπέρβαση του τραύματος της παιδικής ηλικίας είναι έργο ζωής.

Είσαι ινδικής καταγωγής, αλλά έχεις γεννηθεί στις Η.Π.Α.;

Ο πατέρας μου μετανάστευσε στις Η.Π.Α. στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η μητέρα μου τη δεκαετία του ’80, οπότε και παντρεύτηκαν. Γεννήθηκα το 1982 στο Νιου Τζέρζι, όπου εξακολουθούν να ζουν οι γονείς μου. Στο ίδιο σπίτι!

Ενώ εσύ έχεις μετακομίσει στο Ντουμπάι.

Ακριβώς.

Πώς «πλοηγείσαι» ανάμεσα σε τόσους διαφορετικούς κόσμους;

Ήταν πολύ επώδυνο όταν ήμουν νεότερη, γιατί ένιωθα ότι δεν ανήκα πουθενά. Οι γονείς μου ήταν πολύ Ινδοί από πολλές απόψεις, και όχι τόσο από άλλες- δεν ταίριαζαν σε κάποιο «καλούπι».

Όταν μετακόμισαν στις Η.Π.Α., δεν ενδιαφέρονταν να είναι κομμάτι μιας ινδικής κοινότητας. Ήθελαν να πηγαίνουν σε ροκ συναυλίες και σε εστιατόρια- να είναι αυτό που ήταν, όχι να ταιριάξουν κάπου.

Μετακόμισα στην Ινδία στα τέλη της δεύτερης και στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου και έζησα εκεί για επτά-οκτώ χρόνια εργαζόμενη στον κόσμο της τέχνης. Πάντα ήμουν ένα outsider.

Τώρα, σχεδόν στα σαράντα μου, αρχίζω να εξοικειώνομαι με την ιδέα πως ίσως θα είμαι για πάντα λιγάκι outsider. Το να είσαι outsider είναι βοηθητικό και παραγωγικό για έναν συγγραφέα.

Το Ντουμπάι, πάντως, μοιάζει «πλαστικό». Τι είδους έμπνευση αντλείς από αυτό στην καθημερινότητά σου- κι όχι μόνο ως συγγραφέας;

Ζούμε σ’ έναν κόσμο που ενδιαφέρεται πολύ για την επιφάνεια, και το Ντουμπάι έχει γίνει η πόλη της επιφάνειας.

Όταν μετακόμισα για πρώτη φορά εδώ, αναστατώθηκα πολύ. Αισθάνθηκα ξένη, μου πήρε πολύ καιρό να βρω ανθρώπους με τα ίδια μυαλά και να κάνω φίλους.

Είναι εντυπωσιακό, όμως, το πόσα πράγματα «ξεφυτρώνουν» στα περίχωρα. Υπάρχει μια ακμάζουσα καλλιτεχνική σκηνή στην πόλη. Παρακολουθώ, εξάλλου, ένα μάθημα με τίτλο «Η αρχαιολογία του ήχου».

Ακούγεται συναρπαστικό.

Πώς μπορείς να προσδιορίσεις την αρχαιολογία ενός πεδίου που είναι άυλο και παροδικό; Να ένα μάθημα που διδάσκεται στο Ντουμπάι! Δεκαπέντε άνθρωποι το παρακολουθούν- ποιητές, οπτικοί καλλιτέχνες, μια οικονομολόγος.

Πολλοί θα εκπλήσσονταν αν έρχονταν εδώ.

Ελπίζω, πάντως, ότι εσύ θα συνεχίσεις να ευημερείς -εκεί ή αλλού- και πως κάποια στιγμή θα έχεις τη δυνατότητα να επισκεφτείς την Ελλάδα.

Θα το ήθελα πολύ!

Ευχαριστώ θερμά την Αμέρισσα Μπάστα, υπεύθυνη επικοινωνίας και εκδηλώσεων των Εκδόσεων Κλειδάριθμος, για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Avni Doshi Καμένη ζάχαρη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ.



Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Alankrita Shrivastava: «Προσπαθώ να κάνω ταινίες με συνειδητό γυναικείο βλέμμα»


Απαγορευμένη στην Ινδία, η βραβευμένη σε διεθνή φεστιβάλ ταινία της Ινδής σκηνοθέτριας Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι μια φεμινιστική ματιά, επηρεασμένη από την παράδοση του Μπόλιγουντ, στην πατριαρχική καταπίεση και τις γυναικείες επιθυμίες, μέσα από την ιστορία 4 Ινδών γυναικών. Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πανελλαδικής πρεμιέρας της δουλειάς της την Κυριακή 9 Απριλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο.

Αν και η ταινία σου μόνο εν μέρει περιστρέφεται γύρω από γυναίκες ντυμένες με μπούργκα ή με καλυμμένα χαρακτηριστικά, επέλεξες τον τίτλο Κραγιόν κάτω από την μπούργκα. Τη θεωρείς ένα πιο οικουμενικό σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης;

Ο τίτλος είναι μεταφορικός. Για μένα σημαίνει ότι η εσωτερική ζωή των γυναικών πάλλεται από επιθυμίες και όνειρα, ακόμα κι αν αυτά δεν είναι προφανή στον έξω κόσμο. Σηματοδοτεί τον πόθο για ελευθερία και πάθος, που είναι εγγενή στις γυναίκες. Ακόμα κι αν πιστεύουμε πως οι γυναίκες παίζουν τους υπαγορευμένους ρόλους τους στην κοινωνία και είναι ευτυχισμένες με ό,τι έχουν, η αλήθεια είναι πως θέλουν να ζήσουν λίγο για τις ίδιες. Κανένας δεν μπορεί τις σταματήσει να κυνηγούν την ελευθερία και τα μικρά τους όνειρα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουν κρυφά. Ο τίτλος αντανακλά το θέμα της ταινίας.

Η πόλη του Μποπάλ, όπου εκτυλίσσεται το φιλμ σου, είναι κυρίως γνωστή στον «έξω κόσμο» για τη θανατηφόρα διαρροή χημικών στο εργοστάσιο της Union Carbide India Limited το 1984. Πώς σχετίζεσαι με την πόλη αυτή, και γιατί διάλεξες να τοποθετήσεις την αφήγησή σου εκεί;

Η τραγωδία με τη διαρροή χημικών εξακολουθεί να υπάρχει στις ζωές των ανθρώπων της πόλης. Ήταν τόσο τρομακτική, που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Τα παιδιά ακόμα υποφέρουν από τις συνέπειές της. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα στο Μποπάλ. Είναι μια όμορφη πόλη με υπέροχους ανθρώπους. Έχω περάσει πολύ καιρό εκεί, καθώς έχω δουλέψει σε ταινίες που γυρίστηκαν στην περιοχή. Είμαι πολύ εξοικειωμένη με την πόλη και την αγαπώ.

Οι κύριοι χαρακτήρες του Κραγιόν κάτω από την μπούργκα, 2 Μουσουλμάνες και 2 Ινδουίστριες, ζουν στην παλιά πόλη του Μποπάλ, ένα μέρος όπου Ινδουιστές και Μουσουλμάνοι ζουν σε πολύ κοντινή απόσταση και ειρηνικά. Ήθελα να τοποθετήσω την ταινία σε μια πόλη, στην οποία Μουσουλμάνοι και Ινδουιστές μοιράζονται το χώρο. Το Μποπάλ, λοιπόν, μου φαινόταν πολύ κατάλληλο.



Μου αρέσει, επίσης, που το Μποπάλ έχει την παλιά και την καινούρια πόλη, όπου υπάρχουν εμπορικά κέντρα, συγκροτήματα διαμερισμάτων και σικάτα γραφεία. Ήθελα να αιχμαλωτίσω ως κρυφό νόημα την ένταση ανάμεσα στην παραδοσιακή Ινδία, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από την παλιά πόλη, και την πρόσφατα μεταβαλλόμενη καταναλωτική Ινδία, η οποία εκπροσωπείται από τα εμπορικά κέντρα και τα γραφεία. Εντός αυτής της έντασης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο είναι οι γυναίκες ικανές να αρθρώσουν τις δικές τους επιθυμίες.

Σε σχέση με τις 4 πρωταγωνίστριες, πόση από την πλοκή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα σχετιζόμενα με τις ζωές γυναίκες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στην Ινδία;

Η ταινία δε βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αντανακλά κάποιες αλήθειες σχετικά με τη ζωή των γυναικών στην Ινδία. Οι 4 ιστορίες θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες των οποιωνδήποτε 4 γυναικών στην Ινδία. Είναι μια ειλικρινής αφήγηση με αυτή την έννοια. Αλλά η Ινδία είναι μια χώρα με μεγάλη ποικιλομορφία, και υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στις καταστάσεις των 4 χαρακτήρων, που καθορίζεται από την τάξη και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο.



Ωστόσο, τα βαθύτερα ζητήματα των γυναικών, οι οποίες δεν μπορούν να ζήσουν πλήρως όπως θέλουν, ή που εξαναγκάζονται να κρύψουν τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, ή να τις τοποθετήσουν στον πάτο της λίστας, ή των γυναικών, οι οποίες αγωνίζονται για αυτενέργεια ή την κυριότητα του σώματός τους, είναι οικουμενικά και διαπερνούν τάξη και πολιτισμούς.

Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα φαντάζει σαν φεμινιστικό φιλμ στην παράδοση του Μπόλιγουντ. Σε ποιο βαθμό είσαι επηρεασμένη από αυτό το κινηματογραφικό είδος;

Μεγάλωσα με την παράδοση του Μπόλιγουντ, οπότε είναι κάπου μέσα μου. Κάνω, όμως, και μια συντονισμένη προσπάθεια να ξεμάθω ορισμένα πράγματα, διατηρώντας κάποια άλλα. Λατρεύω να χρησιμοποιώ τραγούδια στις ταινίες μου, γιατί, ως Ινδή, μου είναι ενστικτώδες. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να τα χρησιμοποιώ με τον τρόπο μου. Όχι ως κομμάτια, τα οποία σε περισπούν από την αφήγηση, αλλά ως τμήμα της αφήγησης. Αυτό που πραγματικά προσπαθώ να αποφεύγω είναι οι μη ρεαλιστικοί υψηλοί τόνοι των μέινστριμ ινδικών ταινιών. Συχνά μπορούν να γίνουν πολύ θορυβώδεις. Προτιμώ ένα πιο πραγματικό τόνο.

Και η χρήση μιας ποικιλίας χρωμάτων στα κάδρα μου είναι εγγενώς περισσότερη απ’ ό,τι στις ευρωπαϊκές ταινίες, γιατί αυτή είναι η ινδική παλέτα. Αν περπατήσεις τριγύρω στην Ινδία, είσαι περικυκλωμένος από χρώμα. Τα κάδρα μου το αντανακλούν αυτό.



Και, το πιο σημαντικό, έχω πολλή επίγνωση του βλέμματός μου ως κινηματογραφίστριας. Προσπαθώ να κάνω ταινίες με ένα συνειδητό γυναικείο βλέμμα. Σ’ αυτό αποκλίνω από τα μέινστριμ ινδικά φιλμ, γιατί η ματιά τους τείνει να είναι αντρική και ετερο-κανονική. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούνται, και ο τρόπος, με τον οποίο η κάμερα ταξιδεύει πάνω από τα γυναικεία σώματα ή ο μη ρεαλιστικός τρόπος που είναι ντυμένες οι γυναίκες, μου είναι ιδιαιτέρως μη ελκυστικοί. Προσπαθώ να απαλλαγώ από οποιοδήποτε ίχνος εκείνου του είδους της μάθησης.  

Θεωρείς τον εαυτό σου φεμινίστρια σκηνοθέτρια; Και, αν ναι, τι σημαίνει να είσαι φεμινίστρια και, ακόμα περισσότερο, φεμινίστρια σκηνοθέτρια στη σημερινή Ινδία;

Λοιπόν, είμαι φεμινίστρια. Και είμαι κινηματογραφίστρια. Και πιστεύω πως το σύστημα πεποιθήσεών μου διαμορφώνει τη δουλειά μου. Ελπίζω, επομένως, ότι είμαι φεμινίστρια σκηνοθέτρια. Δε νομίζω πως πρέπει να αποφασίσω ότι πρέπει να κάνω μια φεμινιστική ταινία. Λόγου του πώς βλέπω τον κόσμο και τις ιστορίες που θέλω να πω, νιώθω ότι ο φεμινισμός είναι εγγενής στις ταινίες μου. Το να είσαι φεμινίστρια σημαίνει να πιστεύεις πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες.



Αλλά το να ζεις ενεργά το φεμινισμό μέσω της δουλειάς σου ως κινηματογραφίστριας στην Ινδία, σημαίνει να κάνεις διαρκώς δύσκολες επιλογές και να απευθύνεις στον εαυτό σου ειλικρινείς ερωτήσεις. Σημαίνει να έχεις επίγνωση της πρόθεσης στην αποτύπωση των χαρακτήρων, να αμφισβητείς τον εαυτό σου, όταν δημιουργεί στερεότυπα, να αποφασίζεις να μην αντικειμενοποιείς τις γυναίκες μέσω των ενδυμάτων και των τραγουδιών. Να είσαι ευαίσθητη σχετικά με το πού τοποθετείται η κάμερα. Πάνω απ’ όλα, σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, και να τον αφήνεις να «ρέει» στη δουλειά σου. Σημαίνει να μην το βάζεις κάτω, όταν η κοινωνία θέλει να αποτύχεις. Σημαίνει να σκέφτεσαι ενεργά για την αναπαράσταση των γυναικών, ακόμα κι αν η ταινία αφορά σε έναν άντρα. Σημαίνει να έχεις το κουράγιο να προκαλείς το σεξισμό και το  μισογυνισμό, όταν το χρειάζεσαι. Σημαίνει το να υποστηρίζεις άλλες γυναίκες και άντρες που βρίσκονται στο ίδιο μονοπάτι.

Περιμένω τη μέρα που όλο και πιο πολλές γυναίκες θα κάνουν τις δικές μας φεμινιστικές ταινίες.



Γιατί το φιλμ σου ουσιαστικά απαγορεύτηκε στην Ινδία, πέρα από τα προσχήματα που παρουσιάστηκαν;

Γιατί έγινε από μια γυναικεία σκοπιά. Το γεγονός ότι οι γυναίκες κοιτούσαν τη ζωή τους ίσως προκάλεσε το πρόβλημα. Όντως νιώθω πως υπάρχουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές ιδέες σχετικά με το τι είναι και τι θα έπρεπε να είναι η Ινδία. Η Επιτροπή Λογοκρισίας επιδιώκει να διαιωνίσει την πατριαρχία και να φιμώσει τις γυναικείες φωνές. Υπάρχει πολλή βία και πολλές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην Ινδία. Σε ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί κάποιος να δει ότι η λογοκρισία κάθε μορφής τέχνης γίνεται για να κρατήσει ζωντανό το status quo. Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι ένα φιλμ που αμφισβητεί το status quo. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που του αρνήθηκαν την πιστοποίηση.

Καθώς το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα πλησιάζει προς το τέλος του, μπαίνω στον πειρασμό να συμπεράνω πως η αλληλεγγύη μεταξύ των γυναικών είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να πολεμήσουν την πατριαρχική καταπίεση είτε αυτή ασκείται από άντρες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και από γυναίκες. Αντανακλά με ακρίβεια τη δική προσέγγιση αυτό το συμπέρασμα;

Ναι, συμφωνώ ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις γυναίκες είναι ένα βασικό βήμα στη μάχη ενάντια στην πατριαρχική καταπίεση. Όταν συμμαχούμε με άλλες γυναίκες, γινόμαστε ισχυρές.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια Alankrita Shrivastava για την άμεση ανταπόκριση στο ενδιαφέρον μου για συνομιλία και την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο για την πολύτιμη συμβολή της στο συντονισμό της επικοινωνίας.  

Η ταινία της Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα προβάλλεται την Κυριακή 9 Απριλίου, 20:00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο. Είσοδος δωρεάν.