Βασισμένη
στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το
Κτίσμα παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου
Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο «Αμαλία»
τον Απρίλιο.
Μια συζήτηση με τους
συντελεστές της, Θύμιο Ατζακά, Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία
Λάππα, ενόψει της έναρξης των παραστάσεων στις 20 Μαρτίου.
Η μουσική βρίσκεται στον
πυρήνα των ακαδημαϊκών και καλλιτεχνικών ενασχολήσεών σας τόσο ως
πανεπιστημιακός καθηγητής, όσο και ως μουσικός, συνθέτης και παραγωγός.
Με ποιους τρόπους σάς
ανατροφοδοτεί ως άνθρωπο, καλλιτέχνη και ερευνητή η σχέση με αυτήν και, πιο
συγκεκριμένα, με τις ανατολικές παραδόσεις, στις οποίες έχετε μαθητεύσει;
Θύμιος Ατζακάς: Για
μένα, η μουσική είναι ένας τρόπος να κατοικώ τον χρόνο, να οργανώνω την προσοχή
μου και να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση μου με τους άλλους.
Ως άνθρωπο, με
ανατροφοδοτεί πρωτίστως μέσα από την ενεργητική ακρόαση και τα μοιράσματα,
πάντοτε μου ήταν πιο ευχάριστο να μοιράζομαι την μουσική των άλλων με άλλους,
να δημιουργώ δίκτυα ενεργών ακροατών και μουσικών.
Μεγάλωσα και διαμορφώθηκα
ως αδηφάγος καταναλωτής κάθε είδους μουσικής, έτσι σήμερα αναζητώ την ικανότητα
να βιώνω τη μουσική πιο κάθετα, σαν καθημερινή άσκηση παρουσίας:
Με προσγειώνει, με
καθαρίζει, με επαναφέρει σε μια αίσθηση ισορροπίας, η οποία, σε εμένα
τουλάχιστον, δεν είναι μία αυτονόητη κατάσταση.
Ως μουσικός, ουδέποτε
παρέμεινα προσηλωμένος σε μία παράδοση, γι’ αυτό και δε θεωρώ τον εαυτό μου ως
ειδήμονα σε καμία από αυτές.
Υπηρέτησα για πολλά
χρόνια την παλαιά και κλασική μουσική ως κιθαριστής, ασχολήθηκα εντελώς
εμπειρικά με την σύγχρονη πειραματική και αυτοσχεδιαζόμενη μουσική και τα
τελευταία δέκα χρόνια δημιουργώ με ερασιτεχνική διάθεση κάποιες πιο
παραστατικές συνθέσεις που φλερτάρουν με διάφορα ακούσματα (όπως η
ηλεκτροακουστική μουσική και ο σπεκτραλισμός, το ambient, το spoken word κ.ά.).
Παράλληλα, αναζητώ τρόπους συνύπαρξης μουσικής και περφόρμανς.
Oι ανατολικές παραδόσεις και η
αγαπητική μου σχέση με το ούτι με έχουν διδάξει μια άλλη οικονομία του υλικού:
Τη σημασία του συνεχούς
ήχου (του «κρατήματος»), της τροπικότητας, της μικροκίνησης στον τονικό χώρο,
της λεπτομέρειας του ηχοχρώματος, της σχέσης ανάμεσα σε επανάληψη και
μεταμόρφωση.
Αυτή η λογική περνά στη
δουλειά μου είτε όταν δουλεύω με εθνογραφικά ίχνη (ηχογραφήσεις πεδίου,
αναλογικά αποτυπώματα, βινύλιο), είτε όταν τα φέρνω σε διάλογο με φυσικά
όργανα.
Ως ερευνητή και
πανεπιστημιακό (Τμήμα Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης ΠΑΜΑΚ), με ενδιαφέρει να
συνομιλώ με τους φοιτητές μου και να μοιράζομαι μαζί τους την ενσώματη μουσική
εμπειρία χτίζοντας γέφυρες που μπορούν να μας μεταφέρουν στις γενεαλογίες και
τις ανατομίες του ήχου ή στο πεδίο της μουσικής εθνογραφίας και της
εθνομουσικολογίας.
Κατά βάθος, ασκούμαστε
παρέα στο να ακούμε τους άλλους με προσοχή και ευκρίνεια αλλά και να
πλησιάζουμε στο κέντρο μας για να συναντήσουμε την ησυχία.
Αυτή είναι μία άσκηση που
ποτέ δεν είναι αρκετή, γι’ αυτό και παραμένουμε πάντα ασκούμενοι, δάσκαλοι και
μαθητές.
Βασισμένη στο ομώνυμο
έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα
παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη
Θεσσαλονίκη στο Θέατρο Αμαλία τον Απρίλιο.
Γιατί (να) εξακολουθεί να
μας απασχολεί ο Κάφκα και το συγκεκριμένο κείμενό του, έναν και πλέον αιώνα
μετά τον θάνατο του συγγραφέα;
Θ.Α.: Ο Κάφκα εξακολουθεί
να μας απασχολεί γιατί κατάφερε να πραγματευτεί, με την διάνοια ενός ψυχαναλυτή
και τη φόρτιση ενός καλλιτέχνη, έναν εσωτερικό μηχανισμό που σήμερα μοιάζει να
ορίζει την καθημερινότητά μας:
Τον ανήσυχο νου που
χτίζει καταφύγια για να σωθεί και τελικά παγιδεύεται μέσα τους.
Στο Κτίσμα ο
ήρωας-τρωκτικό ζει σε υπόγειους λαβυρίνθους, αφουγκράζεται διαρκώς ήχους και
κραδασμούς, και όσο περισσότερο οργανώνει την ασφάλειά του τόσο περισσότερο
βυθίζεται στη ξενότητα, την καχυποψία και τον αυτοοικτιρμό.
Η ακοή του δεν είναι
απλώς μια οξεία αίσθηση· γίνεται το όριο της ύπαρξής του, ένας μετρητής
κινδύνου που δεν ησυχάζει ποτέ.
Έναν αιώνα μετά, οι
«κραδασμοί» έχουν πολλαπλασιαστεί: ειδοποιήσεις, ειδήσεις, επιτήρηση, φόβοι,
αλγόριθμοι, εσωτερικοί μονόλογοι, μια αθόρυβη αποξένωση του Εγώ από τον Εαυτό.
Χτίζουμε κι εμείς
κτίσματα -φίλτρα, ταυτότητες, μικρές ιδιωτικές φωλιές- με την ίδια ελπίδα για
γαλήνη και την ίδια δυσκολία να βιώσουμε ενότητα.
Η αρχετυπική ζωόμορφη
φιγούρα του έργου εκφράζει μια απολύτως ανθρώπινη φύση: τον θορυβώδη νου και τη
μοναχική εγώτητα του μετανεωτερικού ανθρώπου.
Και το ότι το κείμενο
μένει ανολοκλήρωτο, κομμένο στη μέση μιας πρότασης, μοιάζει με τη δική μας
εποχή: καμία υπόσχεση εκπλήρωσης, μόνο μια ανοιχτή διαδικασία μεταμορφώσεων.
Γι’ αυτό, στη σκηνή, ως
συμβάν ήχου-λόγου-σώματος, το Κτίσμα δεν «ερμηνεύεται» απλώς: μάς ζητά
να το ακούσουμε - και να αναγνωρίσουμε το δικό μας εσωτερικό τοπίο.
Το δρώμενο συνιστά
δημιουργική συνέργεια πέντε ανθρώπων: των Σαβίνας Γιαννάτου, Μαρίας Λάππα,
Αλέξανδρου Σεϊταρίδη, Γιώργου Σταυριανάκη και της δικής σας.
Θα θέλατε να μου
ιχνηλατήσετε τη διαδρομή του έργου στον χωροχρόνο από την αρχική σύλληψη μέχρι
την υπό εξέλιξη υλοποίησή του στο πλαίσιο αυτής της συνέργειας, καθώς και τις
τυχόν δυσκολίες ή/και προκλήσεις;
Θ.Α.: Η πρώτη σύλληψη του
Κτίσματος ως περφόρμανς ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με μια επίμονη
ιδέα: να αντιμετωπίσω το κείμενο όχι ως αναλόγιο θεατρικής ανάγνωσης, αλλά ως
μια παρτιτούρα εσωτερικών δονήσεων.
Από εκεί γεννήθηκε η
ανάγκη για μια ζωντανή, τετραφωνική ηχητική αρχιτεκτονική με live electronics
και live vinyl sampling, ώστε ο θεατής να μπαίνει μέσα στον λαβύρινθο - όχι να
τον παρατηρεί απέξω.
Σε δεύτερο στάδιο, κάλεσα
τη Σαβίνα Γιαννάτου, γιατί μέσα από τη διαχρονική φιλία και συνεργασία μας
ήμουν βέβαιος πως η περσόνα της θα υπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο την
ενσάρκωση του καφκικού πλάσματος.
Η φωνή της μπορεί να
υπερβεί την κοινή γλώσσα αλλά και το τραγούδι: να γίνει ο ίδιος ο πολύπλοκος
μηχανισμός σκέψης του ήρωα.
Η είσοδος της Μαρίας
Λάππα άνοιξε το έργο προς την σωματικότητα και την υλικότητα, μέσα από την
κινησιολογική της επιμέλεια, την εισαγωγή φυσικών υλικών και μιας Βutoh-λογικής
που δεν «εικονογραφεί», αλλά αποκαλύπτει το εσωτερικό τοπίο.
Παράλληλα, πιστεύω πως η
Μαρία αφύπνισε -τόσο σε μένα όσο και στην Σαβίνα- την ανάγκη να εξερευνήσουμε
αχαρτογράφητες περιοχές του ψυχισμού μας μέσα από την επιτέλεση.
Με τον ευρηματικό
Αλέξανδρο Σεϊταρίδη, οι προβολές/video mapping και οι φωτισμοί υπηρετούν ένα
μεταβαλλόμενο χώρο που αναπνέει μαζί με τους ήχους και το κείμενο.
Τέλος, ο Γιώργος
Σταυριανάκης, μέσα από τη φωτογραφική επιμέλεια/καταγραφή, λειτούργησε ως
«δεύτερη μνήμη» της διαδικασίας - ένα βλέμμα που μάς επιστρέφει τι πραγματικά
συμβαίνει στις πρόβες και στη σκηνή.
Οι βασικές προκλήσεις
είναι να κρατήσουμε την ένταση χωρίς να γίνουμε περιγραφικοί, να ισορροπήσουμε
μεταξύ του καταιγιστικού λόγου και της αφαίρεσης και, βέβαια, να περάσουμε καλά
επάνω στη σκηνή, να μοιραστούμε τις αγωνίες μας χωρίς να διαμελιστούμε μέσα
στους ατελείωτους λαβύρινθους του έργου.
Το κείμενο, πρωταγωνιστής
του οποίου είναι ένα ζωόμορφο πλάσμα, «πραγματεύεται τον θορυβώδη νου και τη
φοβική εγωκεντρικότητα του σύγχρονου ανθρώπου» που αποζητά την ευχαρίστηση
και αποφεύγει τον πόνο.
Σ’ αυτές τις αντιφάσεις
περικλείεται η τραγωδία, αλλά ίσως και η ελπίδα του σύγχρονου ανθρώπου; Ή και
αλλού;
Θ.Α.: Ναι, αυτές οι
αντιφάσεις είναι ο πυρήνας της τραγωδίας:
Το πλάσμα θέλει την ηδονή
της ασφάλειας, της αυτάρκειας, της «τακτοποίησης» του κόσμου, αλλά το ίδιο του
το σχέδιο το καταδικάζει σε μια ζωή υπερεγρήγορσης που δεν πιάνει ποτέ ρίζες,
δεν κατοικεί τη ζωή αλλά μόνο την διεκδικεί μέσα από το φίλτρο της εγώ -
συνειδητότητας.
Όσο περισσότερο αποφεύγει
τον πόνο, τόσο περισσότερο τον αναπαράγει ως πιθανότητα· ο φόβος γίνεται τρόπος
σκέψης, και η εγωκεντρικότητα - όχι ως ναρκισσισμός αλλά ως κλειστό κύκλωμα
αυτοπροστασίας - παράγει απομόνωση.
Η τραγωδία δεν είναι ότι
υπάρχει απειλή∙ είναι ότι ο νους του ήρωα κατακερματίζεται στην προσπάθειά του
να δημιουργήσει επίπλαστους κόσμους όπου η ψευδαίσθηση της απειλής εμφανίζεται
ως πραγματική.
Ο εγκέφαλος του, όπως και
ο δικός μας, προσλαμβάνει ατελώς τον αντικειμενικό κόσμο μέσα από τις αισθήσεις
και άλλους βιολογικούς και εξελικτικούς μηχανισμούς, ως κάτι χωριστό, ως
ξενότητα, χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς πίστη στην ενότητα όλων των όντων.
Αλλά η ελπίδα, κατά τη
δική μου αίσθηση, δε βρίσκεται απλώς μέσα στην καφκική αντίφαση, ούτε
στην εύκολη υπέρβασή της.
Βρίσκεται αλλού: στην
πιθανότητα να μείνουμε λίγο μέσα στον θόρυβο χωρίς να τρέξουμε να τον «κλείσουμε»,
να αντέξουμε τη διάρκεια, να δεχτούμε τη ρωγμή.
Εκεί εμφανίζεται μια
μετατόπιση της προσοχής από το «πώς θα σωθώ» από τους επινοημένους εχθρούς στο
«πώς θα σχετιστώ» με αυτούς.
Περισσότερο ή λιγότερο,
όσες και όσοι συνεργείτε στην εν λόγω μουσική περφόρμανς έχετε επίσης θητεύσει
στον αυτοσχεδιασμό.
Ο αυτοσχεδιασμός ενέχει
ελευθερία, αλλά προϋποθέτει και μια ορισμένη (αυτό)πειθαρχία/γνώση κανόνων και
τρόπων. Πώς κάθε φορά χτίζεται ο δρόμος προς αυτήν την ελευθερία;
Θ.Α.: Ο δρόμος προς την
ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, για μένα προσωπικά, δε χτίζεται με την κατάργηση
των ορίων και την αντικατάστασή τους από νέους διανοητικούς μηχανισμούς, αλλά
με τη διερεύνηση των φυσικών αυτών ορίων και με μια ανιδιοτελή, αναστοχαστική
εξερεύνηση του ήχου.
Συνεπώς, ο
μουσικός-αυτοσχεδιαστής ασκείται συνεχώς στο να ξε-μαθαίνει. Αντί να
επιστρατεύει την προϋπάρχουσα γνώση, αφήνεται στην περιέργειά του για το
άγνωστο, παραμένοντας εναργής.
Η ελευθερία αυτή δε
διεκδικείται· εμφανίζεται αυθόρμητα όταν συνειδητοποιούμε πως δε χρειάζεται να
ελέγξουμε τα πάντα - αρκεί να μένουμε συντονισμένοι, με λιγότερες βεβαιότητες,
περισσότερη ενεργητική ακρόαση και ένα κοινό πλαίσιο που κρατά τη φόρμα
ζωντανή.
Σαβίνα Γιαννάτου.:
Εγώ θα ρωτούσα το αντίθετο: πώς από την ελευθερία βρίσκετε τα όρια και τους
κώδικες μέσα στον αυτοσχεδιασμό...
Γιατί η αλήθεια είναι ότι
η ελευθερία είναι το πρώτο που αποζητά κανείς για να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει.
Το πώς θα σπάσει δηλαδή τους ήδη υπάρχοντες κανόνες.
Έτσι, με την αυταπάτη της
απόλυτης ελευθερίας μπαίνεις μέσα σε έναν κόσμο που έχει επίσης όρια και
κανόνες, όπως η κάθε μορφή επικοινωνίας.
Και τα μαθαίνεις με τον
ίδιο τρόπο που μαθαίνει κανείς τα όρια σε όλες τις σχέσεις. Επί τόπου.
Mαρία Λάππα:
Ο αυτοσχεδιασμός απαιτεί υπέρβαση των οικείων νευρωνικών διαδρομών στις οποίες
ο εγκέφαλος τείνει να επαναπαύεται, αναπαράγοντας γνώριμα σχήματα, ασφαλείς
ρυθμούς, προβλέψιμες χειρονομίες.
Στον αυτοσχεδιασμό, η
φόρμα συγκροτείται, αποδομείται και επανασυντίθεται σε πραγματικό χρόνο. Η
γένεση και η κατάρρευσή της συμβαίνουν ταυτόχρονα, μέσα στο ίδιο παρόν.
Σε ένα κοινωνικό και
πολιτισμικό πεδίο διαποτισμένο από αυτό που ο Pierre Bourdieu ονόμασε habitus -δηλαδή
το σύνολο των εσωτερικευμένων δομών που οργανώνουν την αντίληψη, τη δράση και
την επιθυμία- η επινοητικότητα στο «εδώ και τώρα» που επιτάσσει ο
αυτοσχεδιασμός προυποθέτει την διερεύνηση και κατανοήση αυτών των ψυχοφυσικών
διαδικασιών.
Δραστηριoποιείστε στα πεδία του
ελεύθερου φωνητικού αυτοσχεδιασμού και της free jazz από το 1992. Υπό ποια
έννοια είναι η φωνή εργαλείο αυτοανακάλυψης/αυθυπέρβασης;
Σ.Γ.: Ξεκινάς να
τραγουδάς γιατί σε ευχαριστεί.
Σε ευχαριστεί όχι μόνον η
διαδικασία αυτή καθ’ εαυτή, ο ήχος δηλαδή, αλλά και το ότι μέσω του τραγουδιού
έρχεσαι σε επαφή με άλλους ανθρώπους και τραγουδάς μαζί τους φτιάχνοντας κάτι
από κοινού, δημιουργώντας κάτι μαζί. Και μετά έρχεται το κοινό.
Το κοινό, όσο μικρό και
αν είναι σε αριθμό, δημιουργεί μία άλλη αίσθηση του εαυτού, στον
τραγουδιστή-καλλιτέχνη.
Οι συμπεριφορές των
ανθρώπων που σε ακούν είναι διαφορετικές απ’ αυτές όσων δεν σε γνωρίζουν. Η
διαφορά της «αποδοχής» των μεν από τους δε είναι τεράστια.
Χτίζεις, δηλαδή, πάνω στο
τραγούδι έναν καινούργιο εαυτό, που σε διευκολύνει να επικοινωνείς με τους
άλλους σε πολλά επίπεδα.
Άρα, τι να σας πω για την
αυτοανακάλυψη μέσω της φωνής; Που στην περίπτωσή μου δεν είναι μόνο μέσω της
φωνής αλλά μέσω του επαγγέλματος εξαιτίας της φωνής.
Το θέμα «αυτοσχεδιασμός»
βέβαια ανοίγει κάποια πεδία πολύ πιο προσωπικά. Μπαίνεις πολύ περισσότερο σε
μια συνειρμική διαδικασία την ώρα που αυτοσχεδιάζεις παρά όταν τραγουδάς μια
ήδη υπάρχουσα σύνθεση.
Ο ήχος που παράγεις από
το μηδέν, σου δημιουργεί το συναίσθημα και το συναίσθημά σου προκαλεί τον
επόμενο ήχο.
Αυτό είναι για μένα η
free jazz και είμαι ευγνώμων προς όσους με βοήθησαν να την ανακαλύψω.
Η δυνατότητά μου να μπορώ
να υπάρχω και ως περφόρμερ έχει καλλιεργηθεί κυρίως μέσα από τον αυτοσχεδιασμό.
Άρα και εδώ, στο Κτίσμα,
η εκφορά του λόγου συνδυάστηκε αρκετά με τα φωνητικά μου «υλικά»... Ακολουθώ
οδηγίες οι οποίες όμως είναι αρκετά ανοιχτές, ώστε να χωρέσουν και αυτό που
είμαι.
Επί δεκαεπτά έτη,
μαθητεύετε αδιάλειπτα στο Butoh.
Τι έχετε μάθει για τον εαυτό σας ως άνθρωπο και καλλιτέχνιδα μέσα από αυτήν τη
μαθητεία;
M.Λ.: Έμαθα να αντιλαμβάνομαι το
ανθρώπινο σώμα ως μια μήτρα μεταμόρφωσης, μέσα στην οποία φυλάσσεται ένα
ζωντανό, άχρονο αρχείο. Κατοικώ τον κόσμο μέσα από το σώμα μου.
Η πρόσληψη της
πραγματικότητας, οι βαθύτερες και ρηχότερες διεργασίες του συνειδητού και του
ασυνείδητου, η σχέση με τον Άλλον και με το κοινωνικό περιβάλλον συγκροτούνται
ενσώματα.
Για μένα, το Butoh
αποτελεί ένα ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό πεδίο που επαναπροσδιορίζει τη σχέση του
σώματος με το εκάστοτε φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα που κατοικεί.
Γεννημένο το 1958, σε μια
μεταπολεμική Ιαπωνία, το Butoh επιχείρησε μια ρηξικέλευθη τομή στον τρόπο
οπτικοποίησης και ορχηστικής απόδοσης του επιτελούντος σώματος, αντηχώντας τα
τραυματικά αποτελέσματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η μεταπολεμική του
συνθήκη υπήρξε το ιστορικό του υπόστρωμα.
Ωστόσο, η βαθύτερη τομή
που εισήγαγε -η αποδόμηση της θεαματικής μορφής, η απο-ιεράρχηση της
δεξιοτεχνίας, η ανάδυση του σώματος ως πεδίου τραύματος και φαντασιακής
ανασύνθεσης- του επέτρεψε να λειτουργήσει διαπολιτισμικά.
Στο δυτικό πλαίσιο, όπου
το σώμα έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρά παράδοση δυϊσμών (σώμα/πνεύμα,
φύση/πολιτισμός, λογική/ένστικτο) και από βιοπολιτικούς μηχανισμούς πειθάρχησης
και κανονικοποίησης, το Butoh δρα ως πρακτική επαναρύθμισης.
Εισάγει μια
αντι-κανονιστική σωματικότητα που εκθέτει την εύθραυστη κατασκευή της
ταυτότητας.
Έτσι, συνομιλεί
ουσιαστικά και με το δυτικό σώμα, το οποίο φέρει τις δικές του ιστορικές
εγγραφές: αποικιακές, καπιταλιστικές, πατριαρχικές, τεχνολογικές.
Η πρακτική καθίσταται ένας μηχανισμός
απο-κωδικοποίησης αυτών των εγγραφών, επιτρέποντας στο σώμα να επανεμφανιστεί
ως διαδικασία και όχι ως σταθερή μορφή.
Αυτή η κατανόηση του
σώματος ως δυναμικού, ασταθούς και μεταμορφωτικού πεδίου υπήρξε καθοριστική και
για τη δική μου καλλιτεχνική διαδρομή, οδηγώντας με σε ουσιαστική συνομιλία με
το πεδίο της εικαστικής performance και με τη δουλειά του μέντορά μου, Olivier
de Sagazan.
Στο πλαίσιό της, το σώμα
προσεγγίζεται ως ύλη υπό συνεχή αναδιαμόρφωση και μέρος αυτής θα ζωντανέψουμε
σκηνικά στην παρούσα περφόρμανς.
Στην Αθήνα, η περφόρμανς
φιλοξενείται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.
Σε τι συνίσταται η
συμβολή των μικρότερων, ανεξάρτητων χώρων στην καλλιέργεια και προαγωγή μιας
διαφορετικής, όντως συλλογικής, μη καταναλωτικής βίωσης της τέχνης;
Θ.Α.: Οι μικρότεροι,
ανεξάρτητοι χώροι λειτουργούν ως κοινότητες και όχι ως μηχανές κατανάλωσης. Δεν
πουλάνε απλώς ένα event∙ καλλιεργούν μια σχέση.
Το ΚΕΤ, όπως και κάποιοι
άλλοι μικροί χώροι, δίνει ιδιαίτερο βάρος στον πειραματισμό, παλεύοντας να
επιβιώσει.
Το καταφέρνει διότι
καλλιεργεί συνθήκες εγγύτητας μεταξύ καλλιτεχνών και ακροατών, δίνει δικαίωμα
στο ρίσκο και αντιμετωπίζει τους μουσικούς με μία αξιοπρέπεια που σπανίζει σε
μεγάλους θεσμικούς φορείς ή σε χώρους με περισσή αίγλη.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η
ίδια η μουσική κοινότητα ανταποδίδει αναλόγως προσφέροντας τον καλύτερο εαυτό
της.
«Το ζήτημα δεν είναι
να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε
ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σας;
Θ.Α.: Εξαρτάται από το
ποιος -και με ποια γλώσσα εξουσίας- ορίζει τι είναι «πολιτικό» και τι όχι.
Σήμερα, ο πολιτικός βίος
των καλλιτεχνών συχνά ασφυκτιά μέσα σε ταμπέλες, σε ρόλους ορθότητας και σε μια
πρωτοφανή συστημική αυτοαναφορικότητα.
Στην πραγματικότητα,
είμαστε κι εμείς ποιότητες-εκδηλώσεις αυτού του κοινωνικού γίγνεσθαι, συχνά
προβλέψιμοι και ταυτισμένοι με τα ρεύματα της εποχής μας.
Αν υπάρχει πολιτική πράξη
στην τέχνη, χωρίς να υποβόσκει εντός της ένας ιδεολογικός ελιτισμός, για μένα
βρίσκεται αλλού: στην αυτοπαρατήρηση και στην από - εγω - κέντρωση.
Στο να αναγνωρίζουμε τους
περιορισμούς μας στον μηχανισμό της ταυτότητάς μας και να μην τον κάνουμε
οχυρό. Να μη χτίζουμε άλλα κτίσματα, αλλά ρωγμές -
για να υπάρχει πιθανότητα να αποκτήσουμε νέες συνάψεις.
Ευχαριστώ θερμά
τον Θύμιο Ατζακά για τον συντονισμό της συνέντευξης και
για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού του Γιώργου
Σταυριανάκη.
Ευχαριστώ,
επίσης, ιδιαιτέρως τις Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία Λάππα
για την ξεχωριστή συμβολή τους.
Η μουσική περφόρμανς
Το Κτίσμα
παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α &
Σικίνου 35Α, Κυψέλη) Παρασκευή & Σάββατο, 20, 21,
27 & 28 Μαρτίου 2026 στις 21:00.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου