Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Γιώργος Κατσής: «Οφείλω με αυτό που φτιάχνω να αγκαλιάζω τους πληγωμένους»

 

Γιώργος Κατσής (Φωτογραφία: Αντώνης Χρήστου)

Ένας στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, η πολυπρόσωπη παράσταση Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα ξεχώρισε στην φετινή θεατρική σεζόν.

Μια συζήτηση με τον δημιουργό της, Γιώργο Κατσή.

Tα δέντρα ανθίζουν ακόμα, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι ένας πυρετώδης στοχασμός πάνω στην τέχνη, τον θάνατο, τον Θεό, την ασθένεια, τα κορόμηλα, τα δέντρα, την παιδική ηλικία και την μοναξιά, για να παραφράσω το δελτίο Τύπου.

Παρακολουθώντας την, ψυχανεμίστηκα ότι πηγάζει από έναν εξίσου πυρετώδη προσωπικό στοχασμό, αλλά και από μια ουσιαστική εντρύφηση στο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ - και όχι μόνο. Ισχύει;

Το αν έχω πυρετώδη στοχασμό δεν μπορώ να το πω εγώ για τον εαυτό μου. Με οτιδήποτε γράφουμε, πάντως, και με όποιον τρόπο εκφραζόμαστε αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας. Είναι αναπόφευκτο. Μοιραία μιλάμε για τον εαυτό μας ό,τι κι αν φτιάξουμε.

Ένα κακό δείγμα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι όταν όλοι κρύβονται μέσα σε αυτό, συνήθως σκόπιμα, καθώς υπάρχει μια πολύ κακή «σχολή» δημιουργίας στην Αθήνα η οποία θεωρεί πως η τέχνη είναι κατασκευή - το οποίο είναι μια αλήθεια, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια, παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι της.

Η κατασκευή που αφορά εμένα σε μια σκηνοθεσία ή ένα κείμενο που γράφω είναι μερικοί τεχνικοί κανόνες με τους οποίους όμως σκοπός είναι να εκθέσω τον εαυτό μου.

Δεν εννοώ να πω κάτι προσωπικό, εννοώ πραγματικά να με εκθέσω, με όλες τις ευαίσθητες, ευάλωτες ενδεχομένως πλευρές μου αλλά και τις πιο μισητές και βαθιά αντικοινωνικές που με διακατέχουν.

Ένα αγώνας δρόμου όσο το δυνατόν πιο μακριά από την ηθικολογία και τα «μηνύματα». Όσον αφορά τον Μπέρνχαρντ, η σύνδεση η οποία γίνεται δεν έχει να κάνει με μένα αλλά με αυτόν που τον βλέπει.

Άλλοι μου έχουν πει ότι τους θύμισε το Alexanderplatz, άλλοι Κλάιστ και τους ρομαντικούς, άλλοι Ρεμπώ και τις Εκλάμψεις...

Όλα αυτά τα έχω διαβάσει, δε νομίζω πως εντρύφησα σε κάτι, ωστόσο. Αγαπώ την λογοτεχνία και την ποίηση, αυτό μπορώ να πω μόνο.

Tαυτόχρονα, φαίνεται να εκτυλίσσεται σε μια παροντική Αθήνα, θα μπορούσε όμως να συντελείται σ’ ένα άχρονο κάπου. Ποια είναι η σχέση σου ως δημιουργού με τον χώρο και τον χρόνο;

Αποφεύγω να γράφω κάτι για «άχρονους» τόπους. Η Αθήνα είναι ο χώρος του διηγήματος, σήμερα, όπως στο Βουνό που είχα γράψει κι ανεβάσει πριν 5 χρόνια ήταν τα Ουράλια Όρη το 1959 κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το ζήτημα είναι ότι πολλές φορές για να φέρει «σήμερα» ένα έργο κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να γράψει «μαλάκα, μουνί, καριόλη, πούστη, πρέζα..» και να φωνάζουν συνέχεια «Γιάννη» και «Βαγγέλη» ο ένας τον άλλον.

Μια χαρά όλα αυτά, αλλά μπορείς να γράψεις για την Αθήνα σήμερα με ποίηση. Μπορείς να ασκηθείς στην λογοτεχνία. Αυτά επιθυμούν τον χρόνο τους.

Δεν αρκεί αυτό που ξέρεις και η γλώσσα που μιλάς για να πεις ό,τι γράφεις. Τα βιώματα σου δεν είναι το παν, ούτε ο χώρος στον οποίο ζεις. Πρέπει να μεγαλώσεις για να μεγαλώσει κι ο χώρος σου.

Τα όρια της γλώσσας μου καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου έλεγε ο Βιτγκενστάιν. Και, κατ’ επέκταση, αυτά τα όρια είναι και τα όρια της φαντασίας σου. Δε βλέπω φαντασία σε τίποτα σχεδόν σήμερα.

Ο χρόνος μου είναι φρενιτιώδης άλλες φορές και άλλες είναι άδειος και απλωμένος. Δεν μπορώ να το καθορίσω εγώ αυτό. Πρέπει να δουλεύω. Στην Ελλάδα ζω. Η δουλεύεις ή πεθαίνεις εδώ πέρα.

Kεντρικός, ίσως, χαρακτήρας της παράστασης είναι ένας νεαρός ο οποίος συχνά βρίσκεται σε κατάσταση παραληρήματος και σταδιακά εξελίσσεται -δυνητικά- σε σκηνοθέτη. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος;

Δεν εξελίσσεται. Είναι εξ’ αρχής ένας δημιουργός για τον οποίο αφηγούμαστε. Μιλάει από την αρχή για την τέχνη.

Η πρώτη-πρώτη φράση του κειμένου είναι «εκείνος στεκόταν και κοίταζε τον κόσμο, κι αναρωτιόταν για την τέχνη, γιατί τον πλήγωνε βαθιά».

Παραλήρημα είναι ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος. Δεν πιστεύω ότι λέγεται ούτε μία λέξη δίχως νόημα ή ασυνάρτητα σε όλη την παράσταση.




«Το κοινό είναι εχθρός της τέχνης», μονολογεί κάπου. Yπάρχει τέχνη ερήμην (κάποιου) κοινού - ή και αντίστροφα;

Όχι, δεν υπάρχει. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν επιδέχεται μόρφωσης, κριτικής, προσβολής κι ακόμα και επίθεσης, όταν είναι απαραίτητο.

Αν έρθουν 100 χριστιανοί σε μια παράστασή μου, εγώ πρέπει να σεβαστώ τις ψυχώσεις τους που τις ονομάζουν «πίστη»;

Η παράστασή μου δεν καταπιέζει κανέναν άνθρωπο στην ζωή του, η πίστη των χριστιανών καταπιέζει αιώνες τώρα, γυναίκες, ομοφυλόφιλους, αλλόθρησκους, το κράτος το ίδιο...

Πρέπει να σεβαστώ τους εθνικιστές στο κοινό; Τους δημοσιογράφους, τους μπάτσους; Τους γονείς;

Όχι, εγώ οφείλω να τους ενοχλώ με αυτό που φτιάχνω και να αγκαλιάζω τους πληγωμένους και τους ευαίσθητους. Αυτό το κοινό να πάει να γαμηθεί, λοιπόν.

«Οι άνθρωποι παύουν να σε αγαπούν όταν είσαι άρρωστος», συνεχίζει αλλού. Eπειδή φοβόμαστε ή/και αδυνατούμε να διαχειριστούμε σε επίπεδο καθημερινότητας τις συνέπειας της φθοράς, σωματικής και διανοητικής;

Επειδή εκ των πραγμάτων είμαστε στον πυρήνα μας φασίστες και παλεύουμε όλη την ζωή μας να το εξυγιάνουμε, η ζωή η ίδια είναι φασιστική. Στην φύση ο δυνατός/προσαρμοστικός επιβιώνει και ο αδύναμος πεθαίνει.

Ένας άντρας αποφασίζει να αφήσει το σπέρμα του μέσα σε μια γυναίκα και φέρνουν στον κόσμο χωρίς καμία συγκατάθεση ένα παιδί και το πετάνε αντιμέτωπο με τον κόσμο που βλέπεις σήμερα.

Δεν υπάρχει καμία ανταπόδοση από τον άρρωστο και είναι βαθιά ριζωμένο μέσα μας να αποτελούν τα πάντα μια ανταλλαγή.

Ποιος θέλει να κουβαλάει ένα σώμα πάνω του, να το πλένει από τη δυσοσμία, να το ακούει να φωνάζει απ’ τον πόνο και να λιώνει λίγο λίγο μπροστά του, ποιος ξέρει για πόσο, μπορεί για χρόνια ολόκληρα;

Είναι ο φασίστας μέσα σου, ο ναρκισσισμός που αγαπάει μόνο την δύναμη, την νεότητα, την ομορφιά και την αυτοδυναμία.

Η φροντίδα του άρρωστου είναι η απόπειρα της εξυγίανσης του φασισμού που προγραμμάτισε η φύση μέσα σου. Αλλά δεν μπορείς να τον αγαπήσεις. Επ’ ουδενί. Για να λυτρωθείς εσύ το κάνεις. Όχι για εκείνον.




O χαρακτήρας του πλαισιώνεται από άλλους εννιά -εννιά «δέντρα», για την ακρίβεια- που, σαν άλλος χορός, αλληλεπιδρούν και συνομιλούν μαζί του. Γιατί τους φαντάστηκες ως δέντρα;

Δεν τους φαντάστηκα ως δέντρα Μπορεί εσύ να τους φαντάστηκες, που είναι πολύ ωραία εικόνα και χαίρομαι.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο σχετικά νεότευκτο Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών.

Ποια είναι η καλλιτεχνική σου σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο και σε ποιον βαθμό αυτός επέδρασε στην δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, αλλά και στην μορφή που τελικά πήρε η ίδια η παράσταση;

Κάθε θέατρο ορίζει ένα μεγάλο κομμάτι της εκάστοτε παράστασης. Για μένα τουλάχιστον που ξεκινάω πρόβες χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου ποτέ, πέρα από χρώματα, πίνακες, συναισθήματα και λέξεις.

Το αισθητικό κομμάτι δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένο. Θα είναι καταδικασμένο να είναι κακό. Πρέπει να αφουγκραστείς το έδαφος στο οποίο θα σταθείς.

Το Ρεκτιφιέ το έχουν ανοίξει φίλοι μου, και εκτιμώ βαθιά την στήριξη να φιλοξενηθεί εκεί το συγκεκριμένο εγχείρημα.

Δεδομένου, εξάλλου, ότι -πολύ συχνά- από νεανικές/πρωτόπειρες θεατρικές ομάδες προκύπτουν «διαμαντάκια» -κι εδώ νιώθω πως ψηλαφούμε ένα τέτοιο- πόσο σε εμπνέει/(ανα)ζωογονεί η συνεργασία με τέτοιες ομάδες, όντας κι εσύ νέος;

Πάνε 11 χρόνια από την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, επομένως δεν αισθάνομαι «νέος» στον χώρο. Ξέρω ότι αντικειμενικά είμαι 32 χρονών. Αυτό δε σημαίνει κάτι ούτε πορεύομαι με αυτό ως ταυτότητα. Δε με ορίζει η ηλικία μου.

Αληθινά σπουδαίες για μένα παραστάσεις σπανίως τις είδα από νέους. Βρίσκω εντελώς λάθος αυτόν τον τρόπο συνομιλίας πάνω στο αντικείμενο.

Έχουμε βαθιά ανίδεους νέους καλλιτέχνες και βαθιά ανίδεους καλλιτέχνες παλαιότερων γενεών. Παράλληλα, και στις δύο πλευρές υπάρχουν «φωτεινά» πνεύματα, που ανέκαθεν ήταν λίγα.

Πόσο επίπονη ή ψυχοφθόρα από πλευράς συντελεστ(ρ)ιών «μικρών» δουλειών, όπως τα Δέντρα..., είναι, τέλος, η διάνοιξη διαύλων επικοινωνίας με το όποιο κοινό σε μια εποχή κατά την οποία τα θεατρικά -και όχι μόνο- ερεθίσματα αφθονούν;

Επίπονη η συγκεκριμένη παράσταση δεν υπήρξε ούτε στιγμή. Το λέω με μεγάλη χαρά και περηφάνεια.

Ψυχοφθόρα σίγουρα, γιατί δεν είχαμε φράγκο για να την κάνουμε.

Αλλά είναι η μεγαλύτερη νίκη ακόμα κι έτσι να φτιάχνεις κάτι που διεκδικεί -στα δικά μου μάτια, τουλάχιστον- μια απόσταση καλλιτεχνικά πολύ μεγάλη από τα περισσότερα δείγματα στο θέατρο αυτή την στιγμή.

Αμφιβάλλω ότι μπορεί να είμαστε κάτι ξεχωριστό από τις άλλες παραστάσεις, αλλά παράλληλα το νιώθω κάθε φορά που βλέπω την παράσταση στο μεδούλι μου.

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Ράντου για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Γιώργο Κατσή, καθώς και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το κείμενο.

Οι φωτογραφίες είναι του Αντώνη Χρήστου.

Το ανέβασμα της παράστασης Τα δέντρα ανθίζουν ακόμα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κατσή, ολοκληρώνεται την Τρίτη 7 Μαΐου (Θέατρο Ρεκτιφιέ-Κέντρο Μικτών Παραστατικών Τεχνών, Κωνσταντινουπόλεως 119, 21:00).

Τα δέντρα είναι οι:

Σταυρούλα Καραλίδου, Γιώργος Κοκκίνης, Μαρία Κυριακίδη, Σίλια Μπαξεβάνη, Σίλια Μπισιώτη, Γιώργος Ορφανουδάκης, Μυρτώ Πρατσινάκη, Θάνος Τσάρμπος, Μαρίσσα Φαρμάκη, Χριστιάνα Χατζηπιέρα, Χρήστος Δαλκυριάδης, Αντώνης Χρήστου, Μαριάννα Ράντου.

Poster: Σίλια Μπαξεβάνη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου