Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Victor Kossakovsky: «Το να κάνω ταινίες είναι ο τρόπος μου να είμαι ευτυχισμένος»

 


Συνομιλώντας με τον σπουδαίο Ρώσο ντοκιμαντερίστα Victor Kossakovsky για την οραματική, τρυφερή ταινία του Gunda, μια φιλμική «συνομιλία» με μια σειρά από αξιολάτρευτα, ευφυή ζώα.

Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται από τις 23 Δεκεμβρίου και μας καλεί υπαινικτικά να επαναξιολογήσουμε τις προτεραιότητές μας ως είδος.

Σε ένα masterclass που είχατε παραδώσει στο πλαίσιο του IDFA το 2006 ένας από τους κανόνες σας που μοιραστήκατε ήταν «Μην κινηματογραφείς αν μπορείς να ζεις χωρίς να κινηματογραφείς».

Γιατί είναι η δημιουργία ταινιών τόσο ζωτική ανάγκη για εσάς;

Πιστεύουμε ότι χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να εκφραστούμε. Εγώ, πάλι, πιστεύω πως χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να κρυφτούμε.

Για παράδειγμα, λες απόλυτες αλήθειες στην μαμά, στον μπαμπά ή στα παιδιά σου; Ή μήπως υπάρχουν πολλά που δε λες; Κι όμως, είναι οι πιο κοντινοί σου άνθρωποι. Συνεπώς, τους μιλάς αλλά και δεν τους μιλάς, κατά κάποιον τρόπο.

Καθένας από εμάς αναζητά ευκαιρίες να είναι απολύτως ειλικρινής, κι ο δικός μου τρόπος είναι να κάνω ταινίες. Είναι ο τρόπος μου να είμαι ευτυχισμένος. Είμαι «εθισμένος» σ’ αυτή την ευτυχία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για μένα από το να δω κάτι που οι άνθρωποι συνήθως δε βλέπουν και να μπορέσω να το φιλμάρω.

Πάντα ήθελα να κάνω το Gunda. Δε θα μπορούσα να πεθάνω πριν το γυρίσω.

Γιατί;

Σ’ όλη μου τη ζωή ήθελα να κάνω μια ταινία για τα ζώα.

Ήξερα ότι είναι ευφυείς υπάρξεις, έχουν συναισθήματα, υποφέρουν, έχουν συμπόνια, μπορούν να θυσιαστούν. Απολαμβάνουν τη ζωή, επίσης. Οι άνθρωποι δε θέλουν να το δουν, όμως.

Ανεξαρτήτως του πολιτικο-οικονομικού συστήματος εντός του οποίου κάθε άνθρωπος έχει ζήσει ή ζει, τα μη-ανθρώπινα έμβια όντα και το περιβάλλον δεν τίθενται ως προτεραιότητα εξίσου όσο και οι άνθρωποι.

Το κινηματογραφικό σας βλέμμα αντιστρέφει και αποδομεί αυτές τις προτεραιότητες.

Εσείς φταίτε γι’ αυτό! Ο Πρωταγόρας είχε πει: «Πάντων μέτρον άνθρωπος». Κι η Βίβλος διέπραξε το ίδιο λάθος, ήδη από την πρώτη της σελίδα.



Σαν να μην υπάρχουν άλλες ζωντανές υπάρξεις.

Είναι παράλογο αυτό. Έτσι, είμαστε περήφανοι για τους εαυτούς μας, θεωρούμε ότι είμαστε το πιο σημαντικό είδος.

Και μετά; Ένας μικρός ιός εμφανίζεται... Όποια απάντηση κι αν δώσεις στο πώς προέκυψε θα είναι επώδυνη και φρικτή, πιστεύω.

Μέχρι να σταματήσουμε να σκοτώνουμε άλλους, θα ζούμε σ’ αυτόν τον δυστυχισμένο κόσμο.

Πρέπει να μάθουμε πώς να σεβόμαστε, να δείχνουμε ενσυναίσθηση. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Κοίτα γύρω σου! Τα δέντρα έχουν είκοσι αισθήσεις, εμείς μόνο πέντε. Θέλουμε να ζήσουμε εκατό χρόνια, ένα δέντρο μπορεί να ζήσει χιλιάδες! Ένας καρχαρίας 700. Οι μέδουσες εκατοντάδες- και τις βλέπουμε σαν κάτι τιποτένιο.

Όταν ήμουν τεσσάρων, περνούσα πολύ καιρό στην εξοχή, κι ένα γουρουνάκι ενός μηνός έγινε ο καλύτερος φίλος μου- το πιο σημαντικό γεγονός της παιδικής μου ηλικίας. Επικοινωνούσαμε, ήξερα ότι με καταλάβαινε.

Τι του συνέβη;

Κάποιοι συγγενείς φυσικά το σκότωσαν για κάποιον εορτασμό.

«Τι πρόβλημα έχεις;» μου έλεγαν. «Όλοι τρώνε κρέας». Η μητέρα μου μού είχε μεταδώσει αυτή την ενσυναίσθηση, πως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί βιώνουν πόνο και χρειάζονται αγάπη.

Γιατί έχεις ζώα; Γιατί είναι καλή παρέα.

Είναι παράλογο να σκοτώνεις δισεκατομμύρια γουρούνια, αγελάδες και κοτόπουλα και τρισεκατομμύρια ψάρια κάθε χρόνο. Συστηματικά τα σκοτώνουμε, κι έπειτα τα καταψύχουμε, τα τεμαχίζουμε, τα μεταφέρουμε, τα μαγειρεύουμε.

Και θεωρείται φυσιολογικό. Οπότε για εσάς η χορτοφαγία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια διανοητική στάση, είναι μια υπαρξιακή και ηθική επιλογή.

Ως είδος επιτρέπουμε στον εαυτό μας να σκοτώνει. Γι’ αυτό πρόκειται, όχι για να το να τρως ή να μην τρως κρέας, να πίνεις ή να μην πίνεις γάλα.

Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βασανίζει μια άλλη ζωντανή ύπαρξη, να την κλείνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης: το 99% των ζώων ζουν σε κλουβιά. Κάνουμε αυτό που εμείς θέλουμε.

Ζουν, λοιπόν, δέκα φορές λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσαν να ζήσουν. Αν ένας άνθρωπος μπορούσε να ζήσει μέχρι τα εκατό, θα ήταν σαν τον σκοτώναμε στα δέκα!

Ευτυχώς, νεαροί και νεαρές μου γράφουν καθημερινά ότι το Gunda τούς άλλαξε τη ζωή. Ίσως είναι πιθανή η αφύπνιση των ανθρώπων.

Το ντοκιμαντέρ σας είναι «διαποτισμένο» από ενσυναίσθηση, κι όλες οι δουλειές σας αποπνέουν ένα θαυμασμό, μια μαγεία, μια τρυφερότητα για καθετί ζωντανό. Διακρίνονται για την ολιστική, συμπεριληπτική τους οπτική. Το εκτιμώ αυτό.

Όταν κάνουμε αυτό που υποτίθεται πως πρέπει να κάνουμε, είμαστε καλύτεροι απ’ ό,τι στην πραγματικότητα.

Στην πραγματική μου ζωή, δεν έχω καμία αίσθηση του χιούμορ, είμαι βαρετός. Κάποιες από τις ταινίες μου, όμως, είναι αστείες, άλλες αρκετά ευφυείς και φιλοσοφημένες.

Ένα φιλμ μού δίνει την ευκαιρία να είμαι πολύ καλύτερος απ’ ό,τι είμαι. Έτσι μπορώ να αλλάζω τον εαυτό μου, να ωριμάζω.

Κάθε ταινία με αλλάζει, κι αυτό είναι το όμορφο στο ντοκιμαντέρ. Στο ντοκιμαντέρ ξεκινάς με μια «οσμή» ιδέας και το φιλμ γίνεται μεγαλύτερο από σένα.



Αλλάζει και το κάθε ντοκιμαντέρ μέσα από τη διαδικασία δημιουργίας του;

Ακριβώς. Αν προφέρεις κάτι, πως είσαι χορτοφάγος, για παράδειγμα, έχεις ήδη πραγματοποιήσει το πρώτο βήμα και χρειάζεται μονάχα να συνεχίσεις.

Αν κάποιος με ρωτήσει ποιος είμαι και του απαντήσω «Είμαι ο Victor Kossakovsky, είμαι Ρώσος, γεννήθηκα στις 19 Ιουλίου του 1961 στο τότε Λένινγκραντ, σήμερα Αγία Πετρούπολη», αυτό δεν έχει καμία σχέση με μένα.

Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να γεννηθώ. Ή συνέβη κατά τύχη. Κι αν γεννιόμουν αλλού; Στην Τσετσενία, ας πούμε; Τότε, λογικά, εγώ θα πολεμούσα τους Ρώσους.

Ή αν είχατε γεννηθεί σε άλλο μέρος του κόσμου, θα διεξάγατε άλλους αγώνες. Ή όχι.

Πρέπει να αποδεχτείς πως ο άλλος θα μπορούσες να είσαι εσύ. Θα μπορούσα να γεννηθώ ως αυτός που αντιπαθώ! (Γέλιο). Το να μισείς, λοιπόν, μια κατηγορία ανθρώπων είναι πολύ λανθασμένο.

Εξακολουθώ, ωστόσο, να θέλω να είμαι σκηνοθέτης και να μη μεταδίδω ξεκάθαρα μηνύματα. Γι’ αυτό και στο Gunda δεν υπάρχουν διάλογοι, ούτε καν μουσική.

Η δουλειά με την εικόνα και τον ήχο είναι υποδειγματική. Και το ασπρόμαυρο πολλαπλασιάζει την ένταση του «μηνύματος». Γιατί το επιλέξατε;

Υπήρξε μια δύσκολη απόφαση και αρχικά δε χάρηκαν ούτε οι παραγωγοί ούτε η εταιρεία διανομής.

Με το ασπρόμαυρο αμέσως βλέπεις τα μάτια των ζώων, προσέχεις την προσωπικότητά τους. Με το έγχρωμο βλέπεις υπερβολικά πολλά.



Ήταν πολλές φορές που ένιωθα σαν να με κοιτάνε μέσα από τον φακό και να μου «μιλάνε». Το μοντάζ, εξάλλου, δημιουργεί μια αίσθηση συνέχειας δίνοντας την εντύπωση ότι τα ζώα βρίσκονται στο ίδιο μέρος.

Το σινεμά είναι μαγεία -ακόμα και τα ντοκιμαντέρ-, έτσι; Ακόμα κι αν το φιλμ είναι γυρισμένο στη Νορβηγία και τη Μεγάλη Βρετανία, το νιώθεις ως μια ενιαία τοποθεσία.

Κανένας δεν κρατάει τις αγελάδες όταν γερνάνε, γιατί δεν παράγουν πια γάλα. Τις κινηματογράφησα σε ένα καταφύγιο, λοιπόν, όχι σε μια φάρμα.

Υπάρχουν άνθρωποι με ενσυναίσθηση με άνθρωποι που πηγαίνουν στα σφαγεία, αγοράζουν ζώα τα οποία πρόκειται να πεθάνουν, τα μεταφέρουν στη γη τους και τους δίνουν την ευκαιρία να ζήσουν μέχρι να πεθάνουν από φυσικό θάνατο.

Οι αγελάδες που φίλμαρα ήταν πάνω από είκοσι χρονών. Σε τέτοια μέρη τα ζώα πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, κι έτσι σε αφήνουν να τα πλησιάσεις πολύ.

Σε αντίστοιχο καταφύγιο κινηματογράφησα και τις κότες. Δεν είχαν ξαναπατήσει χορτάρι. Ακόμα και η μονοπόδαρη κότα βλέπεις πως δεν είναι χαζή.

Ήμουν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο όταν επέστρεφα στο σπίτι από το γύρισμα. Κάθε φορά που επισκέπτομαι έκτοτε την Gunda, την μητέρα γουρούνα, είναι συγκινητική εμπειρία. Το να κάνεις τη δουλειά σου είναι το καλύτερο στη ζωή.

Σε ό,τι με αφορά, ένιωσα να αποκτώ μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και να διευρύνονται οι διανοητικοί ορίζοντες παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ. Σας ευχαριστώ γι’ αυτό.

Αν συνιστούσα κάτι, θα ήταν: «Δείτε αυτό το φιλμ με τα παιδιά σας». Κι έπειτα συζητήστε το μαζί τους. Σίγουρα τα παιδιά θα το καταλάβουν καλύτερα.

Ευχαριστώ θερμά την συμπαραγωγό του ντοκιμαντέρ Anita Rehoff Larsen για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το ντοκιμαντέρ του Victor Kossakovsky Gunda προβάλλεται από τις 23 Δεκεμβρίου αποκλειστικά στους κινηματογράφους Άστυ (Αθήνα) και Παύλος Ζάννας (Θεσσαλονίκη) σε διανομή της AMA Films.



Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

Ντανιέλ ντε Ρουλέ: «Οι αναρχικοί ήταν οι πρώτοι φεμινιστές»

 

Ντανιέλ ντε Ρουλέ (Φωτογραφία: Thomas Andenmatten)

«Διαποτισμένο» από ένα πνεύμα επαναστατικής αισιοδοξίας, το μυθιστόρημα του Ελβετού Ντανιέλ ντε Ρουλέ Δέκα μικρές αναρχικές συνυφαίνει μυθοπλασία και πραγματικότητα με φόντο τη μετανάστευση από την Ελβετία του 19ου αιώνα.

Συνομιλώντας τηλεφωνικά με τον συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Γράφατε ανέκαθεν ή αποφασίσατε να καταπιαστείτε με τη συγγραφή στα τέλη της δεκαετίας του ’90;

Όταν απέκτησα αρκετά χρήματα, αποφάσισα να σταματήσω να δουλεύω και να αρχίσω να γράφω.

Ποιο ήταν το κίνητρο;

Στα δεκαοκτώ μου ξεκίνησα να σπουδάζω λογοτεχνία. Σταμάτησα έπειτα από δύο χρόνια και εγγράφηκα σε τεχνική σχολή.

Νόμιζα ότι οι άνθρωποι στο τεχνικό πεδίο ενδιαφέρονταν για τη λογοτεχνία, αλλά αυτό δεν ίσχυε.

Ήθελα να γράψω σχετικά με την επιστήμη, και πιο συγκεκριμένα για την ατομική ενέργεια. Αυτό ήταν το πρώτο μου κίνητρο. Διαπίστωσα, όμως, πως οι συνάδελφοί μου αγόραζαν τα βιβλία, αλλά δεν τα διάβαζαν!

Πολύ απογοητευτικό.

Οι άνθρωποι για τους οποίους είχα αρχίσει να γράφω δεν υπάρχουν πλέον στην Ελβετία. Το κίνητρό μου τώρα συνίσταται στην ευχαρίστηση που αντλώ από το να γράφω ιστορίες.

Το Δέκα μικρές αναρχικές, εξαιρετικό κράμα μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ρίχνει τη ματιά του στις/στους περιθωριοποιημένες/-ους από την κυρίαρχη Ιστορία και λογοτεχνία μετανάστες από την Ελβετία του 19ου αιώνα. Γιατί;

Όταν κατάγεσαι από την Ελβετία και τριγυρνάς στον κόσμο, οι άλλοι νομίζουν ότι όλοι οι Ελβετοί είναι πολύ πλούσιοι -και ήταν ανέκαθεν-, καλοί δημοκράτες και χωρίς βασιλιά. Η ιστορία επιτυχίας είναι η επίσημη Ιστορία.

Σαν να μην υπάρχουν φτωχοί στην Ελβετία.

Η μετανάστευση από τη χώρα ήταν πολύ συνήθης κατά τον 19ο αιώνα. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι γνωστό γιατί ως γερμανόφωνοι, γαλλόφωνοι ή ιταλόφωνοι οι κάτοικοί της εντάχθηκαν στα αντίστοιχα μεταναστευτικά ρεύματα.

Συνεπώς οι φτωχοί και οι κυνηγημένοι είναι οι «αποσυνάγωγοι» του ελβετικού ονείρου.

Στην Ελβετία ποτέ δε συζητάμε για όσες και όσους αναγκάστηκαν να φύγουν.

Κάποιοι δούλεψαν ως μισθοφόροι ξένων βασιλιάδων, κυρίως πρωτότοκοι πολυμελών οικογενειών. Όταν αυτό δεν ήταν πλέον δυνατόν γιατί όλα τα κράτη απέκτησαν εθνικούς στρατούς, αυτοί αναγκάστηκαν να γίνουν οικονομικοί μετανάστες.

Επιπλέον, ήθελα να εξηγήσω τι συνέβη στις αναρχικές και τους αναρχικούς.

Θα σας το ρωτούσα, καθώς δεν πρόκειται μονάχα. για μετανάστριες και μετανάστες, αλλά και για αναρχικές/αναρχικούς.

Μεγάλωσα στο Σεντ Ιμιέ, όπου πραγματοποιήθηκε το Διεθνές Συνέδριο Aναρχικών το 1872. Ήξερα αυτή την ιστορία.

Ενώ πολλοί κατοπινοί μετανάστες εργάζονταν στις διάσημες ωρολογοποιίες, οι ιστορίες αφορούσαν τα αφεντικά. Υπάρχουν δρόμοι με τα ονόματα των μεγάλων ωρολογοποιών, αλλά τίποτα δε λέγεται για τους αναρχικούς.

Μετά την έκδοσή του βιβλίου μου, αυτό άλλαξε.

Πώς προέκυψε η εστίαση στις γυναίκες; Ανακαλύψατε περισσότερο σχετικό υλικό όταν κάνατε την έρευνά σας ή απλώς σας ελκύει πιο πολύ η αποτύπωση γυναικείων χαρακτήρων;

Αρχικά δε σκόπευα να γράψω αυτό το βιβλίο.

Ήθελα να πραγματοποιήσω ένα είδος ρεπορτάζ σχετικά με το μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελβετία προς τις Η.Π.Α. και τη Νότια Αμερική. Ταξίδεψα επί οκτώ μήνες, από την Παταγονία στην Αλάσκα.

Όταν έφτασα στην Πούντα Αρένας, το ακρότατο σημείο της Νότιας Αμερικής, επισκέφτηκα ένα μουσείο όπου ανακάλυψα στοιχεία τα οποία με βοήθησαν να καταλάβω τι συνέβη.

Εκεί βρήκα κι ένα αρχείο, στο οποίο εντόπισα γράμματα γυναικών. Η ιστορία των γυναικών που ταξίδεψαν μόνες τους, χωρίς άντρες, στη Νότια Αμερική είναι αληθινή.

Η αναφορά στο ότι δεν ήθελαν θεό, αφέντη ή σύζυγο ήταν κάτι που όντως είχαν πει. Υπήρχε, λοιπόν, πολύ υλικό για μυθιστόρημα που μπορούσα να χρησιμοποιήσω.

Όσον αφορά στην αναρχική πολιτική ταυτότητα που τους αποδόθηκε;

Οι αναρχικοί διέφεραν και διαφέρουν σημαντικά από τους «ορθόδοξους» μαρξιστές.

Οι αναρχικοί, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, δεν πιστεύουν ότι πρώτα θα κάνεις την επανάσταση και μετά θα απελευθερωθούν οι γυναίκες. Αυτή ήταν η επίσημη θέση των μαρξιστών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Οι αναρχικές έλεγαν: «Δείξτε μας πως μπορούμε να είμαστε κομμάτι της επανάστασης, αλλιώς δεν ενδιαφερόμαστε». Οι αναρχικοί ήταν οι πρώτοι φεμινιστές.

Οι μαρξιστές θεωρούσαν ότι η τεχνολογική πρόοδος θα έφερνε την πιθανότητα αλλαγής στον κόσμο.

Σύμφωνα με την αναρχική θεωρία, από την άλλη, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα υπάρχοντα εργαλεία κατά τρόπο συμβατό με τους υπάρχοντες πόρους.

Για τους αναρχικούς είναι, εξάλλου, κομβικό στοιχείο ο πειραματισμός, η προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός νέου τρόπου ζωής και συνύπαρξης. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα.

Αυτή η διάθεση πειραματισμού αποτυπώνεται με ενάργεια στο βιβλίο. Γι’ αυτό δε συμφωνώ με την αναφορά στο “making of” του πως πρόκειται για φόρο τιμής σε «δέκα θαυμάσιες ηττημένες».

Δεν τις αντιλαμβάνομαι ως τέτοιες, αν και μπορεί να υπέστησαν εκμετάλλευση, εγκλεισμό, βασανιστήρια- ακόμα και να δολοφονήθηκαν.

Έχεις δίκιο.

Για μένα, η καταστροφή συνίσταται στο ότι οι αναρχικοί μετά την Αργεντινή και την Ισπανία της δεκαετίας του ’30 ηττήθηκαν σε επίπεδο κινήματος και εν μέρει ιδεολογικά.

Αισθάνεστε, επομένως, κοντά στην αναρχική ιδεολογία και τις πρακτικές της όπως εκφράζονται στις μέρες μας.

Σίγουρα. Δεν είμαι στρατευμένος, γιατί γράφω βιβλία, αλλά είναι ξεκάθαρο για μένα πως ο στοχασμός στον οποίο χρειάζεται να προβούμε για την κοινωνία κινείται σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Δε γράφω δοκίμια, αλλά ιστορίες που εμπεριέχουν αντιφάσεις. Όπως θα διάβασες, η αφηγήτρια δεν πιστεύει όλα όσα λέει. Προσεγγίζει τα πράγματα κάπως αποστασιοποιημένα.

Ίσως αυτή είναι κι η δικιά μου οπτική γωνία. Για να γράψεις, χρειάζεσαι μια ορισμένη απόσταση.

Έχετε υπάρξει πολιτικοποιημένος άνθρωπος πολύ πριν εμπλακείτε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Στις 5 Ιανουαρίου του 1975, μάλιστα, κάψατε το σαλέ του μεγιστάνα του Τύπου, και θεωρούμενου ναζιστή, Άξελ Σπρίνγκερ.

Δεν μπορείς να πολεμήσεις τον φασισμό μόνο με λέξεις. Η δικιά μου δουλειά, ωστόσο, είναι να τον πολεμώ έτσι. Δεν είμαι πλέον τόσο ενεργός στον δρόμο. Είμαι κάποιας ηλικίας.

Ποιος, κατά τη γνώμη σας, είναι ο πιο σοβαρός κίνδυνος που αντιμετωπίζουν σήμερα οι καταπιεσμένοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και ευρύτερα;

Μόλις επέστρεψα από τις Η.Π.Α.

Το πολιτικό προσωπικό της εξουσίας είναι παρακμιακό και αδιάφορο, ο καπιταλιστής εχθρός είναι σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν έχουν άλλο τρόπο διατήρησης της εξουσίας από τον φασισμό.

Παλαιότερα υπήρχαν άλλοι με ιδέες για το πώς μπορεί να διασωθεί το σύστημα. Αυτή η κατάσταση δεν είναι και τόσο κακή για μένα, ωστόσο, γιατί σημαίνει ότι δεν ξέρουμε πώς να προχωρήσουμε περαιτέρω.

Στη διάρκεια της πανδημίας -αλλά και τώρα- πολλοί δεν μπορούσαν να πάνε για δουλειά και εισέπρατταν κρατικά επιδόματα. Τώρα τους ζητάνε να επιστρέψουν.

Δεν το κάνουν γιατί δε θέλουν να συμμετέχουν άλλο σ’ αυτή τη μαλακία με τόσο χαμηλούς μισθούς, κι έτσι πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές.

Αν αρνήσεις τέτοιου είδους οδηγήσουν σε καταφάσεις προς επιλογές κινούμενες σε χειραφετητική κατεύθυνση και εμπνεόμενες από αγώνες και βιώματα του παρελθόντος, ίσως το μέλλον να μην είναι τόσο ζοφερό, τελικά.

Το βιβλίο σας, πάντως, προς την καλλιέργεια ενός πιο μαχητικού πνεύματος  καταφάσκει.

Έρχεται αλλαγή, είμαι αρκετά σίγουρος.

Το μυθιστόρημα του Ντανιέλ ντε Ρουλέ Δέκα μικρές αναρχικές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση του Γιάννη Χαρλαμπίτα.



Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Aleem Khan: «Η ταυτότητά σου δεν έχει να κάνει με το να διαλέγεις πλευρά»

 

Aleem Khan (Φωτογραφία: Mark Senior)

H αγάπη, ο θάνατος, η πίστη, η ταυτότητα βρίσκονται στον πυρήνα της θαυμάσιας, χαμηλών τόνων ταινίας του Βρετανο-Πακιστανού Aleem Khan, Μετά την αγάπη.

Βραβείο γυναικείας ερμηνείας στην εκπληκτική πρωταγωνίστρια Joanna Scanlan στο 61ο ΦΚΘ. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 16 Δεκεμβρίου.

Παρακολουθώντας το διακριτικό μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου, Μετά την αγάπη, μου ήρθε στο μυαλό το Μυστικά και Ψέματα, το αριστούργημα του Μάικ Λι. Ήταν από τις αναφορές σου;

To αγαπώ κι εγώ, είναι απίστευτο φιλμ, κι ο Μάικ Λι είναι απίστευτος σκηνοθέτης. Το έχω δει πολλές φορές και αντιλαμβάνομαι τους παραλληλισμούς.

Στην πραγματικότητα, όμως, άντλησα έμπνευση από τη δικιά μου εμπειρία, τη δικιά μου οικογένεια, τη δικιά μου κουλτούρα.

Όταν γράφω ένα σενάριο, προσπαθώ να μη βλέπω ταινίες κατ’ αυτόν τον τρόπο, και αποφεύγω το να μιμούμαι, αλλιώς διακυβεύεται η πρόθεσή μου.

Μιλώντας, λοιπόν, για αυτοβιογραφικές αναφορές, προέρχονταν αυτές από το ευρύτερο κοινωνικό ή το στενότερο οικογενειακό περιβάλλον σου;

Αρχικά, ήθελα να κάνω ένα φιλμ που θα εξερευνά το πώς δομείται η ταυτότητα.

Κατόπιν, το για ποιους κατασκευάζουμε αυτή την ταυτότητα, πώς μέσω της ώσμωσης γινόμαστε ένα κομμάτι της εκδοχής της/του συντρόφου μας.

Σε ό,τι με αφορά, η μητέρα μου είναι Μουσουλμάνα προσήλυτη. Άλλαξε θρησκεία όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου.

Μεγαλώνοντας ως μιγάδας αγγλικής και πακιστανικής καταγωγής αναρωτιόμουν σε ποια πλευρά βρισκόμουν.

Όταν, όμως, ενηλικιώθηκα, συνειδητοποίησα πως η ταυτότητά σου δεν έχει να κάνει με το να διαλέγεις πλευρά- είσαι και τα δύο.

Εξαναγκάζεσαι, ωστόσο, σε πολύ νεότερη ηλικία να λειτουργήσεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κι αυτό σου προκαλεί σύγχυση.

Πρόκειται, νομίζω, για μια οικουμενική εμπειρία. Όλοι προσπαθούμε να αντιληφθούμε τη θέση μας στον κόσμο.

Γι’ αυτό και το Μετά την αγάπη έχει τέτοια απήχηση, επειδή ως αφήγηση σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση είναι οικουμενικό.

Είναι μια ταινία για την αγάπη και τον θάνατο. Υπάρχει κάτι πιο καθολικό από αυτά;

Joanna Scanlan


Και για την απώλεια της αίσθησης του εαυτού ώστε να ευνοηθούν αγαπητικές σχέσεις με συγκεκριμένους άλλους στη ζωή του κάθε ανθρώπου.

Το να ερωτεύεσαι σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου.

Εκεί βρίσκεται η παραδοξότητα της αγάπης. Όταν ερωτεύεσαι με κάποιον, θέλεις να είσαι κομμάτι του, κι αυτό δεν είναι αρνητικό.

Η Mary, η πρωταγωνίστρια της ταινίας, όταν πεθαίνει ο άντρας της δεν πενθεί μόνο για την απώλεια του άλλου μισού της και του παιδιού που είχε χάσει, αλλά και γιατί ανακαλύπτει πως είχε μοιραστεί την αγάπη του με κάποια άλλη.

Υπάρχουν, επομένως, διαφορετικά επίπεδα θλίψης και το ταξίδι της Mary συνίσταται στην επαναρύθμιση της αίσθησης του εαυτού της.

Στα φιλμ οι άνθρωποι συνήθως κινούνται πολύ γρήγορα. Η θλίψη, αντιθέτως, είναι κάτι ήσυχο που το επεξεργάζεσαι αργά.

Η ταινία αφορά, εξάλλου, και στη συναρπαστική δυαδικότητα εντός μας στην καθημερινή ρουτίνα και τις τελετουργίες, όπως το να προσεύχεσαι ή να φτιάχνεις τσάι. Σωματικά βρίσκεσαι εκεί, αλλά το μυαλό σου είναι κάπου αλλού.

Σε τέτοιες ταπεινές δραστηριότητες βλέπουμε την πρωταγωνίστρια «αφιλτράριστη». Το φιλμ, όμως, δεν έχει να κάνει με την Mary ως Μουσουλμάνα, αλλά με μια γυναίκα που πενθεί. Η θρησκευτική πίστη της είναι μόνο μια πτυχή της ταυτότητάς της.

Η πίστη σίγουρα συνιστά μια σημαντική παράμετρο. Πόσο σημαντική έχει υπάρξει για σένα ως βίωμα εντός του περιβάλλοντος όπου μεγάλωσες;

Μεγάλωσα σε μουσουλμανική οικογένεια. Αυτή είναι η κουλτούρα που βίωσα, και υπήρχαν πολλά όμορφα πράγματα μέσα της.

Ήθελα να αναπαρίσταται η ομορφιά της κουλτούρας μου κινηματογραφικά. Στα φιλμ οι χαρακτήρες Μουσουλμάνων συνήθως παρουσιάζονται με ακραίο τρόπο: είτε είναι τρομοκράτες είτε εντυπωσιακοί αθηλτικοί αστέρες.

Ή μονάχα θύματα καταπίεσης.

Ποτέ δεν τους βλέπουμε -στο σινεμά ή και στα μίντια- ως καθημερινούς ανθρώπους.

Ο τρόπος που προσεύχεται η Mary είναι τόσο φυσικός όσο και το να φτιάχνει τσάι. Και οι δύο δραστηριότητες αποτελούν έκφραση αγάπης.

Nathalie Richard (αριστερά), Joanna Scanlan (δεξιά)


Από την άλλη, ο μακαρίτης σύζυγός της διήγε διπλή ζωή, γεγονός που εγείρει ένα ζήτημα ως προς το αν αυτό συνδεόταν με μια ορισμένη βίωση της θρησκείας ή όχι.

Το απορρίπτω έντονα αυτό.

Αν κάποιος συνδέει την εξωσυζυγική σχέση του Ahmed με τη θρησκεία, αυτό λέει περισσότερα για τη μισαλλοδοξία του ίδιου παρά για την πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι, διαφορετικών καταβολών, έχουν παράλληλες σχέσεις.

Η ταινία εξετάζει την ηθική «πυξίδα» των χαρακτήρων, το ποιος έχει την ηθική εξουσία στον κόσμο, γιατί όλοι είμαστε υποκριτές, όλοι εξαπατούμε τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Συμφωνώ.

Όλοι έχουμε αρχές, αλλά όλοι τις παραβαίνουμε. Κανένας από τους χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι αθώος, ο ένας λέει ψέματα στον άλλο. Ήταν, επομένως, σημαντικό να δείξω την Mary ως τρισδιάστατο χαρακτήρα, όχι ως αγία.

Έτσι φτάνουμε στην αλήθεια, όταν βλέπουμε τους εαυτούς μας ως επιρρεπείς σε λάθη.

Επί της ουσίας, η Mary και η Geneviève, η «άλλη γυναίκα», μοιάζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά υποπτεύεται κάποιος.

Τις βλέπουμε ως ίσες. Όταν πρωτοαντικρίζουμε την Mary, την κρίνουμε βάσει της εμφάνισης, της ενδυμασίας, της ηλικίας, του πάχους της.

Έτσι την προσεγγίζει και η Geneviève.

Το κοινό θα την κρίνει κι εκείνη βάσει του πώς αλληλεπιδρά με την Mary.

Ήθελα να κινηθώ πέρα από το προσωπείο, γιατί η αλήθεια βρίσκεται πίσω από το εξωτερικό «κέλυφος». Όταν καταρρέει το προσωπείο, βλέπουμε κάτι πιο αγνό και καθαρό.

Σταδιακά κάθε γυναίκα βλέπει τον εαυτό της στην άλλη.

Σαν καθρέφτης.

Απολύτως. Η ταινία εκτυλίσσεται στο Dover και το Calais, που βρίσκονται απέναντι.

Σε βιωματικό επίπεδο, είναι και το υδάτινο στοιχείο σημαντικό για σένα;

Γνωρίζω πολύ καλά αυτά το τοπία, γιατί ο παππούς και η γιαγιά μου ζούσαν κοντά στο Dover. Πέρασα την παιδική μου ηλικία στους γκρεμούς. Ο άνεμος, η θάλασσα και τα πουλιά ήταν κάτι βασικό. Όπως και το «καρδιοχτύπι» των μηχανών των φεριμπότ.

Ο σχεδιασμός του ήχου είναι κομβικός στην έκφραση των εσώτερων συναισθημάτων των χαρακτήρων, κι όλοι τους συνδέονται με κάποιο φυσικό στοιχείο.

Ήταν ενδιαφέρον να τους σκέφτομαι ως φυσικά στοιχεία που αλληλεπιδρούν στα συγκεκριμένα τοπία. Ήθελα ν’ «ακούω» αυτό το «καρδιοχτύπι», να εισβάλει στους χώρους.

Η αφηγηματική διακριτικότητα, λεπτότητα και οικονομία του Μετά την αγάπη μου θύμισε τα υπέροχα διηγήματα του Raymond Carver. Είσαι και βιβλιόφιλος;

Διαβάζω, αλλά δεν είμαι «βιβλιοφάγος». Προτιμώ να πηγαίνω σε γκαλερί και μουσεία. Το βρίσκω πιο εύκολο.

Ήθελα, πάντως, το φιλμ να αποπνέει λυρισμό, να είναι σαν παραβολή, γιατί υπάρχει πολύ νόημα στον τρόπο που το καδράρουμε και το ακούμε, που κινούνται οι χαρακτήρες.

Όλα συμβάλλουν στο να επικοινωνηθεί η ουσία αυτού που προσπαθείς να πεις.

Joanna Scanlan (αριστερά), Nathalie Richard (δεξιά)


Όπως και οι ερμηνείες, με προεξάρχουσα εκείνη της Joanna Scanlan στον ρόλο της Mary.

Μοιάζει κάπως με την μητέρα μου.

Υπάρχουν, όμως, λίγα λόγια στην ταινία, η σιωπή λέει τα πάντα. Αυτό ισχύει και στη ζωή. Η γλώσσα είναι τόσο περιοριστική, δεν είναι ανεπτυγμένη κι εκλεπτυσμένη.

Η μουσική, το φαγητό επικοινωνούν σε μια πολύ διαφορετική, πολύ οικουμενική συχνότητα.

Η Joanna μπορεί να «πει» τα πάντα με τα μάτια της. Αγαπώ το είδος του σινεμά που βασίζεται στην ησυχία και επιτρέπει στην ερμηνεία ενός χαρακτήρα να μη φλυαρεί.

Παρομοίως. Γενικότερα, πάντως, εκτιμώ τη λεπτότητα και τη σιωπή όπου χρειάζεται, και συχνά τείνουν να (μου) λείπουν.

Η μυρωδιά, η γεύση, ο ήχος μάς οδηγούν πολύ βαθύτερα στο υποσυνείδητό μας, μάς «γειώνουν».

Η Mary θέλει να διατηρήσει την ανάμνηση του συζύγου της και μέσω της μαγειρικής. Όταν χάνεις κάποιον, κρατάς σφιχτά καθετί που άφησε πίσω του.

Το Μετά την αγάπη «σάρωσε» στα φετινά BIFA (Βρετανικά Βραβεία Ανεξάρτητου Κινηματογράφου). Σε επίπεδο κινηματογραφικού οράματος, το θεωρείς ανεξάρτητο;

Σίγουρα είναι ανεξάρτητο.

Όχι μόνο λόγω της σκηνοθετικής πρόθεσης και του ήθους, αλλά και σε επίπεδο χρηματοδότησης. Η ταινία υλοποιήθηκε με δημόσιους πόρους μέσω του BBC και του BFI.

Είμαι ευτυχής, αλλά και εκπλήσσομαι που κέρδισε τόσο πολλά βραβεία τις προάλλες, γιατί είμαστε ένα μικρό φιλμ, ενώ άλλα έχουν πολύ περισσότερους πόρους.

Με συγκίνησε που η εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία το εκτίμησε και συγκίνησε το κοινό.

Γράφεις τη δουλειά σου για τον εαυτό σου. Όταν, όμως, τη μοιράζεσαι, δεν ανήκει πια σε σένα.

Όταν άλλοι συνδέονται μ’ αυτή και την κάνουν δικιά τους, είναι πολύ ικανοποιητικό.

Ευχαριστώ θερμά την Lucy Harris (Sayle Screen) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Aleem Khan Μετά την αγάπη προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 16 Δεκεμβρίου σε διανομή της StraDa Films.



Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Amel Alzakout: «Δεν ήθελα να μιλήσω από την οπτική γωνία του θύματος»

 


Στο καθηλωτικό πειραματικό ντοκιμαντέρ Μαβιά Θάλασσα η Σύρια καλλιτέχνις, σκηνοθέτρια και κατασκευάστρια μαριονετών Amel Alzakout καταγράφει το οριακά θανατηφόρο θαλάσσιο πέρασμά της από την Τουρκία στην Ελλάδα.

Συνομιλώντας μαζί της με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας στο πλαίσιο του Docs in Exile Film Festival (15-19 Δεκεμβρίου).

«Κινηματογραφώ αυτό το ταξίδι για σένα», δηλώνεις στη Μαβιά Θάλασσα. Είναι συγκεκριμένος ο παραλήπτης αυτής φιλμικής «επιστολής», ή θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήπoτε;

Είναι ο σύντροφός μου και συν-σκηνοθέτης το ντοκιμαντέρ, Khaled Abdulwahed. Απευθύνεται, ωστόσο, και στον θεατή, είναι ένα «ανοιχτό» γράμμα.

Αυτό υπέθεσα.

Βρισκόμασταν στην Ιστανμπούλ, κι ο Khaled προσκλήθηκε στο Berlinale Doc Station. Μπορούσε να φτάσει αεροπορικά εκεί.

Στην αρχή ήθελα να κινηματογραφήσω το ταξίδι για μένα. Θα ήταν κάτι ασυνήθιστο, αν και βέβαια γνώριζα αγαπημένους φίλους που εγκατέλειπαν τη Συρία.

Δυο φορές προσπάθησα, λοιπόν, να υποβάλω αίτηση για visa για τη Γερμανία, αλλά απορρίφθηκε. Έφτασα στα όριά μου.

Οπότε σου είχε απομείνει μόνο ένας τρόπος.

Ακριβώς. Σκεφτόμουν κατόπιν πώς θα μπορούσα να το φιλμάρω για να διατηρήσω μια ανάμνησή του.

Ταυτόχρονα, ο Khaled ήταν πολύ ανήσυχος γι’ αυτή την προοπτική και μου πρότεινε να επιστρέψει και να ταξιδέψουμε μαζί. Το θεώρησα, όμως, συναισθηματικό και χαζό.

Θα επηρεαζόταν, εξάλλου, και το νομικό status του, κι έπειτα θα χρειαζόταν να πληρώσουμε τον λαθροδιακινητή για δύο ανθρώπους.

Του είπα, λοιπόν, ότι θα κινηματογραφήσω το ταξίδι μόνη μου.

Και η κατάσταση εξελίχθηκε άσχημα.

Πάντα σκέφτεσαι το κακό σενάριο, δεν πρόκειται για κρουαζιέρα.

Αν και φανταζόμουν πως θα ήταν ένα δύσκολο ταξίδι, ποτέ, δε μου πέρασε από το μυαλό ότι η βάρκα θα βυθιζόταν ολότελα.



Όταν βυθίστηκες στην υδάτινη «άβυσσο» και μπορούσες να πεθάνεις ανά πάσα στιγμή, διέθετες την απαραίτητη, ίσως ενστικτώδη, εσωτερική δύναμη να επιβιώσεις;

Όπως αναφέρεις στο ντοκιμαντέρ, υπήρξες ένας από τους λίγους τυχερούς ανθρώπους που επέζησαν.

Δεν ήταν θέμα τύχης.

Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, κι ήμουν τρομαγμένη. Ταυτόχρονα, έπρεπε να κρατηθώ από κάτι.

Μετά, όταν οι άνθρωποι άρχιζαν να διασκορπίζονται και να εξαφανίζονται, αναρωτιόμουν αν διασώθηκαν ή αν απλώς πέθαναν, κι αν εγώ έπρεπε να συνεχίσω ή να τα παρατήσω.

Πρέπει να κρατηθείς από τις αγαπημένες αναμνήσεις σου, κι αυτό βλέπεις στο φιλμ.

Κι από το πιθανό μέλλον σου.

Το όραμα του μέλλοντος και τις οικείες αναμνήσεις σου. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να προσδώσουμε στο ντοκιμαντέρ μια οικεία οπτική.

Όντως αποπνέει οικειότητα και ούτε στο ελάχιστο δεν υιοθετεί μια ηδονοβλεπτική ματιά. Αισθητικά διαφέρει από τη μεγάλη πλειονότητα αντίστοιχων ταινιών. Τι υπαγόρευσε αυτή τη στιλιστική επιλογή;

Υπήρξε μια συνειδητή επιλογή από την αρχή.

Ήμουν στην Αθήνα σε σπίτι φίλων όταν πρωτοείδα το υλικό που είχα τραβήξει. Η ίδια η κάμερα είναι πολύ μικρή, χωρίς οθόνη, και δεν ήμουν πεπεισμένη αν φίλμαρε ή όχι.

Ήταν προσδεδεμένη στον καρπό μου όλη την ώρα. Ήθελα, λοιπόν, να βεβαιωθώ ότι είχε τραβήξει. Όταν το διαπίστωσα, την έκλεισα.

Στο Βερολίνο πια την ξανάνοιξα, και με σόκαρε η οπτική της. Δε μου θύμιζε καν αυτά που είχα δει.

Οποτεδήποτε έβλεπα το πρόσωπό μου στο υλικό, ένιωθα άσχημα για τον εαυτό μου και τον κάθε/την κάθε άλλο/άλλη στην αντίστοιχη κατάσταση.

Ξέρουμε πόσο εύκολο είναι να δείξεις οποιουδήποτε είδους τραγωδίες, και θα αποκτήσεις χιλιάδες θεατές.

Ασκείς κριτική σ’ αυτή τη (δυτική) ματιά, όταν αναφέρεις το ελικόπτερο που πετούσε πάνω από τη βάρκα και δεν ήξερες ποιος ήταν ο σκοπός του.

Είναι εύκολο να προσελκύσεις την προσοχή, αλλά αυτό πρέπει να γίνει; Aναρωτιέσαι τι θετικό προξενεί η φρίκη που βλέπεις.

Ασφαλώς, όταν ζεις σε ένα δικτατορικό καθεστώς όπως στη Συρία, είναι πάντα καλό να καταγράφεις τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Να αναρτάς, όμως, τέτοιες εικόνες στα social media ή να τις δημοσιοποιείς μέσω της Τηλεόρασης; Οι άνθρωποι που υφίστανται το καθετί έχουν αξιοπρέπεια.

Δε θέλαμε, επομένως, να δείξουμε πρόσωπα, γιατί αισθανόμασταν άσχημα γι’ αυτό, και μάλιστα χωρίς καν έναν στοχασμό πίσω από μια τέτοια επιλογή.

Τι είναι πιο σημαντικό, η εικόνα ή η ιστορία; Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι εικόνες είναι πιο σημαντικές από τους ανθρώπους που βιώνουν το οτιδήποτε. Αυτό που μένει είναι η αληθινή ιστορία κι όσα ζουν οι άνθρωποι.



Ως καλλιτέχνις, σκηνοθέτρια και κατασκευάστρια μαριονετών, καθίστασαι ευκολότερα πιο ορατή -και άρα πιο εκτιμητέα ως αυτή που είσαι- σε σύγκριση με το αν ήσουν μια «ανώνυμη» μετανάστρια;

Καλή ερώτηση, γιατί αφορά όλο το σκεπτικό για τη δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ.

Κουβαλάς ένα βάρος όταν διαθέτεις τέτοιες αποδείξεις, κι είναι πολύ δύσκολο να μην τις μοιραστείς.

Ακόμα και πριν κάνουμε το ντοκιμαντέρ, ένιωθα την ανάγκη να μιλήσω για όσα είχαν συμβεί στη Συρία. Ήθελα να τα βγάλω από μέσα μου. Η ταινία με βοήθησε να εγκαταστήσω μια απόσταση ανάμεσα σε μένα και σε μένα ως θύμα.

Σίγουρα δεν ήθελα να μιλήσω από την οπτική γωνία του θύματος, αν και παραμένω ένα. Το να αφηγηθείς μια ιστορία υπό προσωπικό πρίσμα την καθιστά ακόμα πιο κυρίαρχη.

Ως συλλογική μνήμη, ωστόσο, γιατί αυτό που συνέβη σε μένα συνέβη και σε όλους τους άλλους. Σίγουρα δεν εκπροσωπώ τους πρόσφυγες μέσα από το ντοκιμαντέρ.

Ήθελα, πάντως, να επισημάνω τη σημασία των προσωπικών ιστοριών.

Ήταν πολύ δύσκολο να ξεκινήσω την καλλιτεχνική μου καριέρα μ’ αυτό το φιλμ. Μου αρέσει πολύ η πειραματική τέχνη, και δε χρειάζεται να είναι πάντα άμεση και βαριά.

Γιατί ήταν δύσκολη αυτή η αφετηρία;

Επηρέασε τη δουλειά μου θετικά και αρνητικά, γιατί έχω «κολλήσει» σ’ αυτό το αρχείο για πάντα, ως εκείνη που διέσχισε τη θάλασσα.

Αν δεν ήμουν καλλιτέχνις, πώς θα διαχειριζόμουν το τραύμα; Η τέχνη, επομένως, ήταν ο τρόπος μου. Με βοήθησε σε κάποια φάση- και δε με βοήθησε, σε άλλες στιγμές.

Χαίρομαι που η Μαβιά Θάλασσα θα προβληθεί σε φυσικό χώρο, στο πλαίσιο του Docs in Exile Film Festival. Είναι η πρώτη δουλειά σου γενικότερα που παρουσιάζεται στην Ελλάδα;

Σημαίνει για μένα πολλά το γεγονός ότι προβάλλεται στην Ελλάδα, γιατί προέρχεται από εκεί και οι Έλληνες είστε κομμάτι της. Μακάρι να βρισκόμουν στην Ελλάδα.

Κινηματογραφικά θα είναι και τα επόμενα «βήματά» σου;

Προς το παρόν δουλεύω πάνω σε πρότζεκτ video art.

Το κινηματογραφικό μου πρότζεκτ σχετίζεται με τις μαριονέτες που ανέφερες. Με ενδιαφέρει η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, κάτι που έμαθα από τη Μαβιά Θάλασσα.

Και η καινούρια μου δουλειά θα κινείται ανάμεσα στα δύο.

Ευχαριστώ θερμά την Nevena Milašinović (Lightdox) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το ντοκιμαντέρ των Amel Alzakout και Khaled Abdulwahed Μαβιά Θάλασσα προβάλλεται στο πλαίσιο του Docs in Exile Film Festival, στο Exile Room (Αθηνάς 12, Μοναστηράκι) την Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου, 19:00.