Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Τέος Ρόμβος: «Ζω όλη μου τη ζωή με τα λίγα, κι έτσι δημιουργώ όσο πιο ελεύθερα μπορώ»

 


Εν μέρει αυτοβιογραφία, εν μέρει δοκίμιο, εν μέρει πολιτικό μανιφέστο, το Όκτοπους, Η γη της ελευθερίας είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του πολυσχιδούς Τέο Ρόμβου. Μια συζήτηση μαζί του.

«Ήρθατε στον κόσμο» το σημαδιακό 1945. Νιώθετε ότι το γεγονός αυτό επηρέασε την κατοπινή πορεία σας στη ζωή και τις επιλογές σας, είτε συνειδητά είτε όχι;

Το τυχαίο γεγονός ότι γεννήθηκα το 1945 σαφώς επηρέασε τη μετέπειτα πορεία μου, μιας και η μεταπολεμική εποχή ήταν δύσκολη και καταθλιπτική.

Ήταν, όμως, και εποχή επανεκκίνησης και προσπάθειας να ξεφύγει η ανθρωπότητα από τη φρίκη και τα συντρίμμια ενός απίστευτα βάρβαρου πολέμου και είχε μέσα της κι ελπίδα.

Εν μέρει αυτοβιογραφία, εν μέρει δοκίμιο, εν μέρει πολιτικό μανιφέστο, το Όκτοπους, Η γη της ελευθερίας είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο σας. Τι υπαγόρευσε τη συγκεκριμένη, «άναρχη» δομή του;

Το βιβλιοπωλείο Όκτοπους υπήρξε ένα πείραμα αντιαυταρχικής συνύπαρξης και συνδημιουργίας.

Απευθυνόταν στους νέους, μέσα στο πνεύμα μιας αντιαυταρχικής ενατένισης που είχα αφομοιώσει και υιοθετήσει στην προσωπική μου ζωή τα χρόνια που έζησα στη Δυτική Ευρώπη και νομίζω ότι είχε θετικά αποτελέσματα.

Ολόκληρη η εποχή της μεταπολίτευσης σημαδεύεται από τα γεγονότα που συνέβησαν στα Εξάρχεια. Το βιβλιοπωλείο Όκτοπους και το κοινόβιο της Μπενάκη έπαιξαν βασικό ρόλο.

Μεγαλώσατε, γράφετε, «Στη σκιά ενός δέντρου» του, ηλικιακά μεγαλύτερου, καλλιτέχνη αδερφού σας, Δημήτρη. Ο πατέρας σας, εξάλλου, ζωγράφος στο επάγγελμα, «με έμαθε να αρκούμαι στα ολίγα», συμπληρώνετε.

Χρωστάτε και στους δύο πολλά όσον αφορά στη διαπαιδαγώγησή σας;

Δεν χρωστάω τίποτε και σε κανέναν, είμαι όμως μέρος και κομμάτι αυτής της οικογένειας κι έχω γαλουχηθεί σαφώς από τον περίγυρό μου. Ο αδελφός μου υπήρξε αριστούχος, ενώ εγώ ήμουν κάκιστος μαθητής.

Δεν άντεχα την εξουσία της έδρας και κάποιου δάσκαλου που δεν είχε αυτιά για να ακούει κι ούτε μάτια για να δακρύζει, παρά μόνον για να μας φωνάζει, με το που έμπαινε στην αίθουσα, κάτι μεταξύ «ησυχάστε» και «σκάστε» ή «καθήστε κάτω γαϊδούρια»!!!

«Νομίζω ότι εκείνα τα ταξίδια [ως ναύτης σε φορτηγά καράβια] με βοήθησαν να χειραφετηθώ και να γίνω ένας, άπατρις μεν, πολίτης όμως του μεγάλου κόσμου», επισημαίνετε.

Μέσα από αυτά σφυρηλατήθηκε, επομένως, σταδιακά -και βιωματικά- η αντιεξουσιαστική/ελευθεριακή οπτική σας στον κόσμο και τον άνθρωπο;

Στα καράβια πήγα για να δουλέψω σχετικά πιτσιρικάς δηλαδή στα δεκάξι μου, και όλο αυτό το ταξίδι, που κράτησε δυο χρόνια, με βοήθησε να αποκτήσω μια σφαιρική εικόνα του πλανήτη και της ανθρώπινης διαδρομής.

Τότε χειραφετήθηκα κι έγινα πολίτης του κόσμου και του πλανήτη κι έτσι αισθανόμουν πλέον...

Αυτό το επεισοδιακό, μεγάλο ταξίδι με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είμαι ένα ελάχιστο πολλοστημόριο της ανθρωπότητας, ένας ακόμη ανάμεσα σε αμέτρητα εκατομμύρια ψυχές που βάδιζαν προς το μέλλον χωρίς σκέψη και φαντασία.

Κατάλαβα πόσο λίγο είναι το σχολείο και πόσο αρνητική η μαθησιακή και αυταρχική διαδρομή που ακολουθείται, όταν, στα δεκαοχτώ μου πλέον, είχα ήδη ταξιδέψει σε 30 περίπου χώρες και σε 4 ηπείρους του πλανήτη.

Όταν είχα βιώσει την αληθινή ζωή, είχα αρχίσει να μιλάω ισπανικά, αγγλικά ακόμη και γιαπωνέζικα.

Όταν είχα γνωρίσει τον έρωτα στην Αγγλία, στην Ιαπωνία, στην Κολομβία, στη Δομινικανή Δημοκρατία, στις Φιλιππίνες, αλλά και τη συντροφικότητα και τον σεβασμό προς τους πολίτες κάθε γωνιάς του πλανήτη.

Έτσι, λοιπόν, στα μόλις δύο εκείνα χρόνια της νεαρής ζωής μου χειραφετήθηκα, έχοντας ήδη σωρεύσει γνώση που κανένα σχολείο δεν θα μπορούσε να μου προσφέρει.

Στη συνέχεια, έζησα στο Παρίσι όπου έκανα σπουδές κινηματογράφου και μετά στη Γερμανία όπου εργάστηκα στη Γερμανική Τηλεόραση και όταν έπεσε η Χούντα επέστρεψα στην Ελλάδα τον Σεπτέμβρη του 1974.

To βιβλιοπωλείο Όκτοπους αποτέλεσε, κατά τη βραχύβια ύπαρξή του, «μήτρα» του άλλου πολιτισμού που οραματίζεστε, ενός πολιτισμού «χωρίς ανταγωνισμούς και αντιθέσεις», «της συμφωνίας και της συντροφικότητας».

Γιατί, τελικά, δε μακροημέρευσε;

Τo βιβλιοπωλείο Όκτοπους αποτέλεσε, λοιπόν, τον χώρο ενός άλλου, διαφορετικού πολιτισμού, όπου οι νέοι άνθρωποι θα μάθαιναν πρώτα και πάνω από όλα να είναι δημιουργικοί για να χαίρονται τη ζωή τους...

Εκεί μαζεύτηκαν νέοι με ανησυχίες, γόνοι διαλυμένων οικογενειών, παιδιά χαμένα στην απελπισία.

Όλοι μαζί πορευτήκαμε με τη χαρά μιας μεγάλης οικογένειας κι ενός συντροφικού χώρου όπου βρισκόμασταν καθημερινά και συζητάγαμε, μαθαίναμε, οραματιζόμασταν, δημιουργούσαμε και συζούσαμε δημιουργικά.

Το Όκτοπους υπήρξε πράγματι ένας ανοιχτός κοινοβιακός τόπος, όπου όλα ήταν κοινά και για όλους προσβάσιμα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου αλλά όλα ήταν δικά μας.

Aυτό σίγουρα μάγεψε και συνεπήρε τους ευαίσθητους νέους ανθρώπους που έγιναν μέρος αυτού του τρόπου ζωής.

Και όταν το Όκτοπους έκλεισε, λόγω ανωτέρας βίας, δημιουργήσαμε «το κοινόβιο της Μπενάκη» όπου έγινε και η επιτροπή για την απελευθέρωση του Ρολφ Πόλε, ο οποίος ήταν γνωστός μου από τη Γερμανία.

Από το 1993 έχετε εγκαταλείψει το μεγάλο αστικό κέντρο, την Αθήνα, μετακομίζοντας στη γοητευτική -και με τον τρόπο της αστική- Σύρο. Πώς βιώνετε την καθημερινότητά σας στο νησί; Ικανοποιεί επαρκέστερα τις ανάγκες σας;

Στην Αθήνα έχω ζήσει σχετικά λίγα χρόνια της ζωής μου, δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποιούσε η ζωή της μεγαλούπολης και πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί τόσος κόσμος έχει συσσωρευτεί σε αυτήν την κοιτίδα πόλη.

Έξω από μερικά σημεία υψηλού ενδιαφέροντος (Πλάκα, Εξάρχεια, Αρμένικα, Κηφισιά, Λυκαβηττός, Φιλοπάππου και λίγα ακόμη), η υπόλοιπη πόλη δεν μου λέει κάτι...

Στο μεταξύ, τα Εξάρχεια, όπου κι εσείς ζήσατε, δημιουργήσατε και δραστηριοποιηθήκατε επί χρόνια, έχουν εξελιχθεί σε «Ελντοράντο» του εγχώριου και υπερεθνικού -κτηματομεσιτικού- κεφαλαίου.

Είναι «καταδικασμένα» να καταλήξουν μια εξεγερσιακή ανάμνηση -ή φαντασίωση-, ή πιστεύετε ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη;

Οι κάτοικοι αυτής της πόλης έχουν άλλα να σκεφτούν και είμαι σίγουρος ότι δεν έλκονται από τέτοιες σκέψεις (διατήρηση των χαρακτηριστικών και της ιστορικότητας κάποιας συνοικίας), δεν έχουν τέτοιους προβληματισμούς.

Το ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη χώρα. Ούτως ή άλλως, σπάνια οι άνθρωποι σκέφτονται κι εμβαθύνουν στο γίγνεσθαι...

Αυτές είναι σκέψεις για ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για το χρήμα και μπορούν να ζουν χωρίς αυτό. Τότε, ναι. Εγώ γνωρίζω από παιδί ότι μπορείς σχετικά εύκολα να επιβιώσεις κοντά στη φύση, κι αυτό πράττω.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, και στις μέρες μας εκδοτικά εγχειρήματα -έντυπα και ηλεκτρονικά- διαπνεόμενα από πνεύμα «υπόγειο» και δυνητικά εξεγερσιακό; «Κυοφορούνται» ήδη τα «χταπόδια» του μέλλοντος;

Όπως ανέφερα ήδη, γνωρίζω ότι οι άνθρωποι γύρω μου ζουν και δρουν χωρίς σκέψη, αλλοτριωμένοι, χαμένοι στο κυνήγι του χρήματος.

Πιστεύω, όμως, ότι πάντοτε θα υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα γοητεύονται από την άρνηση της ένταξης στο κυρίαρχο μοντέλο και θα έλκονται από τη μάθηση, τον έρωτα, την ουσιαστική, την πραγματική ζωή...

Από τους πολλούς -περισσότερο ή λιγότερο «επώνυμους»- ανθρώπους που έχετε συναντήσει και με τους οποίους έχετε συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο στη ζωή σας υπάρχουν κάποιοι που σας λείπουν πιο έντονα;

Τους ανθρώπους που συνάντησα, που εκτίμησα, που αγάπησα τους φέρω εντός μου, είναι μέρος του είναι μου.

Μολονότι πολλοί έχουν ήδη αποχωρήσει, κατοικοεδρεύουν μέσα μου κι εγώ είμαι μια σύνθεση εκείνων όλων και του εαυτού μου...

Με τις νεότερες γενιές -στην πολιτικοποιημένη ή και απολιτίκ εκδοχή τους-, πώς τα πάτε; Σας αναγνωρίζουν, σας εκτιμούν, σας διαβάζουν; Tι σας εμπνέει σ’ αυτές -ή σε μεμονωμένα νεότερα άτομα- και τι σας απωθεί;

Γενικά δεν γνωρίζω ποιοι με διαβάζουν, ούτε έχω γνώση για το τι σκέφτονται οι αναγνώστες των βιβλίων μου γι’ αυτά που γράφω κι ούτε κουβεντιάζω γι’ αυτά.

Δεν γράφω για να βάλω τα πράγματα σε κάποια τάξη κι ούτε αυτά που γράφω είναι συνταγές για ένα καλύτερο αύριο. Bασικά τις εμπειρίες μου καταγράφω κι επίσης μερικές σκέψεις ενδόμυχες που πιθανόν να έχουν αποδοχή.

Όσο για τους νέους ανθρώπους που εκφράζουν την αντίθεσή τους στην κατεστημένη λογική του εγώ και του χρήματος, ε, αυτοί με γοητεύουν, τους εκτιμώ απεριόριστα, με διαβάζουν δεν με διαβάζουν...

Το 2010 συμμετείχατε στη συλλογή κειμένων με τον προβοκατόρικο -και κατ’ εμέ αμφιλεγόμενο- τίτλο Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, η οποία είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Διάπυρον.

Συμμερίζεστε αυτή την αφοριστική απόφανση;

Συμμερίζομαι απόλυτα την ουσία της φράσης. Την εποχή εκείνη κάηκαν ζωντανοί κάποιοι άνθρωποι και οι θάνατοι αυτοί θεωρήθηκαν «παράπλευρες απώλειες» από τους ακτιβιστές.

Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, πώς μπορεί κάποιος να συνεχίζει να ζει αγνοώντας την ευθύνη του και μην κάνοντας αυτοκριτική.

Θεωρώ φασιστικές τις πρακτικές αυτές, όταν δηλαδή θέλεις να επιβάλεις, ακόμη και με τη βία, οτιδήποτε, κι εμένα ο φασισμός δεν μου πάει.

Εξακολουθείτε να αυτοπροσδιορίζεστε ως αναρχικός; Κι αν ναι -ακόμα κι αν όχι-, πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε την αναρχία εν έτει 2024; Έχει κάτι να προσφέρει στους/στις καταπιεσμένους/ καταπιεσμένες του σήμερα και του αύριο;

Ζω όλη μου τη ζωή με τα λίγα, χωρίς παράλογες απαιτήσεις και αλλοτριωμένες επιθυμίες, κι έτσι δημιουργώ όσο πιο ελεύθερα μπορώ.

Η ανθρωπότητα έχει πίσω της μια πορεία χιλιετιών για να φτάσει στη σημερινή -εν μέρει- χειραφετημένη κατάσταση.

Σε πολλά μέρη του πλανήτη, όμως, συνεχίζουν τα ίδια παλιά ανοσιουργήματα εις βάρος των ανίσχυρων και των γυναικών, που παρά τη βελτίωση της θέσης τους εξακολουθούν να είναι δεύτερης κατηγορίας πολίτες, έως και ανύπαρκτες, σε πολλές χώρες.

Εάν ο πλανήτης δεν αυτοκαταστραφεί, ίσως οι επόμενες γενιές -στις επόμενες χιλιετίες- να δουν καλύτερες μέρες...

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο και τον Γιάννη Ναούμ (Εκδόσεις Opportuna) για την πολύτιμη συνδρομή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Το βιβλίο του Τέο Ρόμβου, Όκτοπους, Η γη της ελευθερίας κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Opportuna.



Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Claudia Piñeiro: «Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες»

 

Claudia Piñeiro (Φωτογραφία: Alejandra López)

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος μιας 17χρονης βρίσκεται στην «καρδιά» του παθιασμένα αθεϊστικού, πολυφωνικού μυθιστορήματος της πολυμεταφρασμένης Αργεντίνας συγγραφέως Claudia Piñeiro, Καθεδρικοί.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Είστε η τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέας από την Αργεντινή μετά τους Μπόρχες και Κορτάσαρ. Σας δημιουργεί το γεγονός αυτό και ένα αυξημένο αίσθημα ευθύνης έναντι του αναγνωστικού κοινού σας;

Είναι τιμή και χαρά για μένα το γεγονός ότι βρίσκομαι ανάμεσα στους πλέον μεταφρασμένους συγγραφείς της χώρας μου.

Δεν θεωρώ ότι αυτό μού δημιουργεί μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στους αναγνώστες, επειδή με την ίδια αφοσίωση και προσπάθεια θα έγραφα ακόμα και αν δεν ήμουν στη συγκεκριμένη λίστα.

Το ότι είμαι στη λίστα δεν θ’ αλλάξει τα κείμενα που θα γράφω στο μέλλον, ούτε, αν δεν ήμουν, θα ένιωθα λιγότερη υπευθυνότητα απέναντι στους αναγνώστες.

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια σημεία σ’ αυτή την επιλογή των περισσότερο μεταφρασμένων συγγραφέων τα οποία αξίζει να προσέξει κανείς.

Μεταξύ των έξι πρώτων (προσθέτοντας στους παραπάνω τον Ρομπέρτο Αρλτ, τον Ρικάρδο Πίλια και τον Σέσαρ Άιρα) μόνο ο Άιρα κι εγώ είμαστε συγγραφείς εν ζωή. Και είμαι η μοναδική γυναίκα.

Μου φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα προς σκέψη σχετικά.

Αφιερώνετε τους Καθεδρικούς, το τρίτο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, «Σ’ εκείνους που κατασκευάζουν τον δικό τους καθεδρικό, χωρίς θεό».

Ας ξεκινήσουμε με την έννοια του καθεδρικού, λοιπόν. Τι συμπυκνώνει για εσάς; Και σε τι συνίσταται η «οφειλή» σας στον μέγιστο Βορειοαμερικανό διηγηματογράφο, Ρέιμοντ Κάρβερ;

Η έννοια το καθεδρικού που προσπαθώ να μεταδώσω μέσα απ’ το μυθιστόρημα είναι μιας κατασκευής που μας στηρίζει.

Όποιος πιστεύει σε κάποιον θεό στηρίζεται στην πίστη του, την οποία μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε με την εικόνα του καθεδρικού.

Όσοι δεν πιστεύουμε έχουμε άλλους καθεδρικούς που μας στηρίζουν: τις λέξεις, τη λογοτεχνία, την οικογένεια, τους φίλους, τους αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο, τα πάθη.

Το βιβλίο σας είναι παθιασμένα -σχεδόν πολεμικά- αθεϊστικό και αντικληρικαλιστικό. Από πού πηγάζει και πώς έχει μετασχηματιστεί με την πάροδο του χρόνου η δικιά σας αθεΐα;

Έχοντας ζήσει για αιώνες και σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, σε κοινωνίες στις οποίες η πλειονότητα των ανθρώπων έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι, η εύλογη ερώτηση φαίνεται να είναι αυτή: πώς καταλήγει να γίνει άθεος κανείς;

Εγώ, ωστόσο, θα έκανα την ανάποδη ερώτηση:

Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς καταλήγει κανείς να έχει θρησκευτική πίστη, να πιστεύει σε έναν ή περισσότερους θεούς, να δέχεται κανόνες στη ζωή του λες και πρόκειται για τα λόγια κάποιου θεού, κι όχι των ανθρώπων που διατήρησαν και προώθησαν αυτές τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες τις οποίες αφηγούνται οι διάφορες θρησκείες και οι οποίες θεωρώ ότι έχουν μεγάλη αξία.

Ειλικρινά ζηλεύω όσους μπορούν να πιστέψουν ότι είναι αληθινές, με την προϋπόθεση πάντα ότι αυτό δεν τους εμποδίζει να ζήσουν τη ζωή που θα ήθελαν.

Εκείνο για το οποίο κατηγορώ κάποιες θρησκείες είναι ότι σε αναγκάζουν να ζεις με κανόνες τους οποίους δεν μοιάζει να έχει σκεφτεί κανένας θεός, ιδίως εφόσον κάνουν διακρίσεις κατά των γυναικών ή των μειονοτήτων, ανακατεύονται στη σεξουαλικότητα των ανθρώπων και μας γεμίζουν ενοχές.

Πρέπει να είναι πολύ καθησυχαστικό να πιστεύεις ότι κάτι υπάρχει μετά τη ζωή και δεν κατακρίνω όποιον έχει ανάγκη να κρατηθεί απ’ αυτό.

Οφείλω όμως να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, δεν μπορώ να πω ότι πιστεύω κάτι που δεν πιστεύω.

Πώς ήταν η εξέλιξή μου; Μεγάλωσα σε μια πιστή καθολική οικογένεια, πήγα σε σχολή καλογραιών.

Όταν τόλμησα να σκεφτώ από μόνη μου, κατάλαβα ότι δεν πίστευα σ’ αυτούς τους θεούς που μου είχαν επιβάλει. Αυτό έγινε ακριβώς μετά τον θάνατο του πατέρα μου.

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος της 17χρονης, από καλή καθολική οικογένεια, Άννα Σαρδά, βρίσκεται στην «καρδιά» των Καθεδρικών, με επτά αφηγήτριες/αφηγητές να εξιστορούν τη δικιά τους εκδοχή των γεγονότων.

Πώς καταλήξατε στην επινόηση των συγκεκριμένων χαρακτήρων; Και πόσο κομβικές είναι η αποσιώπηση, η σιωπή, τα μυστικά κι η (θρησκευτική) υποκρισία στην ύφανση του αφηγηματικού «ιστού» σας;

Προτού αρχίσω να γράφω, συνήθως σκέφτομαι για αρκετό καιρό ποιος θα είναι ο αφηγητής της ιστορίας μου. Στην περίπτωση των Καθεδρικών μου πήρε ακόμα περισσότερο χρόνο.

Έχοντας αποκλείσει τον πανταχού παρόντα αφηγητή, δεν κατάφερνα ν’ αποφασίσω ποιο έπρεπε να είναι το πρόσωπο που θα έλεγε την ιστορία. Δοκίμαζα διάφορες εναλλακτικές, χωρίς καμία να με πείθει.

Ώσπου συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να μιλήσουν όλοι, όχι μόνο επειδή αυτό έλυνε το ζήτημα του αφηγητή, αλλά και προς χάριν της αφηγηματικής στρατηγικής.

Μιλώντας ο καθένας τους χωριστά, όχι μόνο θα μας έλεγε ό,τι ήξερε για αυτό που συνέβη στην Άννα, αλλά θα μας έδειχνε και τον βαθμό της ευθύνης που αποδεχόταν όσον αφορά το συμβάν.

Κάποιοι απ’ τους χαρακτήρες έχουν μεγάλη ευθύνη, αλλά δεν την αποδέχονται. Κάποιοι άλλοι, παρότι έχουν ασήμαντες μάλλον ευθύνες, νιώθουν ένοχοι.

Το επόμενο θέμα που έπρεπε να λύσω, μόλις πήρα αυτή την απόφαση, ήταν πώς να δώσω ξεχωριστή φωνή στον καθέναν τους.

Πώς συνδέεται, εξάλλου, το -δεδηλωμένο- ενδιαφέρον σας για την εγκληματολογία και την ιατροδικαστική με τη σύνθεση των Καθεδρικών;

Αποτελεί πάντα ένα στήριγμα που δίνει αληθοφάνεια σε όσα γράφω.

Στην προκειμένη περίπτωση, επιπλέον, υπάρχει ένα πρόσωπο που είναι εγκληματολόγος, οπότε έπρεπε να εντρυφήσω στο αντίστοιχο λεξιλόγιο. Μελέτησα πολύ σχετικά με τον τεμαχισμό και την καύση.

Αλλά, επίσης, σχετικά με την εμπροσθόδρομη αμνησία, τη θρησκευτική κλίση, τη ζωή ενός ιεροσπουδαστή, το ψήσιμο της κεραμικής, τους διάφορους ευρωπαϊκούς καθεδρικούς, κ.λπ.

«Ο τρόπος που ονοματίζουμε αποκαλύπτει την καταγωγή μας, [...] πιο πολύ ίσως από οποιαδήποτε προφορά. Από εκεί είμαστε, απ’ τον τόπο όπου ανθίζει ή δίνει καρπό η κάθε λέξη», σύμφωνα με την Λία. Ποια είναι η δική σας «καταγωγή»;

Είμαι Αργεντίνα, έτσι νιώθω, αλλά είμαι επίσης και Λατινοαμερικάνα. Γεννήθηκα σε μια μικρή κοινότητα, το Μπουρσάκο, 25 χιλιόμετρα απ’ το Μπουένος Άιρες.

Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματά μου διαδραματίζονται εκεί ή σε πολύ κοντινές περιοχές (Τουρδέρα, Τεμπέρλει, Ανδρογέ, όπου επίσης διαδραματίζονται μερικά απ’ τα διηγήματα του Μπόρχες).

Οφείλω όμως να τονίσω ότι οι ρίζες μου βρίσκονται στη Γαλικία, στην Ισπανία. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου, το ίδιο και οι τέσσερις παππούδες μου. Δεν έχω καμία αμφιβολία για τις γαλιθιάνικες ρίζες μου.

«Για ποιο λόγο αποφασίζει κάποιος να γίνει γονιός;» διερωτάται ο Ματέο. Και συνεχίζει:

«Υπάρχουν τόποι όπου είναι δύσκολο να επιβιώσεις: [...] ένα ερημονήσι, η κορυφή ενός βουνού, [...], μια εμπόλεμη ζώνη, η ζούγκλα. Η οικογένειά μου. [...] Η οικογένεια είναι ένα σύστημα». Τι σημαίνουν οικογένεια και γονεϊκότητα για εσάς;

Στην προσωπική μου ζωή σημαίνουν πολλά. Είναι αξιοσημείωτο πόσο συχνά ρωτούν εμάς τις γυναίκες για αυτό το θέμα, ενώ τους άντρες, όχι. Λες και όταν μια γυναίκα μιλάει για αυτό επιδιώκουν να βρουν δεσμούς με την προσωπική της ζωή.

Ευτυχώς, είναι μια προκατάληψη που σιγά σιγά εκλείπει. Έχω σύντροφο και τρία παιδία, ενώ ο άντρας μου έχει τέσσερα. Είμαστε πολυπληθής οικογένεια. Και είναι κι οι θείοι, τα ξαδέρφια κ.λπ.

Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να παντρευτώ, πάντα όμως ήθελα να γίνω μητέρα.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο σε όλες τις γυναίκες, κι εμένα με ενδιαφέρει να δω και άλλες όψεις της μητρότητας, την επιθυμία να μη γίνεις μητέρα, τις μητρότητες που δεν καταλήγουν όπως θα θέλαμε, τις ατελείς μητέρες.

Mε ενδιαφέρει να κάνω να καταρρεύσει ο μύθος ότι όλες οι γυναίκες πρέπει να είμαστε όπως μας είπαν ότι πρέπει να είμαστε, κι επιπλέον να ξέρουμε πώς να το κάνουμε, να είμαστε τέλειες και να μην γκρινιάζουμε.

Αυτές οι συγκρούσεις με ενδιαφέρουν.

«Κάνει καλό να γελάς όταν ο τρόμος καραδοκεί», διαπιστώνει η Μαρσέλα. Σώζει το γέλιο;

Αναμφίβολα. Είναι κάτι που μου έμαθε η μητέρα μου και την ευγνωμονώ. Το γέλιο πάντα σώζει, ιδίως όταν γελάμε με τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Η αλήθεια που μας αρνούνται πονάει μέχρι την τελευταία μας μέρα», εξομολογείται ο πατέρας της Άννα, Αλφρέδο. Απαλύνει τον ψυχοσωματικό πόνο η ανακάλυψη της αλήθειας ή μπορεί και να μας διαλύσει;

Και τα δύο. Κάποιοι είναι προετοιμασμένοι και μακάρι να ήταν πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια.

Ο Αλφρέδο, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι δεν είναι πάντα έτσι και ανησυχεί για τον Ματέο. Λέει ότι μερικές φορές οι άνθρωποι χρειάζεται να μείνουν ένα βήμα πίσω απ’ την αλήθεια, γιατί αν φτάσουν σ’ αυτήν θα καταρρεύσουν.

Επειδή, ωστόσο, ο Αλφρέδο πιστεύει ότι είναι πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια, αλλά συγχρόνως ξέρει και το ρίσκο που αυτό συνεπάγεται, προετοιμάζει τη στιγμή της αποκάλυψής της.

Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος μού άφησε μια γλυκόπικρη, σχεδόν ελπιδοφόρα «επίγευση». Πιστεύετε στα, «αποκαθαρμένα» από τα «βαρίδια» ενός τραυματικού παρελθόντος, νέα ξεκινήματα;

Τα μυθιστορήματά μου είναι συνήθως σκληρά, πάντα όμως υπάρχει ένα πρόσωπο που κρατάει αναμμένο τον δαυλό της ελπίδας. Άλλες φορές με τη φλόγα να καίει πιο δυνατά και άλλες λιγότερο, πάντα όμως υπάρχει η ελπίδα.

Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα, ναι. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες, μερικοί μπορούν να το κάνουν, ενώ άλλοι, όχι.

Για άλλη μια φορά, η Ασπασία Καμπύλη καταπιάστηκε με το μεράκι και τον επαγγελματισμό που την διακρίνουν με τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα της Claudia Piñeiro Καθεδρικοί κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.



Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Ζωή Ξανθοπούλου: «Το θέατρο είναι ίσως η μόνη σχέση που απαιτεί βιωμένο χρόνο»

 


Ένας έφηβος, το πιο όμορφο αγόρι κάπου στην Καταλονία, βρίσκεται νεκρό. Η οικεία παθογένεια μιας κλειστής ομοφοβικής κοινωνίας ξεδιπλώνεται μέσα από ένα «γαϊτανάκι» χαρακτήρων.

Αυτός είναι ο «πυρήνας» του θεατρικού μονολόγου Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος, με πρωταγωνιστή τον Αργύρη Ξάφη. Μια συνομιλία με την σκηνοθέτρια της παράστασης, Ζωή Ξανθοπούλου.

Τι σε ενέπνευσε στο «πυκνό» θεατρικό κείμενο του Ζουζέπ Μαρία Μιρό Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος με το οποίο αναμετρήθηκες τόσο καρποφόρα;

Το απόλαυσα γιατί ήταν ελλειπτικό, «στρωτό» κι όχι βαρύγδουπο. Το διάβασα σαν να διαβάζω ένα σενάριο.

Θα συνάντησες και δυσκολίες στην σκηνική διασκευή του, ωστόσο. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες;

Η σκηνική απόδοση της ελλειπτικότητάς του και παράλληλα το να γίνουν κατανοητά τα «κρυφά» σημεία του: τόσο σκηνοθετικά όσο και ερμηνευτικά, από τον Αργύρη Ξάφη, τον πρωταγωνιστή. Απαιτούνταν διαδοχικές, «απανωτές» αναγνώσεις του.

Με τον τρόπο, εξάλλου, που είναι γραμμένο καταλαβαίνεις στοιχεία για τον κεντρικό χαρακτήρα μέσω των άλλων.

Οπότε, έπρεπε να αποκρυπτογραφήσω πολύ προσεκτικά τι ακριβώς έλεγε κάθε χαρακτήρας για την ζωή του και τι για τους άλλους, ώστε ν’ αποκτήσει κατόπιν ανθρώπινη υπόσταση επί σκηνής.

Πολύ δύσκολη διαδικασία, όταν καταπιάνεσαι μ’ ένα κείμενο το οποίο τα λέει όλα χωρίς να λέει τίποτα.

Ήταν προϋπάρχουσα οδηγία του συγγραφέα η ενσάρκωση όλων των χαρακτήρων από έναν ηθοποιό;

Πράγματι, πρόκειται για οδηγία του συγγραφέα.

Πέρασε απ’ το μυαλό σου να μη «συμμορφωθείς» μ’ αυτήν την οδηγία;

Η αλήθεια είναι ότι, όταν μου δίνονται οδηγίες, η πρώτη μου τάση είναι να μην τις ακολουθώ. (Γέλιο).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, δε θα ήταν και σωστό, καθώς είμαστε σύγχρονοι και με τον συγγραφέα και με το κείμενο.

Από την άλλη, ακόμα κι αν δε δινόταν μια τέτοια οδηγία, θα πρότεινα το συγκεκριμένο έργο ν’ ανέβει ως μονόλογος.

Επειδή το «σύμπαν» του έργου συμπυκνώνεται καλύτερα μέσω ενός ερμηνευτή;

Έτσι νομίζω, αλλά και για να μη «στιγματιστούν» οι χαρακτήρες και να μην αναπτυχθεί μια στερεοτυπική σχέση ανάμεσα στον θεατή και σ’ αυτούς.

Μ’ αυτήν την έννοια, μπορεί κάθε χαρακτήρας να έχει υπάρξει νέος, γέρος, μάνα, θύμα, θύτης κ.λπ.

Ως θεατής, αισθανόμουν ότι τα όρια ανάμεσα στους πολλαπλούς χαρακτήρες «θόλωναν» απολύτως, από ένα σημείο και μετά.

Σχεδόν δεν ήμουν σίγουρος πότε μιλούσε ο ένας χαρακτήρας και πότε τον διέκοπτε ένας άλλος: είχε κατασκευαστεί ένα ερμηνευτικό «συνεχές», ένα «μωσαϊκό», που αν στεκόσουν από απόσταση, θα το αντίκριζες στην ολότητά του.

Όλοι οι χαρακτήρες μαζί συνιστούν ένα σώμα, το «σώμα» της κοινωνίας τους, του χωριού τους.

Ένα τέτοιο χωριό μπορεί να είναι πολλά πράγματα: όχι κατ’ ανάγκη ευφρόσυνα, ούτε όμως και μόνο ζοφερά.

Μερικές φορές έχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε μέρη όπου έχουμε περάσει δύσκολα ή σχέσεις με ανθρώπους οι οποίες μπορεί να υπήρξαν δύσκολες.

Προκύπτει αυτή η εξιδανίκευση από την ανάγκη να εξιστορήσουμε κάτι καλό για την ζωή μας; Δεν ξέρω.




Η κοινωνία όπου εκτυλίσσεται το έργο είναι μεν μια κοινωνία όπου λίγο-πολύ ζούμε, αλλά όπου δε θα πολυθέλαμε να ζούμε.

Σίγουρα. Δε νομίζω πως θα ήταν επιλογή μας να ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία.

Από την άλλη, έχουμε την επιλογή να δημιουργήσουμε τις συνθήκες της ζωής και της κοινωνίας που θέλουμε, από την θέση στην οποία ο καθένας κι η καθεμιά μας βρισκόμαστε.

Σε κάθε συνθήκη που σου επιτρέπει ν’ αναπνεύσεις, ή αν έχεις την τύχη να βιώνεις μια σχετική ελευθερία στην ζωή σου, μπορείς να κάνεις μικρές διαφορές στην καθημερινότητά σου, έτσι ώστε να μην είσαι δέσμιος των κοινωνικών συμβάσεων.

Σιχαίνομαι να μου υποβάλλει το κοινωνικό οικοδόμημα τον τρόπο ζωής ή θανάτου μου, το πώς θα ξυπνήσω και θα κοιμηθώ, θα χαρώ ή θα στενοχωρηθώ.

Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιος να μη ζει όπως θα ήθελε να ζει.

Η προκλητικότητα κι η επαναστατική φύση της έννοιας της ομορφιάς είναι «πυρηνικό» στοιχείο του έργου. Πώς αντιλαμβάνεσαι την ομορφιά, σε κοινωνικό κυρίως επίπεδο;

Για μένα ομορφιά είναι η καλοσύνη, η γενναιοδωρία κι η ευγένεια. Όμορφος και γοητευτικός είναι ο ευγενικός και πολιτισμένος άνθρωπος.

Τέτοιες ποιότητες δεν μπορεί να μην είναι και αισθητικά όμορφες. Όμορφο είναι αυτό που σε γοητεύει, και είναι άφυλο και χωρίς ηλικία.

Σπανίζουν τέτοιοι άνθρωποι στους καιρούς που ζούμε, νομίζω. Ή και σε κάθε εποχή.

Γι’ αυτό ένας όμορφος άνθρωπος λάμπει, τελικά.

Με γοητεύουν οι άνθρωποι οι οποίοι προσπαθούν να είναι δίκαιοι και δοτικοί, ακόμα κι αν -θεωρητικά- αυτό είναι ενάντια στο συμφέρον τους, οι άνθρωποι που δηλώνουν ότι φοβούνται και αναγνωρίζουν την ήττα τους.

Ο έφηβος, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου, θεωρείς ότι είναι θύμα;

Στο έργο, όλοι οι χαρακτήρες, πλην του νεαρού, είναι και θύτες και θύματα.

Εκείνος, όμως, ίσως να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι κάτι πάνω από αυτά. Απλώς υπάρχει. Είναι η ομορφιά: κι η πραγματική ομορφιά δε δημιουργεί ούτε θύτες ούτε θύματα.

Ως χαρακτήρας έχει μια θεϊκή διάσταση -όχι με την χριστιανική έννοια-, αλλά με την συμπαντική, την υπερβατική.

Γνωρίζω πως οι θεατρικές πρόβες είναι εν γένει πολύ απαιτητικές. Ισχύει αυτό και για την συγκεκριμένη παράσταση;

Οι θεατρικές πρόβες είναι -και οφείλουν να είναι- απαιτητικές, γιατί η ουσία του θεάτρου συνίσταται ακριβώς στο ότι «σκάβεις» στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και ήμασταν απαιτητικές/απαιτητικοί, ήμασταν ταυτόχρονα και τόσο εστιασμένοι/εστιασμένες στον τρόπο με τον οποίο, μέσω του κειμένου, θα επικοινωνείτο η παράσταση, που όλα κύλησαν ομαλά.

Το «πέρασμα» από τον ένα χαρακτήρα στον άλλο χωρίς απώλεια ενέργειας μέσα σ’ ένα ελλειπτικό σκηνικό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα και σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.




Την ημέρα που παρακολούθησα την παράσταση συνέβη να την παρακολουθεί κι ο συγγραφέας του έργου.

Αν και δε γνωρίζει ελληνικά, σίγουρα έχει εμπειρία παρουσίασης της δουλειάς του σε διαφορετικά γλωσσικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Τι εντυπώσεις αποκόμισε από το ανέβασμά σου;

Mας είπε πως ενθουσιάστηκε. Την αγάπησε πάρα πολύ αυτήν την παράσταση.

Πού οφείλεται αυτό, κατά την γνώμη σου; Στην ενέργεια την οποία εκλύει η (εκάστοτε) παράσταση, στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί, στην σωματικότητα της ερμηνείας του Αργύρη Ξάφη, εν προκειμένω;

Ίσως στο ότι μπορεί κάποιος συγγραφέας να είδε ν’ αναδύεται ένας κόσμος τον οποίο δεν είχε φανταστεί ποτέ. Σ’ εμένα θα λειτουργούσε έτσι. Δεν μπορώ να γενικεύσω, ωστόσο.

Το θέατρο, εξάλλου, είναι ταυτόχρονα αισθητική εμπειρία πέρα από την κατανόηση. Η παράσταση είναι ένα «σώμα».

Έχοντας περάσει -και περνώντας- και από το σινεμά και την φωτογραφία μέσα από διάφορα πόστα, πώς τα συνταιριάζεις με την θεατρική εμπειρία και πρακτική;

Έχω σπουδάσει φωτογραφία, αλλά δε μ’ ενδιέφερε επαγγελματικά. Το σινεμά μ’ ενδιαφέρει πολύ περισσότερο.

Με ό,τι έχω καταπιαστεί στην ζωή μου -από το σχέδιο και την μουσική, μέχρι την φωτογραφία και το θέατρο- μου έχει προσφέρει νέα ερεθίσματα.

Σίγουρα, ό,τι σχετίζεται με την εικόνα ανοίγει άλλους δρόμους, και χρησιμοποιείται στην κατοπινή δουλειά μου στο θέατρο.

Το θέατρο, επειδή συνίσταται σε μια «μετωπική» σχέση με τον άλλο, δεν μπορεί να εκφυλιστεί. Είναι ίσως η μόνη σχέση στην ζωή μας που απαιτεί βιωμένο χρόνο. Είναι μια συμπύκνωση αυτού που είσαι.

Γι’ αυτό κι ένας ηθοποιός γίνεται καλύτερος μεγαλώνοντας.

Ωριμάζοντας ως άνθρωπος ωριμάζει και ερμηνευτικά.

Στην σκηνή διαγράφεται όλη η πορεία του.

Βλέπεις να υπάρχει μια ελπιδοφόρα «μαγιά» νέων ηθοποιών ή/και σκηνοθετ(ρι)ών στο εγχώριο θεατρικό πεδίο, ή κυρίως ανακυκλώνονται «έτοιμα» μοτίβα;

Ότι ανακυκλώνονται, ανακυκλώνονται. Μπορεί βέβαια, ως δημιουργός, να χρειάζεται ν’ ανακυκλώσεις κάτι, ώστε να προχωρήσεις.

Από την άλλη, ζούμε σε μια συγκυρία κατά την οποία μπορούμε ν’ αναθεωρήσουμε τον τρόπο που γίνεται το θέατρο.

Ελπίζω, λοιπόν, πως θα προκύψουν νέοι διάλογοι, καινούρια εκφραστικά μέσα, νέες δραματουργίες. Αυτές, βασικά, που χρειαζόμαστε. Πιο προσωπικές, δηλαδή.

Δεν μπορούμε, επομένως, ν’ αποκλείσουμε την ελπίδα από την ανθρώπινη ύπαρξη!

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Η παράσταση Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθόπουλου και ερμηνεία Αργύρη Ξάφη, ολοκληρώνει τον πρώτο κύκλο της την Τρίτη 4 Ιουνίου.

Η παράσταση φιλοξενείται στο θησείον, Ένα θέατρο για τις τέχνες (Τoυρναβίτου 7, Θησείο, 21:00).

Ο δεύτερος κύκλος παραστάσεων ξεκινά την Τρίτη 1 Οκτωβρίου.



Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Πηνελόπη Φλουρή: «Η διαδικασία της παράστασης είναι μια εσωτερική σύγκρουση»

 

Πηνελόπη Φλουρή (Φωτογραφία: Μαριλένα Γρίσπου)

Αποτίνοντας φόρο τιμής στον μέγιστο πεζογράφο του 20ού αιώνα, τον Φραντς Κάφκα, η Πηνελόπη Φλουρή μεταφέρει επί σκηνής το εμβληματικό του έργο Γράμμα στον Πατέρα μ’ έναν εικαστικά συναρπαστικό τρόπο.

Μια συζήτηση με την σκηνοθέτρια με αφορμή την παράσταση, η οποία παρουσιάζεται μέχρι και την Δευτέρα 10 Ιουνίου.

Δεδομένου ότι ο Κάφκα δεν υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, η σκηνική απόδοση οποιουδήποτε έργου του αποτελεί, δυνητικά, έναν δημιουργικό «άθλο».

Ποιες ήταν, επομένως, οι κύριες προκλήσεις που, ως ομάδα, αντιμετωπίσατε κατά την αναμέτρησή σας με το καφκικό σύμπαν;

Η πρόκληση για το Γράμμα στον Πατέρα του Φραντς Κάφκα ήταν ακριβώς ίδια με εκείνη που κουβαλώ σε κάθε δουλειά.

Θέλω να  παραμείνω  συνεπής στην διαδικασία και στις επιλογές μου. Να μπορέσω να εμβαθύνω, να «σκάψω» και να πλησιάσω την αλήθεια που με αφορά.

Να συνδεθώ με τις λέξεις και τα νοήματα. Να βρω έναν τρόπο ώστε ο  δικός μου κόσμος να συναντηθεί με τον κόσμο του συγγραφέα, του Φραντς Κάφκα. Και να επιμείνω. Η διαδικασία της παράστασης είναι μια ασταμάτητη εσωτερική σύγκρουση.

Αυτό που με απασχόλησε και για το οποίο έχασα -ως συνήθως- τον ύπνο μου ήταν να βρω τρόπους να πλησιάσω λιγάκι το καφκικό σύμπαν.  

Να μπορέσω να το «φωτίσω» και να καταφέρω να επικοινωνήσω τις σκέψεις μου, τις ιδέες μου σε όλους τους συνεργάτες, δίνοντας παράλληλα στον καθένα την ελευθερία να φέρει κάτι δικό του μέσα στην παράσταση.

«Δημιουργικός άθλος» είναι το να παραμείνει κάποιος δημιουργικός στις μέρες μας. Με οτιδήποτε κι αν καταπιάνεται.

Επιπλέον, βάσει ποιων κριτηρίων -αισθητικών, αφηγηματικών, ψυχαναλυτικών- επιλέχθηκε το συγκεκριμένο κείμενο αλλά και τα συγκεκριμένα αποσπάσματα του κειμένου;

Με αγγίζουν οι ιστορίες, κι αυτές θέλω να μοιραστώ. Με συγκινεί  η  ιστορία του Κάφκα, ο οποίος αναγνωρίζεται σήμερα ως ο σημαντικότερος πεζογράφος του 20ού αιώνα, αλλά που ο ίδιος εν ζωή αισθάνεται ένα μηδενικό, γεμάτος ντροπή και φόβο.  

Γράφει το Γράμμα στον Πατέρα για να μιλήσει για τα αδιέξοδά του, τον φόβο και την ενοχή κι εμείς σήμερα κρατάμε αυτό το κείμενο-ντοκουμέντο και το αναλύουμε. Μ’ ενδιαφέρει η εσωτερική σύγκρουση που τον καθορίζει από παιδί.

Για το κείμενο της παράστασης μελετήσαμε με την Στέλλα Ράπτη αρκετό υλικό. Σταθήκαμε περισσότερο στα ημερολόγια του Κάφκα γιατί φωτίζουν πολλά για την προσωπικότητα του συγγραφέα.

Φτιάξαμε μία συνειρμική δομή από το Γράμμα... στα ημερολόγια κι αντίστροφα. Το  υλικό που είχαμε να διαχειριστούμε ήταν άπειρο. 

Θελήσαμε να δημιουργήσουμε ένα κείμενο που να «συμπυκνώνει» τον ψυχισμό και το μυαλό του Φραντς Κάφκα.

Η επιλογή των αποσπασμάτων έχει να κάνει με μια πρώτη  αίσθηση γι’ αυτό που διαβάζω και κατανοώ σε σχέση με αυτό το οποίο με απασχολεί και θέλω να μοιραστώ. Επιμένω σε υλικό που με ταρακουνά από την πρώτη ανάγνωση.

«Η επιστολή αυτή μας αποκαλύπτει με ποιον τρόπο η ενοχή και ο φόβος του Φ. Κάφκα μπροστά στην πατρική φιγούρα γίνονται τα συγγραφικά του όπλα», διαβάζω στο Δελτίο Τύπου.

Γιατί, κατά την γνώμη σου, μπορεί η ενοχή κι ο φόβος απέναντι σε κάποιον/κάτι να εξελιχθούν σε «όπλα» ενός/μιας δημιουργού;

Πολλές φορές ο φόβος μπορεί να παραλύσει κάποιον, να τον «παγώσει» κι άλλες φορές  να τον ταρακουνήσει για να κινηθεί σε μία κατεύθυνση όπου θα λυτρωθεί και θα δικαιωθεί. 

Ο Φραντς Κάφκα είναι ιδιοφυής γιατί καταφέρνει να μεταφέρει τον φόβο του δημιουργικά στο έργο του.

Η ντροπή του τον παρακινεί να γράψει την Μεταμόρφωση. Οι ενοχές που αισθάνεται τον «βοηθούν» να γράψει την Δίκη.

Είναι πολύ σπάνιο να μιλάμε για ένα τόσο καθαρό συγγραφικό σύμπαν όπως αυτό του Κάφκα. «Καφκικό» σύμπαν συνηθίζουμε να λέμε, και το αναγνωρίζουμε πολύ εύκολα.

Ο ίδιος καταφεύγει στην γραφή  εξ ανάγκης. Γράφει για να εκφράσει αυτά που δεν μπορεί να εκφέρει μέσω του λόγου: «Η  απουσία ήρεμης επικοινωνίας είχε και μία ακόμα συνέπεια. Ξέμαθα να μιλώ».

Είναι τρομερά ευαίσθητος και τρομερά ευφυής. Ο Φραντς Κάφκα καταφέρνει να φέρει όλες τις ελλείψεις του στο συγγραφικό του σύμπαν. Φωτίζει τα σκοτάδια του μέσω της γραφής.




Στην παράσταση συμπρωταγωνιστούν οι Φοίβος Παπακώστας στον ρόλο του νεαρού Κάφκα και Δημήτρης Καταλειφός στον ρόλο του πατέρα-«δικαστή». Πώς «ενορχηστρώθηκε» αυτή η συνάντηση διαφορετικών θεατρικών «γενεών»;

Ο Δημήτρης Καταλειφός -μέσω βίντεο- φέρει την εικόνα του πατέρα-δικαστή-παιδαγωγού. Είναι εκείνος που καθορίζει, με το βλέμμα του και την έκφρασή του , αυτό που εισπράττει ο δέκτης,  ο επί σκηνής Φραντς, ο Φοίβος Παπακώστας. 

Υπάρχει μία ανοιχτή συνομιλία μεταξύ των δύο, η οποία  δεν κινείται σε ένα ρεαλιστικό άξονα, αλλά σ’ ένα ποιητικό επίπεδο. 

Κυριαρχεί η υφή ενός ονείρου- εφιάλτη, η οποία ενισχύει το αίσθημα του φόβου και της ενοχής, και συνάμα αποκαλύπτεται ένα καθαρό  αίτημα που υπάρχει από την πλευρά του «παιδιού».

Αίτημα -που δεν ειπώνεται- για αποδοχή κι ενθάρρυνση. Για αγάπη. 

Ο Δημήτρης Καταλειφός ήταν για μένα ο «κατάλληλος πατέρας». Νιώθουμε-νιώθω κάτι «συγγενικό». 

Μέσα από  μία απλή έκφραση ή χειρονομία, με το δυνατό του βλέμμα -μεγεθυμένα μέσω βιντεοπροβολών- μάς αποκαλύπτεται ο «τεράστιος, γεμάτος όρεξη και  ζωή, δυνατός»  πατέρας.

Από την άλλη, ο  Φοίβος Παπακώστας, ένας νέος, χαρισματικός ηθοποιός, στέκεται δίπλα σε αυτήν την  μεγάλη εικόνα του πατέρα, σωματοποιώντας όλη την σύγκρουση και την αγωνία που κουβαλά ο χαρακτήρας του Φραντς.

Υφολογικά, το Γράμμα στον Πατέρα ενσωματώνει στοιχεία θεατρικής και κινηματογραφικής αφήγησης. Υπαγορεύθηκε η επιλογή αυτή από την ματιά σου/σας στο εν λόγω κείμενο;

Θελήσαμε να φτιάξουμε ένα ποιητικό σύμπαν όπου βρισκόμαστε Στο μυαλό του  Φ. Κάφκα και μέσα από αυτήν την λογική προέκυψαν οι σκηνοθετικές επιλογές.

Τα βίντεο που χρησιμοποιούνται συνθέτουν ένα κινηματογραφικό περιβάλλον το οποίο λειτουργεί ως ένα  δεύτερο επίπεδο αφήγησης ενισχύοντας την λογική: Ο «μικρός» γιος δίπλα στον «μεγάλο» πατέρα. 

Η μουσική, τα βίντεο, οι ηχογραφημένες φράσεις - όλα εξυπηρετούν ώστε να δημιουργηθεί ένας σκηνογραφικός «λαβύρινθος» και ν’ αποκαλυφθεί ο εσωτερικός λαβύρινθος του Φραντς Κάφκα, το ψυχικό του αδιέξοδο.




Υπεύθυνος για την μουσική είναι ο The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης). Την συνέθεσε εμπνεόμενος από την δική σας οπτική στο καφκικό έργο ή αφουγκραζόμενος και το δικό του βίωμα ως αναγνώστης του;

Κάθε καλλιτέχνης φέρει μέσα σε μία δουλειά τον δικό του κόσμο, το δικό του σύμπαν, τα δικά του βιώματα, πέρα από την οποιαδήποτε οδηγία και οπτική.

Όταν απευθύνθηκα στον Αλέξανδρο, ήδη γνώριζα πως ο ήχος του θα λειτουργήσει στην αισθητική προσέγγιση της παράστασης που είχα στο μυαλό μου.

Δε χρειάστηκαν πολλές  διορθώσεις-οδηγίες. Ο ήχος του φέρει κάτι βαθιά ποιητικό, τρυφερό και συνάμα σκληρό, πολύ κοντά στο καφκικό σύμπαν.

100 χρόνια μετά τον θάνατό του ο Κάφκα εξακολουθεί ν’ αναστατώνει, να ενοχλεί, να «ξεβολεύει», ανοίγοντας δρόμους τόσο σε αναγνώστ(ρι)ες όσο και σε δημιουργούς. Γιατί λείπουν καλλιτέχνες τέτοιας εμβέλειας στις μέρες μας;

Σκέφτομαι συχνά  πως η αναγνώριση πολλών μεγάλων καλλιτεχνών έρχεται μετά θάνατον. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, για παράδειγμα, πούλησε εν ζωή έναν μονάχα πίνακα. Σήμερα θεωρείται ένας από τους  πιο σημαντικούς ζωγράφους.

Θέλω να πιστεύω πως δε λείπουν. Ίσως χάνονται στην απέραντη πληροφορία που μας κατακλύζει. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι, 100 χρόνια μετά, θα μιλούν για καλλιτέχνες του  σήμερα, τους οποίους εμείς δεν ανα-γνωρίζουμε. 

Η παράσταση παρουσιάζεται στη νέα έδρα της ομάδας, το H.UG Art Space, που στο παρελθόν λειτουργούσε ως ξυλουργείο. Είναι εξαιρετικά παρήγορο ότι δε μετατράπηκε και αυτός ο «αναξιοποίητος» χώρος σε ένα ακόμα trendy bar/club.

Πόσος κόπος απαιτήθηκε ώστε ν’ αποκτήσει την παρούσα μορφή του;

Πέρασα αρκετά μεγάλο  διάστημα μέσα σε αυτόν τον χώρο, στα  χαλάσματα. Πήγαινα συχνά μόνη και τον αφουγκραζόμουν, σε καιρό πανδημίας.

Ήθελα να δω τις ανάγκες του, να κρατήσω την υφή του και την πρώτη αίσθηση που είχα μπαίνοντας σ’ αυτό το ξυλουργείο. Με απασχολούσε να παραμείνουν στοιχεία από την «παλιά του ζωή».

Γι’ αυτό παραμένει  το μεταλλικό ξυλουργικό μηχάνημα. Είδα τον χώρο να μεταμορφώνεται από ξυλουργείο σε γιαπί κι εγώ να ψάχνω λύσεις. Υπήρξαν στιγμές που θέλησα να εγκαταλείψω. Χρειάστηκε μεγάλη ψυχική και σωματική ενέργεια.

Τώρα ανακαλώ την διαδρομή, και χαίρομαι που δεν παραιτήθηκα.

Πόσο «δονκιχωτικό», ωστόσο, παραμένει -εν έτει 2024- να επιδιώκεις να «στεγάζεις» τα συλλογικά θεατρικά σου όνειρα στον χώρο «σου», και σε ποιον βαθμό δικαιώνεται η επιλογή αυτή και από την προσέλευση των θεατ(ρι)ών;

Σήμερα, μετά από όλη αυτήν την  αγωνιώδη προσπάθεια να φτιαχτεί το H.UG,  αισθάνομαι  πως έφτιαξα το δικό μου καταφύγιο και κάπου γαληνεύω.

Έχω έναν τόπο όπου μπορώ να δημιουργήσω. Ν’ ανοίξω την πόρτα και να ξεκινήσω  πρόβες. Να χαθώ στο σύμπαν μου. Να συναντηθώ με άλλους. Να ονειρευτώ ένα έργο και να το υλοποιήσω. Αισθάνομαι τυχερή. Στα δύσκολα και στα εύκολα.

Είναι μια μικρή δικαίωση για όλα όσα έχασα σε προσωπικό επίπεδο τα προηγούμενα χρόνια. Ο δρόμος, βέβαια, είναι μακρύς.

Αλλά, σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να είναι και μακρύς...

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Η παράσταση Γράμμα στον Πατέρα σε σκηνοθεσία-διασκευή κειμένου της Πηνελόπης Φλουρή παρουσιάζεται στο H.UG (Human Underground), Μελιταίων 14, Άνω Πετράλωνα, μέχρι και την Δευτέρα 10 Ιουνίου, 21:15.