Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Ναντάβ Λαπίντ: «Κάθε εθνική Ιστορία είναι συνώνυμη με την άλλη»


Ένας νεαρός Ισραηλινός επανεπινοεί τον εαυτό του μέσω της γαλλικής γλώσσας στην πολυσυζητημένη αυτοβιογραφική ταινία του Ναντάβ Λαπίντ Συνώνυμα, που απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε.


Μετά την πανελλήνια «πρώτη» τους στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, τα Συνώνυμα συναντούν το κοινό τους από τις 17 Οκτωβρίου, κι εγώ τον σκηνοθέτη.


Γιατί Συνώνυμα, και γιατί αυτή η ιδιαίτερη εμμονή με τη γλώσσα, την οποία υποθέτω ότι μοιράζεσαι με τον πρωταγωνιστή του φιλμ, μιας κι είναι ένα alter ego σου;


Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες.


Η ταινία είναι βασισμένη πολύ στη δικιά μου εμπειρία. Ο πρωταγωνιστής δεν αποστασιοποιείται μόνο σωματικά από τη χώρα του, αλλά και από τη συνολική πολιτισμική ταυτότητα που διατρέχει την προηγούμενη ζωή του.


Αυτη η αποστασιοποίηση περνάει λογικά μέσα από τη γλώσσα, κι έπειτα, ξαφνικά, βλέπουμε έναν άνθρωπο χωρίς λέξεις, που από πρόθεση αποφάσισε να εγκαταλείψει τις λέξεις του. 


Και να βρει καινούριες ή καινούριες συνδέσεις με τη γλώσσα.


Ακριβώς.


Πρέπει, λοιπόν, να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του στη Γαλλία σε μια νέα γλώσσα. Σ’ αυτό το επίπεδο, θα έλεγα πως οι λέξεις στα γαλλικά πηγαίνουν πολύ πιο μακριά από το λειτουργικό ρόλο τους. 




Είναι ένα πραγματικό μονοπάτι προς μια πιθανή λύτρωση, και αποτελούν ένα μικρό θρίαμβο, μια μικρή νίκη έναντι του πρότερου εαυτού του.


Ασφαλώς, αφού αποφάσισα να πεθάνω και να θαφτώ στο Παρίσι, κατάλαβα ότι τα γαλλικά μου έπρεπε να πάνε πέρα από τις ανάγκες της επιβίωσης. Κατά κάποιο τρόπο, θέλεις να είσαι πιο Γάλλος από τους Γάλλους. 


Τι σηματοδοτεί κάθε λέξη;


Κάθε λέξη είναι κάτι μαθηματικό, μετατρέπεται σε έξι ή επτά ή οκτώ, και μπορείς να εντυπωσιάσεις τους ανθρώπους με μια λίστα από συνώνυμα. Έτσι το αντιλήφθηκα με το μυαλό μου.


Ήμουν πολύ μόνος, και δεν είχα πολλές ευκαιρίες να εξασκώ τη γλώσσα με ανθρώπους. Κάθε φορά που είχα αυτή τη δυνατότητα, τούς εκσφενδόνιζα μια λίστα από συνώνυμα. 


Κάθε συζήτηση διαρκούσε μια ώρα, γιατί κάθε πρόταση πολλαπλασιαζόταν στην εβδόμη. Η κατάσταση με τα συνώνυμα έγινε τα γαλλικά μου. Κι ίσως όλες οι χώρες είναι συνώνυμα. Κάθε εθνική Ιστορία είναι συνώνυμη με την άλλη. 


Πιστεύεις, λοιπόν, ότι μέσω αυτής της εξερεύνησης των γαλλικών επανασυνδέθηκες με την ισραηλινή ή την εβραϊκή διάσταση της ταυτότητάς σου ή αναθεώρησες τη στάση σου έναντι του ισραηλινού κράτους;


Υπάρχει κάτι από τον περιπλανώμενο Ιουδαίο στον Γιοάβ. Εγκαταλείπει την εθνική γλώσσα του, για να μελετήσει τα γαλλικά, και πρέπει να σαγηνεύσει τους ντόπιους, για να του ρίξουν ένα νόμισμα ή ένα κομμάτι ψωμί.


Χωρίς πατρίδα, χωρίς γλώσσα, υιοθετεί την τοπική ταυτότητα. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι κάτι πολύ εβραϊκό. Ονειρεύεται τη Γαλλία με τον τρόπο που οι Εβραίοι ονειρεύονταν τον Ισραήλ, με μια σχεδόν μεσσιανική στάση έναντι της Γαλλίας. 




Και σίγουρα υπάρχει κάτι που θυμίζει Γκοντάρ από την άποψη της κινηματογραφικής γλώσσας που χρησιμοποιείς. Εντοπίζεις ίχνη επιρροών από τον γκονταρικό τρόπο τού να κάνεις σινεμά;


Οποτεδήποτε εξερευνάς τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την εικόνα, βρίσκεσαι σε μια γκονταρική περιοχή. 


Η ταινία, εξάλλου, «παίζει» με τα γαλλικά αρχέτυπα, τα γαλλικά σύμβολα με τη χρήση της δικιάς της «γραμματικής», κι αυτό το ζευγάρι νεαρών Γάλλων που συναντά είναι όσο πιο γαλλικό γίνεται. Σαν να έχουν ξεπηδήσει από γαλλικό φιλμ.


Ταυτόχρονα, η ταινία «φλερτάρει» με τα αρχέτυπα του γαλλικού σινεμά, με τη Νουβέλ Βαγκ και τον Γκοντάρ, ιδιαιτέρως, και τα καταστρέφει, σαν να τα καλεί σε μονομαχία. Υπονοεί ένα αντίθετο σύστημα. 


Καλεί και το κοινό σε μια διανοητική, αισθητική, ακόμη και κινηματογραφική «μονομαχία». Δεν είναι από τα φιλμ που μπορούν εύκολα να «χωνευτούν», και σίγουρα όχι βλέποντάς το μια φορά. Συμφωνείς;


Δεν μπορεί να «χωνευτεί» εύκολα, αλλά την ίδια στιγμή η διχοτομία ανάμεσα σ’ εκείνους που το αγαπούν κι εκείνους δεν το αγαπούν δεν είναι τόσο ξεκάθαρη.


Υπάρχει μια δόνηση σχεδόν σωματική σ’ αυτό, που μπορεί να φτάσει σε πολλούς ανθρώπους, εφόσον η ψυχή, η καρδιά και το μυαλό τους είναι ανοιχτά. Είναι μια συναισθηματική ταινία, νομίζω.


Ίσως όχι με το συνήθη, τον κλασικό τρόπο, έχει τη δικιά της κλίμακα συναισθημάτων, και το δικό της μονοπάτι για να φτάσεις εκεί. 




Μιλώντας για σωματικότητα, μεγάλο μέρος της σίγουρα αποδίδεται στον Τομ Μερσιέ, τον πρωταγωνιστή σου, και την προσωπικότητά του. Είσαι ευτυχής με την επιλογή σου, φαντάζομαι.


Ο Τομ Μερσιέ είναι ένα είδος θαύματος για το φιλμ. Ο ρόλος του είναι από τους πιο απαιτητικούς που έχω δει στο σινεμά. Η ταινία είναι «γραμμένη» στο σώμα και τις λέξεις του.


Ο Τομ είναι μοναδική περίπτωση. Όταν ήταν νέος, ήταν πρωταθλητής του τζούντο. Έπειτα το εγκατέλειψε κι έγινε χορευτής, και μπορείς να δεις αυτό το συνδυασμό μέσα του, της τρυφερότητας/ευθραυστότητας και της βιαιότητας/εκρηκτικότητας.


Ταυτόχρονα είναι σκληρά εργαζόμενος και υπάκουος και χωρίς όρια. Ποτέ δεν έχω δει κάποιον τόσο ελεύθερο. Δε γνωρίζει ότι υπάρχουν όρια. Είναι ένα είδος υπερήρωα στο πλατό.


Παρακολούθησα την ταινία σου στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο σε ένα γεμάτο Kino Meeting Point. Θα ήθελα να μου μιλήσεις για την εμπειρία σου εκεί, μιας κι υπήρξες και μέλος κριτικής επιτροπής.


Συνήθως δεν ασκώ πλέον καθήκοντα μέλους κριτικής επιτροπής, είναι κάτι χρονοβόρο.


Σ’ αυτή την περίπτωση αποδέχτηκα την πρόσκληση, γιατί υπάρχει κάτι τόσο συγκινητικό στην πόλη. Αυτό το μέρος είναι ένα είδος θαύματος.


Πριν από λίγα χρόνια, οι άνθρωποι αλληλοπυροβολούνταν κι η πόλη είναι γεμάτη με μικρά νεκροταφεία. Σήμερα, κάθονται στο σινεμά και συζητάνε για ταινίες.


Διερωτώμαι: Πότε θα καταστεί αυτό δυνατό στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ιερουσαλήμ; Πότε ένα φεστιβάλ θα γίνει το σύμβολο της ικανότητας του ανθρώπου να υπερβεί την ίδια του τη φύση; Υποθέτω πως αυτό δε θα συμβεί σύντομα.


Μερικές φορές, ωστόσο, η ζωή είναι απρόσμενη.




Ποια ήταν η υποδοχή του φιλμ στο Ισραήλ, δεδομένης της επαμφοτερίζουσας στάσης σου έναντι της χώρας;


Ήταν συντεθειμένη από όλων ειδών τα στοιχεία.


Το ότι κέρδισα τη Χρυσή Άρκτο προκάλεσε πολύ ενθουσιασμό στο Ισραήλ, γιατί οι άνθρωποι «διψούν» για φυσιολογικά επιτεύγματα: να νικούν όχι μόνο με βλήματα, αλλά και στα φεστιβάλ. 


Όταν άρχισαν να μεταδίδονται οι πιο προβοκατόρικες σκηνές της ταινίας, οι άνθρωποι δεν ήξεραν πια αν επρόκειτο για ισραηλινή περηφάνια ή ντροπή και δημιουργήθηκε τεράστια πολεμική.


Υπήρξαν κάποιες απειλές. Ακόμα κι η Υπουργός Παιδείας έστειλε ένα ηλίθιο τουίτ πως δεν ξέρει αν η ταινία συνάδει με τον ισραηλινό νόμο. 


Όταν βγήκε στις αίθουσες, οι κριτικοί τη λάτρεψαν. Ήταν λίγο περιορισμένοι στην οπτική τους σχετικά με το φιλο- ή αντι-ισραηλινό χαρακτήρα της, πάντως.


Όσον αφορά στο κοινό;


Όσον αφορά στο φυσιολογικό κοινό, ήρθα αντιμέτωπος με πολύ λίγες άμεσες ερωτήσεις πολιτικής φύσης. Κατανόησαν το φιλμ σε ένα πιο υπαρξιακό, οικουμενικό επίπεδο.


Ταυτόχρονα, συγκινήθηκα πολύ από πολλούς νέους ανθρώπους που μου έστειλαν μηνύματα πως αυτή ακριβώς είναι η ιστορία τους, αυτός ο συνδυασμός οικειότητας κι εχθρότητας απέναντι στη χώρα.


Χάρηκα πολύ γιατί σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι παίρνουν την ταινία πολύ προσωπικά. Νιώθουν ότι μιλάει γι’ αυτούς, κατά κάποιο τρόπο. 


Photo credit (Ναντάβ Λαπίντ): Γιάννης Κοντός.


Η ταινία του Ναντάβ Λαπίντ Συνώνυμα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 17 Οκτωβρίου σε διανομή της Weird Wave. 

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Όταν μια πολιτική παρέμβαση μετατρέπεται σε αδίκημα: Για την υπόθεση του «Αθήνα 9.84»


Σε 10 μήνες χωρίς ελαφρυντικά οι 3 και 8 μήνες με το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας οι υπόλοιποι 3, με τριετή αναστολή, καταδικάστηκαν στις 17 Οκτωβρίου από το Γ’ Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας οι διωκόμενοι για την πολιτική παρέμβαση στο ραδιοσταθμό «Αθήνα 9.84» την 1η Οκτωβρίου.

Οι 6 διωκόμενοι, μέλη της Συνέλευσης καταλήψεων, συλλογικοτήτων, μεταναστών/-ριών, διεθνιστών/-ριών, αλληλέγγυων, καταδικάστηκαν για το αδίκημα της «διατάραξης οικιακής ειρήνης», ενώ απαλλάχτηκαν για εκείνο της «απειλής».

Ένα σύντομο ιστορικό της πολιτικής παρέμβασης στον «Αθήνα 9.84»

«Την Τρίτη 01/10, κατά τη διάρκεια παρέμβασης στον δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό ΑΘΗΝΑ 9.84, δεχτήκαμε επίθεση από αστυνομικές μονάδες των ΟΠΚΕ και ΔΙΑΣ. Αυτή η επίθεση είχε και σαν αποτέλεσμα την προσαγωγή και εν τέλει τη σύλληψή μας», αναφέρουν σε κείμενό τους οι συλληφθέντες.

«Αυτό είναι το τίμημα για μια ελάχιστη απάντηση στην κατασταλτική επιχείρηση που λαμβάνει χώρα στα Εξάρχεια και στην πλατεία Βάθης, στις γειτονιές και τα σπίτια μας», συμπληρώνουν.

«Αντικείμενο της παρέμβασης που έγινε κατά τη διάρκεια της εκπομπής “Αθήνα, μ’ακούς”, ήταν να διαβαστεί ένα κείμενο αλληλεγγύης στους συλληφθέντες και σε όσους έχουν πληγεί από τις τελευταίες κατασταλτικές επιχειρήσεις», προσθέτουν.

«Σκοπός της παρέμβασης ήταν το σπάσιμο του μονοπωλίου της ενημέρωσης που έχει επιβληθεί από αυτούς που έχουν την οικονομική δυνατότητα και την πολιτική θέληση να εξαγοράσουν σχεδόν το σύνολο της εγχώριας δημοσιογραφίας», διευκρινίζουν.

Η δίκη

Η δίωξή τους, ενορχηστρωμένη από τη νυν δημοτική αρχή και τον κ. Κώστα Μπακογιάννη προσωπικά, καθώς και η ίδια η δίκη, υπήρξαν πολιτικές και φρονηματικές.

Η πολιτική διάσταση αναδείχθηκε επαρκέστατα -και με μαχητικό τρόπο- από τους διωκόμενους, τους μάρτυρες και τους συνήγορους υπεράσπισης. Όσο κι αν αυτό ενόχλησε πρόεδρο και εισαγγελέα.

Η διεξαγωγή της διαδικασίας «ναρκοθετήθηκε» δικονομικά από την αρχή, λόγω της άρνησης εισαγγελέα και προέδρου να επιτρέψουν τη διά πληρεξουσίου εκπροσώπηση της απούσας διωκόμενης, γερμανικής υπηκοότητας.

Προς τούτο, επικαλέστηκαν την έλλειψη πρωτότυπης εξουσιοδότησης από το φάκελο της δικογραφίας,

Οι συνήγοροι επισήμαναν, ωστόσο, πως χάθηκε όχι με ευθύνη των ίδιων ή της διωκόμενης. Στη συνέχεια ζήτησαν αναβολή της δίκης, που απορρίφθηκε.

Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η πρόεδρος του «Αθήνα 9.84», εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος με την παράταξη Μπακογιάννη και δικηγόρος, Αραμπατζή.

«Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε ποιες ήταν οι προθέσεις τους. Δεν έγιναν ζημιές, βέβαια. Ζητούσαν να παίξει ένα στικάκι. Μετά από διαπραγματεύσεις και διαπληκτισμούς ζήτησε να κατέβει μια αντιπροσωπεία των δύο ατόμων», ανέφερε.

«Δεν μπορώ να αναγνωρίσω τα πρόσωπα», διευκρίνισε.

«Για κάποια δευτερόλεπτα παίχτηκε το στικάκι. Απ’ ό,τι έμαθα, ήταν ένα ψήφισμα κατά της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ήρθε αμέσως μετά την κλήση μου. Έγινε κάποιο κυνηγητό μέσα στην Τεχνόπολη κι έχουμε τις συλλήψεις που έχουμε», πρόσθεσε.

«Ο λόγος που υπέβαλα τη μήνυση ήταν ο τρόπος που εισέβαλαν στο σταθμό με καλυμμένα χαρακτηριστικά. Για λόγους αρχής υπέβαλα τη μήνυση», κατέληξε.

«Τη μήνυση την υποβάλατε με δική σας πρωτοβουλία ή ζητήσατε την έγκριση του δημάρχου;», την ρώτησε στη συνέχεια η συνήγορος υπεράσπισης Άννυ Παπαρρούσου.

«Ενημέρωσα τον δήμαρχο. Μου έδωσε τη συναίνεση να υποβάλω αμέσως τη μήνυση», απάντησε η πρόεδρος του «Αθήνα 9.84».

Ακολούθως κατέθεσε ο Γενικός Διευθυντής του σταθμού, Τζιβελέκης.

«Μπήκα με δύο άτομα στο στούντιο και το παίξαμε», δήλωσε.

Πρόεδρος (Μπαντή): Συμφωνήσατε;

Τζιβελέκης: Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Πρόεδρος: Εξαναγκαστήκατε;

Τζιβελέκης: Σε ένα βαθμό.

Παπαρρούσου: Τι σας έκαναν, έκαναν φθορές;

Τζιβελέκης: Αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις. Δεν μπορείς να ξέρεις το αποτέλεσμα.

Κακαρνιάς (συνήγορος υπεράσπισης): Ήταν οι μπροστινοί που σας απείλησαν;

Τζιβελέκης: Όχι.

Κακαρνιάς: Ο σκοπός ήταν να παιχτεί το ηχητικό;

Τζιβελέκης: Ναι.

Κακαρνιάς: Από αυτούς που είναι εδώ σας απείλησε κάποιος;

Τζιβελέκης: Δεν ξέρω.

Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αμάραντος, φύλακας security του σταθμού. Η μοναδική του «συνεισφορά» στη διαδικασία ήταν η ευφάνταστη δήλωση: «Το μόνο που άκουσα κάποια στιγμή ήταν “θα ξανάρθουμε και θα σας κάψουμε”».

Από το στάδιο των αναγνωστέων, αξίζει να αναφερθεί η κατάθεση του ανθυπαστυνόμου Παπαδημάτου, στον οποίο κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν έκανε λόγο για «απειλές» οποιουδήποτε τύπου.

Οι τόνοι ανέβηκαν όταν ξεκίνησε η κατάθεση της πρώτης μάρτυρος υπεράσπισης, της δημοτικής συμβούλου του Δήμου Αθηναίων και εκπαιδευτικού, Ρέππα.

«Κατήγγειλα [στο Δημοτικό Συμβούλιο] την απαράδεκτη και αντιδημοκρατική ενέργεια να ποινικοποιήσει μια συμβολική πολιτική πράξη. Υπάρχει η δήλωσή του [του κ. Μπακογιάννη] ότι “εγώ ζήτησα να γίνει η μήνυση”, άρα είναι πολιτική η παρέμβαση», διασαφήνισε.

Εισαγγελέας: Τι έχετε ορκιστεί;

Ρέππα: Έχω ορκιστεί να προστατεύω τα συμφέροντα του λαού. Εσείς λέτε για εισβολή, εγώ μιλάω για παρέμβαση. Η λέξη «εισβολή» είναι πολιτική.

Παπαρρούσου: Το κείμενο το διαβάσατε;

Ρέππα: Είναι ένα πολιτικό κείμενο. Πολύ λαϊκό, δηκτικό, χιουμοριστικό.

«Δε βλέπω πού είναι το αδίκημα. Δε χρησιμοποίησε κανένας βία», κατέθεσε αμέσως μετά ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης, επίσης εκπαιδευτικός, Καρούτσος.

«Κακώς ασκήθηκε ποινική δίωξη και πρέπει να πάρετε πίσω τη μήνυση. Πρόκειται περί πολιτικής δίωξης», συμπλήρωσε.

«Επειδή πιστεύουμε ότι έχουμε το κοινωνικό δίκιο με το μέρος μας, ζητούμε να ακουστούμε. Γίνεται μια πολιτική δίκη και αυτό που κρίνεται είναι αν υπάρχουν ακόμα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα», κατέληξε.

Απολογίες διωκόμενων

«Μπήκαμε χωρίς να τραμπουκίσουμε, να φωνάξουμε ή να απειλήσουμε. Εμείς υπερασπιζόμαστε δικαιώματα όπως η ελευθερία και η αλληλεγγύη. Προφανώς δε θα απειλούσαμε εργαζομένους, θέλουμε μαζί τους ν’ ακουστεί η φωνή μας», δήλωσε ξεκινώντας την παθιασμένη απολογία της η πρώτη διωκόμενη.

«Έγιναν όλα με συναίνεση. Κανείς δεν έδειξε κάποιου είδους ενόχληση. Εμείς μια χαρά ήρεμοι ήμασταν», συνέχισε.

«Δεν του άρεσε [του κ. Μπακογιάννη] που επιτέλους κάποια άτομα είπαν την αλήθεια. Είπαμε πράγματα που ο κ. Μπακογιάννης δε θέλει να ακούγονται. Δεν είναι εδώ να υπερασπιστεί τον εαυτό του, βάζει άλλους να το κάνουν αυτό», σχολίασε.

«Πώς να ηρεμήσω, δικάζομαι εδώ χωρίς λόγο. Αυτό είναι χούντα», αντέδρασε στις σχετικές «παραινέσεις» της προέδρου.

«Θέλουμε επιτέλους ο κόσμος να μας ακούσει», ολοκλήρωσε την απολογία της καταχειροκροτούμενη από τους αλληλέγγυους μέσα στην αίθουσα.

«Είναι πολιτική η δίκη, δεν υπήρχε απειλή», κατέθεσε η δεύτερη διωκόμενη.

«Ήμουν από τους ανθρώπους που μίλησαν με τον Τζιβελέκη. Ό,τι είπε σχεδόν όλα ήταν ψέματα», κατέθεσε ο τρίτος διωκόμενος.

«Το δικαστήριό σας πρέπει να αποφασίσει αν διώκει αυτού του τύπου τις πρακτικές. Τη μήνυση την έκανε ο Μπακογιάννης. Το να μιλούμε με υφιστάμενούς του δεν έχει κανένα νόημα», επισήμανε δηκτικά.

«Είμαι αξιακά ενάντιος στο να απειλείς εργαζομένους πως θα τους κάψεις. Δεν του άρεσε το περιεχόμενο της παρέμβασης, γι’ αυτό έκανε τη μήνυση. Αυτό που δικάζεται είναι ο τρόπος που γίνονται αυτές οι παρεμβάσεις», κατέληξε.

«Ήταν μια δράση πολιτική, μια δράση πληροφόρησης. Είχαμε κάτι να πούμε που δεν προβάλλεται πουθενά και ποτέ. Τη δράση την κάναμε χωρίς καλυμμένα χαρακτηριστικά. Δεν ήμασταν καν με τη φυσική μας παρουσία απειλητικές/-οί», δήλωσε η τέταρτη διωκόμενη.

«Το περί απειλής δεν ισχύει. Το “θα σας κάψουμε” δεν έχει ακουστεί. Το ποιοι έχουν διαταράξει την ειρήνη και την ομαλότητα είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο», κατέθεσε η τελευταία εκ των διωκόμενων.

Εισαγγελική αγόρευση

«Η εικόνα που παρουσιάζουν οι κατηγορούμενοι απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Πήγαν να επιβάλουν σε μέσο ενημέρωσης να παιχτεί ένα ηχητικό αρχείο που απηχούσε τις απόψεις τους», σχολίασε ο εισαγγελέας.

«Είμαι βέβαιος ότι, αν αρνούνταν, θα είχαμε κι άλλα αδικήματα», συνέχισε τη «στρατευμένη» του αγόρευση.

«Η πρώτη πράξη [της διατάραξης οικιακής ειρήνης] έχει τελεστεί πλήρως. Οι κατηγορούμενοι το αρνούνται. Δε θα έλεγαν κάτι διαφορετικό. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη έχουν πλήρως αποδειχτεί», συμπέρανε.

«Ναι μεν απειλές υπήρξαν, δεν μπορούμε, όμως, να πούμε με βεβαιότητα αν διατυπώθηκαν και από τους παρόντες κατηγορούμενους», επισήμανε, προτείνοντας την ενοχή όλων για τη διατάραξη οικιακής ειρήνης και την απαλλαγή τους για την απειλή.

Αγορεύσεις συνηγόρων υπεράσπισης

«Αυτό που συναντήσαμε στην εισαγγελική αγόρευση ήταν μια αδιατάρακτη ψυχική στάση εχθρική προς τους κατηγορούμενους», επισήμανε η Άννυ Παπαρρούσου.

«Πότε η προσαγωγή έγινε σύλληψη; Έπρεπε να δοθεί πολιτική εντολή της σύλληψης των συγκεκριμένων κατηγορούμενων», συνέχισε.

«Τι ήθελαν οι κατηγορούμενοι;», διερωτήθηκε. «Να διαβαστεί ένα κείμενο που δε θα μεταδοθεί από τα Μ.Μ.Ε., γιατί δε θα επέτρεπαν ποτέ να διαβαστεί».

«Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης όταν η συμπεριφορά σου περιέχει ενάσκηση δικαιώματος που σου παρέχει ο νόμος», συμπλήρωσε.

«Ή θα συνταχθείτε με την α λα καρτ ποινικοποίηση μιας παρέμβασης, ή δε θα συνταχθείτε. Η επιλογή είναι δική σας», κατέληξε, απευθυνόμενη στην έδρα.

«Απειλή δε συντελέστηκε. Διαταράχτηκε το πρόγραμμα; Όχι, έπαιζε μουσική κανονικά. Γιατί είναι πολιτική η δίκη; Γιατί ζήτησαν να κάνουν μια πολιτική παρέμβαση», σημείωσε ο έτερος συνήγορος υπεράσπισης, Κακαρνιάς.

Η απόφαση

Μετά από πολύωρη αναμονή, η έδρα ανακοίνωσε την ετυμηγορία της, η οποία ήταν ευθυγραμμισμένη με την εισαγγελική πρόταση.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν την αναγνώριση των ελαφρυντικών του πρότερου σύννομου βίου και των μη ταπεινών ελατηρίων (για όλους) και της μετεφηβικής ηλικίας (κατά περίπτωση).

Ο εισαγγελέας, και κατόπιν η έδρα, απέρριψαν τα δύο πρώτα, αναγνωρίζοντας το τρίτο για τρεις εκ των διωκόμενων, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή.

Στους/-ις υπόλοιπους/-ες τρεις επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με τριετή αναστολή επίσης.

Οι διωκόμενες/-οι άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθερες/-οι. Η πρόεδρος του «Αθήνα 9.84» αποχώρησε από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων με αστυνομική συνοδεία.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Πατρίσιο Γκουσμάν: «Είμαι πιο πολύ περίεργος παρά νοσταλγικός»


Η πολιτική συναντά την ποίηση και η οργή τη νοσταλγία στην Οροσειρά των ονείρων, το βραβευμένο στο φετινό Φεστιβάλ Καννών πιο πρόσφατο φιλμ του Πατρίσιο Γκουσμάν, του κορυφαίου Λατινοαμερικανού ντοκιμαντερίστα.

Μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 10 Οκτωβρίου. Με αυτή την αφορμή κουβεντιάζουμε με τον γλυκομίλητο σκηνοθέτη που, αν και 78 χρονών, ακούγεται σαν τριαντάρης!

Σάς θεωρώ ίσως τον πιο σημαντικό ντοκιμαντερίστα εν ζωή.

Σε ευχαριστώ πολύ! (Γέλιο)

Η Οροσειρά των ονείρων είναι, για μένα, ένας οργισμένος, παθιασμένος και, πάνω απ’ όλα, πολιτικός φόρος τιμής στην παιδική ηλικία της Χιλής και τη χαρά της. Τι θέλατε να εξερευνήσετε περισσότερο αυτή τη φορά;

To κύριο ζήτημα στην Οροσειρά των ονείρων είναι η αναζήτηση ενός χαρακτήρα που γνωρίζει την οροσειρά των ονείρων, γιατί αυτό το βουνό είναι ένα σύνορο της Χιλής που ταυτόχρονα φέρνει στο νου τη μοναξιά της.

Είναι ένα τείχος ανάμεσα στη Χιλή και τον κόσμο, ένα σύνορο που απομονώνει τη χώρα μας. Ένα σύνορο λιγάκι δραματικό, σαν το τέλος της πατρίδας και του έθνους.

Μου αρέσει πολύ η οροσειρά από φυσικής άποψης, οπότε ξεκινήσαμε το φιλμ με αυτή την ανήμερη εικόνα της.

Ταυτόχρονα εμφανίζονται οι χαρακτήρες. Ο πρώτος είναι ένας άνθρωπος που κατοικεί εκεί και ξέρει όλα τα μυστικά αυτού του τεράστιου βουνού. Λίγο λίγο, αρχίζει να μιλά για τη Χιλή με αφετηρία το βουνό.

Σταδιακά, οι χαρακτήρες γίνονται ποικίλοι.



Ακριβώς.

Εμφανίζεται, λοιπόν, ένας πολύ σημαντικός ιστορικός, που ονομάζεται Χόρχε Μπαραντίτ, κι έπειτα ένας ακόμη άνθρωπος, ο οποίος στο τέλος του φιλμ γίνεται πρωταγωνιστής, που είναι ένας σκηνοθέτης.

Ο Πάμπλο Σάλας.

Ακριβώς. Είναι ένας εξερευνητής της πραγματικότητας. Δεν ξέρει πολύ καλά την οροσειρά, αλλά εξερευνά τη χιλιάνικη κοινωνία εδώ και τριάντα χρόνια, κινηματογραφώντας αδιάλειπτα και διαρκώς τους Χιλιανούς.

Η ανακάλυψη αυτού του απομονωμένου ντοκιμαντερίστα ολοκληρώνει την εικόνα της Χιλής.

Είναι σαν μια φιλμική και ταυτόχρονα κοινωνική συνείδηση της Χιλής. Έτσι δεν είναι;

Ναι. Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει καλά την πραγματικότητα, αλλά τραβάει με ένα τρόπο λίγο ζόρικο όλα όσα συμβαίνουν στους δρόμους του Σαντιάγο.

Με αυτά τα αδιάκοπα γυρίσματα ανά τα χρόνια αρχίζει να φιλοτεχνεί ένα μεγάλο πορτρέτο μιας χώρας απομονωμένης από τη Δικτατορία. Στο τέλος συνεχίζει με μια χώρα λιγάκι αποπροσανατολισμένη στα χρόνια της Δημοκρατίας.

Είναι ένα υπέροχο, μοναδικό πορτρέτο ενός ολόκληρου έθνους, και με την υπομονή του να έχει την κάμερα στο χέρι είναι σαν να ζει και να κινηματογραφεί την ίδια στιγμή.

Κατονομάζετε το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό -το νεοφιλελευθερισμό, πιο συγκεκριμένα- ίσως για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα ως τον εχθρό που ευθύνεται για την καταστροφή της Χιλής. Μιλήστε μου γι’ αυτή την επιλογή σας.

Το πρώτο πράγμα που προσελκύει την προσοχή στη Χιλή είναι ακριβώς το οικονομικό σύστημα.

Δεν έχουμε χώρα, είναι ένα σούπερμαρκετ. Όλος ο κόσμος ασχολείται με την κατάσταση καθενός μέσα σ’ αυτό το σούπερμαρκετ. Πρόκειται για μια δύσκολη πραγματικότητα, κι επίσης μονότονη.

Ανέκαθεν η Χιλή ήταν μια πολύ ανομοιογενής και γεμάτη με περιέργεια και καλλιτεχνικές δραστηριότητες χώρα. Στις μέρες μας ασφαλώς υπάρχουν διανοούμενοι και ομάδες ιστορικών, αλλά δυστυχώς βρισκόμαστε σε απόλυτη απομόνωση.

Η οικονομική κατάσταση είναι ζόρικη, όμως τελικά καλή -σε σύγκριση με τη Βολιβία ή το Περού-, αλλά είναι μια χώρα δύσκολη, πλήρως αποκομμένη από τον κόσμο.



Και μια χώρα που ξεχνά, που οι κάτοικοί της επιλέγουν να ξεχνούν.

Η μεγάλη μάζα των Χιλιανών είναι εκτός της Ιστορίας.

Δεν κατανοούν την προέλευση αυτής της χώρας, δηλαδή την περίοδο του Αλιέντε, της λαϊκής ενότητας, μιας περιόδου μοναδικής στον κόσμο, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια επανάσταση χωρίς την προσφυγή στα όπλα.

Είναι ένα οικουμενικό παράδειγμα πολιτισμού και μοναδικής πρωτοβουλίας στη Λατινική Αμερική, αλλά όλα αυτά έχουν ξεχαστεί κι η Ιστορία ξεκινά δέκα χρόνια μετά.

Δεν υπάρχουν ενδιαφέροντα βιβλία Ιστορίας, γι’ αυτό κι ο Μπαραντίτ φιλοξενείται στο φιλμ, γιατί είναι ο μοναδικός ιστορικός σήμερα που γράφει εκ νέου την Ιστορία της χώρας. Έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία, πουλώντας 400.000 αντίτυπα.

Υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που ενδιαφέρεται ν’ ακούσει τα μαθήματα ολόκληρης της Ιστορίας.

Θα ήταν υπέροχο.

Είναι υπέροχο.

Είστε ο κύριος αφηγητής των ιστοριών και των ταινιών σας. Γιατί;

Αγαπώ πολύ την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Είναι μια πρακτική κι ευχάριστη φόρμα ανάπτυξης ενός ντοκιμαντέρ.

Ταυτόχρονα, η φωνή σας υποδηλώνει έναν άνθρωπο ήρεμο και ισορροπημένο. Είστε τέτοιος άνθρωπος;

Στην οπτική μου για τη Χιλή υπάρχει ηρεμία και στοχαστικότητα. Είναι πολύ σημαντικό αυτό όταν αφηγείσαι.

Νιώθετε νοσταλγία για το παρελθόν σας;

Ναι και όχι. Υπάρχουν στιγμές νοσταλγίας για όσα έχουν χαθεί στη Χιλή με την πάροδο του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα είμαι ένας άνθρωπος περίεργος.

Θεωρώ ότι η περιέργεια είναι θεμελιώδες γνώρισμα του ντοκιμαντερίστα, γι’ αυτό και είμαι πιο πολύ περίεργος παρά νοσταλγικός. 



Τι ονειρεύεστε πιο έντονα, τι σάς ενδιαφέρει περισσότερο- προσωπικά και καλλιτεχνικά;

Με ενδιαφέρουν πολύ η οικογένεια και οι φίλοι μου και, γενικότερα, έχω την περιέργεια να βρίσκομαι σε επαφή με τα πράγματα που περνούν. Διανύουμε μια περίοδο λιγάκι δραματική, αλλά δε νιώθω άγχος. Κυρίως περιέργεια.

Η περιέργεια είναι ένα όχημα με τη βοήθεια του οποίου κρατάς επαφή με την πραγματικότητα μιας χώρας ή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τομέα, της αέναης παρατήρησης, ζω.

Είναι αλήθεια πως υπάρχει λίγη απομόνωση στην περίπτωσή μου, αλλά από την ταπεινή μου θέση αντικρίζω τον κόσμο με πάθος.

Είστε πολύ αγαπητός εδώ. Βρίσκετε αναλογίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Χιλή του παρελθόντος και του παρόντος- πολιτικά και κοινωνικά;

Είναι μια καλή ερώτηση, γιατί η Ελλάδα είναι για μας η μητέρα ενός πολιτισμού.

Πριν αφιερωθώ στο σινεμά, είχα σπουδάσει Ιστορία -για την ακρίβεια φιλοσοφία- στο πανεπιστήμιο, και την πολιτισμική μου βάση συγκροτούν όλα όσα σχετίζονται με την Ελλάδα.

Δεν μπορώ να διαχωρίσω την Ελλάδα των χρόνων της Δικτατορίας, την Ελλάδα του σήμερα και την Ελλάδα του παρελθόντος. Για μας, τους Χιλιανούς, είναι ένα θεμελιώδες πολιτισμικό απόθεμα.

Γι’ αυτό και μια συνέντευξη με έναν Έλληνα δεν είναι η ίδια με έναν Γερμανό ή έναν Άγγλο. Είναι κάτι άλλο.

Ποιες είναι οι ταινίες που σάς έχουν καθορίσει ως σκηνοθέτη και θεατή;

Είναι δύσκολο να απαντήσω, γιατί πρέπει να απαριθμήσω πολλούς τίτλους.

Κατά πρώτον θαυμάζω συγκεκριμένους ντοκιμαντερίστες, υπήρξαν οι οδηγοί για τη δουλειά μου: τα φιλμ του Φρεντερίκ Ροσίφ και του Κρις Μαρκέρ, τα φιλμ του Κλοντ Λανζμάν που κατέγραψαν την Ιστορία του ευρωπαϊκού ιουδαϊσμού. Ήταν μια βάση.

Αγαπώ πολύ τις ταινίες μυθοπλασίας, κατ’ εμέ είναι το ίδιο πράγμα. Λατρεύω τα φιλμ του Φελίνι, για μένα ήταν ένα αξέχαστο fresco του κόσμου. Σήμερα θαυμάζω τους ντοκιμαντερίστες που βρίσκονται μαζί μας, όπως τον Νικολά Φιλιμπέρ.

Είμαι περιτριγυρισμένος από τη μικρή οικουμενική κουλτούρα του ντοκιμαντέρ και νιώθω ότι συνοδεύομαι από αυτή τη λίστα των ονομάτων.

Από την πλευρά μου, σάς εύχομαι υγεία -κυρίως-, πνευματική διαύγεια και πολλή δημιουργικότητα!

Ευχαριστώ, κατά τη γνώμη μου είναι τα πιο βασικά πράγματα στη ζωή!

Ευχαριστώ, επίσης, που μοιραστήκατε τις σκέψεις και τις εμπειρίες σας μαζί μου.

Ευχαριστώ κι εγώ για τη συνέντευξη. Adios!

Θερμές ευχαριστίες στην Ρενάτε Ζάξε, παραγωγό του ντοκιμαντέρ, για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Πατρίσιο Γκουσμάν και το έργο του μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site (στα ισπανικά).

Το ντοκιμαντέρ του Πατρίσιο Γκουσμάν Oροσειρά των ονείρων προβάλλεται από τις 10 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της AMA Films.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Geir Gulliksen: «Δεν είναι δυνατό να γράφω αν δεν μπορώ να νιώθω τις προτάσεις στο σώμα μου»


Η σταδιακή κατάρρευση ενός γάμου βρίσκεται στον πυρήνα του αγωνιώδους, νευρώδους και συναισθηματικά φορτισμένου μυθιστορήματος του βραβευμένου Νορβηγού συγγραφέα Geir Gulliksen Η ιστορία ενός γάμου.

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά ο Geir Gulliksen ρίχνει φως στο συγγραφικό του σύμπαν.

Δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, εκδότης, είσαι όντως πολυτάλαντος άνθρωπος. Πώς «πλοηγείσαι» ανάμεσα στις διαφορετικές πτυχές της συγγραφικής σου ταυτότητας;

Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε όταν ήμουν εικοσιδύο. Το ένιωσα σαν να ήταν της τελευταίας στιγμής, έγραφα από τα δεκατέσσερα. Για πολλά χρόνια στο εξής προσπάθησα να είμαι ένα πολύ αυστηρό είδος συγγραφέα.

Ήθελα να γράψω ποίηση κι ίσως κάποια πολύ σύντομα και σκοτεινά μυθιστορήματα. Κάποια στιγμή κατάλαβα, όμως, πως πορευόμουν σε λάθος μονοπάτι.

Δεν είναι καλή ιδέα να αποφασίζεις εκ των προτέρων τι είδους συγγραφέας θέλεις να είσαι- ούτε και να νομίζεις ότι μπορείς ν’ αποφασίσεις πώς θέλεις να φαίνεσαι ως άνθρωπος. Πρέπει να ασχοληθείς με τον εαυτό σου, με το ποιος πραγματικά είσαι, ιδίως ως συγγραφέας.

Δεν προσπαθώ, λοιπόν, να καθορίσω ποιος πρέπει να είμαι ως συγγραφέας, απλώς προσπαθώ να ακολουθώ αυτά που με σαγηνεύουν, καθώς και τα προβλήματά μου.

Πιστεύω ότι το πιο σημαντικό για έναν συγγραφέα είναι να καταπιάνεται με την ανικανότητά της/του στη ζωή, και να τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για τη συγγραφή.

Κατά τύχη έγινα εκδότης στα τριάντα μου.

Σχεδίαζα να σταματήσω μετά από καναδυό χρόνια, αλλά δεν ήταν δυνατό. Συνδέθηκα βαθιά με τους συγγραφείς που συνεργαζόμουν και με την ιδέα να κάνω τη συγγραφή ευκολότερη για άλλους συγγραφείς.

Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι ως εκδότης τις Δευτέρες και τις Τρίτες. Την υπόλοιπη βδομάδα -και τα βράδια- είμαι συγγραφέας.

Το γράψιμο ασφαλώς είναι πολύ σημαντικό για μένα, αυτό σκέφτομαι την περισσότερη ώρα. Αλλά δε θέλω να ξέρω τι είδους συγγραφέας είμαι.

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, οι Σκανδιναβοί συγγραφείς και σκηνοθέτες -στην περίπτωσή σου Νορβηγοί- αποδίδουν τόση σπουδαιότητα στη μυθοπλαστική εξερεύνηση της (δυσ)λειτουργίας οικογενειών και ζευγαριών;

Δεν ξέρω, έτσι είναι πράγματι; Σ’ αυτή την περίπτωση, θα προτιμούσα να ακούσω τις σκέψεις σου γιατί μπορεί να ισχύει αυτό!

Πρόσφατα, ωστόσο, διάβασα τη νέα και πολύ τολμηρή βρετανική μετάφραση της Οδύσσειας από την Έμιλι Γουίλσον, και σίγουρα κι εκείνο το βιβλίο αφορά, επίσης, σε κάποιο βαθμό στην αγάπη, την οικογενειακή ζωή και την πιθανότητα ευτυχίας-όχι;

Η ιστορία ενός γάμου φαίνεται να είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα της προσωπικής σου ζωής. Υπήρξε η συγγραφική διαδικασία ένας τρόπος «εξορκισμού» κάποιων «δαιμόνων»; Κι αν ναι, πέτυχε το στόχο της;

Βεβαίως κι είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα. Η λέξη «κλειδί», ωστόσο, είναι το εμπνευσμένο, δεν πρόκειται καθόλου για αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.

Καθετί που γράφω είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, αλλά όταν γράφω μυθοπλασία είναι αναγκαίο για μένα να αφήνω πίσω του την προσωπική μου οπτική, τις δικές μου απόψεις.

Ξεκάθαρα, αυτό το μυθιστόρημα παίζει με το γεγονός ότι ο αφηγητής προσπαθεί να πει την ιστορία από τη σκοπιά της γυναίκας του, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αφορά σε μένα ως συγγραφέα που προσπαθεί να εξερευνήσει την οπτική υπαρκτών προσώπων.

Ήθελα να εξερευνήσω το πώς μιλάμε για την αγάπη όταν η αγάπη έχει πεθάνει, και πώς ένας άντρας που αποπειράται να καταλάβει μια γυναίκα από την οποία έχει αποξενωθεί θα μπορούσε να σκέφτεται.

Ο Γιον, ο πρωταγωνιστής/αφηγητής του βιβλίου και άντρας με το φετίχ του «κερατά», επιδιώκει να εξετάσει τη σταδιακή κατάρρευση του γάμου με την Τίμι από τη σκοπιά της. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή;

Μόλις πρόσφατα, μία Νορβηγίδα κριτικός έγραψε ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει περισσότερο να κάνει με την αντιπαράθεση παρά με την αναγνώριση, και χάρηκα πολύ με τον τρόπο ανάγνωσής της.

Ήθελα να φέρω τον εαυτό μου και τους αναγνώστες μου αντιμέτωπους με έναν άντρα που κάνει επιλογές τις οποίες οι περισσότεροι θα αισθάνονταν ως αποκρουστικές. Μία οικογενειακή θεραπεύτρια που ξέρω είπε πως από τις πρώτες σελίδες και σε όλο το μυθιστόρημα έλεγε ξανά και ξανά «όχι, όχι, όχι» στις επιλογές του Γιον.

Με χαροποίησε και μένα αυτό- ήθελα να εξερευνήσω εμπειρίες τις οποίες οι περισσότεροι από μας θα εύχονταν να αποφύγουν στην ερωτική τους ζωή.

Ίσως, όμως, πρέπει ν’ απαντήσω αλλιώς. Ο Γιον είναι ένας άντρας που φοβάται πολύ μη χάσει την γυναίκα του. Φοβάται -σωστά ή λανθασμένα- ότι μπορεί να ερωτευτεί κάποιον άλλο. Οι περισσότεροι θα βιώσουμε, τουλάχιστον μία φορά, τέτοιο φόβο.

Το αληθινά ενδιαφέρον είναι πως, όταν πραγματικά φοβάσαι κάτι, μπορεί να είσαι εκείνος που το κάνει να συμβεί. Νομίζω ότι αυτό κάνει ο Γιον. Καταστρέφει την ερωτική του σχέση, γιατί φοβάται πως θα καταστραφεί από κάποιον άλλο.

Πιστεύω ότι πολλοί έχουν καταστρέψει μια ερωτική σχέση από φόβο μήπως καταστραφεί. Αυτό με ενδιέφερε πιο πολύ όταν έγραφα το μυθιστόρημα.

Ο ρυθμός και ο συγγραφικός τρόπος της Ιστορίας ενός γάμου είναι αγωνιώδεις, γεμάτοι νεύρο και εξαιρετικά έντονοι. Δουλεύεις πολύ και τους δύο, ώστε να πετύχεις την επιθυμητή διεισδυτικότητα και αληθοφάνεια;

Δεν είναι δυνατό για μένα να γράφω αν δεν μπορώ να νιώθω τη συγγραφή, τις προτάσεις, στο ίδιο μου το σώμα.

Σ’ αυτή την περίπτωση, είχα κρατήσει πολλές σημειώσεις πριν ξεκινήσω να γράφω- κρατώ τις περισσότερες σημειώσεις για τα μυθιστορήματά μου στο τηλέφωνο-  και θεώρησα πως ήξερα για το είδος των συναισθημάτων και της απελπισίας για τα οποία θα έγραφα.

Όταν, όμως, άρχισα στ’ αλήθεια να γράφω, βίωσα την αγωνία της ερωτικής ιστορίας με τρόπο για τον οποίο δεν ήμουν προετοιμασμένος. Έγραψα με ένα παράξενο είδος χαράς, ένα είδος γιόρτασε-αυτή-τη-δυστυχία συναισθήματος.

Το κλείσιμο του μυθιστορήματός σου είναι ιδιαιτέρως δυνατό με ένα απελπισμένο τρόπο, επισημαίνοντας τη βεβαιότητα του αφηγητή για το τέλος της αγάπης κι άλλων έντονων συναισθημάτων. Είναι κι η δική σου προσέγγιση αυτή;

Καθώς έγραφα τη σκηνή που σκέφτεσαι, αισθανόμουν ότι κάθε λέξη ήταν αληθινή- έτσι είναι, πάντα, σκέφτηκα. Είχα την αίσθηση πως τελικά το είχα καταλάβει, έτσι πεθαίνει η αγάπη, πάντα.

Έπειτα, όμως, από καμιά ώρα είχα γυρίσει στη ζωή μου. Έχω ένα ευτυχισμένο γάμο, και πιστεύω στην αγάπη, πιστεύω ότι θα διαρκέσει. Νομίζω, λοιπόν, πως η σκηνή ήταν αληθινή στο μυθιστόρημα, και σε εκείνη τη φάση της ιστορίας.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αντικρίσω την αγωνία και άλλα έντονα συναισθήματα μέσω του Γιον.

Σκόπευα να γράψω ένα πολύ πιο μεγάλο μυθιστόρημα, αλλά όταν έφτασα σε εκείνο το τέλος κατάλαβα ότι δε θα ήταν καλή ιδέα να γράψω περαιτέρω.

Η αγάπη πεθαίνει «όχι μ’ έναν βρόντο, μα μ’ έναν λυγμό», παραφράζοντας το ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ. Δε θα έλεγα πως πρόκειται για γενική αλήθεια- ελπίζω όχι, τουλάχιστον! Αλλά είναι η αλήθεια στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Η Νορβηγία θα είναι η τιμώμενη χώρα στην επικείμενη Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Ποια είναι η άποψή σου για την ποικίλη παραγωγή της σύγχρονης νορβηγικής λογοτεχνίας; Ταυτίζεσαι με κάποια λογοτεχνική τάση;

Δεν ταυτίζομαι με κάποια λογοτεχνική τάση. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό στη λογοτεχνία είναι πως έχει ελευθερία, πως κάθε συγγραφέας μπορεί να εξερευνήσει οτιδήποτε νιώθει αναγκαίο.

Ούτε και με τη νορβηγική λογοτεχνία ταυτίζομαι ιδιαιτέρως πολύ. Οι πιο σημαντικοί συγγραφείς για μένα είναι συγγραφείς όπως η Μαργκερίτ Ντιράς, ο Ντ. Χ. Λόρενς και η Πολωνή ποιήτρια Βισουάβα Σιμπόρσκα.

Photo credit (Geir Gulliksen): Oda Berby.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Monica Gram, ατζέντισσα του Geir Gulliksen, για την ευγενική και πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Geir Gulliksen Η ιστορία ενός γάμου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ποταμός.