Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ: «Όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη»

 


Καταγόμενος από την Καλμικία και γράφοντας στα ρωσικά, ο Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ είναι ένας ποιητής το έργο του οποίου εξερευνά το ιστορικό τραύμα, τη γλωσσική απώλεια και τις αποσιωπημένες ταυτότητες.

Με αφορμή το πλήρες αφιέρωμα στο έργο του, το οποίο δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, είχαμε μαζί του μια εκτενή συζήτηση.

Πριν εμβαθύνω στο έργο σου χάρη στο άρθρο της Ξένιας Καλαϊτζίδου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, δυστυχώς αγνοούσα την ίδια την ύπαρξη της Καλμικίας -του τόπου γέννησής σου, καθώς και την Ιστορία και τις παραδόσεις της.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η ποίησή σου αντλεί έμπνευση από/αποκαθιστά/δικαιώνει την ποικιλόμορφη/περίπλοκη καλμύκικη εμπειρία και τα τραύματα, προσωπικά και συλλογικά;

Η ποιητική μου, ίσως και εμμέσως, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της ιστορικής πορείας του λαού των Καλμίκων (τουλάχιστον της σχετικά πρόσφατης), καθώς και των γεγονότων και των τραυμάτων που αναγκάστηκαν να υποστούν.

Με σκοπό, ωστόσο, να κατανοήσω πώς αυτά μεταβάλλουν το μέλλον μας.

Μου φαίνεται ότι η έλλειψη στοχασμού οδηγεί σε συμπεράσματα -ακόμη και στον χώρο της τέχνης- είναι επιζήμια για τον πολιτισμό του λαού, ιδίως σε μια περίοδο πιθανής αφομοίωσης.

Όπως πολλοί Καλμίκοι, χρειάστηκε να αντιμετωπίσω από την παιδική μου ηλικία τον αβάσταχτο πόνο των συνεπειών του ιστορικού τραύματος, καθώς και τη συνείδηση ​​της αδικίας και των άλυτων συγκρούσεων της καλμίκικης ταυτότητας:

Η Πορεία της Σκόνης - η μετεγκατάσταση τμήματος των Καλμίκων στην Κίνα το 1771 λόγω της πίεσης από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ο Εμφύλιος Πόλεμος (1917-1922) και η μετέπειτα μετανάστευση τμημάτων του λαού των Καλμίκων·

Ο Λιμός στην περιοχή του Βόλγα (1920), η κολεκτιβοποίηση στην Καλμικία (τέλη δεκαετίας του 1920 - δεκαετία του 1930), ο Λιμός του 1932-1934, η συμμετοχή των Καλμίκων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περίοδος της σοβιετικής κυριαρχίας και η δεκαετία του 1990 στο πλαίσιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Αξίζει να μνημονευθεί η πιο φρικτή τραγωδία, η οποία κυριολεκτικά κατέστρεψε τον τρόπο ζωής των Καλμίκων: ο δόλιος εκτοπισμός του λαού των Καλμίκων (1943-1950).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές, περισσότεροι από 40.000 από τους 97.000-98.000 Καλμίκους που εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία μεταξύ 1943 και 1950 έχασαν τη ζωή τους.

Αναμφίβολα, οι πιο τρομερές συνέπειες αυτών των γεγονότων γίνονται αισθητές στους απογόνους (τις γενιές των γονιών μου, τους συγχρόνους μου και τις μεταγενέστερες γενιές).

Αυτήν τη στιγμή, η γλώσσα των Καλμίκων -ένα ζωτικό πολιτισμικό στοιχείο του λαού, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον νομαδικό τρόπο ζωής τους- βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Η ανεργία είναι εκτεταμένη και βρίσκεται σε εξέλιξη μαζική φυγή των νεαρών Καλμίκων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ρωσίας.

Οι σοβαρές συνέπειες, φυσικά, εκδηλώνονται με την επανάληψη των τραγικών γεγονότων της 24ης Φεβρουαρίου 2022, τα οποία πυροδότησαν εκ νέου αναταραχή μεταξύ των νεαρών Καλμίκων. Ο κόσμος έχει αλλάξει, έχει γίνει ένας κόσμος.

Ο στοχασμός πάνω σε αυτά τα γεγονότα με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ποιητική μου εμπειρία οφείλει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανασυναρμολόγηση της ταυτότητάς μου, καθώς και στην αναζήτηση τρόπων για τη διαφύλαξη του πολιτισμού του λαού μου και την υπέρβαση των διαιρέσεων μεταξύ των Καλμίκων (συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μετά το 2022).

Αρχικά, δυσκολεύτηκα αρκετά να διαμορφώσω την ποιητική μου, καθώς δεν είχα ξεπεράσει την πιο κλασική δομή των ποιητικών κειμένων ώστε να αρχίσω αμέσως να γράφω σε μια πιο ελεύθερη και λιγότερο τυποποιημένη μορφή.

Αυτό, στην πραγματικότητα, προκάλεσε σκεπτικισμό και παρερμηνείες, καθώς δεν αξιοποίησα άμεσα στοιχεία του πολιτισμικού κώδικα των Καλμίκων - πρακτική τυπική για τη συγκρότηση των «εθνικών λογοτεχνιών» κατά τη σοβιετική περίοδο (όπως, για παράδειγμα, η χρήση της λαογραφίας, της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του κ.λπ.)

Θα ήθελα να θεωρήσω πως η ποιητική μου «διαμορφώθηκε» ειδικότερα εντός της λογοτεχνικής κοινότητας των Καλμίκων, ώστε να μπορέσει τελικά να υπερβεί άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως η εθνική εξωτικοποίηση.

Σε αυτήν την περιοχή άρχισα να συνδέομαι ουσιαστικά με τον πολιτισμό των Καλμίκων και τη συλλογική μνήμη του λαού.

Στόχος μου είναι να εκφράσω και να μεταδώσω πλήρως την αίσθηση της ταυτότητάς μου ως εκπροσώπου της εθνοτικής ομάδας των Καλμίκων, εξερευνώντας τη δημιουργία νέων μορφών και μοναδικών εμπειριών οι οποίες -τολμώ να πω- θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη συμβολή μου στην ανάπτυξη της νέας καλμίκικης ποίησης.

Μέσα στον διαρκή πειραματισμό και τη συνακόλουθη εξέλιξη των μορφών τέχνης, παρατηρώ αντίσταση στην αφομοίωση και στην αποικιοκρατική νοοτροπία.

Το δημιουργικό μου έργο αποσκοπεί επίσης στο να στηρίξει τους Καλμίκους ποιητές και να δημιουργήσει οριζόντια δίκτυα συνεργασίας μεταξύ καλλιτεχνών για αλληλεπίδραση και αμοιβαία βοήθεια, ώστε, μέσα από τις κοινές μας προσπάθειες, να εμπλουτίσουμε τον πολιτισμό των Καλμίκων και να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο.

Ειδικότερα, η ποίηση συνιστά την ανάδυση νέων συνδέσεων -έμμεσων ή και προηγουμένως ανύπαρκτων-, οι οποίες επηρεάζουν θετικά τη διαδικασία διατήρησης και ανάπτυξης του πολιτισμού, διότι, όταν επιχειρείς να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο, επιλύεις παράλληλα παλαιά προβλήματα.

Σε ποιον βαθμό έχει μετατοπιστεί ή επαναξιολογηθεί το επίκεντρό της, από τη στιγμή κατά την οποία μετακόμισες από την περιφέρεια (Ελίστα) στη μητρόπολη (Αγία Πετρούπολη);

Δε νομίζω ότι οι προτεραιότητές μου έχουν αλλάξει καθόλου, καθώς η ζωή μου στην Αγία Πετρούπολη καθορίζεται αποκλειστικά από τη δυνατότητα να βγάζω τα προς το ζην, εφόσον είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς δουλειά στην Καλμικία και η λογοτεχνία δεν εξασφαλίζει σταθερό εισόδημα.

Έχω μεγάλη εμπειρία στη μετεγκατάσταση σε διάφορες πόλεις και χώρες, αλλά πάντα επέστρεφα στην πατρίδα.

Η ανατροφή μου στην Καλμικία -ίσως λόγω του χαρακτήρα, της εμπειρίας και της προσωπικότητάς μου- ήταν αρκετά απομονωμένη. Δεν ήμουν ιδιαίτερα κοινωνικός και δεν έβρισκα κατανόηση ούτε στους συνομηλίκους μου, ούτε στη μεγαλύτερη γενιά.

Δυστυχώς, δεν υπήρχαν ευκαιρίες για τη μελέτη της ποίησης -εννοώ μαθήματα δημιουργικής γραφής-, πόσο μάλλον για την εξάσκηση σε αυτήν, οπότε αναγκάστηκα να αναζητήσω όλες τις πληροφορίες στα τυφλά.

Ίσως αυτή η εμπειρία να αποδείχθηκε αρκετά χρήσιμη για μένα.

Τούτου δοθέντος, μπορώ να πω ότι η τοποθεσία μου δεν επηρεάζει ιδιαίτερα τα ιδανικά μου, ειδικά από τη στιγμή κατά την οποία είναι δυνατή η υλοποίηση έργων, η αλληλεπίδραση και η επικοινωνία εξ αποστάσεως.

Με ποια έννοια θεωρείς τον εαυτό σου «απο-αποικιακό» ποιητή και ακτιβιστή στο σύγχρονο ρωσικό πλαίσιο;

Η απο-αποικιοποίηση στο πλαίσιο της ποιητικής μου πρακτικής επιδιώκει κυρίως την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου γραφής που απομακρύνεται από την παράδοση των σοβιετικών «εθνικών λογοτεχνιών» και υπερβαίνει την ιστορικά εδραιωμένη συγκέντρωση της λογοτεχνικής διαδικασίας στη Ρωσία - μια διαδικασία προηγουμένως εντοπιζόμενη κατά κύριο λόγο στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Μιας και θεωρώ τον εαυτό μου Καλμίκο ποιητή -αν και γεννήθηκα σε ρωσόφωνη οικογένεια και χρησιμοποιώ κυρίως τη ρωσική γλώσσα για την ποίηση και την καθημερινή επικοινωνία-, ένα σημαντικό μέρος της απο-αποικιοκρατικής μου στάσης είναι η άμεση απόρριψη κάθε μορφής «μεγάλης ρωσικής κουλτούρας» στην τέχνη, και η παράλληλη ανάπτυξη και διαμόρφωση μιας ποιητικής οπτικής εδραζόμενης στην καλμίκικη ταυτότητα.

Μελετώ επίσης τη μητρική μου γλώσσα και ασχολούμαι με την ποίηση στη γλώσσα των Καλμίκων.

Το γεγονός αυτό εκφράζει περαιτέρω την πρόθεσή μου να αντισταθώ στην αφομοίωση - μια διαδικασία που εντείνεται καθώς μειώνεται ο αριθμός των μαθημάτων στις γλώσσες των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αλλάζει το καθεστώς αυτών των γλωσσών στα σχολεία σε «προαιρετικό» και ενισχύεται η πολιτισμική περιθωριοποίηση, εν μέσω της ανόδου δεξιών και μιλιταριστικών κινημάτων στη Ρωσία.

Αυτήν τη στιγμή, στη ρωσόφωνη λογοτεχνική σκηνή είναι πολύ δύσκολο -αν όχι αδύνατο- για τους εκπροσώπους διαφόρων λαών της Ρωσίας (χωρίς να βρίσκονται σε μεταναστευτική κατάσταση) να εκφραστούν χωρίς κρατικές κυρώσεις.

Η λογοτεχνία στις περιφέρειες, σε σχέση με τους θεσμούς, φαίνεται να βρίσκεται σε δύσκολη θέση· σε πολλές δημοκρατίες δεν υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ δεν παρέχεται ούτε κρατική ούτε μη κρατική στήριξη.

Με αυτό κατά νου, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να στηρίξω και να βοηθήσω τους ποιητές και τις ποιήτριες που προέρχονται από τους λαούς της Ρωσίας να αναδείξουν την παρουσία τους, να εξελιχθούν και να μεταδώσουν τη φωνή τους μέσω της ποίησης σε όλους (συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι αρνούνται την ύπαρξή μας), καθώς γνωρίζω από προσωπική εμπειρία την ξενοφοβία που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι από τους λαούς της Ρωσίας.

Φυσικά, η απο-αποικιοποίηση δε συνεπάγεται το μη αναστρέψιμο του αυτονομιστικού κινήματος -το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν οδηγεί πάντα σε πραγματική ανεξαρτησία από τη μητρόπολη-, αλλά μάλλον την πρόθεση κατοχύρωσης του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό της ζωής και στην επίτευξη αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, με γνώμονα τα ιδεώδη που υπερασπίζομαι:

Συγκεκριμένα, το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης της κουλτούρας του τόπου καταγωγής.

Θεωρώ ότι το μοναδικό μέλλον για τους καλλιτέχνες προερχόμενους από τους λαούς της Ρωσίας έγκειται στην αναζήτηση στήριξης αποκλειστικά μέσα από την κοινότητα, την αλληλεγγύη και την αμοιβαία βοήθεια. Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς.

Αναγνωρίζω επίσης τη μεγάλη αξία του θετικού αντίκτυπου που μπορεί να έχει η ποίηση στους ανθρώπους.

Μαζί με άλλους ποιητές έχουμε διοργανώσει φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, τα έσοδα των οποίων διατέθηκαν για την ενίσχυση θυμάτων καταστολής, προσφύγων, απόρων, επιζωσών σεξουαλικής βίας και άλλων ευάλωτων ομάδων.

Μοιράζομαι έναν στόχο -όπως και άλλοι οι οποίοι συμμερίζονται το πνεύμα μου- να αλλάξω την ενίοτε άδικη, και κάποτε ακόμη και τρομακτική, τάξη των πραγμάτων, παρά την προφανή μου ευαλωτότητα.

Η ποίησή σου θεωρείται πειραματική/πρωτοποριακή και είναι, ως επί το πλείστον, ερμητική και δυσπρόσιτη.

Πώς ορίζεις τον «πειραματισμό» στις μέρες μας τόσο σε δομικό/υφολογικό επίπεδο, όσο και ως προς το περιεχόμενο; Είναι εγγενώς πολιτικός;

Η ποιητική εξέλιξη της γραφής μου ξεκίνησε αμέσως με μορφές πιο ελεύθερες και διαισθητικές, καθώς έγραφα χωρίς να σκέφτομαι ότι θα έβλεπε ποτέ κάποιος τα γραπτά μου, οπότε πειραματιζόμουν διαρκώς.

Εκείνη την εποχή, θα μπορούσε κάποιος να πει με βεβαιότητα πως το έργο μου ήταν αποπολιτικοποιημένο.

Απολάμβανα τη διαδικασία του να κατασκευάζω και να κατασκευάζομαι παράλληλα με το κείμενο, δουλεύοντας με τις αμέτρητες δυνατότητές του, διαισθανόμενος τη δική μου περιστασιακή δυναμική, κατανοώντας ότι η έλλειψη προσανατολισμού (οποιουδήποτε) σώματος συνιστά την απουσία τρωτότητάς του.

Πριν αρχίσω να ασχολούμαι άμεσα με την ποίηση, προσπαθούσα να μαθαίνω από κάθε χειρονομία, κάθε σημασία και κάθε προαίσθημα.

Ανακαλώντας μία από τις εμπειρίες μου στην αλληλεπίδραση με ένα κείμενο, ένιωσα μια στιγμιαία αίσθηση απόλυτης έντασης.

Σαν τη στιγμή ακριβώς πριν συμβεί κάτι, όταν ο χώρος είτε γεννά ένα συμβάν, είτε αναδεικνύει το πιθανό (εκείνο που προηγουμένως ήταν αδύνατο).

Αισθάνομαι ότι αυτή η διαδικασία, η οποία φαινομενικά ανήκει στο παρελθόν, βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, χωρίς ποτέ να φτάνει στη λογική της κατάληξη.

Το ίδιο νιώθω και για τα άλλα μου κείμενα.

Κάθε κείμενο έχει το δικό του όραμα, σαν αποτύπωμα ή σαν τον αμφιβληστροειδή του ματιού -που μοιάζει να αναδύεται από τον βυθό των νερών, μολυσμένο από την ιστορία μιας διάστασης (εκείνης όπου βρισκόμαστε εσύ κι εγώ).

Αυτή η αίσθηση (του οράματος) τρεμοπαίζει μέσα μου σαν κόσμοι ξεχωριστοί.

Ίσως κάποιοι βρίσκουν απωθητική την ενασχόληση με μια γραφή ερμητική και επικεντρωμένη στο κείμενο, αλλά πιστεύω πως μοιάζει με τη φροντίδα μιας μαύρης τρύπας στο περβάζι, πλάι στα φυτά εσωτερικού χώρου:

Αν απομακρυνόταν, το δωμάτιο ίσως να φάνταζε πραγματικά άδειο.

Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβάνομαι την ερμητική γραφή ως κάτι ριζικά κλειστό. Ίσως, μάλλον το αντίθετο, είναι ριζικά ανοιχτή, εφόσον η πρόσβαση σε αυτήν απαιτεί ευέλικτη σκέψη, ελεύθερο συνειρμό κ.ο.κ.

Στην αρχή της συζήτησής μας, αναφέρθηκα στο πλαίσιο της δημιουργίας νέων εμπειριών, και θεωρώ αυτόν τον πρωταρχικό στόχο της ποιητικής μου γραφής σε σχέση με τον πειραματισμό.

Παλαιότερα, αντιλαμβανόμουν τον πειραματισμό ως μια ορισμένη ευαισθησία, ένα αίσθημα το οποίο βασιζόταν περισσότερο σε μυθολογικές αρχές.

Τώρα, καθώς με την πάροδο του χρόνου κατανοώ εκ νέου αυτήν τη διαδικασία, αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια καθαρά πολιτική χειρονομία.

Στη δική μου περίπτωση, ο πειραματισμός αποτελεί τη βάση για την ανασύνθεση και την οικοδόμηση μιας εθνικής ταυτότητας - μια προσπάθεια εξίσωσης των μη ανθρώπινων δρώντων και υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του μιλιταρισμού και αντιμετώπισης κοινωνικών ζητημάτων.

«Το να γράψει σήμερα ένας Καλμίκος ποιητής με σύγχρονο τρόπο αποτελεί πολλαπλή πρόκληση, διότι καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην επιβεβλημένη ρωσική γλώσσα και στη μητρική του, της οποίας η φυσική εξέλιξη έχει διαρραγεί βίαια», σημειώνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς ανταποκρίνεσαι σε αυτήν την πρόκληση και πώς τελικά κόβεις αυτόν τον «Γόρδιο δεσμό»;

Προς το παρόν, δε βλέπω άλλη λύση για τη δική μου περίπτωση από το να γράφω με τρόπο απο-αποικιακό -όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι-, αντιστεκόμενος στην επιβολή και την περιθωριοποίηση οποιουδήποτε «μεγάλου πολιτισμού».

Να γράφει, δηλαδή, κάποιος ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντας την προσωπική και εθνική του ταυτότητα, μεταβαίνοντας σταδιακά στη μητρική του γλώσσα.

Αυτό απαιτεί σημαντικό χρόνο, στενούς δεσμούς εντός της κοινότητας και ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ όλων των δημιουργικών ανθρώπων, των φιλολόγων και άλλων μελετητών, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή.

Η πολιτισμική ανάπτυξη προϋποθέτει τη συλλογική συμμετοχή.

Το κύριο σημείο το οποίο θα ήθελα να τονίσω είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις και τις αμοιβαίες κατηγορίες σχετικά, ας πούμε, με τους ρωσόφωνους εκπροσώπους διαφόρων λαών και εκείνους που ομιλούν τη μητρική τους γλώσσα.

Πάντα έβλεπα και εξακολουθώ να βλέπω τη θεμελίωση της ταυτότητας ως τη βάση για την αλλαγή αυτής της κατάστασης.

Η μετάφραση του έργου σου αποτελεί επίσης πρόκληση. Διατηρείς στενή σχέση με τους μεταφραστές σου; Πώς ήταν η συνεργασία με την Ξένια Καλαιτζίδου;

Είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι τα κείμενά μου είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν, γι' αυτό και είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε όλους όσοι μπόρεσαν να τα μεταφράσουν.

Πρόκειται για μια δύσκολη, συλλογική διαδικασία (θεωρώ τη λογοτεχνική μετάφραση μορφή συλλογικής γραφής), και η ίδια η δυνατότητα μετάφρασης των κειμένων μου αναδεικνύει τις εξαιρετικές ικανότητες και το ταλέντο των μεταφραστών.

Χαίρομαι που έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους και ελπίζω πως θα συνεχίσω να τους συναντώ στη ζωή μου.

Η Ξένια Καλαϊτζίδου είναι μια πολύ ευαίσθητη, επαγγελματίας και υπέροχη μεταφράστρια! Την εμπιστεύομαι απόλυτα, γι’ αυτό και δεν παρενέβην στη διαδικασία, αλλά ήμουν πάντα πρόθυμος να βοηθήσω και να απαντήσω σε ερωτήσεις.

Είμαι πολύ χαρούμενος και της είμαι ευγνώμων για τη μετάφραση των κειμένων μου στα ελληνικά.

Για να είμαι ειλικρινής, δε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ποιήματά μου θα διαβάζονταν από Έλληνες αναγνώστες, και την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!

Η ποίησή σου είναι επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση -κυρίως τον μοντερνισμό, τον Τ.Σ. Έλιοτ, τον Πάουλ Τσέλαν, τον μετα-ρεαλισμό και τη γενιά των Μπιτ-, είναι έντονα οπτική και πλούσια σε νεολογισμούς.

Θα ήθελες να αναλύσεις περαιτέρω την πολυπλοκότητα, τις χαρές και τον πόνο της δημιουργικής διαδικασίας;

Ναι, αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Φυσικά, η επίδραση τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της μη ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης στο έργο μου είναι αναμφισβήτητη.

Στη Ρωσία, για παράδειγμα, ορισμένοι επιχείρησαν να κατασκευάσουν μια υποθετική γενεαλογία για μένα, προσπαθώντας να εντοπίσουν ομοιότητες ή να με εντάξουν στο πλαίσιο των Mikhail Eremin και Arkady Dragomoshchenko (από τον οποίο πήρε το όνομά του το βραβείο που έλαβα το 2021), καθώς και -γεωγραφικά- σε εκείνο του Velimir Khlebnikov (που είναι συμπατριώτης μου).

Το αντιμετωπίζω ουδέτερα και δεν αποκλείω το ενδεχόμενο μιας συνέχειας, εφόσον αυτό βοηθά τους ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα το πλαίσιο της ποιητικής μου γραφής.

Επιπλέον, είναι αδύνατον να είναι κάποιος εντελώς πρωτότυπος συγγραφέας.

Η αρχική μου αγάπη για τη μουσική άσκησε πολύ ισχυρή επίδραση στη δημιουργική μου διαδικασία· αγαπώ πραγματικά το χιπ-χοπ, το dub, τη ρέγκε και τα συναφή είδη.

Θυμάμαι ότι, ως παιδί, απολάμβανα πάντα τον αυτοσχεδιασμό, τη μίμηση του ρετσιτατίβο, την παραγωγή περίπλοκων ήχων και τη γλωσσολαλιά, καθώς και τον πειραματισμό με διάφορα αντικείμενα που είχα πρόχειρα για να παράγω ήχο, αφού δε διέθετα μουσικά όργανα.

Ίσως αυτό να επηρεάστηκε από το ότι είχα έντονο τραύλισμα, και το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με την απαγγελία ποιημάτων (μόνος μου, φυσικά) από την αρχαία ποίηση- με βοήθησε σημαντικά να διορθώσω αυτήν τη διαταραχή της ομιλίας.

Κατά συνέπεια, στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας μου, άρχισα να γράφω ακολουθώντας ρυθμικά, αφηρημένα και ηχοπαραγωγικά σχήματα.

Αυτό με ώθησε να αναλάβω μια συγκεκριμένη εργασία πάνω στη φωνητική, με στόχο να αντλήσω μια ορισμένη σημασιολογική διάσταση όχι από το νόημα των λέξεων, αλλά από φωνητικές συνδέσεις.

Το έβλεπα ως έναν τρόπο απόκτησης πληροφοριών απαλλαγμένων από το λεκτικό πλαίσιο.

Και πάλι, επρόκειτο για πρώιμα πειράματα, οπότε δεν τα έκρινα αυστηρά.

Έτσι, οι τεχνικές αυτές εξακολουθούν να εντοπίζονται στα γραπτά μου, γι’ αυτό και οι αναγνώστες, οι μεταφραστές και οι κριτικοί άρχισαν να τις συνδέουν με τους φουτουριστές.

Αργότερα, άρχισα να ενδιαφέρομαι έντονα για τον νέο υλισμό (οντολογία προσανατολισμένη στα αντικείμενα), τις ιδέες περί απο-ανθρωποκεντρισμού και τα δικαιώματα των ζώων.

Εκείνη την εποχή ασχολούμουν -και εξακολουθώ να ασχολούμαι- με τον οικολογικό ακτιβισμό (συγκεκριμένα, συμμετείχα στον καθαρισμό της πετρελαιοκηλίδας στην Ανάπα).

Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η φαινομενολογία του χώρου. Συγκεκριμένα, αν θίξουμε ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησής μας -τη σύνδεση με την ανασυναρμολόγηση της ταυτότητας-, τότε θα πρέπει να αναφερθεί το φαινόμενο του χώρου των Καλμίκων.

Πρόκειται για μια ενσωματωμένη χωρική δυνητικότητα, η υλοποίηση της οποίας μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Είναι ένας τόπος όπου μπορεί να συμβεί κυριολεκτικά το οτιδήποτε, μια καθαρή σύμπτωση της φύσης.

Ο χώρος των Καλμίκων, και ειδικότερα η στέπα του, στερείται οποιασδήποτε πιθανής κεντρικότητας, αποτελώντας μια απέραντη περιφέρεια, σε αντίθεση με άλλα τοπία.

Η στέπα επηρεάζει όχι μόνο τους ανθρώπους (έχω ακούσει πολλές ιστορίες για άτομα που χάθηκαν στη στέπα, περπατώντας κυριολεκτικά σε κύκλους - ορισμένα ανέφεραν επίσης οράματα ή παραισθήσεις), αλλά και την τεχνολογία, προκαλώντας σε ένα drone χαρτογράφησης κυριολεκτικές παραισθήσεις.

Ο χώρος αναπτύσσει την ικανότητα άμυνας απέναντι στην αρνητική επίδραση του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και στον μιλιταρισμό που είναι εγγενής σε αυτούς· ο χώρος είναι ευκαιρία.

Από αυτό πηγάζει επίσης μια ιδιαίτερη σχέση με τον χώρο: από την αρχαιότητα, οι Καλμίκοι μετρούσαν τις αποστάσεις με βάση τον αριθμό των τραγουδιών τα οποία ερμήνευαν κατά τη διάρκεια της διαδρομής.

Με βάση αυτήν την εμπειρία, θέλησα να «μολύνω» το ποιητικό κείμενο, διακόπτοντας τη γραμμική αδράνεια της γραφής με τυπωμένα σύμβολα (κλάσματα, γραμμές κ.λπ.)

Σε αυτά εισάγω συγκειμενικές, ιογενείς προεκτάσεις ή προσθήκες, καθιστώντας το κείμενο όσο το δυνατόν πιο αυτόνομο και επιτρέποντάς του να εκπέμπει διαρκώς την ευαισθησία του.

Σαν γυμνό καλώδιο μέσα στο νερό κατά τη διάρκεια μιας πνευματιστικής συνεδρίας.

Υπό αυτήν την έννοια, αντιλαμβάνομαι την εργασία με το κείμενο ως μια επιθυμία να ρίξω σπόρους σε ένα καυτό τηγάνι, ώστε να διασκορπιστούν στον χώρο από τη θερμότητα.

Το εντυπωσιακό είναι πως τα κείμενα αυτά -γεμάτα κλάσματα, γραμμές και άλλα παρόμοια στοιχεία- όταν περιστραφούν στο πλάι, παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με το σύστημα γραφής Todo Bichig των Καλμίκων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι στην Καλμικία το γνωρίζουν, συμπεριλαμβανομένου και εμού.

Αυτό συνέβη ακούσια, γεγονός που με έπεισε για άλλη μια φορά ότι ίσως διαμορφώνω σωστά (για τον εαυτό μου) τη μέθοδο οικοδόμησης του ποιητικού κειμένου, αντλώντας από τη συλλογική πολιτισμική μνήμη όχι μόνο μέσω άμεσων πολιτισμικών τεκμηρίων, παραδόσεων και λογοτεχνίας, αλλά και μέσω του χώρου, του ήχου, των ιδιαιτεροτήτων της συμπεριφοράς και ούτω καθεξής.

Φυσικά, στα πρώτα μου έργα μού ήταν πολύ πιο εύκολο να γράφω ποίηση. Ακολουθούσα κυριολεκτικά την έμπνευση. Δεν είχα μέντορα, ούτε παρακολούθησα κάποια μαθήματα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το πράγμα δυσκόλεψε.

Άρχισα να εργάζομαι με πηγές και να αναλύω πιο κριτικά τις ιδέες που εισάγονται στο ποιητικό κείμενο. Το να γράφω ένα ποίημα την ημέρα, όπως έκανα στο παρελθόν, δε μου φαίνεται πια αυθεντικό.

Αναλογιζόμενος αυτό, ίσως όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, χρειάστηκε κυριολεκτικά να ανασυνθέσω τον εαυτό μου μετά τις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Επίσης, ως αποτέλεσμα πολλών δυσκολιών στη ζωή μου -συμπεριλαμβανομένης της ανεργίας-,  βίωνα κατάθλιψη και δημιουργική κρίση.

Προσπάθησα να ξεπεράσω αυτήν την κατάσταση, κυρίως γράφοντας ποίηση για τον εαυτό μου, ενώ παράλληλα αναζητούσα νέες ποιητικές πρακτικές.

Όμως έχω ήδη βρει τη δύναμη μέσα μου να συνεχίσω να δημιουργώ, να δημοσιεύω και να προετοιμάζω νέα έργα.

Το 2027, το βιβλίο μου Beyond Salvation θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «World Poetry Books» (Η.Π.Α) σε μετάφραση του Venya Gushchin.

Χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό και θέλω να ευχαριστήσω ξεχωριστά τον Venya για το τεράστιο έργο του!

Φαίνεται επίσης να γοητεύεσαι από τον μικρόκοσμο του ρεμπέτικου. Γιατί;

Ανέκαθεν ένιωθα ότι ζούσα στην Ευρώπη,

Η εικόνα, όμως, μιας Ευρώπης μνημειώδους, που θυμίζει νεκροταφείο -γεμάτης θριάμβους, αυτοκρατορίες, δημοκρατίες, Διαφωτισμό και τα συναφή-, την οποία σχηματίζουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι, μου φάνταζε πάντα ξένη.

Αντιθέτως, βίωσα μια διαφορετική Ευρώπη, μια Ευρώπη ζωντανή, μια Ευρώπη ως τόπο καταρών, προσδοκιών και αποκαλύψεων, έναν βαθιά αναρχικό χώρο όπου αιρέσεις και αιρεσιάρχες περιφέρονται χαοτικά.

Τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια για το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες, καθώς ιστορικά -μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά αλλά και στη μεταπολεμική περίοδο- υπήρξαν προσπάθειες να διαγραφεί η πολιτισμική κληρονομιά του ρεμπέτικου από την Iστορία της ελληνικής μουσικής, ενώ οι ερμηνευτές του ρεμπέτικου υπέστησαν διώξεις.

Αυτό με αγγίζει βαθιά, διότι έγιναν επίσης προσπάθειες εξάλειψης του πολιτισμού των Καλμίκων κατά τη διάρκεια του εκτοπισμού τους, με την καταστροφή ταινιών, βιβλίων και δίσκων.

Τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Ελίστα, την πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Καλμικίας -όπου οι γονείς μου είχαν μετακομίσει από το χωριό καταγωγής μου, το Iki-Chonos, που πήρε το όνομά του από την αρχαία καλμίκικη φυλή Chonos, στην οποία ανήκω και της οποίας οι νομαδικοί καταυλισμοί βρίσκονταν στην περιοχή αυτή- σημαδεύτηκαν από υψηλά ποσοστά νεανικής εγκληματικότητας.

Είχα επίσης άμεση και έμμεση επαφή με την υποκουλτούρα τoυ «blatnye» (του εγκληματικού υποκόσμου) και συχνά υπέφερα από αυτό το συγκεκριμένο είδος ταλαιπωρίας.

Τέλος, η κουλτούρα του ρεμπέτικου πηγάζει από τη σύζευξη Ευρώπης και Ασίας, γεγονός που μου προκαλεί αμέσως θερμά συναισθήματα, καθώς και η δική μου κουλτούρα είναι επίσης εκλεκτική:

Συνδυάζει ευρωπαϊκές και ασιατικές επιρροές και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτές.

Παρεμπιπτόντως, λατρεύω την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα τη δημοτική, και ακούω συχνά δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης.

«Τα κείμενα του Ντζαλτζιρέεβ θυμίζουν μαγικό ξόρκι, μάντρα ή παραλήρημα που φτάνει από μακριά», συμπεραίνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς σχετίζεσαι με ό,τι υπερβαίνει τη λογική μας αντίληψη, είτε αυτό περιγράφεται ως πίστη είτε ως πνευματικότητα;

Για μένα, όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη, τρόπον τινά. Δε θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου οτιδήποτε είναι άψυχο ή αδύνατο. Μου φαίνεται πως κάθε αντικείμενο στον κόσμο μας είναι, στην ουσία του, αυτόνομο.

Δε βλέπω αυτόν τον κόσμο ως ένα μοναδικό ζωντανό νησί μέσα σε μια αιωνιότητα ψύχους και εντροπίας.

Αντιθέτως, όλα όσα βλέπουμε και συναντούμε καθημερινά μου φαίνονται σαν μια προοπτική, πίσω από την οποία κρύβονται οι αλληλεπιδράσεις αντικειμένων, υπερ-αντικειμένων, φαινομένων και ούτω καθεξής, σε μια απειρότητα διαφορετικών διαστάσεων.

Όταν ακούω το κελάηδισμα των πουλιών, αναρωτιέμαι ποια διάλεκτο της γλώσσας τους μιλούν και πώς θα γίνονταν κατανοητά από μέλη του ίδιου είδους που ζουν, ας πούμε, σε απόσταση 300 χιλιομέτρων.

Ποιες ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου αφηγούνται; Μήπως είχαν τη δική τους Οδύσσεια; Η ίδια η ιδέα πως κάποτε δεν υπήρχαμε στη γλώσσα τους είναι εκπληκτική!

Το να σέβομαι και να προσπαθώ να αγαπώ όχι μόνο ό,τι αναπτύσσεται, αναπνέει και εξελίσσεται, αλλά και ό,τι φαντάζει «άψυχο», παγωμένο και αδρανές, μου φαίνεται μια καθαρά πνευματική πράξη.

Το να δείχνω προσοχή και συμπόνια για αυτόν τον κόσμο και να συμμερίζομαι τον πόνο και τα βάσανα όσων είναι ανυπεράσπιστοι ή υποφέρουν μόνοι - σε αυτό θέλω να πιστεύω.

Σύμφωνα με το άρθρο, στο πρόσφατο παρελθόν και «πριν από τις σαρωτικές αλλαγές στις ρωσικές εκδόσεις και τα περιοδικά», συμμετείχες στην πολιτιστική ζωή της χώρας.

Τι χρειάζεται για να συνεχίσεις να το κάνεις αυτό και πώς θα περιέγραφες τη ρωσική πολιτιστική ζωή σήμερα;

Συμμετείχα σε φιλανθρωπικές ποιητικές εκδηλώσεις οι οποίες διοργανώθηκαν με συναδέλφους τόσο πριν όσο και μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022.

Παράλληλα επιμελήθηκα διάφορα φεστιβάλ ποίησης, όπως το «Nomadic Readings», στη γενέτειρά μου, την Ελίστα, το 2023.

Επιμελήθηκα επίσης την ενότητα των ποιητών και των ποιητριών που εκπροσωπούσαν τους λαούς της Ρωσίας στο φεστιβάλ για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης «Living Voices / Voces vivas / Voix vives», το οποίο είχε ως έδρα το Πανεπιστήμιο George Mason στις Η.Π.Α., αν και το ίδιο το φεστιβάλ διεξήχθη διαδικτυακά.

Αυτήν τη στιγμή, κατά τη γνώμη μου, η δουλειά έχει γίνει πιο δύσκολη· υπάρχει λιγότερος χώρος για έκφραση και η λογοκρισία είναι απαραίτητη για λόγους ασφαλείας.

Στο πλαίσιο της ρωσικής λογοτεχνικής σκηνής, ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ πριν πολύ πιο εύκολα.

Παρά το κλείσιμο ορισμένων περιοδικών και τη διακοπή στην απονομή βραβείων, υπάρχουν στη Ρωσία αρκετές πρωτοβουλίες ποίησης από τα κάτω οι οποίες προσπαθούν να επιφέρουν αλλαγές, και τους είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό.

Αναδεικνύονται νέοι/νέες συγγραφείς, εκδίδονται βιβλία και περιοδικά, και συγκροτούνται κοινότητες βάσης.

Φυσικά, μου φαίνεται πως το σημαντικότερο είναι να εξαλείψουμε τις πιθανές αντιφάσεις, να δείξουμε αλληλεγγύη, να αλληλεπιδρούμε περισσότερο και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον.

Σε έναν κόσμο ρημαγμένο από γενοκτονίες και πολέμους, όπου η κυριαρχία του διεθνούς δικαίου αντικαθίσταται από τον «νόμο» της ωμής ισχύος και η ανθρωπότητα αποσυντίθεται, γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, και με την ποίηση, ειδικότερα;

Κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο το οποίο μπορούμε να κάνουμε αυτήν τη στιγμή -προκειμένου να δείξουμε συμπόνια και στήριξη σε όλους τους ανθρώπους, τα ζώα και κάθε μη ανθρώπινη οντότητα που έχει υποφέρει εξαιτίας όσων συμβαίνουν ανά τον κόσμο- είναι να αφοσιωθούμε στη ζωή και μόνο στη ζωή, να προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή και τίποτε άλλο πέρα ​​από αυτήν, διότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτή.

Αν δεν προσπαθήσουμε να ασκήσουμε την τέχνη της ζωής -συμπεριλαμβανομένων των τεχνών με τη συνήθη έννοια- και, πάνω απ’ όλα, να ενωθούμε, να αποδεχτούμε και να επιδιώξουμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον, να δείξουμε αλληλεγγύη και στήριξη, να υπερασπιστούμε και να αγωνιστούμε για τα ιδανικά μας και να προστατεύσουμε τους ευάλωτους, τότε θα πέσουμε όλοι στην αγκαλιά της αναδυόμενης νεκροκρατίας, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι πιο επείγον απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Θερμές ευχαριστίες στον Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω την ομάδα του περιοδικού Tεφλόν για τη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ένα εκτενές αφιέρωμα στο έργο του Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ, σε επιμέλεια/κείμενο της Ξένιας Καλαϊτζίδου, περιλαμβάνεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Τεφλόν.



Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Λίντια Ντίμκοφσκα: «Όταν οι καιροί είναι τραγικοί, υπάρχει καλό υλικό για λογοτεχνία»

 


Εκτυλισσόμενο κυρίως στην Κύπρο και τη Βόρεια Μακεδονία, το μυθιστόρημα της Λίντια Ντίμκοφσκα Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης καταπιάνεται με τις έννοιες της αποξένωσης, της ταυτότητας, του τραύματος, της ουτοπίας και της δυστοπίας.

Συναντηθήκαμε με την συγγραφέα στην Αθήνα, όπου βρέθηκε πρόσφατα για την παρουσίαση του βιβλίου της.

«Στη μυθοπλασία όλα είναι πραγματικότητα, στην πραγματικότητα όλα είναι μυθοπλασία», αναφέρεις στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματός σου, Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης.

Αυτή είναι η προσέγγισή σου στη συγγραφική διαδικασία εν γένει;

Ζούμε σε ένα κόσμο ο οποίος είναι πραγματική μυθοπλασία! Δυστυχώς, δε χρειάζεται να φανταστούμε και πολλά. (Γέλιο).

Όταν γράφω, πάντα θέλω να μπαίνω στο πετσί των χαρακτήρων μου: να ζω όπως ζουν, να νιώθω όπως νιώθουν. Να είμαι αυθεντική, ρεαλιστική.

Όχι, όμως, και υπερβολικά ρεαλιστική.

Αντιλαμβάνομαι τη λογοτεχνία ως μια παράλληλη πραγματικότητα. Πρέπει να γράφουμε κατά τέτοιον τρόπο ώστε το αναγνωστικό κοινό να μάς πιστεύει.

Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, η λογοτεχνία πρέπει να ηχεί ως αυτοβιογραφία, αλλά στην πραγματικότητα να είναι μυθοπλασία.

Πάντα, ωστόσο, υπάρχει μια συγκεκριμένη αφετηρία συνδεόμενη είτε με τον εξωτερικό κόσμο, είτε με τον εσωτερικό.

Συνεπώς, ποια είναι η σύνδεσή σου με την πραγματικότητα με την οποία καταπιάνεσαι στο βιβλίο, δεδομένου ότι δεν έχεις κάποιους δεσμούς -όχι, τουλάχιστον, που να γνωρίζω- με την Κύπρο ή το Κυπριακό;

Δεν έχω κανέναν δεσμό με την Κύπρο.

Όταν, όμως, την επισκέφτηκα για πρώτη φορά, με σόκαραν τα όσα συνέβησαν το 1974 όταν ήμουν τριών χρονών. Ήξερα, βέβαια, από την Ιστορία για τον πόλεμο και τη διαίρεση του νησιού.

Συμβαίνουν, όμως, τόσα στον κόσμο, τα οποία μπορεί να μη γνωρίζεις.

Ούτε και να σε ενδιαφέρουν.

Όταν, όμως, συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί και γνώρισα ανθρώπους από την Κύπρο που μοιράστηκαν μαζί μου την οικογενειακή τους ιστορία, η Κύπρος εξελίχθηκε σε μια εμμονή για μένα.

Ζώντας επί πολλά χρόνια με την Κύπρο στο μυαλό μου, αναρωτιόμουν πώς να διαχειριστώ αυτήν την εμμονή και την ιστορία που ωρίμαζε μέσα μου.

Οπότε, έκρινα ότι πρέπει να γράψω το μυθιστόρημα. Το ερώτημα, όμως, ήταν πώς θα συνέδεα την Κύπρο με τη ζωή και τους χώρους της πρώην Γιουγκοσλαβίας, πώς θα ήμουν αυθεντική;

Χωρίς, μάλιστα, να έχεις το απαιτούμενο βιωματικό υπόβαθρο.

Έπρεπε, λοιπόν, να κάνω μεγάλη έρευνα για το μυθιστόρημα.

Κι αυτή ήταν η πιο συναρπαστική διαδικασία, επειδή ερευνώντας, έμπαινα στο πετσί των ανθρώπων και της χώρας, προκειμένου να επιβεβαιώσω τις γνώσεις μου και να μην υποπέσω σε κάποιο λάθος σημαντικό για τους Κύπριους.

Πρόκειται, ωστόσο, για έργο μυθοπλασίας, οπότε σου «επιτρέπεται» να επινοήσεις μια πραγματικότητα.

Όταν γράφω έργα μυθοπλασίας, θέλω, ωστόσο, να συνταιριάζω τη φανταστική και την ντοκιμαντερίστικη διάσταση. Επομένως, πρέπει η ντοκιμαντερίστικη διάσταση τουλάχιστον να πλησιάζει πολύ την πραγματικότητα.

Αφού ολοκλήρωσα τη συγγραφή του βιβλίου, αισθάνθηκα πολλή ανακούφιση, καθώς η εμμονή μου ήταν πολύ δυνατή.

Υπάρχουν κάποιες αναλογίες ανάμεσα στη διαίρεση της Κύπρου και την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίας - πιο πολύ σε επίπεδο τραυμάτων παρά από την άποψη των ιστορικών συμβάντων;

Θα μπορούσες να το πεις.

Για μένα, είναι πολύ σημαντική η εξερεύνηση του τραύματος του μετανάστη, του πρόσφυγα, και η διαχείρισή του από τα παιδιά του, τη νέα γενιά, που το κληρονομούν.

Στο μυθιστόρημα, ο κυπριακής καταγωγής Νίκος, ο πατέρας, δε μιλάει για το τραύμα του, γι’ αυτό και δεν μπορεί να του ξεφύγει.

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο η κόρη του το διαχειρίζεται είναι πιο σημαντικός για μένα. Εκείνη αναζητά τις οικογενειακές ρίζες και τις παραδόσεις του.

Το Κυπριακό στο βιβλίο μου είναι, επομένως, πιο σημαντικό ως η προσωπική ιστορία της κόρης του.

Η σιωπή και η απροθυμία διαχείρισης τραυματικών και επιτακτικών ζητημάτων συνιστούν βασικό άξονα του μυθιστορήματος.

Πόσο σημαντική είναι η ανάδειξη και η εξερεύνηση του στοιχείου της σιωπής - αφηγηματικά και ευρύτερα κοινωνικά; Ή και τρομακτική;

Η σιωπή είναι, στην πραγματικότητα, τρομακτική, επειδή στο βιβλίο μου η σιωπή είναι απολύτως συνδεδεμένη με την αποξένωση.

Αν ο Νίκος δεν ήταν τόσο αποξενωμένος από την οικογένειά του, θα μιλούσε για την Κύπρο. Αλλά δε νιώθει αγαπητός από αυτήν, γι’ αυτό και δε μιλάει για το παρελθόν του. Η αποξένωσή του είναι, άρα, πολύ πιο σημαντική για μένα.

Αν ως οικογένεια μιλούσαν μεταξύ τους, θα έβρισκαν μια διέξοδο. Δεν ήθελα, όμως, κάτι τέτοιο. Θα φάνταζε χολιγουντιανό.

Ήθελα το αναγνωστικό κοινό να παραμείνει στρεσαρισμένο όλη την ώρα, να θυμώσει, ακόμα και να κλάψει, και παράλληλα να καταδείξω την αποξένωση, που αποτελεί μια μεταφορά για τον κόσμο μας.

Και κυριαρχεί, παγκοσμίως.

Γι’ αυτό και δημιούργησα την ερμοτοπιά, σαν μια παράλληλη πραγματικότητα η οποία αποτελεί συνέπεια της αποξένωσης του νεοφιλελεύθερου κόσμου μας.

Συνεπώς, η επιβεβλημένη αποξένωση είναι πιο πολύ συστημικής φύσης. Κι αυτή η παράλληλη πραγματικότητα παρουσιάζεται σαν «success story».

Ο Νίκος μπορεί να διαθέτει έναν μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης -αρχικά στην πρώην Γιουγκοσλαβία, κατόπιν στη Βόρεια Μακεδονία- που πιστοποιεί ότι με κάποιον τρόπο υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα δείχνει πως είναι ξένος.

Το τραγικό είναι ότι οι Αρχές τον αναγνωρίζουν, όχι όμως και η σύζυγός του.

Γιατί έπρεπε να είναι τόσο κακιά και πικρόχολη απέναντί του;

Στο βαλκανικό και ευρύτερα στο νοτιοευρωπαϊκό πλαίσιο η μητέρα ως έννοια είναι πολύ εξιδανικευμένη. Ήθελα, λοιπόν, να υπονομεύσω αυτό το ταμπού.

Ο Νίκος μπορεί να θεωρηθεί θύμα ενδοοικογενειακής βίας και δεν έχει πού να πάει, όπως αντίστοιχα συμβαίνει σε γυναίκες-θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Εκτός από την «ερμοτοπιά», η οποία, ακόμα κι αν εκληφθεί ως μια εναλλακτική κοινότητα ή αντι-κοινότητα, δε νοηματοδοτείται με πλήρως θετικό τρόπο. Κι εκεί μόνος σου είσαι, απλώς αλλιώς.

Ήθελα να δημιουργήσω το αντίθετο μιας κοινότητας στην οποία οι άνθρωποι καταφεύγουν προκειμένου να ζήσουν μαζί - μια κοινότητα όπου πηγαίνουν για να είναι μόνοι.

Ίσως να βιώνουν κατάθλιψη, δεν ξέρω. Πάντως, όταν δημιούργησα αυτήν την κοινότητα, χρησιμοποίησα πολλά στοιχεία από την πραγματικότητά μας, αλλά και από τη φαντασία μου.

Μιλώντας για κοινότητες, αισθάνεσαι μέλος μιας φανταστικής ή πραγματικής κοινότητας καλλιτεχνών σε διεθνές επίπεδο; Κι αν ναι, σε βοηθάει αυτό ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;

Όταν γράφω, είμαι απολύτως μόνη. Κι έτσι πρέπει - πώς αλλιώς θα μπορούσα να γράψω;

Αλλά σαφώς ως συγγραφείς συγκροτούμε κοινότητες. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία κάνουμε λόγο για λογοτεχνία της περιοχής, η οποία οριοθετείται από τη Σλοβενία μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.

Δε μιλάμε για γιουγκοσλαβική λογοτεχνία ή λογοτεχνία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πηγαίνουμε σε φεστιβάλ στην περιοχή, αλληλομεταφραζόμαστε, δημιουργούμε επίσημες ενώσεις συγγραφέων.

Μερικές φορές βιώνουμε μια αίσθηση συντροφικότητας και κοινότητας, άλλες όχι. Οι συγγραφείς είμαι περίπλοκα πλάσματα, ξέρεις, και η αίσθηση τού ανήκειν είναι σχετική.

Είσαι και ποιήτρια. Πόσο σημαντική είναι η ποίηση στις μέρες μας; Μήπως είναι πολυτέλεια, όταν ως κοινωνίες και ως άτομα έχουμε τόσες ζωτικές ελλείψεις; Ή έχουμε κάτι να αντλήσουμε, να μάθουμε, να επωφεληθούμε από αυτήν;

Η ποίηση παραμένει παρούσα στη ζωή μας. Κι εκεί μπορούμε να μιλήσουμε για τη διαμόρφωση κοινοτήτων ποιητών και αναγνωστικού κοινού.

Στη Σλοβενία και τη Βόρεια Μακεδονία, για παράδειγμα, αυτή η κοινότητα είναι αρκετά μεγάλη. Νέοι άνθρωποι συμμετέχουν σε βραδιές ποίησης και εκδίδουν βιβλία ποίησης.

Δεν πιστεύω, λοιπόν, ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία έχουν πεθάνει. Στις μέρες μας, η λογοτεχνία μπορεί να βρει άλλους τρόπους να φτάσει στο αναγνωστικό κοινό. Πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό.

Σε κάθε εποχή θα υπάρχουν συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό. Δεν είμαι πολύ απαισιόδοξη ως προς αυτό.

Ζούμε, πάντως, σε πραγματικά αποκρουστικούς καιρούς. Φοβάσαι κι εσύ για το μέλλον; Και πώς το αντιμετωπίζεις υπό το πρίσμα της κλίσης σου;

Ζούμε σε έναν φρικτό κόσμο.

Όταν, όμως, οι καιροί είναι περίπλοκοι, ακόμα και τραγικοί, υπάρχει καλό υλικό για λογοτεχνία. (Γέλιο).

Ως συγγραφέας, πάντα χρειάζομαι μια απόσταση από όσα συμβαίνουν στο παρόν. Τα γνωρίζω, όμως, και δεν είμαι ευτυχισμένη στον κόσμο όπου ζούμε.

Είναι απαίσιο να έχουμε πολέμους και αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα στον 21ο αιώνα. Όλα θα έπρεπε να έχουν ήδη επιλυθεί.

Ελπίζω, τουλάχιστον, να μάθουμε κάτι από την Ιστορία η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξη, αλλά ίσως η επόμενη γενιά κάνει κάτι περισσότερο απ’ όσα κάναμε εμείς.

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Καλιαμούτου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της διά ζώσης συνέντευξης με την συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα της Λίντια Ντίμκοφσκα Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση του Σωτήρη Μηνά.



Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Γιάννης Γλέζος: «Δεν υπάρχει σκοτάδι. Μόνο φως, που όμως δεν το βλέπουμε»

 


Συνθέτης, ποιητής και τραγουδιστής, ο Γιάννης Γλέζος αποτελεί μια ιστορική φυσιογνωμία των εγχώριων μουσικών πραγμάτων.

Συνομιλούμε μαζί του ενόψει της ξεχωριστής σόλο συναυλίας του την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο Theatre of the NO, σε μια βραδιά όπου η ποίηση θα συναντήσει τη μουσική.

Γεννιέστε στην Αθήνα, στην οποία εξακολουθείτε να ζείτε, αλλά κατάγεστε από τη Νάξο και τη Μονεμβασιά. Σάς «σμιλεύουν» με τρόπο συνειδητό οι τόποι και οι άνθρωποι;

Οι Γλεζαίοι Απεραθίτες Ναξιώτες -από τον πατέρα μου Βασίλη- μού δώσανε τη δύναμη και οι Ριτσαίοι Μονεμβασιώτες -από την μητέρα μου Λούλα-Σταυρούλα- μού δώσανε την ευαισθησία. Στα σπάργανα, βεβαίως.

Τα μετέπειτα ήταν δική μου δουλειά και ευθύνη...

Εγκαταλείπετε την Ανωτάτη Εμπορική Σχολή προκειμένου να αφοσιωθείτε στη μουσική. Πού οφειλόταν η μαγεία την οποία σας ασκούσε -και φαντάζομαι ασκεί- η μουσική; Μετανιώσατε ποτέ που δεν πήρατε άλλο δρόμο;

Ο πατέρας μου άκουγε κλασσική μουσική από γραμμόφωνο σε δίσκους 78 στροφών:

Ουγγρική Ραψωδία αρ. 6 του Λιστ, Ιντερμέντζο από την Καβαλλερία Ρουστικάνα τού Μασκάνι, τα Κύματα τού Δουνάβεως τού Γιόχαν Στράους, μαζί με πολλα άλλα που τα ακούγαμε στο σπίτι.

Ο θείος μου, Γιάννης Ρίτσος, όταν ερχόταν στο σπίτι, μάς έπαιζε στο πιάνο το Βαλς σε ντο δίεση ελσσονα του Σοπέν.

Στο ραδιόφωνο άκουγα τα Καβουράκια και τη Συννεφιασμένη Κυριακή τού Τσιτσάνη. Στο σχολείο κάναμε Χορωδία στους Χαιρετισμούς στον Άγιο Δημήτριο των Αμπελοκήπων.

Όλες αυτές οι μουσικές με συνεπαίρνανε τόσο πολύ  που από μικρός άρχισα να φτιάχνω  σιγά σιγά μελωδίες στο πιάνο μας.

Ούτε δευτερόλεπτο δεν έχω μετανιώσει που άφησα στο τέλος του Β’ έτους την Ανωτάτη Εμπορική για να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη μουσική.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ενορχηστρώνει το πρώτο σας τραγούδι, Περιστεράκι της φτωχιάς αυλής. Θα τον περιγράφατε ως «μέντορά» σας;

Ο Μίκης Θεοδωράκης με ανακάλυψε στην μπουάτ Εσπερίδες όταν ο Γιώργος Ζωγράφος τραγουδούσε ένα τραγούδι μου (Βροχή στα Δειλινά).

Μου είπε ότι του αρέσει πολύ και θέλει να το ενορχηστρώσει και να το διευθύνει στην ηχογράφηση του. Μπροστά ήταν και ο Τ.Β. Λαμπρόπουλος τής κραταιάς τότε COLUMBIA, που μου ζήτησε να υπογράψω συμβόλαιο μαζί τους.

Έτσι κι έγινε.

Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας καταφεύγετε στις Η.Π.Α. μαζί με την Φλέρυ Νταντωνάκη. Αέρινη, βασανισμένη ύπαρξη. Παραμείνατε κoντά μέχρι τον πρόωρο χαμό της;

Ήμασταν τότε μαζί και μαζί φύγαμε για την Νέα Υόρκη μετά το Πολυτεχνείο.  Όμως ήταν ταραγμένη και ύστερα από ένα διάστημα χωρίσαμε στην Αμερική.

Ήταν η  καλύτερη φωνή που πέρασε ποτέ στο Ελληνικό τραγούδι. Δεν την συνάντησα ποτέ στη Αθήνα, όταν επέστρεψα...

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην Ελλάδα, συνεργάζεστε επί μια εικοσαετία με την Μαρίζα Κωχ. Τι κρατάτε από την πολύχρονη αυτή συνεργασία και σχέση ζωής;

Ήταν μια από τις καλύτερες εποχές στη ζωή μου. Γυρίσαμε μαζί όλο τον κόσμο. Μέχρι και στη Κίνα φτάσαμε μαζί (το πρώτο ευρωπαϊκό συγκρότημα!)

Ιδρύετε τη μουσική σκηνή «Δίαυλος» (1993-2010), την οποία πρόλαβα κι εγώ να απολαύσω. Ποια ανάγκη υπαγόρευσε τη δημιουργία της, γιατί έκλεισε και ποιο, πιστεύετε, ότι υπήρξε το αποτύπωμά της στα εγχώρια μουσικά πράγματα;

Ο «Δίαυλος» έπεσε θύμα των διαβολικών «πανωτοκίων»  που την εποχή εκείνη εξολόθρευαν μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Ήθελα να έχω την προσωπική μου Μουσική Στέγη για να τραγουδάω ο ίδιος τα τραγούδια μου.

Όσο κράτησε καλά κράτησε... Δεν μπορώ να μιλήσω εγώ για το αποτύπωμα της αλλά εκείνοι που φιλοξενηθήκανε εκεί τόσα πολλά χρόνια.

«Το 2001 πήγα στη Λίμνη Καστοριάς για ένα διάλειμμα από τη συνεχή ενασχόληση με τη Μουσική Σκηνή Δίαυλος. Γύρισα ποιητής αφού ύστερα από έναν περίπατο στη Λίμνη άρχισα να γράφω τόνους ποίησης χωρίς προσπάθεια», εξομολογείστε.

Τι αγαπάτε περισσότερο στην ποίηση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως αναγνώστης/ακροατής; Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τι κάθε φορά θα μελοποιήσετε;

Έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να μελοποιώ. Αγαπώ στην Ποίηση την μοναχικότητα Της. Είσαι εσύ κι Αυτή. Τίποτε άλλο. Όλη μου η ενασχόληση και η δύναμη μου πάει στην ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ και την Ποίηση. Έχω χιλιάδες ποιήματα ανέκδοτα.




Πέρσι κυκλοφορεί από τον Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού η ποιητική συλλογή σας Αιώνιος άνεμος Ι- Η σιωπή στο σπίτι, μαζί με ένα διπλό CD-«διαμάντι» υπό τον τίτλο Τα Παθιασμένα, με 38 τραγούδια σας σε στίχους Εύας Λίτινα.

Τα τραγούδια αυτά τα ανακαλύψατε τυχαία. Τι ρόλο έχει παίξει η τύχη στη ζωή σας; Ποια είναι η σχέση σας με τη σιωπή; Έχει υπάρξει το πάθος η βασική προϋπόθεση εμπλοκής σας στο οτιδήποτε - και με τον οποιονδήποτε;

Τα τραγούδια μου αυτά τα ανακάλυψα τυχαία σε μια κασέτα. Τα είχα μελοποιήσει το 1999. Μου άρεσαν τόσο πολύ έτσι που δεν θέλησα να τα ηχογραφήσω από την αρχή με ορχήστρα κ.λπ.

Το πάθος τους, πάρα τις τεχνικές αδυναμίες (τα είχα ηχογραφήσει μόνος μου σε κασετόφωνο παίζοντας το πιάνο και τραγουδώντας), δεν μπορεί να αναπαραχθεί ούτε στην καλύτερη τωρινή ηχογράφηση. Έτσι τα άφησα όπως είναι...

Το καλό ήταν ότι ο Συλιβός δεν είχε αντίρρηση....

Η πολιτική τι συναισθήματα σας προκαλεί, ιδίως στις μέρες μας, διεθνώς και εγχωρίως;

Η πολιτική με απωθεί διεθνώς και εγχωρίως.

Κι η μουσική; Τι σας ευχαριστεί να ακούτε περισσότερο - ή και τι σας απωθεί;

Παθιάζομαι όταν ακούω Γρηγοριανούς Ύμνους από αντρικά ή γυναικεία φωνητικά σύνολα. Αριστουργήματα μονοφωνικής μελωδικότητας. 

«Δεν ήρθαμε απ’ την άβυσσο/ Δεν πάμε στο σκοτάδι/ Ήμασταν πάντα, πάντα εδώ/ Στο αιώνιο λιβάδι», τραγουδάτε στο Άπειρο γίνεται στιγμή.

Πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε την αιωνιότητα; Είστε συμφιλιωμένος με το σκοτάδι, το μέσα και το έξω; Μερεύει με τη δημιουργία - και τις συναυλίες;

Δεν υπάρχει σκοτάδι. Μόνο φως, που όμως δεν το βλέπουμε. Εγώ θέλω να το δω πριν φύγω... Μάλλον θα γίνει.

Ευχαριστώ θερμά την Ελευθερία Σακαρέλη, υπεύθυνη Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων του Theatre of the NO, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη.

Την ευχαριστώ επίσης για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ο Γιάννης Γλέζος παρουσιάζει την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο Theatre of the NO (Κων/νου Παλαιολόγου 3, Αθήνα) στις 21:00 μια ξεχωριστή βραδιά μουσικής και ποίησης.

Τίτλος της: Αιώνιος Άνεμος - Ποιήματα & Τραγούδια, Τραγούδια & Ποιήματα.

H ποιητική συλλογή του Αιώνιος άνεμος Ι- Η σιωπή στο σπίτι, μαζί με ένα διπλό CD υπό τον τίτλο Τα Παθιασμένα, με 38 τραγούδια του σε στίχους Εύας Λίτινα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος.