Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Claudia Piñeiro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Claudia Piñeiro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Claudia Piñeiro: «Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες»

 

Claudia Piñeiro (Φωτογραφία: Alejandra López)

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος μιας 17χρονης βρίσκεται στην «καρδιά» του παθιασμένα αθεϊστικού, πολυφωνικού μυθιστορήματος της πολυμεταφρασμένης Αργεντίνας συγγραφέως Claudia Piñeiro, Καθεδρικοί.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Είστε η τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέας από την Αργεντινή μετά τους Μπόρχες και Κορτάσαρ. Σας δημιουργεί το γεγονός αυτό και ένα αυξημένο αίσθημα ευθύνης έναντι του αναγνωστικού κοινού σας;

Είναι τιμή και χαρά για μένα το γεγονός ότι βρίσκομαι ανάμεσα στους πλέον μεταφρασμένους συγγραφείς της χώρας μου.

Δεν θεωρώ ότι αυτό μού δημιουργεί μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στους αναγνώστες, επειδή με την ίδια αφοσίωση και προσπάθεια θα έγραφα ακόμα και αν δεν ήμουν στη συγκεκριμένη λίστα.

Το ότι είμαι στη λίστα δεν θ’ αλλάξει τα κείμενα που θα γράφω στο μέλλον, ούτε, αν δεν ήμουν, θα ένιωθα λιγότερη υπευθυνότητα απέναντι στους αναγνώστες.

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια σημεία σ’ αυτή την επιλογή των περισσότερο μεταφρασμένων συγγραφέων τα οποία αξίζει να προσέξει κανείς.

Μεταξύ των έξι πρώτων (προσθέτοντας στους παραπάνω τον Ρομπέρτο Αρλτ, τον Ρικάρδο Πίλια και τον Σέσαρ Άιρα) μόνο ο Άιρα κι εγώ είμαστε συγγραφείς εν ζωή. Και είμαι η μοναδική γυναίκα.

Μου φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα προς σκέψη σχετικά.

Αφιερώνετε τους Καθεδρικούς, το τρίτο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, «Σ’ εκείνους που κατασκευάζουν τον δικό τους καθεδρικό, χωρίς θεό».

Ας ξεκινήσουμε με την έννοια του καθεδρικού, λοιπόν. Τι συμπυκνώνει για εσάς; Και σε τι συνίσταται η «οφειλή» σας στον μέγιστο Βορειοαμερικανό διηγηματογράφο, Ρέιμοντ Κάρβερ;

Η έννοια το καθεδρικού που προσπαθώ να μεταδώσω μέσα απ’ το μυθιστόρημα είναι μιας κατασκευής που μας στηρίζει.

Όποιος πιστεύει σε κάποιον θεό στηρίζεται στην πίστη του, την οποία μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε με την εικόνα του καθεδρικού.

Όσοι δεν πιστεύουμε έχουμε άλλους καθεδρικούς που μας στηρίζουν: τις λέξεις, τη λογοτεχνία, την οικογένεια, τους φίλους, τους αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο, τα πάθη.

Το βιβλίο σας είναι παθιασμένα -σχεδόν πολεμικά- αθεϊστικό και αντικληρικαλιστικό. Από πού πηγάζει και πώς έχει μετασχηματιστεί με την πάροδο του χρόνου η δικιά σας αθεΐα;

Έχοντας ζήσει για αιώνες και σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, σε κοινωνίες στις οποίες η πλειονότητα των ανθρώπων έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι, η εύλογη ερώτηση φαίνεται να είναι αυτή: πώς καταλήγει να γίνει άθεος κανείς;

Εγώ, ωστόσο, θα έκανα την ανάποδη ερώτηση:

Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς καταλήγει κανείς να έχει θρησκευτική πίστη, να πιστεύει σε έναν ή περισσότερους θεούς, να δέχεται κανόνες στη ζωή του λες και πρόκειται για τα λόγια κάποιου θεού, κι όχι των ανθρώπων που διατήρησαν και προώθησαν αυτές τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες τις οποίες αφηγούνται οι διάφορες θρησκείες και οι οποίες θεωρώ ότι έχουν μεγάλη αξία.

Ειλικρινά ζηλεύω όσους μπορούν να πιστέψουν ότι είναι αληθινές, με την προϋπόθεση πάντα ότι αυτό δεν τους εμποδίζει να ζήσουν τη ζωή που θα ήθελαν.

Εκείνο για το οποίο κατηγορώ κάποιες θρησκείες είναι ότι σε αναγκάζουν να ζεις με κανόνες τους οποίους δεν μοιάζει να έχει σκεφτεί κανένας θεός, ιδίως εφόσον κάνουν διακρίσεις κατά των γυναικών ή των μειονοτήτων, ανακατεύονται στη σεξουαλικότητα των ανθρώπων και μας γεμίζουν ενοχές.

Πρέπει να είναι πολύ καθησυχαστικό να πιστεύεις ότι κάτι υπάρχει μετά τη ζωή και δεν κατακρίνω όποιον έχει ανάγκη να κρατηθεί απ’ αυτό.

Οφείλω όμως να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, δεν μπορώ να πω ότι πιστεύω κάτι που δεν πιστεύω.

Πώς ήταν η εξέλιξή μου; Μεγάλωσα σε μια πιστή καθολική οικογένεια, πήγα σε σχολή καλογραιών.

Όταν τόλμησα να σκεφτώ από μόνη μου, κατάλαβα ότι δεν πίστευα σ’ αυτούς τους θεούς που μου είχαν επιβάλει. Αυτό έγινε ακριβώς μετά τον θάνατο του πατέρα μου.

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος της 17χρονης, από καλή καθολική οικογένεια, Άννα Σαρδά, βρίσκεται στην «καρδιά» των Καθεδρικών, με επτά αφηγήτριες/αφηγητές να εξιστορούν τη δικιά τους εκδοχή των γεγονότων.

Πώς καταλήξατε στην επινόηση των συγκεκριμένων χαρακτήρων; Και πόσο κομβικές είναι η αποσιώπηση, η σιωπή, τα μυστικά κι η (θρησκευτική) υποκρισία στην ύφανση του αφηγηματικού «ιστού» σας;

Προτού αρχίσω να γράφω, συνήθως σκέφτομαι για αρκετό καιρό ποιος θα είναι ο αφηγητής της ιστορίας μου. Στην περίπτωση των Καθεδρικών μου πήρε ακόμα περισσότερο χρόνο.

Έχοντας αποκλείσει τον πανταχού παρόντα αφηγητή, δεν κατάφερνα ν’ αποφασίσω ποιο έπρεπε να είναι το πρόσωπο που θα έλεγε την ιστορία. Δοκίμαζα διάφορες εναλλακτικές, χωρίς καμία να με πείθει.

Ώσπου συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να μιλήσουν όλοι, όχι μόνο επειδή αυτό έλυνε το ζήτημα του αφηγητή, αλλά και προς χάριν της αφηγηματικής στρατηγικής.

Μιλώντας ο καθένας τους χωριστά, όχι μόνο θα μας έλεγε ό,τι ήξερε για αυτό που συνέβη στην Άννα, αλλά θα μας έδειχνε και τον βαθμό της ευθύνης που αποδεχόταν όσον αφορά το συμβάν.

Κάποιοι απ’ τους χαρακτήρες έχουν μεγάλη ευθύνη, αλλά δεν την αποδέχονται. Κάποιοι άλλοι, παρότι έχουν ασήμαντες μάλλον ευθύνες, νιώθουν ένοχοι.

Το επόμενο θέμα που έπρεπε να λύσω, μόλις πήρα αυτή την απόφαση, ήταν πώς να δώσω ξεχωριστή φωνή στον καθέναν τους.

Πώς συνδέεται, εξάλλου, το -δεδηλωμένο- ενδιαφέρον σας για την εγκληματολογία και την ιατροδικαστική με τη σύνθεση των Καθεδρικών;

Αποτελεί πάντα ένα στήριγμα που δίνει αληθοφάνεια σε όσα γράφω.

Στην προκειμένη περίπτωση, επιπλέον, υπάρχει ένα πρόσωπο που είναι εγκληματολόγος, οπότε έπρεπε να εντρυφήσω στο αντίστοιχο λεξιλόγιο. Μελέτησα πολύ σχετικά με τον τεμαχισμό και την καύση.

Αλλά, επίσης, σχετικά με την εμπροσθόδρομη αμνησία, τη θρησκευτική κλίση, τη ζωή ενός ιεροσπουδαστή, το ψήσιμο της κεραμικής, τους διάφορους ευρωπαϊκούς καθεδρικούς, κ.λπ.

«Ο τρόπος που ονοματίζουμε αποκαλύπτει την καταγωγή μας, [...] πιο πολύ ίσως από οποιαδήποτε προφορά. Από εκεί είμαστε, απ’ τον τόπο όπου ανθίζει ή δίνει καρπό η κάθε λέξη», σύμφωνα με την Λία. Ποια είναι η δική σας «καταγωγή»;

Είμαι Αργεντίνα, έτσι νιώθω, αλλά είμαι επίσης και Λατινοαμερικάνα. Γεννήθηκα σε μια μικρή κοινότητα, το Μπουρσάκο, 25 χιλιόμετρα απ’ το Μπουένος Άιρες.

Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματά μου διαδραματίζονται εκεί ή σε πολύ κοντινές περιοχές (Τουρδέρα, Τεμπέρλει, Ανδρογέ, όπου επίσης διαδραματίζονται μερικά απ’ τα διηγήματα του Μπόρχες).

Οφείλω όμως να τονίσω ότι οι ρίζες μου βρίσκονται στη Γαλικία, στην Ισπανία. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου, το ίδιο και οι τέσσερις παππούδες μου. Δεν έχω καμία αμφιβολία για τις γαλιθιάνικες ρίζες μου.

«Για ποιο λόγο αποφασίζει κάποιος να γίνει γονιός;» διερωτάται ο Ματέο. Και συνεχίζει:

«Υπάρχουν τόποι όπου είναι δύσκολο να επιβιώσεις: [...] ένα ερημονήσι, η κορυφή ενός βουνού, [...], μια εμπόλεμη ζώνη, η ζούγκλα. Η οικογένειά μου. [...] Η οικογένεια είναι ένα σύστημα». Τι σημαίνουν οικογένεια και γονεϊκότητα για εσάς;

Στην προσωπική μου ζωή σημαίνουν πολλά. Είναι αξιοσημείωτο πόσο συχνά ρωτούν εμάς τις γυναίκες για αυτό το θέμα, ενώ τους άντρες, όχι. Λες και όταν μια γυναίκα μιλάει για αυτό επιδιώκουν να βρουν δεσμούς με την προσωπική της ζωή.

Ευτυχώς, είναι μια προκατάληψη που σιγά σιγά εκλείπει. Έχω σύντροφο και τρία παιδία, ενώ ο άντρας μου έχει τέσσερα. Είμαστε πολυπληθής οικογένεια. Και είναι κι οι θείοι, τα ξαδέρφια κ.λπ.

Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να παντρευτώ, πάντα όμως ήθελα να γίνω μητέρα.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο σε όλες τις γυναίκες, κι εμένα με ενδιαφέρει να δω και άλλες όψεις της μητρότητας, την επιθυμία να μη γίνεις μητέρα, τις μητρότητες που δεν καταλήγουν όπως θα θέλαμε, τις ατελείς μητέρες.

Mε ενδιαφέρει να κάνω να καταρρεύσει ο μύθος ότι όλες οι γυναίκες πρέπει να είμαστε όπως μας είπαν ότι πρέπει να είμαστε, κι επιπλέον να ξέρουμε πώς να το κάνουμε, να είμαστε τέλειες και να μην γκρινιάζουμε.

Αυτές οι συγκρούσεις με ενδιαφέρουν.

«Κάνει καλό να γελάς όταν ο τρόμος καραδοκεί», διαπιστώνει η Μαρσέλα. Σώζει το γέλιο;

Αναμφίβολα. Είναι κάτι που μου έμαθε η μητέρα μου και την ευγνωμονώ. Το γέλιο πάντα σώζει, ιδίως όταν γελάμε με τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Η αλήθεια που μας αρνούνται πονάει μέχρι την τελευταία μας μέρα», εξομολογείται ο πατέρας της Άννα, Αλφρέδο. Απαλύνει τον ψυχοσωματικό πόνο η ανακάλυψη της αλήθειας ή μπορεί και να μας διαλύσει;

Και τα δύο. Κάποιοι είναι προετοιμασμένοι και μακάρι να ήταν πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια.

Ο Αλφρέδο, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι δεν είναι πάντα έτσι και ανησυχεί για τον Ματέο. Λέει ότι μερικές φορές οι άνθρωποι χρειάζεται να μείνουν ένα βήμα πίσω απ’ την αλήθεια, γιατί αν φτάσουν σ’ αυτήν θα καταρρεύσουν.

Επειδή, ωστόσο, ο Αλφρέδο πιστεύει ότι είναι πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια, αλλά συγχρόνως ξέρει και το ρίσκο που αυτό συνεπάγεται, προετοιμάζει τη στιγμή της αποκάλυψής της.

Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος μού άφησε μια γλυκόπικρη, σχεδόν ελπιδοφόρα «επίγευση». Πιστεύετε στα, «αποκαθαρμένα» από τα «βαρίδια» ενός τραυματικού παρελθόντος, νέα ξεκινήματα;

Τα μυθιστορήματά μου είναι συνήθως σκληρά, πάντα όμως υπάρχει ένα πρόσωπο που κρατάει αναμμένο τον δαυλό της ελπίδας. Άλλες φορές με τη φλόγα να καίει πιο δυνατά και άλλες λιγότερο, πάντα όμως υπάρχει η ελπίδα.

Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα, ναι. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες, μερικοί μπορούν να το κάνουν, ενώ άλλοι, όχι.

Για άλλη μια φορά, η Ασπασία Καμπύλη καταπιάστηκε με το μεράκι και τον επαγγελματισμό που την διακρίνουν με τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα της Claudia Piñeiro Καθεδρικοί κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.



Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Claudia Piñeiro: «Στη συγγραφή δουλεύεις με τον πόνο για να τον μεταμορφώσεις»

 

Claudia Piñeiro (Φωτογραφία: Mauro Rico/Secretaría de Cultura de la Nación)

Κατ’ επίφαση νουάρ, το μυθιστόρημα της διάσημης Αργεντίνας συγγραφέως Claudia Piñeiro Η Ελένα Ξέρει είναι ένας βαθύς υπαρξιακός στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ευαλωτότητα και τη φθαρτότητα του σώματος, ιδίως του γυναικείου.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το καλοκαίρι στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora. Μια συνομιλία με την συγγραφέα.

Είστε διάσημη -και όχι μόνο στην Αργεντινή- κυρίως ως συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων. Πώς αντιλαμβάνεστε τη θέση σας μέσα σε αυτό το πολύπτυχο λογοτεχνικό σύμπαν;

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τον εαυτό του και τη θέση του στο λογοτεχνικό σύμπαν, πρόκειται, νομίζω, για κάτι που το αντιλαμβάνονται καλύτερα οι άλλοι, παρά ο ίδιος.

Φυσικά, ωστόσο, καταλαβαίνω πως είμαι από τις τυχερές, δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους αναγνώστες που διαβάζουν αυτά που γράφω, τόσο στη χώρα μου, όσο και σε άλλα μέρη του κόσμου.

Υποψιάζομαι πως αυτό συμβαίνει επειδή ό,τι γράφω έχει πολλά επίπεδα και ο κάθε αναγνώστης μπορεί να εξερευνήσει αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο. Για κάποιους μπορεί να είναι η ιστορία, για άλλους, οι χαρακτήρες.

Κάποιοι διαβάζουν τα βιβλία μου ως νουάρ, ενώ πολλοί άλλοι, όχι. Μερικοί διαβάζουν την επιφάνεια, άλλοι καταδύονται και ψάχνουν κάτι περισσότερο.

Επίσης, νιώθω ικανοποιημένη και περήφανη που ανήκω σε μια ομάδα γυναικών συγγραφέων, οι οποίες, εδώ και χρόνια και χάρη στους αγώνες τους, είναι πλέον ευπρόσδεκτες στον λογοτεχνικό κόσμο που για μεγάλο διάστημα επεφύλασσε δευτερεύουσα θέση τόσο στις ίδιες όσο και στο έργο τους.

To Η Ελένα Ξέρει, ωστόσο, μόνο κατ’ επίφαση θα μπορούσε να περιγραφεί ως τέτοιο.

Περισσότερο παραπέμπει σε έναν βαθύ υπαρξιακό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ευαλωτότητα και τη φθαρτότητα του σώματος, ιδίως του γυναικείου. Συμφωνείτε;

Απολύτως. Ο αναγνώστης ξέρει πριν από την Ελένα και αυτό που κάνει είναι να τη συντροφεύει ώσπου κι εκείνη να μάθει.

Το μυθιστόρημα αφηγείται την πορεία της ηρωίδας σε μια καθημερινή εποποιία που, μολονότι μοιάζει ασήμαντη, απαιτεί σημαντική προσπάθεια από την ίδια.

Η νουάρ πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο και λειτουργεί, νομίζω, κυρίως ως υπενθύμιση του γεγονότος ότι στο τέλος της ιστορίας αυτό που ψάχνει να βρει κανείς είναι η αλήθεια.

Δε φοβάστε να εξερευνήσετε μυθοπλαστικά ψυχικά πεδία επώδυνα, όπως μια ανίατη ασθένεια, από την οποία στην προκειμένη περίπτωση πάσχει η Ελένα, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου.

Τι σας ελκύει στην αδυναμία, τη φθορά, τον θάνατο;

Ο πόνος είναι στη ζωή, στη συγγραφή δουλεύεις με τον πόνο για να τον μεταμορφώσεις σε κάτι άλλο.

Η μητέρα μου είχε Πάρκινσον, όπως και η Ελένα, και πέθανε από αυτή την αρρώστια.

Με πονούσε πολύ να βλέπω αυτό που συνέβαινε στο κορμί της και συνειδητοποίησα ότι, καθώς η αρρώστια προχωρούσε, ο κόσμος έπαψε να την κοιτάζει, λες και αυτό το έκανε από σεβασμό προς το πρόσωπό της, για να μην αισθάνεται η ίδια άσχημα.

Όπως, όμως, γράφει η Susan Sontag στο Η νόσος ως μεταφορά, είναι πολύ επώδυνο όταν οι άλλοι αποστρέφουν το βλέμμα από εσένα.

Νομίζω ότι το Η Ελένα Ξέρει αποζημιώνει αυτό τον πόνο, διότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να κοιτάξει το άρρωστο κορμί, το οποίο το παρακολουθεί σε πρώτο πλάνο σαν μια κάμερα.

«Υπάρχει μόνο ένα πραγματικά σοβαρό φιλοσοφικό πρόβλημα, κι αυτό είναι η αυτοκτονία», έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ. Η Ρίτα, η κόρη της Ελένα, φέρεται να αυτοκτόνησε, αλλά μπορεί και όχι.

Είναι η αυτοκτονία (και) πράξη απελευθέρωσης;

Τρέφω μεγάλο σεβασμό στην αυτοκτονία. Συχνά, αυτή η πράξη ερμηνεύεται ως  ένδειξη εγωισμού του αυτόχειρα προς τους υπολοίπους. Διαφωνώ απολύτως.

Πιστεύω ότι είναι η ύστατη πράξη κάποιου που δεν αντέχει άλλο τον πόνο, που υποφέρει με τόσο βάναυσο τρόπο, ώστε ακόμα και μόνο η ιδέα ότι ο χρόνος θα συνεχίσει να κυλάει του φαίνεται ανυπόφορη, και, υπό αυτή την έννοια, τον απελευθερώνει από τον πόνο.

Η Ισαμπέλ, πάλι, είναι επί χρόνια παγιδευμένη εντός των στεγανών μιας επιβεβλημένης μητρότητας.

Πόσο κομβικό είναι για εσάς το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, ιδίως σε μια περίοδο που αυτό βάλλεται ποικιλοτρόπως;

Το θέμα της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, της μητρότητας, επιθυμητής ή όχι, της επιβολής των πολιτισμικών προκαταλήψεων πάνω στο γυναικείο σώμα, με απασχολούν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε όλα μου τα βιβλία.

Όπως επίσης επανέρχονται διαρκώς σε αυτά ο θάνατος, η υποκρισία, η σιωπή, τα οικογενειακά μυστικά.

Επιπλέον, είμαι φεμινίστρια και τα τελευταία χρόνια έλαβα με πολύ ενεργό τρόπο μέρος στη μάχη που δόθηκε στη χώρα μου ώστε να θεσπιστεί νομικά το δικαίωμα για ασφαλή και δωρεάν έκτρωση.

Σήμερα, οι γυναίκες στην Αργεντινή είμαστε σε επιφυλακή ώστε να εφαρμόζεται ο σχετικός νόμος και συνεχίζουμε τον αγώνα για περισσότερα δικαιώματα. Συνεπώς, ναι, είναι ένα θέμα που με ενδιαφέρει πολύ.

«Η Ελένα ξέρει», επαναλαμβάνεται κάθε τόσο σαν μάντρα. Ή μήπως όχι; Τελικά τι όντως ξέρουμε για το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε; Και πώς θα ορίζατε την έννοια της «γνώσης»;

Μου αρέσει να θέτω υπό αμφισβήτηση έννοιες που θεωρούνται αυτονόητες, όπως η αλήθεια, η οικογένεια, η Εκκλησία, οι κανόνες που επιβάλλει η κοινωνία.

Υπάρχουν άνθρωποι που βαδίζουν στη ζωή νομίζοντας ότι τα ξέρουν όλα.

Άλλοι, πάλι, λιγότερο σίγουροι, κάνουν ερωτήσεις σε κάθε βήμα. Προτιμώ να ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, οι ερωτήσεις μάς κάνουν να γνωρίζουμε ό,τι είναι δυνατόν να γνωρίσουμε, ποτέ τα πάντα.

Δεδομένου ότι είστε και σεναριογράφος, ενώ βιβλία σας έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο, τι αντλείτε από τη σχέση σας με το συγκεκριμένο μέσο;

Προσπαθώ να διαφοροποιώ τη μια γραφή από την άλλη.

Υπάρχουν, ωστόσο, μνήμες από τον κινηματογράφο που έχουν εν γένει επιβληθεί στη λογοτεχνία, καθότι ο αναγνώστης έχει «εκπαιδευτεί» από τον κινηματογράφο κατά τον 20ό αιώνα.

Οπότε σήμερα αποδέχεται με φυσικότητα την ελλειπτικότητα, τις απότομες διακοπές του χρόνου, τα φλας μπακ και άλλα ευρήματα που βλέπει στην οθόνη.

Ένα πράγμα που μου αρέσει να δανείζομαι από τα σενάρια και να το φέρνω στη λογοτεχνία είναι η αφηγηματική δομή, καθώς η πλοκή ξετυλίγεται και ανοίγει αβύσσους μπροστά σε όλους τους χαρακτήρες με τέτοιο τρόπο, ώστε ο αναγνώστης να καταλαβαίνει ποιοι πραγματικά είναι.

To μυθιστόρημα Η Ελένα Ξέρει είναι το πρώτο βιβλίο σας που μεταφράζεται στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Carnívora, ο οποίος με μεράκι συνεχίζει να μάς συστήνει «διαμάντια» της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Αισθάνεστε οικειότητα με τη σύγχρονη ελληνόφωνη λογοτεχνία;

Δυστυχώς δε διαβάζω ελληνικά, γι’ αυτό εξαρτώμαι από τις μεταφράσεις στα ισπανικά. Είχα, ωστόσο, την τύχη να παρουσιάσω τον Πέτρο Μάρκαρη στο Μπουένος Άιρες και έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία.

Και υπάρχει ένα διαμάντι που ανακάλυψα σε ένα από τα ταξίδια μου στην Ισπανία, ο Θεόδωρος Καλλιφατίδης, ένας Έλληνας συγγραφέας που ζει εδώ και καιρό στη Σουηδία.

Η Samanta Schewblin μου τον σύστησε και την ευγνωμονώ. Το Μια ζωή ακόμα είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο.

Ευχαριστώ θερμά την Ασπασία Καμπύλη, μεταφράστρια του μυθιστορήματος στα ελληνικά, και για τη ρέουσα μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα της Claudia Piñeiro Η Ελένα Ξέρει κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.