Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Roger Eno: «Βλέπω τη σύνθεση μουσικής όπως οι ψαράδες το ψάρεμα στο ποτάμι»

 

Roger Eno (Photo credit: Cecily Eno)

Πολύπλευρος συνθέτης και μουσικός, ο Roger Eno, αδερφός του «πατέρα» της ambient μουσικής, Brian Eno, συνυπογράφει με τον αδερφό του το άλμπουμ Mixing Colours, που καθόρισε το 2020.

Στις 4 Αυγούστου συμπράττουν για πρώτη φορά συναυλιακά στο Ηρώδειο. Συνομιλώντας με τον πνευματώδη και αναπάντεχα χιουμορίστα Roger Eno.

Πρώτα από όλα θα ήθελα να σας ευχαριστήσω γι’ αυτή την απροσδόκητη χαρά που μου προσφέρατε με το Mixing Colours σε σκοτεινούς καιρούς. Μπορείτε να μου πείτε πώς συνθέτετε στο πιάνο, κατ’ αρχάς;

Ξεκινώ αυτοσχεδιάζοντας.

Πίσω μου βλέπεις αυτό το keyboard. Σήμερα ξύπνησα και αυτοσχεδίασα πάνω σ’ ένα κομμάτι κι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κάτι ή όχι. Αν κάνεις κάτι, υπάρχει η πιθανότητα να οδηγήσει κάπου. Αν όχι, δε θα οδηγήσει. (Γέλιο)

Βλέπω τη σύνθεση μουσικής όπως οι ψαράδες το ψάρεμα στο ποτάμι. Μερικές φορές είσαι τυχερός, άλλες όχι, αλλά αν δεν είσαι εκεί, δεν πρόκειται να πιάσεις ψάρι.

Τι συμβαίνει ως επί το πλείστον στην περίπτωσή σας; «Ψαρεύετε» πολύ;

(Γέλιο) Πιάνω αρκετά, νομίζω!

Ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο, στην άλλη γραμμή βρίσκεται ο Brian Eno!

Ήταν ο αδερφός μου, ο Brian.

Πού βασίζεται αυτός ο αυτοσχεδιασμός; Πρόκειται για ένα συναίσθημα, μια ιδέα, μια σκέψη που σας «τρώει» και θέλει να βγει στην επιφάνεια;

Πολλά από όσα κάνω σχετίζονται με ένα παιχνίδι, τη σύγκρουση ανάμεσα σε τόνους και ημιτόνια. Υπάρχει και στην παραδοσιακή ελληνική μουσική.

Μου αρέσει αυτή η ένταση και το πού μπορεί να οδηγήσει.

Υποθέτω ότι οι μουσικές πηγές της έμπνευσής σας είναι εξαιρετικά ποικιλόμορφες. Είναι και η παραδοσιακή μουσική μια από αυτές;

Ναι, πολύ. Κι ένας από τους λόγους γι’ αυτό είναι η αγνότητά της.

Μουσική που έχει συντεθεί από ευφυείς ανθρώπους είναι πολύ εγκεφαλική, μπορεί να χάσει την περιοχή της ανυπαρξίας, κι αυτή είναι η περιοχή που μου αρέσει. Η παραδοσιακή μουσική διαθέτει πολλή αγνότητα.

Αυτό ισχύει και για τη μουσική του Ερίκ Σατί.

Όταν ήμουν έφηβος, μου έδειξε ότι είναι εφικτό να είσαι συνθέτης χωρίς να χρειάζεται να είσαι ευφυής. Ήταν ένα είδος πανκ νοοτροπίας.

Σ’ αυτό το σημείο εμφανίζεται για λίγο στην κάμερα κι ο γάτος του Roger Eno, τον οποίο υπεραγαπά, για να με «καλημερίσει».

Το στοιχείο της εξυπνάδας δεν είναι, λοιπόν, κάτι που μ’ ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Πώς, όμως, αναπτύσσεις μια ιδέα χωρίς να είσαι ευφυής; Δεν είναι δίκαιο να επαναλαμβάνεσαι προκαλώντας βαριεστημάρα στο κοινό.

Κάθε άλλο παρά βαρετή θα αποκαλούσα τη δικιά σας μουσική, πάντως. Το αντίθετο: πολύ πυκνή και ανακουφιστική.

Το Mixing Colours, συγκεκριμένα, έχει αυτή τη στοχαστική, ακόμα και θεραπευτική ποιότητα, γεγονός σπάνιο και χρειαζούμενο.

Προσπαθώ είναι να κάνω μουσική που με τοποθετεί σε έναν συγκεκριμένο χώρο ή εντός μιας ατμόσφαιρας, κι ελπίζω αυτό να «μεταφράζεται» και σε άλλους.

Πρόκειται, απ΄ όσο ξέρω, για την πρώτη κοινή δουλειά των αδερφών Eno. Πώς εξελίχθηκε αυτή η συνεργασία μέσα από τα χρόνια;

Ήταν κάτι τυχαίο.

Ξυπνάω νωρίς το πρωί. Είτε βγαίνω για βόλτα με το ποδήλατο, είτε βγάζω τον σκύλο βόλτα, είτε συνθέτω κομμάτια, που αργότερα τα στέλνω σε φίλους.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Brian, ο οποίος είναι και ένας αξιοσέβαστος παραγωγός. Συνέλεγε τα -χωρίς υπερβολή- εκατοντάδες κομμάτια που του έστελνα ανά τα χρόνια. Αποδείχτηκε, λοιπόν, ότι είχαμε ένα ζωντανό πρότζεκτ.

Έβαλα, επομένως, τα κομμάτια μου σ’ ένα αρχείο ήχου καθώς και σ’ ενα αρχείο midi, γεγονός που του επέτρεπε να «παίξει» με την πληροφορία.

Το αποτέλεσμα ήταν το Mixing Colours. Νόμισα ότι είχα «πιάσει» κάτι, κι εκείνος έφτιαξε μια συνταγή από αυτό! (Γέλιο)

Μου ακούγεται σαν μια πολύ δημιουργική συνεργασία.

Ήταν απολύτως ιδανική.

Μοιράζεστε την ίδια προσέγγιση όσον αφορά στη σύνθεση μουσικής;

Είμαστε πολύ όμοιοι. Τα πεδία μας είναι αρκετά διαφορετικά, βέβαια. Είμαι πολύ πιο παραδοσιακός, σκεπτόμενος την παραδοσιακή μελωδία και αρμονία.

Ο Brian, από την άλλη, ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για τον κόσμο του ήχου. Λατρεύει όσα μπορεί να κάνει για να επηρεάσει τον τόνο του ήχου.

Το σπουδαίο μ’ αυτό το πρότζεκτ ήταν η εμπιστοσύνη στη συνεργασία με τον Brian.

Αν οπτικοποιούσα το άλμπουμ, θα έλεγα πως είναι ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακας. Πώς το οπτικοποιείτε εσείς από ζωγραφικής άποψης και ποια είναι η σχέση σας με τη ζωγραφική;

Έχω το ίδιο πιάνο που χρησιμοποιούσα από δεκαπέντε χρονών. Όταν ήμουν πολύ νεότερος, έβλεπα φωτογραφίες από πίνακες του Μπρίγκελ και αυτοσχεδίαζα, συνέθετα ένα soundtrack γι’ αυτά τα τοπία.

Η μουσική -κι αυτή είναι μια αντίληψη που μοιραζόμαστε με τον Brian- δεν είναι μόνο μια πρωταρχική μορφή τέχνης, αλλά και μια ισχυρή υποστηρικτική πράξη, όπως η μουσική για κινηματογράφο.

Επιλέξαμε τα χρώματα, γιατί παρέχουν τη δυνατότητα ενός άγραφου νοητικού «καμβά» στους ανθρώπους. Επιθυμούσαμε να ακούσουν τα κομμάτια και να πάνε όπου θέλουν χωρίς κάποιον οδηγό.

Είσαστε όσο ισορροπημένος και ήρεμος η μουσική σας αφήνει να εννοηθεί ή πρόκειται για κάτι παραπλανητικό;

Είναι απολύτως παραπλανητικό!

Κάνω τέτοια μουσική, γιατί εκεί θέλω να βρίσκομαι. (Γέλιο) Χάνω την ψυχραιμία μου πολύ εύκολα.

Μπορεί να χάνετε την ψυχραιμία σας εύκολα, δημιουργώντας όμως τέτοια μουσική προσφέρετε στους ακροατές την πολύ απαραίτητη ηρεμία σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο διαφόρων ειδών θόρυβος.

Σας ενοχλεί αυτός ο θόρυβος;

Δε νομίζω ότι είναι υγιής.

Ένας από τους λόγους που δε μ’ αρέσει να πηγαίνω στο Λονδίνο είναι πως, κατεβαίνοντας από το τρένο, στο δευτερόλεπτο υπάρχει οπτικός θόρυβος.

Δεν έχω τηλεόραση, για παράδειγμα, γιατί δεν αντέχω το διαρκές μπαράζ πληροφορίας. Ζω στην εξοχή, οπότε τον περισσότερο καιρό δραπετεύω από αυτή την κατάσταση.

Βλέπω την τέχνη όχι μόνο ως θεραπεία, αλλά και ως κάτι σχεδόν θρησκευτικό. Ίσως έχει αντικαταστήσει τον Θεό. Πολλοί βρίσκουν την έννοια της θρησκείας δύσκολη. Η τέχνη είναι πιο εύκολη. Δεν έχει τις υποδηλώσεις των παραμυθιών.  

Οπότε οι άνθρωποι μπορούν να ονειρευτούν μέσα σ’ ένα μουσικό κομμάτι, κι όχι σε μια προσευχή που μιλά για μια ανώτερη ύπαρξη με γενειάδα.

Επομένως, μέσω της σύνθεσης και της ακρόασης θέλετε να μεταφέρετε μια αίσθηση ονείρου;

Ναι. Της γαλήνης ή της ενδοσκόπησης. Αν υπάρχει ένα «κλειδί» για την ευτυχία, είναι πιο πιθανό να βρίσκεται μέσα στο άτομο, κι όχι σε κάτι που μπορείς να αγοράσεις σε μια “Black Friday”.

Ενυπάρχει τέτοιου είδους αίσθηση σε μουσική που βρίσκεται κάπου τριγύρω μας;

Το βρίσκω στην πρώιμη μουσική, που κι αυτή βασίζεται σε εκκλησιαστικά θέματα, όπως του Thomas Tallis. Ή ενός ακόμα Άγγλου, του John Dunstable. Πολύ μοντέρνα, αν και είναι του 14ου αιώνα. O Sibelius, επίσης, είναι θαυμάσιος.

Τέτοιου είδους καλλιτέχνες μού αρέσουν.

Θα περιγράφατε τη μουσική σας ως “ambient”, «μινιμαλιστική» ή «σύγχρονη κλασική», όπως πολλοί κάνουν, ή είναι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις περιοριστικές;

Αντιλαμβάνομαι το γιατί οι άνθρωποι θα έβαζαν κάποια ταμπέλα. Δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα.

Όταν ο Brian επινόησε τον τίτλο «ambient μουσική», ήταν τέλειος γι’ αυτό που έκανε. Η δικιά μου μουσική βασίζεται πολύ πολύ στην παράδοση, όπως προανέφερα. Αλλά έπειτα, πώς θα μπορούσες να την αποκαλέσεις;  

Το αφήνω στους άλλους ανθρώπους, μπορούν να την αποκαλέσουν όπως επιθυμούν.

Ζούμε σε παράξενους καιρούς. Έχει επηρεαστεί η αντίληψή σας για τη σύνθεση της μουσική από τη λεγόμενη «πανδημική εποχή»;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχει επηρεαστεί σχεδόν καθόλου. Ο τρόπος δουλειάς μου δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες. Εξακολουθώ να προσπαθώ να βρω τη ρίζα αυτού που συμβαίνει μέσα μου.

Αυτό που μου προκάλεσε αισιοδοξία κατά το πρώτο διάστημα της πανδημίας ήταν ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να σκεφτούν διαφορετικά για τον καταναλωτισμό και την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών ζητημάτων.

Αλλά έπειτα, μόλις τα πράγματα πάνε λίγο καλύτερα, επιστρέφουν στα παλιά μοτίβα συμπεριφοράς. Ελπίζω, ωστόσο, πως οι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι υπάρχει τρόπος να συζητήσουν λογικά.

Η πανδημία έχει αλλοιώσει την έννοια της ζωντανής εμπειρίας μιας συναυλίας, με όλα τα livestreaming και τα σχετικά. Ποια είναι η γνώμη σας επ’ αυτού;

Κατά την άποψή μου δεν πρόκειται για live. Είναι τόσο live όσο μια τηλεοπτική δραστηριότητα.

Ένα από τα πράγματα που μου αρέσει να κάνω στη διάρκεια των συναυλιών είναι να μιλάω στο κοινό. Δε θέλω να έχουν οι άνθρωποι την εντύπωση πως πρόκειται για μια διαδικασία υπερβολικά πολύτιμη ή εύθραυστη.

Για να τους κάνω να νιώσουν πιο άνετα, λοιπόν, τους μιλάω, τους λέω αστεία (γέλιο), κάτι που φυσικά αλλάζει, αν δεν υπάρχει κοινό. Δε φαντάζει φυσικό.

Ανυπομονώ να παρακολουθήσω μια συναυλία σας, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, λοιπόν.

Θα είναι πραγματική ευχαρίστηση να παίξω στην Αθήνα. (Γέλιο)

Η συνέντευξη με τον Roger Eno πραγματοποιήθηκε μέσω Zoom τον Δεκέμβριο του 2020.

Ευχαριστώ θερμά την Martina Connors, υπεύθυνη επικοινωνίας του Roger Eno, για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Roger Eno μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site.

Την Τετάρτη 4 Αυγούστου του 2021 Brian και Roger Eno συμπράττουν για πρώτη φορά συναυλιακά στη σκηνή του Θεάτρου Ηρώδου Αττικού, στις 9.30 το βράδυ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.



Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Πάβελ Κόχουτ: «Η Άνοιξη της Πράγας ήταν μια προσπάθεια να περπατήσεις στο ταβάνι»

 


Διακεκριμένος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, ο αειθαλής Τσέχος Πάβελ Κόχουτ γιόρτασε στις 20 Ιουλίου 93 χρόνια ύπαρξης!

Γιορτάζουμε κι εμείς συνομιλώντας μαζί του, με αφετηρία την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματός του Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα.

Διακεκριμένος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, κατέχετε διπλή υπηκοότητα, τσεχική και αυστριακή.

Υπό ποια έννοια αισθάνεστε Τσέχος και Αυστριακός και πώς έχει αντικατοπτριστεί αυτή η δυαδικότητα στη δουλειά σας ανά τις δεκαετίες;

Πήρα την αυστριακή υπηκοότητα το 1980 μετά την αφαίρεση της τσεχοσλοβακικής από το καθεστώς. Μου επιστράφηκε το 1989 έπειτα από δέκα χρόνια.

Ήθελα να κρατήσω αυτή που μου αποδόθηκε τιμητικά, από ευγνωμοσύνη προς τη χώρα η οποία μου πρόσφερε ένα δεύτερο σπίτι σε περιόδους ανάγκης. Όλα αυτά έχουν εμπλουτίσει τη γραφή μου θεματικά.

Ένθερμος κομμουνιστής στα νεανικά σας χρόνια, εξελιχθήκατε σε διαφωνούντα και κατόπιν σε καταξιωμένη φυσιογνωμία της Άνοιξης της Πράγας, αποβαλλόμενος τελικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ποιο ήταν το σημείο καμπής στην πολιτική μεταμόρφωσή σας;

Μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας στην ηλικία των δεκαοκτώ το 1946.

Το 1956 έλαβα την πρώτη επίπληξη, το 1967 μια επίπληξη με προειδοποίηση και το 1969, μετά την αποτυχία της Άνοιξης της Πράγας, εκδιώχθηκα από αυτό το κόμμα.

Ήταν μια μονομαχία μεταξύ ψευδαίσθησης και εμπειρίας. Η τελευταία κέρδισε.

Τι θυμάστε πιο έντονα από την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας, κυρίως από πολιτιστικής και πολιτικής άποψης, και τι έχει απομείνει από εκείνο το πνεύμα στις μέρες μας;

Η Άνοιξη της Πράγας στη σοβιετική εποχή ήταν στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να περπατήσεις στο ταβάνι. Μέχρι σήμερα, είναι συναρπαστικό για μένα που έλαβε μέρος η απόλυτη πλειοψηφία της κοινωνίας.

Μπορείτε να το ονομάσετε μια γενική πρόβα για τη δημοκρατία. Τι μένει; Η δημοκρατία.

Ο κωμικοτραγικός ήρωας βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με ολόκληρη την τότε κοινωνία. Δοκιμάζει το αδύνατο, γι' αυτό και διώκεται και ψυχολογικά καταστρέφεται.

Και όταν «θεραπεύεται», δεν μπορεί πλέον να ενταχθεί στην κοινωνία που εδώ και καιρό «περπατάει στο ταβάνι».

Είστε προσωπικά εξίσου «αλλεργικός» σε δόγματα οποιουδήποτε είδους;

Ως νέος ήμουν για πολύ καιρό σκλάβος ενός δόγματος για να μπορέσω να αντέξω αυτόν τον τρόπο σκέψης. Αλλά έτσι καταλαβαίνω καλύτερα αυτούς που βιώνουν κάτι αντίστοιχο σήμερα. Και προσπαθώ να τους προειδοποιήσω με τη γραφή μου.

Στιλιστικά μιλώντας, το μυθιστόρημά σας Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα συνιστά έναν θρίαμβο του παραλόγου, και διατηρεί τη φρεσκάδα και τη ζωτικότητά του μέχρι σήμερα.

Εκείνα τα χρόνια, ήταν το παράλογο η νόρμα στην Τσεχοσλοβακία σε όλες της σφαίρες της ανθρώπινης εμπειρίας, εξού και επιλέξατε να το «πολεμήσετε» με τον ίδιο τρόπο;

Αντίθετα, είναι to παράλογο που ενισχύεται από το τσεχικό χιούμορ.

Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί μια προσπάθεια να αφηγηθώ το παράλογο τόσο συγκεκριμένα ώστε κάθε λεπτομέρεια το κάνει να φαίνεται εφικτό.

Το εν λόγω μυθιστόρημα είναι, αν δεν απατώμαι, το τέταρτο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Ποια είναι η πρώτη εικόνα ή σκέψη που σας έρχονται στο νου αναφορικά με την Ελλάδα, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος;

H απάντηση στην ερώτησή σας: Η ελληνική Ιστορία με την οποία μεγάλωσα χάρη στη λογοτεχνία και τα «Ελληνόπουλα» που έλαβαν άσυλο στην Τσεχοσλοβακία μετά τον εμφύλιο πόλεμο.

Έπειτα πολλοί γύρισαν και τους γνώρισα στις πρεμιέρες μου στο θέατρο στην Αθήνα. Και πολλοί έμειναν μαζί μας ως πρότυπο επιτυχημένης μετανάστευσης.

Και τελικά, ποιο, κατά τη γνώμη σας, θα είναι το «χνάρι» της πανδημίας στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και το πολιτιστική της παραγωγή; Νιώθετε καθόλου αισιοδοξία για το μέλλον;

Είμαι γεννημένος αισιόδοξος, και λέω στον εαυτό μου ότι εάν το ιατρικά ανυπεράσπιστο ανθρώπινο είδος πριν από μας επέζησε πολλαπλών επιθέσεων πανούκλας, πρέπει επίσης να τα καταφέρει και ο πολύ ανεπτυγμένος πολιτισμός μας.

Ευχαριστώ θερμά τον Klaus Mölln, προσωπικό φίλο του Πάβελ Κόχουτ, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα γερμανικά και την αποστολή των απαντήσεων του συγγραφέα.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως τον φωτογράφο Dominik Bachůrek για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του Πάβελ Κόχουτ που συνοδεύει την ανάρτηση.

Το μυθιστόρημα του Πάβελ Κόχουτ Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Σόνιας Στάμου-Ντορνιάκοβα.



Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Δημήτρης Μπαβέλλας: «Αν δεν υπήρχε φιλία, δε θα είχα κάνει καμία ταινία»

 


Ένας ύμνος στη φιλία, στη φυγή και σε όσα αγαπήσαμε κι έχουν περάσει -ίσως- ανεπιστρεπτί, η Αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ, η πολυβραβευμένη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Μπαβέλλα, προβάλλεται από τις 22 Ιουλίου.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Μιας και βρισκόμαστε στο Café Valparaiso, εδώ στο Κουκάκι, θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο για τον Μάριο, τον ιδιοκτήτη του και φίλο σου, που «έφυγε» πρόωρα στις 17 Ιουλίου του 2020.

Στις 17 Ιουλίου του 2021 συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον θάνατο του Μάριου, καλού φίλου και συνεργάτη.

Είναι ένα γεγονός που με σημάδεψε. Από την περσινή χρονιά ήταν το χειρότερο που μου συνέβη.

Για να τον τιμήσω, έγραψε ο Ιάσων Λεοντίδης γι’ αυτόν στην ταινία, με τίτλο Ο άνθρωπος του Βαλπαραΐσο. Προσπαθώ να τον μνημονεύω με κάθε αφορμή.

Η Αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ, δεύτερη μεγάλου μήκους δουλειά σου, αφιερώνεται σε διάφορους ανθρώπους.

Κατ’ αρχάς την αφιερώνω στον φίλο μου τον Κώστα Σταρίδα. Γνωριστήκαμε στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 και γίναμε πάρα πολύ καλοί φίλοι.

Τον βοήθησα να κάνει μια μικρού μήκους ταινία, που ακούστηκε στην εποχή της, συνυπογράφοντας τη σκηνοθεσία της. Έπειτα ακολούθησε άλλους δρόμους, Έπαιξε και στο Runaway Day. Δυστυχώς πέθανε το 2016.

Όποτε όφειλες και σε εκείνον μια μνεία.

Με την χήρα του έχουμε βάλει σκοπό να γυρίσουμε μια μικρού μήκους ταινία που ήθελε. Δεν αρέσει πολύ στους κρατικούς φορείς, αλλά πιστεύω ότι θα τα καταφέρω.

Την αφιερώνω και στον Τσιώλη.

Τον γνώριζες προσωπικά;

Τον γνώρισα όταν ήταν μεγάλος σε μια προβολή της Χαμένης Λεωφόρου του Ελληνικού Σινεμά. Είχαμε έναν πολύ καλό κοινό φίλο, τον Χάρη Μιχαλογιαννάκη, μέσω του οποίου έγινε η επαφή.

Επειδή κι ο Τσιώλης δεν είχε λεφτά, έκανε τις δουλειές του με κοινοβιακό χαρακτήρα.

Μιλήσαμε, λοιπόν, τόση πολλή ώρα, που καθυστέρησε η προβολή. Δεν ήθελε να φύγει!

Εκτιμούσες ανέκαθεν και την προσέγγισή του στο σινεμά;

Μου άρεσε πολύ η απλότητά του και ο τρόπος που δούλευε με τους ανθρώπους. Ήταν ένας γοητευτικός «τύραννος» με τους ηθοποιούς, ωστόσο!

Μου άρεσε, εξάλλου, η αγοραία σχέση του με το σινεμά, ήταν πολύ αυθεντική και «ατόφια». «Έσπαγε» το στερεότυπο του σκηνοθέτη. Φαίνεται και στις ταινίες του.

Μπορεί να είναι στον χαρακτήρα μου να είμαι λίγο έτσι. Όποτε έρχονται στα χέρια μας λεφτά, πάντα τα δίνουμε στους συντελεστές, κι έτσι είμαστε πάντα άφραγκοι. Έτσι μου λέει ο Χάρης.

Εν προκειμένω και στην Τζίνα Πετροπούλου, παραγωγό και των δύο ταινιών μου, που έχει βάλει πολλά λεφτά από την τσέπη της.

Στενοχωρήθηκα όταν «έφυγε» ο Τσιώλης. Ήθελε, μάλιστα, να κάνει καινούριο φιλμ.

Αυτή είναι η φύση του σκηνοθέτη. Αν κάνεις ταινίες, είσαι απέναντι σ’ ένα βουνό που καλείσαι ν’ ανέβεις. Το βουνό είναι το όραμά σου, και δε βρίσκεσαι καν στους πρόποδες.

Ο Δημήτρης Μπαβέλλας στο Cafe Valparaiso, στην κατά Μάριο "orange angle" (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Μετά την επαναληπτική προβολή της Λώρα στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας είχες πει κάτι που μου άρεσε, πως πιστεύεις στον θεό του σινεμά. Ισχύει ακόμα, σχεδόν έναν χρόνο μετά;

Έχει κλονιστεί αυτή η πίστη! (Γέλιο) Αλλά αν πιστεύω σε έναν θεό, πιστεύω σ’ αυτόν του σινεμά. Και, χαριτολογώντας, στον «καρπεντερισμό», εκ του Τζον Κάρπεντερ.

Αν δεν έχεις πολύ βαθιά πίστη σ’ αυτό το πράγμα, άλλωστε, είναι τόσο αντίξοες οι συνθήκες, που τα παρατάς.

Ο σχεδιαζόμενος νέος νόμος για τον κινηματογράφο, για παράδειγμα, αποτελεί «ταφόπλακα».

Δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος. Υπάρχει ένα όριο. Πόσος δονκιχωτισμός πια;

Αυτός ο δονκιχωτισμός σε συνδυασμό με την αγοραία προσέγγιση στο σινεμά μού άρεσε στον Τσιώλη, τρομερά γήινος. Κι εγώ έτσι κινούμαι.

Η τελευταία αφιέρωση είναι στην Νίκη Λειβαδάρη.

Πανέμορφη, φρέσκια, εξαιρετική κοπέλα- πέθανε ξαφνικά από καρδιά κάποια στιγμή το 2019.

Εκτιμώ πολύ που δείχνεις πόσο αγαπάς και νοιάζεσαι για τους ανθρώπους γύρω σου, συνεργάτες και φίλους.

Αυτό συνδέεται και με την ίδια την Λώρα, η οποία, εκτός των άλλων, είναι μια ταινία για δυο φιλαράκια, «αποτυχημένα» με βάση τα συμβατικά κριτήρια.

Πολύ επιτυχημένοι είναι, αν και προβληματικές περσόνες! Έχουν ο ένας τον άλλο για στήριγμα. Είναι σαν ζευγάρι, όπως σε παλιές αμερικανικές ταινίες.

Ως άνθρωπος πρωτίστως -κι έπειτα ως σκηνοθέτης-, πιστεύεις, βασίζεσαι στη φιλία;

Αν δεν υπήρχε φιλία, δε θα είχα κάνει καμία ταινία.

Κυρίως κάνω ταινίες είτε με τους παλιούς συμφοιτητές από τη Σχολή Σταυράκου -εκ των οποίων, από τη χρονιά μου, 20 από τους 40 έχουν γίνει σκηνοθέτες-, είτε με μαθητές μου. Αγαπώ τους ανθρώπους.

Είμαι, άλλωστε, πολλά χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά. Ξεκίνησα πριν από 20-23 χρόνια, και 25-26 στο ραδιόφωνο. «Να δουλεύεις με τους καλύτερους ανθρώπους που μπορείς να έχεις γύρω σου ανά πάσα στιγμή», λέει μια θεωρία. Αυτό εφαρμόζω.

Είναι πολύ χειροποίητες οι δουλειές μου.



Αποπνέουν αυτή την αίσθηση, όπως και να ’χει.

Να ’σαι καλά!

Προτάσσεις ένα παράθεμα του Καραγάτση από το Χαμένο Νησί. Μάλλον σημαίνει πολλά για σένα ως συγγραφέας.

Κατά τη γνώμη μου είναι εφάμιλλος του Ιουλίου Βερν.

Σε επίπεδο δράσης είναι κάτι φοβερό, αν και ο ίδιος υπήρξε δεξιόστροφος. Η Τριλογία του είναι ό,τι πιο ανατρεπτικό έχω διαβάσει για το 1821 σε επίπεδο μυθοπλασίας.

Το δε Χαμένο Νησί το θεωρώ αριστουργηματικό, μια νουβέλα out of the blue. Τη λατρεύω!

Από εκεί και πέρα, το παράθεμα που προτάσσω για τους δραπέτες στον ίλιγγο της φαντασίας είναι ακριβώς το αμάλγαμα της ταινίας.

Είμαστε σε έναν κόσμο που είναι σκατένιος, και ο μόνος τρόπος για ν’ αποδράσουμε είναι με ένα ταξίδι στη φαντασία και στα πράγματα που μας έκαναν να συγκινούμαστε. Αυτό αρέσει σε πολλούς, πως τους βάζει σ’ έναν κόσμο που είχαν να ζήσουν χρόνια.

Είμαστε, εξάλλου, της ίδιας γενιάς, με την παλάντζα ν’ αρχίζει να «γέρνει»! (Γέλιο)

Εκτός από το ιδιαίτερο, ιδιόμορφο χιούμορ -το δικό σου και των χαρακτήρων-, η Λώρα «βγάζει» αυθεντική και πηγαία συγκίνηση, ανεξαρτήτως των επιμέρους αναφορών, με τις οποίες κάποιος μπορεί να ταυτίζεται περισσότερο ή λιγότερο.

Δεν το βιώνω συχνά με εγχώριες παραγωγές, κι ήθελα να το μοιραστώ μαζί σου.

Ευχαριστώ πολύ!

Υπάρχουν «περιοχές» όπου δεν πάμε, κι εγώ θέλω να πηγαίνω. Δε θα λογοκρίνω κάτι που μου αρέσει λέγοντας ότι δεν έχει το βάρος που πρέπει.

Προτιμώ να «στολίζω» τα πράγματα που μου αρέσουν με ένα ιδιαίτερο βάρος -καλλιτεχνικό, προσωπικό, αισθητικό- υπηρετώντας πάντα τις προτιμήσεις μου.

Η Κοινοτοπία του Κακού της Χάνα Άρεντ είναι βασικός άξονας και στο Runaway Day και στην Λώρα.

Καταφέρνεις, πάντως, να εντάξεις όλες τις προσωπικές σου εμμονές -αισθητικές και άλλες- σε ένα πολύ πειθαρχημένο αφηγηματικό σύμπαν. Παρά την ποικιλομορφία τον αναφορών, δε χάνεται το κέντρο βάρους της αφήγησης.

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ!

Αυτό ήταν και το δικό μου ζητούμενο, γιατί ήθελα να κάνω μια ταινία που θα μπορούσε να δει ο οποιοσδήποτε.

Σε σχέση μ’ αυτό που παρατήρησες, έχουν παίξει μεγάλο η Κατερίνα Κλειτσιώτη, από τις πλέον ανερχόμενες Ελληνίδες σεναριογράφους, και ο Γιώργος Γεωργόπουλος, σκηνοθέτης των Tungsten και Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος...

Οπότε κι η Λώρα δεν είναι μόνο η Λώρα. Ο καθένας μπορεί να δει κάτι ή να βρει κάποιον διαφορετικό άνθρωπο σ’ αυτόν τον χαρακτήρα.

Η Λώρα είναι μια καλλιτέχνις εγκλωβισμένη σ’ ένα σύστημα. Το ότι είναι πορνοστάρ ή ο παραγωγός της ο Vertigo είναι παραγωγός πορνοταινιών, ελάχιστη διαφορά έχει για μένα.

Τα όρια της ώριμης showbiz είναι δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα. Στο επίπεδο της τέχνης, και ευρύτερα στην κοινωνία, υποκείμεθα στους ίδιους κανόνες. Η Λώρα είναι εγκλωβισμένη και προσπαθεί να ξεφύγει, όπως όλοι μας.



Οι τάσεις φυγής είναι, νομίζω, πιο έντονες στο Runaway Day, ενώ στην Λώρα λειτουργούν αλλιώς.

Σκέφτηκα κάτι που δεν είχε ξαναπεράσει από το μυαλό μου, τώρα που το είπες.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο φιλμ σε σχέση με την αναζήτηση ελευθερίας είναι ότι στο Runaway Day θέλει να ξεφύγει όλη η πόλη, ενώ στην Λώρα προσανατολιζόμαστε στον άνθρωπο.

Νιώθω πως απειλούμαι, η κοινωνία κι η πόλη είναι εχθροί μου, θέλουν το κακό μου. Κι οι χαρακτήρες το πληρώνουν. Η ζωή που κάνουμε είναι ένα άχαρο πράγμα. Κινούμαστε σαν ήρωες σε videogame.

Έτσι, μάλιστα, όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση δε γίνεται καν αντιληπτό αυτό. Αποδέχεσαι κι εσύ τη δυστοπία που σου επιβάλλουν με το ένα ή το άλλο πρόσχημα.

Είμαι γέννημα-θρέμμα της νότιας Αθήνας. Με πληγώνει, με διαλύει ζωή σ’ αυτή την πόλη. Πάμε σε υγειονομικό segregation α λα 60s.

Ποτέ δε λησμονείς να ρίχνεις τα αιχμηρά σου «βέλη» και προς την «ανάπτυξη», τον «εξευγενισμό» και, φυσικά, τη λαίλαπα του Airbnb.

Eίναι η κορυφή του παγόβουνου. Προφανώς είναι μια απειλή, εκτινάσσοντας το οικιστικό πρόβλημα στα ύψη στις αστικές περιοχές.

Αυτός ο εγκλωβισμός, η επίθεση και η σκληρότητα που βιώνουμε με οδηγούν να κάνω ταινίες όπου οι χαρακτήρες τρέπονται σε άτακτη φυγή, μια φυγή προς τα εμπρός.

Κι η μουσική, βέβαια, είχε για σένα ανέκαθεν μια τέτοια λειτουργία, μιας κι έχεις υπάρξει ραδιοφωνικός παραγωγός και DJ. Προφανώς αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς χαρακτήρες του φιλμ.

Η μουσική είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου, με ωθεί να ζω, και την εντάσσω στις ταινίες μου υπό προϋποθέσεις.

Η Λώρα ήθελα να είναι ένα συνεχόμενο trip, με δεκάδες μουσικά είδη. Ο Γιώργος Μπουσούνης έχει γράψει 18 διαφορετικά κομμάτια.

Ήθελα να είναι μια γιορτή των αισθήσεων και να «χτυπάει» στα πράγματα που κάναμε όταν ήμασταν αθώοι κι έχουν λείψει για πάντα. Είμαστε πια ψηφιακά προϊόντα προς προώθηση στο Instagram, ψηφιακά οπίσθια, στήθη, πέη.

Τουλάχιστον μετά από ένα μακρύ ταξίδι -φεστιβαλικό και όχι μόνο- ανά τις ηπείρους, τις χώρες και τις πόλεις, επιτέλους έρχεται και η ώρα της εμπορικής προβολής της Λώρα στην Αθήνα.

Ταινία που δεν έχει προβληθεί στη χώρα όπου έχει γίνει είναι μισή ταινία.

Είμαι κάθετα ενάντιος στην ιντερνετική προβολή. Ο μόνος λόγος που το κάνω είναι όταν έχω δεσμούς με ένα φεστιβάλ, όπως του Σαράγεβο, που είμαι «παιδί» του. Ή της Θεσσαλονίκης.

Έχω απορρίψει τουλάχιστον διπλάσια φεστιβάλ που δεν έκαναν κανονική προβολή. Ειδικά η Λώρα είναι φτιαγμένη για να την παίξεις σε κάδρο 2:39. Η έννοια του σινεμά είναι σύμφυτη με τη μεγάλη οθόνη.

Ελπίζω κι η επόμενη δουλειά σου, αν έχεις την αντοχή, την έμπνευση και το κέφι, να κάνει τις ίδιες και μεγαλύτερες διαδρομές και να συζητηθεί όσο η συγκεκριμένη- και, βέβαια, να προβληθεί κι αυτή στο αγαπημένο μας Σαράγεβο.

Είναι ένα φεστιβάλ που έχει πολύ χώρο για νέους, νιώθω ζεστασιά. Είναι το Φεστιβάλ μου, θεωρώ. Η ύπαρξή του μάς συντηρεί και μάς βοηθάει.

Το να βρίσκεις ένα μέρος όπου η ταινία σου μπορεί να προκαλέσει λίγο buzz είναι κομβικό για το γύρισμά της.

Έχω κάνει δύο ταινίες, και θέλω να πιστεύω πως θα συνεχίσω.

Βλέπω με πολλή χαρά παιδιά που είναι 25 χρονών και είναι πιο καλά, πιο πωρωμένα και που αντιμετωπίζουν διπλάσιες δυσκολίες. Αυτή είναι η καλύτερη απάντηση σ’ όποιον θέλει να «θάψει» αυτό το σινεμά- εδώ και έξω.

Δε θα πεθάνει ποτέ το σινεμά.

Βλέπω παιδιά που είναι 20-30 χρονών να σε κοιτάνε στα μάτια και να έχουν τόσο πάθος να κάνουν ταινία, που κανένας καριόλης νόμος ή απαγόρευση δε θα τα σταματήσει.

Ευχαριστώ θερμά το Café Valparaiso Society για τη φιλοξενία της συνέντευξης.

Η ταινία του Δημήτρη Μπαβέλλα Η αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ προβάλλεται από τις 22 Ιουλίου αποκλειστικά στον κινηματογράφο ΒΟΞ σε διανομή της Tulip Entertainment.



Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Mehdi M. Barsaoui: «Η οικογένεια είναι μια ευρεία έννοια»

 


Μια μεσοαστική τυνησιακή οικογένεια πέφτει θύμα ένοπλης επίθεσης ισλαμιστών, και ο μικρός γιος της τραυματίζεται σοβαρά. Η αναζήτηση δωρητή οργάνου θα φέρει στην επιφάνεια ένα κρυμμένο μυστικό.

Αυτός είναι ο «καμβάς» πάνω στον οποίο φιλοτεχνείται το αξιοσημείωτο μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Τυνήσιου σκηνοθέτη Mehdi M. Barsaoui Ένας Γιος, που προβάλλεται από τις 15 Ιουλίου. Συνομιλώντας μαζί του.

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, Ένας Γιος, εκτυλίσσεται το 2011. Γιατί επέλεξες τη συγκεκριμένη χρονιά;

Το 2011 ήταν μια πολύ σημαντική χρονιά για εμάς τους Τυνήσιους, για τον αραβικό κόσμο και την αραβική περιοχή, γιατί μεταβήκαμε από τη Δικτατορία στη Δημοκρατία.

Έκτοτε, όλα άλλαξαν στην Τυνησία.

Δεν ήθελα να κάνω ένα πολιτικό φιλμ. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μιλήσω για την ιστορία μιας φυσιολογικής οικογένειας η οποία εξελίσσεται και ωριμάζει σε ένα ιδιαίτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.

Η κεντρική ιδέα αφορά στο πώς ο άντρας/πατέρας, η γυναίκα/μητέρα και το ζευγάρι θα καταπιαστούν με αυτή την αλήθεια εντός ενός πολύ θρησκευτικού πλαισίου.

Πρόκειται για μια οικογένεια προερχόμενη από τα ανώτερα μεσοαστικά στρώματα της τυνησιακής κοινωνίας, θα μπορούσε να συμπεράνει κάποιος.

Είναι πλούσιοι, εμφανίσιμοι, διαθέτουν ένα Range Rover -και κάτι τέτοιο είναι πολύ ακριβό στην Τυνησία-, έχουν προνόμια. Ζουν σχεδόν σε ένα κουκούλι.

Νομίζουν, λοιπόν, ότι είναι προστατευμένοι από την πραγματικότητα. Εισερχόμαστε σ’ αυτή την πραγματικότητα όταν το αυτοκίνητο δέχεται πυροβολισμούς στο μπλόκο και το κουκούλι θρυμματίζεται.

Τοποθέτησες το ζευγάρι εντός του συγκεκριμένης τάξης για να καταστήσει τη μετάβασή τους σε μια νέα κατάσταση πιο δραματική και έντονη;

Σίγουρα.

Θεωρητικά, με τα λεφτά τους είναι προστατευμένοι από την πραγματικότητα, από τα δημόσια νοσοκομεία και μπορούν να πάνε σε οποιαδήποτε ιδιωτική κλινική και να πάρουν όλα τα φάρμακα που χρειάζονται.

Στην Τυνησία, ωστόσο, η διαδικασία δωρεάς οργάνων μπορεί να γίνει μόνο σε νοσοκομείο, κι η κεντρική ιδέα ήταν να τους εντάξω σε μια πραγματικότητα που δε βιώνουν.

Είναι απολύτως χαμένοι όταν μπαίνουν στο νοσοκομείο. Αν παρατηρήσεις πώς είναι ντυμένη η Μεριέμ, μοιάζει με εξωγήινη. Ακόμα και η φυσιογνωμία της έχει κάτι το ευρωπαϊκό. Όλοι τους κοιτάζουν πολύ παράξενα.

Στο νοσοκομείο όλα τους προνόμια χάνονται, κι είναι όπως οποιοσδήποτε άλλος Τυνήσιος.



Kαταπιάνεσαι με μια σειρά θεμάτων -από την πατρότητα και τη σχέση ενός ζευγαριού μέχρι τη θέση της γυναίκας στην τυνησιακή κοινωνία, τον πόλεμο και τη διακίνηση οργάνων.

Πόσο απαιτητικό ήταν να διατηρήσεις τον αφηγηματικό αυτοέλεγχο χωρίς το φιλμ να μοιάζει παραγεμισμένο ή υπερβολικά φιλόδοξο;

Γελάω, γιατί και τώρα που γράφω το σενάριο για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μου αντιμετωπίζω το ίδιο πρόβλημα: υπερβολικά πολλά ζητήματα!

Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήθελα να μιλήσω για όλα αυτά τα θέματα, και αποφάσισα να το κάνω.

Από το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου υπήρχε αυτή η δομή: μια πλούσια οικογένεια που έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα εποχή. Το πιο δύσκολο ήταν να βρω τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στα διάφορα θέματα.

Τα τέσσερα χρόνια ανάπτυξης του σεναρίου πέρασαν με επιτυχία, γιατί σε κάθε στάδιο της συγγραφής ήμουν συγκεντρωμένος σε ένα επίπεδο του σεναρίου:

Από τον αντρικό χαρακτήρα στον γυναικείο, έπειτα στις κλινικές περιπτώσεις και στη συνέχεια στο κοινωνικό υπόβαθρο. Δούλεψα βήμα-βήμα. Για μένα ήταν ξεκάθαρο, όχι όμως και για όσους διάβαζαν το σενάριο.

Βοηθήθηκες από το έμπειρο πρωταγωνιστικό δίδυμο, τον Sami Bouajila και την Najla Ben Abdallah;΄

Ο Sami είναι πολύ γνωστός στη Γαλλία, είναι ένας διάσημος ηθοποιός.

Η Najla, από την άλλη πλευρά, είναι σταρ εδώ, στην Τυνησία, με εκατομμύρια ακολούθους στο Instagram, αλλά όχι διεθνώς.

Οι ηθοποιοί εμφανίστηκαν πολύ όψιμα στη διαδικασία και άρχισα να δουλεύω μαζί τους έξι μήνες πριν την έναρξη των γυρισμάτων. Οι πρόβες ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Δε συνεργαστήκαμε στο σενάριο, αλλά δουλέψαμε τους διαλόγους από κοινού.

Οι διάλογοι πρέπει να ακούγονται πολύ φυσικοί. Δε μ’ αρέσει ν’ ακούγονται γραμμένοι. Είναι σημαντικό οι ηθοποιοί να έχουν τον έλεγχο των διαλόγων. Διαρκώς αναζητώ την αλήθεια. Και δεν μπορείς να την αποπνέεις αν δεν είσαι φυσικός.

Για να είσαι φυσικός πρέπει να μοιάζεις πολύ με τον χαρακτήρα που υποδύεσαι.

Γυρίσαμε την ταινία σε 36 μέρες -κι αυτό δεν είναι πολύ-, οπότε δεν είχαμε τον χρόνο να ψάξουμε, να δοκιμάσουμε και να συζητήσουμε στο πλατό. Όλα έπρεπε να γίνουν νωρίτερα.

Είναι πολύ γενναιόδωροι ηθοποιοί, και το τρίο, περιλαμβανομένου του παιδιού, δούλεψε πολύ καλά. Τους σέβομαι πραγματικά ως ανθρώπους, και νομίζω ότι τα πράγματα πήγαν καλά γιατί όλοι τους εμπιστεύτηκαν το φιλμ και την ιστορία.



Πόσο σημαντική είναι η πατρότητα για σένα σε προσωπικό επίπεδο;

Είμαι πατέρας εδώ και τρεις μήνες, έχω ένα κοριτσάκι, αλλά ανάμεσα στη συγγραφή, τα γυρίσματα και την κυκλοφορία της ταινίας δεν ήμουν. Μπορείς, όμως, να μιλήσεις για την πατρότητα, ακόμα κι αν δεν είσαι ο ίδιος πατέρας.

Όλοι είμαστε γιοι κάποιου και κάποιας, άλλωστε. Το φιλμ δεν είναι αυτοβιογραφικό, ωστόσο. Μοιάζω πολύ του πατέρα μου, οπότε δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι ο βιολογικός μου πατέρας!

Μεγάλωσα, πάντως, μαζί με τα παιδιά του πατέρα και της μητέρας μου από άλλους γάμους, επομένως για μένα η οικογένεια είναι μια ευρεία έννοια.

Ήθελα, λοιπόν, να μιλήσω για το τι σημαίνει οικογένεια, τι σημαίνει οικογένεια στην Τυνησία και στον αραβικό κόσμο, τι σημαίνει να είσαι πατέρας και μητέρα σε μια αραβική χώρα.

Αυτά τα ερωτήματα με ενδιέφεραν και προσπάθησα να τα απαντήσω με αυτή την ταινία.

Είτε πρόκειται για τον αραβικό κόσμο, είτε για τον λεγόμενο «δυτικό», όλοι και όλες ζούμε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, σε ένα πατριαρχικό σύστημα.

Νιώθεις ή νομίζεις ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει στην Τυνησία την τελευταία δεκαετία;

Είμαι πεπεισμένος πως η Τυνησία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ακόμα κι αν η κατάσταση είναι δύσκολη και το μονοπάτι δύσβατο και μερικές φορές σκοτεινό.

Δε θα μπορούσα να έχω γυρίσει τον Γιο υπό τη δικτατορία του Μπεν Αλί, ούτε να μιλήσω για τη διακίνηση οργάνων στον Νότο, στα σύνορα με τη Λιβύη, ή εντός των ιδιωτικών νοσοκομείων.  

Δεν μπορώ να είμαι απαισιόδοξος, λοιπόν. Το καλύτερο που κερδίσαμε με την Επανάσταση ήταν η ελευθερία του λόγου. Τώρα, στην Τυνησία μπορούμε να μιλήσουμε για τα πάντα, και ν’ αποκηρύξουμε τα πάντα, ακόμα και τον Πρόεδρο.

Ως καλλιτέχνης, σκηνοθέτης και πολίτης, είμαι πολύ περήφανος, γιατί είμαστε ελεύθεροι. Η ελευθερία είναι ανεκτίμητη. Και ευθύνη μας είναι να μιλάμε για τα προβλήματα της κοινωνίας μας.



Υπάρχει μια νύξη για ένα ελπιδοφόρο μέλλον, μια ελπιδοφόρα έκβαση στο τέλος της ταινίας, έστω και υπαινικτικά, κάτι που επιβεβαιώνει την αισιοδοξία την οποία αισθάνεσαι.

Χαίρομαι που το είδες έτσι. Ίσως ξεκινήσουν κάτι καλύτερο.

Δε θα μπορούσες, βέβαια, να έχεις προβλέψει ότι, ανάμεσα στα άλλα, θα ανέκυπτε μια τέτοια πανδημία.

Ακριβώς.

Πώς ήταν για σένα; Καθυστέρησε, δυσχέρανε τα δημιουργικά σου σχέδια; Απ’ όσο διαβάζω, έχει και πάλι επιβληθεί μερικό lockdown στην Τυνησία αυτές τις βδομάδες.

Ω, Θεέ μου! Η κατάσταση είναι πολύ δραματική εδώ, έχουμε πολλά κρούσματα και θανάτους.

Υπήρξα τυχερός, γιατί το φιλμ έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στη Βενετία το 2019, κι έπειτα ταξίδεψα σε φεστιβάλ επί ένα εξάμηνο. Δυστυχώς, η βορειομερικανική και η βραζιλιάνικη κυκλοφορία του διακόπηκαν.

Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, μόνο προσπαθήσουμε να παραμείνουμε ασφαλείς και ν’ απολαμβάνουμε τις απλές στιγμές.

Ανυπομονώ να δω το τέλος αυτής της περιόδου και του κορονοϊού. Είναι εφιάλτης.

Ευχαριστώ θερμά τον Marc Irmer, συμπαραγωγό της ταινίας, για την πολύτιμη συνδρομή του στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία του Mehdi M. Barsaoui Ένας Γιος προβάλλεται από τις 15 Ιουλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Cinobo.