Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Αϊσέ Τοπράκ: «Η δημιουργία ταινιών αφορά στην προσπάθεια να πω τη δική μου αλήθεια»


Tον αγώνα μιας χούφτας Σύρων γκέι προσφύγων να επιβιώσουν και να διεκδικήσουν κοινωνική ορατότητα μέσω της συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο διαγωνισμό ομορφιάς αποτυπώνει η Τουρκάλα σκηνοθέτρια Αϊσέ Τοπράκ στο ψυχωμένο ντοκιμαντέρ της Μίστερ Γκέι Συρία.

Ήδη πολυβραβευμένο, και έχοντας ταξιδέψει σε περισσότερα από 40 φεστιβάλ, προβάλλεται και στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια.

Το Mίστερ Γκέι Συρία, το ψυχωμένο ντοκιμαντέρ σου που παρακολούθησα στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, είναι, στον πυρήνα του, μια ταινία για την επιβίωση και την ορατότητα υπό ασφυκτικές συνθήκες, για τη μετατροπή της απόγνωσης σε θάρρος, όπως το θέτει και ο κύριος πρωταγωνιστής σου, ο Χουσεΐν. Συμφωνείς;

Απόλυτα! Δεν είναι θύματα, αλλά δυνατά άτομα με τη θέληση να αντεπιτεθούν. Σε μια σκηνή της ταινίας, ο Μαχμούντ (σημ.: ο εμπνευστής/οργανωτής της συμμετοχής των Σύρων προσφύγων στο διαγωνισμό) ρωτά τον Χουσεΐν αν ήθελε να συμμετάσχει στο διαγωνισμό του Mr Gay Syria από κουράγιο ή απόγνωση. Εκείνος του ρίχνει ένα κενό βλέμμα και μετά με ντροπαλή φωνή απαντά ότι η απόγνωση τον οδήγησε στο θάρρος κι αν δεν κάνει κάτι τώρα για να αλλάξει τη ζωή του θα παραμείνει εκεί όπου βρίσκεται.



Θαυμάζω την αποφασιστικότητά του να ξεπεράσει τις δυσκολίες και να βελτιώσει τις ευκαιρίες του στη ζωή με ανάλαφρη καρδιά, ειλικρίνεια και γέλιο. Η αξιοπρέπεια με την οποία οι χαρακτήρες μου αντιμετωπίζουν τη ζωή με δίδαξε κάτι σχετικά με το να αντέχεις υπό όλες τις συνθήκες. Είναι ένα μάθημα, το οποίο ελπίζω πως και όσοι παρακολουθούν το φιλμ θα βρουν πολύτιμο.

Ήταν στόχος σου να αποφύγεις την εύκολη θυματοποίηση των ανθρώπων που εμφανίζονται στην ταινία σου, η οποία είναι η εύκολη αναπαράσταση των προσφύγων, αναδεικνύοντας παρόλα αυτά τις καθημερινές τους αντιξοότητες;

Ενώ έκανα αυτή την ταινία, πάντα είχα στην καρδιά μου να ταξιδέψω το κοινό με τους χαρακτήρες μου. H κωμικοτραγική πορεία τους θα μπορούσε να γίνει το πρίσμα μέσω του οποίου οι θεατές θα εμπλέκονταν σε μια διαφορετική πραγματικότητα της προσφυγικής κρίσης. Οι χαρακτήρες μου στο φιλμ είναι αντιμέτωποι με ένα κόσμο που είναι διπλά εχθρικός απέναντί τους- και επειδή είναι πρόσφυγες και επειδή είναι γκέι. Οι περισσότεροι ζουν υπό απελπιστικές συνθήκες.

Φαντάστηκα, επομένως, ότι, παρά τα τραγικά γεγονότα, η προσεκτική ματιά της ταινίας στους πρόσφυγες θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο το ποιοι πραγματικά είναι- όχι θύματα, αλλά άτομα που έχουν τον έλεγχο της ζωής τους.



Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πριν γυρίσεις το ντοκιμαντέρ πως ένας διαγωνισμός ομορφιάς θα μπορούσε να έχει απελευθερωτική διάσταση;

Πρέπει να παραδεχτώ ότι τα καλλιστεία για τον Mr Gay World στην πραγματικότητα δεν είχαν απελευθερωτική διάσταση. Αντιθέτως, ήταν ακόμα πιο κάλπικα απ’ όσο νόμιζα. Για παράδειγμα, οι διοργανωτές του διαγωνισμού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εμποδίσουν τον Σύρο υποψήφιο να λάβει μέρος, περιλαμβανομένης της απαίτησης να καταβάλει πρώτα ένα αντίτιμο της τάξης των 2.000 ευρώ.

Πάντα πίστευα, ωστόσο, πως η αντισυμβατική προσπάθεια του Μαχμούντ να συμμετάσχει κάποιος στο διαγωνισμό, προκειμένου να αναδείξει τη φωνή των προσφύγων, ήταν σπουδαία ιδέα. Είτε δούλεψε είτε όχι, λάτρεψα αυτή του την ιδέα της εύρεσης ενός εναλλακτικού τρόπου να συνεχίσει τον ακτιβισμό του, ενώ βιώνει δύσκολη ζωή όντας κι ο ίδιος πρόσφυγας.

Το ντοκιμαντέρ σου αφήνει τον Χουσεΐν σε μια μισο-αισιόδοξη κατάσταση στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας κοντά στο Αφρίν, το οποίο υφίσταται επανειλημμένες εισβολές από τον τουρκικό στρατό. Είναι ασφαλής;

Ναι, είναι ασφαλής προς το παρόν. Αλλά, βεβαίως, ανησυχεί για την οικογένειά του.



Είναι η δημιουργία ταινιών μια πράξη αντίστασης, μια πολιτική δήλωση για σένα;

Η δημιουργία ταινιών δεν είναι μια πράξη αντίστασης ή μια πολιτική δήλωση για μένα. Αφορά στην προσπάθεια να πω τη δική μου αλήθεια. Να είμαι ειλικρινής και να ξεπερνώ τον κυρίαρχο λόγο. Αυτά μπορεί τελικά να μετατραπούν σε πολιτικές δηλώσεις, αλλά δεν είναι αυτή η αφετηρία μου.

Από το Σέφιλντ στη Θεσσαλονίκη όπου αναμένεται, το Mίστερ Γκέι Συρία απόλαυσε αξιοσημείωτη υποδοχή σε όποιο φεστιβάλ κι αν προβλήθηκε. Επέδρασε το γεγονός αυτό στη ζωή των πρωταγωνιστών του στο ελάχιστο;

Το φιλμ επηρέασε τη ζωή κάποιων εκ των πρωταγωνιστών, και κάποιων όχι. Νομίζω πως όλοι νιώθουν περήφανοι που υπήρξαν κομμάτι του, που υπήρξαν ικανοί να πουν κάτι σχετικά με την κατάστασή τους μέσω αυτού. Νιώθω ότι είχε και ακόμα έχει ενδυναμωτική επίδραση πάνω τους.

Σε πρακτικό επίπεδο, όμως, εκτός από το να διευκολύνει κάποιους από τους χαρακτήρες να ταξιδέψουν σε φεστιβάλ, δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει τη ζωή τους. Για παράδειγμα, όσοι εξακολουθούν να βρίσκονται στην Ιστανμπούλ αναμένοντας να μετεγκατασταθούν στην Ευρώπη από τον Ο.Η.Ε., δεν έχουν βοηθηθεί από αυτό καθόλου.



Ακόμα κι αφού κέρδισε 8 βραβεία, τα μισά από τα οποία είχαν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ταξιδεύοντας σε περισσότερα από 40 φεστιβάλ, όπου αυτοί οι χαρακτήρες κατόρθωσαν να αγγίξουν καρδιές και μυαλά από την οθόνη, η ταινία δεν υπήρξε αποτελεσματική όσον αφορά στα γραφειοκρατικά ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαδικασία παροχής ασύλου σ’ αυτούς. Με στενοχωρεί βαθιά που η κατάσταση είναι έτσι.

Στην τελική, πάντως, ήρθαμε τόσο κοντά, ώστε δεν είναι πλέον «απλώς» οι χαρακτήρες μου, αλλά φίλοι μου.

Ευχαριστώ θερμά την  Bojana Marić από την Taskovski Films για την πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Το ντοκιμαντέρ της Αϊσέ Τοπράκ Μίστερ Γκέι Συρία προβάλλεται στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ενότητα Ανθρώπινα δικαιώματα) την Τετάρτη 7 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 23:00) και το Σάββατο 10 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 22:30).

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Simon Lereng Wilmont: «Η εσωτερική αλήθεια κάποιου αποκαλύπτεται καλύτερα αφτιασίδωτη»


Με κεντρικό θεματικό άξονα την καθημερινότητα ενός 10χρονου Ουκρανού πιτσιρικά που ζει με την αγαπημένη του γιαγιά σ’ ένα χωριό κοντά στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων στην Ανατολική Ουκρανία, ο Δανός ντοκιμαντερίστας Simon Lereng Wilmont εξερευνά στο Μακρινό γάβγισμα των σκυλιών τη σταδιακή «διάβρωση» της παιδικότητας σε καιρό πολέμου.

Κουβεντιάζουμε μαζί του ενόψει της προβολής του ντοκιμαντέρ του στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Στο πρώτο μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ σου Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών εξερευνάς την απότομη και βεβιασμένη ενηλικίωση του Όλεγκ, ενός 10χρονου Ουκρανού πιτσιρικά που ζει σ’ ένα ερημωμένο χωριό στη ρημαγμένη από τον πόλεμο Ανατολική Ουκρανία. Τι σε προσέλκυσε στο μέρος και τους ανθρώπους;

Αρχικά ήθελα να κάνω μια ταινία σχετικά με το τι προκαλεί σ’ ένα παιδί το να μεγαλώνει στη σκιά του πολέμου. Εννοώ, πώς το επηρεάζει να ζει σ’ ένα μέρος όπου διεξάγεται πόλεμος μόλις πέρα από τους λόφους στον ορίζοντα. Αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα για πολλά παιδιά στις εμπόλεμες ζώνες του κόσμου, και ήθελα να δώσω στα παιδιά που είναι παγιδευμένα στη συγκεκριμένη σύγκρουση μια φωνή, επίσης.



Όπως ήρθαν τα πράγματα, ο πόλεμος σάρωσε τα πάντα κοντά και πάνω από μας στη διάρκεια της κινηματογράφησης. Έτσι, το ντοκιμαντέρ εξελίχτηκε σε μια ταινία σχετικά με το τι προξενεί σ’ ένα παιδί το να μεγαλώνει στην ομίχλη του πολέμου, και πόσο σημαντικές είναι οι προσωπικές σχέσεις, αν πρόκειται να επιβιώσεις με τα λιγότερα δυνατά εσωτερικά και εξωτερικά τραύματα.

Πώς εξελίχτηκε η σχέση με τον Όλεγκ στη διάρκεια των γυρισμάτων; Έγινες ένα είδος πατρικής φιγούρας ή φιγούρα μεγάλου αδερφού για εκείνον;

Ο Όλεγκ ήταν πραγματικά περίεργος απέναντί μου από την αρχή. Νομίζω πως με έβλεπε σαν μια παράξενη ύπαρξη από ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο. Καθώς γνωριστήκαμε καλύτερα στη διάρκεια των γυρισμάτων, η περιέργεια γρήγορα αντικαταστάθηκε από τη ζωτικής σημασίας εμπιστοσύνη και την άνεση στην παρέα που κάναμε, κάτι πολύ ουσιώδες για ένα φιλμ όπως αυτό. Δε νομίζω ότι έγινα είτε πατρική είτε φιγούρα μεγάλου αδερφού για εκείνον, αλλά ειλικρινά ελπίζω να αισθάνεται όπως εγώ, ότι γίναμε στενοί φίλοι.



Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών όντως ακούγεται, κατά διαστήματα, σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, αν και σπάνια βλέπουμε το οποιοδήποτε σκυλί σ’ αυτό. Λειτουργούν περισσότερο ως μια δυσοίωνη μεταφορά για τον πόλεμο που μαίνεται σχεδόν έξω από την πόρτα των πρωταγωνιστών;

Υπάρχουν πολλά σκυλιά του στρατού που κυκλοφορούν περισσότερο ή λιγότερο ανεξέλεγκτα στο χωριό. Γαβγίζουν όλη την ώρα. Οι στρατιώτες τα κρατάνε τριγύρω, γιατί ακούνε τους βομβαρδισμούς και τις ριπές με ολμοβόλα πολύ γρηγορότερα από τους ανθρώπους. Το γάβγισμα των σκυλιών, επομένως, ισοδυναμεί με την παρουσία στρατιώτη, και το μακρινό γάβγισμα είχε σκοπό να περιγράψει ότι ο πόλεμος διεξαγόταν ακριβώς στην άλλη πλευρά των λόφων.

Με έκανε ακόμα να σκεφτώ μια φράση από θεατρικό του Σέξπιρ: «Aφήστε ελεύθερα τα σκυλιά του πολέμου». Για μένα τα σκυλιά γίνονται εδώ μια μεταφορά για τις άγριες, πρωτόγονες και καταστροφικές δυνάμεις του πολέμου. Ακούγοντάς τα από μακριά, λοιπόν, θα σήμαινε πως ο πόλεμος έρχεται, και θα φτάσει εδώ σύντομα, κι αυτό ακριβώς ήθελα να επικοινωνήσω και με τον τίτλο και την ίδια την ταινία.



Ενώ η ταινία σου είναι απολύτως μελαγχολική, σκηνοθετείς με αξιοσημείωτη συναισθηματική αποστασιοποίηση, αυτοσυγκράτηση και ακρίβεια. Από σεβασμό για τους «ήρωές» σου; Ή, ίσως, γιατί η εσωτερική αλήθεια κάποιου αποκαλύπτεται καλύτερα αφτιασίδωτη;

Ναι, όντως νομίζω ότι η εσωτερική αλήθεια κάποιου αποκαλύπτεται καλύτερα αφτιασίδωτη. Κατά κάποιο τρόπο αυτό την κάνει ακόμα πιο όμορφη για μένα. Τούτου λεχθέντος, αν και θα μπορούσε να φαίνεται συναισθηματικά αποστασιοποιημένη, η εμπειρία των γυρισμάτων ήταν πολύ συγκινητική. Έπρεπε απλώς να καταπιέζω τα συναισθήματά μου μέχρι την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.

Δεν κάνει καλό στο φιλμ, στους βασικούς χαρακτήρες και σε μένα, αν αφεθώ να κατακλυστώ από αυτά, όταν χρειάζεται να καταγράψω κάτι σημαντικό. Όσο συναισθηματική κι αν είναι η κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για το μοντάζ. Εδώ επιδιώκω να μην προσπαθήσω να επηρεάσω το κοινό υπερβολικά έντονα, αντιθέτως να αφήσω στους ανθρώπους χώρο να διαμορφώσουν τα δικά τους συναισθήματα και τις απόψεις.



Η τελευταία σεκάνς του ντοκιμαντέρ σου, χρονολογούμενη από το Νοέμβριο του 2017, επιβεβαιώνει ότι οι πρωταγωνιστές του είναι ακόμα ζωντανοί, αν και ο πόλεμος τους κυκλώνει πιο πολύ από ποτέ. Εξακολουθείς να βρίσκεσαι σε επικοινωνία με τον Όλεγκ, την γιαγιά Αλεξάντρα και τον Γιάρικ;

Ναι, βρίσκομαι ακόμα σε επικοινωνία μαζί τους. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για την πιο όμορφη, αλλά και πιο τραγική, σχέση που έχω ποτέ κινηματογραφήσει, μιας και ο κόσμος τους είναι τόσο εύθραυστος και το μέλλον τόσο αβέβαιο, λόγω και της ηλικίας της γιαγιάς και του πολέμου. Τους σκέφτομαι, λοιπόν, συχνά, και πάντα θα έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Στην πραγματικότητα, θα τους ξαναδώ στο τέλος του Μάρτη.

Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών έχει γίνει θερμά δεκτό στο φεστιβαλικό κύκλωμα μέχρι στιγμής, κερδίζοντας κορυφαία βραβεία τόσο στο IDFA, όσο και στο Γκέτεμποργκ. Δε φαντάζει λίγο ειρωνικό αυτό, αν αναλογιστούμε τη ζοφερή πραγματικότητα που θίγει;

Έχεις δίκιο. Είναι ένα πολύ παράξενο και ασαφές συναίσθημα το να γιορτάζω την επιτυχία, όταν ξέρω ότι ο Όλεγκ και η Αλεξάντρα είναι εκεί έξω, και ο πόλεμος ακόμα συνεχίζεται. Έχω παλέψει πολύ μ’ αυτό. Στο τέλος, προσπαθώ να εστιάσω στο γεγονός πως η ιστορία τους πραγματικά αγγίζει τους ανθρώπους, και ότι η εξιστόρηση και το μοίρασμα της ζωής τους σημαίνει κάτι ξεχωριστό- όχι μόνο σε αρκετούς στο δικό μας κομμάτι του κόσμου, αλλά, το πιο σημαντικό, σημαίνει πολλά για τον Όλεγκ και την Αλεξάντρα.



Ξέρω πως είναι πραγματικά περήφανοι για το φιλμ, εν μέρει γιατί, κατά ένα περίεργο τρόπο, είναι ένα είδος στερεοποιημένης ανάμνησης της ζωής τους σ’ αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, αλλά, πιο ουσιαστικά, γνωρίζω ότι νιώθουν πως γίνονται ορατοί αυθεντικά, και ότι τους έχει δοθεί ένα είδος φωνής σε μια κατάσταση όπου πριν δεν είχαν καμία.

Ποιες είναι οι προσδοκίες σου από την προβολή του ντοκιμαντέρ στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης;

Δε φαίνεται να υπάρχει τέλος σ’ αυτή την παγωμένη και κάπως ξεχασμένη σύγκρουση στον ορίζοντα. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, πως η προβολή της ταινίας στη Θεσσαλονίκη θα μπορέσει να προσελκύσει ανανεωμένη προσοχή στη διαμάχη και τους πολλούς πολίτες, οι οποίοι υποφέρουν κι από τις δυο πλευρές της πρώτης γραμμής.

Ευχαριστώ θερμά την Monica Hellström, παραγωγό της ταινίας, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Το ντοκιμαντέρ του Simon Lereng Wilmont Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Τρίτη 6 Μαρτίου (κινηματογράφος Ολύμπιον, 17:45) και την Τετάρτη 7 Μαρτίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 15:45).

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Mila Turajlić: «Μια χώρα που δεν μπορεί να αφηγηθεί τον εαυτό της δεν έχει ταυτότητα»


Αν στο «παρθενικό» ντοκιμαντέρ της Cinema Komunisto εξερεύνησε την ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας μέσα από την άνοδο και την πτώση της κάποτε πανίσχυρης κινηματογραφικής βιομηχανίας της, στο Η άλλη πλευρά των πάντων, η Mila Turajlić, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του σύγχρονου σερβικού σινεμά τεκμηρίωσης, καταπιάνεται με την ταραγμένη ιστορία της Σερβίας.

Αφετηρία της, το ίδιο το διαιρεμένο διαμέρισμα όπου μεγάλωσε και κεντρική πρωταγωνίστρια η ακτιβίστρια, ακαδημαϊκός και πολιτικός μητέρα της.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ της στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Φαίνεται να σε απασχολεί η ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Σερβίας, υπό διαφορετικό πρίσμα σε καθένα από τα 2 ντοκιμαντέρ σου. Στο πρώτο, το Cinema Komunisto, μέσα από τον κινηματογράφο, στο δεύτερο, το Η άλλη πλευρά των πάντων,  με ένα πιο προσωπικό σημείο εκκίνησης, την ίδια την εμπειρία ζωής σου.

Δεν μπορώ να πω πως ήταν κάτι συνειδητό. Δε με απασχολεί τόσο πολύ η Γιουγκοσλαβία. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η ταυτότητα της χώρας άλλαξε με τέτοια ταχύτητα καθώς μεγάλωνα, που όλοι μας προσπαθούσαμε να διαχειριστούμε το συγκεκριμένο γεγονός. Σε συνδυασμό μ’ αυτό, υπάρχει και η έντονη απόρριψη του πώς η επίσημη ιστοριογραφία απέτυχε να αφηγηθεί το πρόσφατο παρελθόν, κυρίως λόγω πολιτικών πιέσεων.

Σε τελική ανάλυση, θεωρώ ότι μια χώρα που δεν μπορεί να αφηγηθεί τον εαυτό της δεν έχει ταυτότητα. Καταλήγεις, έτσι, να αναζητάς τα δικά σου εργαλεία αφήγησης αυτής της ιστορίας. Το έχω ανάγκη για μένα προσωπικά, δε νομίζω πως αυτό που κάνω έχει ευρύτερο κοινωνικό ενδιαφέρον.



Έπειτα υπάρχει το ζήτημα της μόνιμης διαγραφής που συμβαίνει γύρω μας: οι δημόσιες αργίες δεν είναι πια οι ίδιες, τα ονόματα των δρόμων δεν είναι πια τα ίδια, το όνομα του σχολείου μου έχει αλλάξει. Αν βάλουμε στην άκρη τις ιδεολογικές ή τις ηθικές κρίσεις, δε θα έπρεπε να διαγράφονται χωρίς να αφήνεται κάποιο ίχνος.

Το ντοκιμαντέρ, λοιπόν, είναι το εργαλείο μέσω του οποίου αφηγείσαι και εξερευνάς αυτή τη διαδικασία μεταβολής στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ό,τι αφορά στην προσωπική σου ταυτότητα. Πώς ήταν να μεγαλώνεις σ’ ένα διαιρεμένο διαμέρισμα;

Όταν μεγαλώνεις, δεν έχεις επίγνωση ότι υπάρχει κάτι ασυνήθιστο σ’ αυτό. Η συνειδητοποίηση προέκυψε πολύ αργότερα. Δεν ήμουν, εξάλλου, η μόνη που ζούσε σ’ ένα τέτοιο σπίτι, αυτό συνέβαινε και σε πολλούς φίλους μου. Αργότερα, κυρίως όταν είχαμε καλεσμένους από το εξωτερικό κι αρχίζαμε να εξηγούμε, έλεγες: «Περίμενε, όλο αυτό είναι αρκετά ασυνήθιστο». Καθώς, λοιπόν, άρχιζα να το εξηγώ, κατέληγα να εξηγώ πολύ περισσότερα.



Πότε αποφάσισες πως ήθελες να κάνεις κάτι γι’ αυτό από κινηματογραφικής άποψης;

Δεν μπορώ να πω ακριβώς... Μιλούσα σχετικά με μια Δανέζα φίλη κι ήταν το 2005. Επρόκειτο να είναι το πρώτο μου φιλμ, αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα πώς να το κάνω. Δεν ήμουν αρκετά ώριμη ως κινηματογραφίστρια, ακόμα κι ως ενήλικη. Κατέληξα, έτσι, να γυρίσω το Cinema Komunisto πρώτα. Έπειτα, συνάντησα έναν πολύ έμπειρο Γάλλο παραγωγό που μου είπε ότι ήταν πολύ νωρίς να κάνω ένα τέτοιο φιλμ στην καριέρα μου, γιατί είναι περισσότερο μια ταινία που συνοψίζει. Ίσως να είχε δίκιο. Δεν ξέρω.

Κεντρικός πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ είναι η μητέρα σου. Φαίνεται πολύ ξεχωριστός άνθρωπος: παίρνει θέση, δε φοβάται να εκφράσει την άποψή της όποιος κι αν είναι ο λόγος, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες. Ποια ήταν η σχέση σας;

Και οι δύο γονείς μου είναι καθηγητές μαθηματικών. Η αδερφή μου κληρονόμησε αυτό το γονίδιο, εγώ όχι. Έτσι, η γλώσσα μέσω της οποίας επικοινωνούσαν οι τρεις τους ήταν τα μαθηματικά. Η γλώσσα επικοινωνίας με την μητέρα μου, ωστόσο, ήταν η πολιτική. Από τα 12 άρχισα να την παρακολουθώ και σπούδασα πολιτική επιστήμη, γιατί νόμιζα ότι θα ήταν και ο δικός μου δρόμος στη ζωή.

Έπειτα, όμως, είμαι από τους ανθρώπους που απογοητεύτηκαν πολύ από την επανάσταση (σημ.: ενάντια στο καθεστώς Μιλόσεβιτς). Συμμετείχα σ’ αυτή, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως δεν πίστευα στην πολιτική εμπλοκή οποιουδήποτε είδους. Αποφάσισα, έτσι, να αναζητήσω νόημα κάπου αλλού, και υπήρξα πολύ τυχερή που ανακάλυψα το ντοκιμαντέρ.



Είναι, λοιπόν, το ντοκιμαντέρ και η εμπλοκή με το σινεμά, γενικότερα, ο δικός σου τρόπος να «κάνεις» πολιτική;

Στην πραγματικότητα νομίζω πως ήμουν πολύ απολίτικη εκείνη την περίοδο. Υποθέτω, βέβαια, ότι υπάρχει κάτι βαθιά πολιτικό σε ό,τι κάνω (γέλια). Δεν πιστεύω, όμως, στην εργαλειοποίηση του ντοκιμαντέρ και του σινεμά, δεν είμαι οπαδός της χρήσης του ντοκιμαντέρ ως εργαλείου κοινωνικού ακτιβισμού.

Ας επιστρέψουμε στην μητέρα σου.

Όταν ξεκίνησα, δεν ήξερα ότι θα ήταν ο κεντρικός χαρακτήρας. Ο λόγος που της έπαιρνα συνεντεύξεις ήταν επειδή είχε γεννηθεί σ’ αυτό το διαμέρισμα και ήταν ο φορέας της οικογενειακής μνήμης. Μόνο όταν φτάσαμε στη διαδικασία του μοντάζ κι άρχισα να παρακολουθώ το υλικό, συνειδητοποίησα ότι η συνομιλία μου μαζί της είχε οδηγηθεί κάπου αλλού.

Τα ερωτήματα που κατέληξα να της απευθύνω ήταν αυτά, τα οποία θέτει ένας ενήλικας ενώπιον των γονιών του και των επιλογών ζωής που έχουν κάνει. Τι παρακαταθήκη σου αφήνουν ηθικά; Τι προτίθεσαι να αποδεχτείς; Τελικά θα αναλάβεις κάποια ευθύνη έναντι της κοινωνίας, εντός της οποίας ζεις ή όχι; Τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν συνειδητό ως διαδικασία. Μακάρι να μπορούσα να σου πω ότι ήξερα τι έκανα. Στην πραγματικότητα δεν ήξερα. Προσπαθούσα να βρω το φιλμ. Αυτό το φιλμ απλώς συνέβη.



Λειτουργείς υπεύθυνα έναντι της κοινωνίας; Τι νομίζεις;

Δεν ξέρω. Προς το τέλος της ταινίας υπάρχει μια πραγματική αίσθηση αποτυχίας, γιατί δεν μπορώ να διατυπώσω μια απάντηση.

Πώς αξιολογείς την πολιτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων;

Στρατηγικά μιλώντας, τα δύο μεγαλύτερα ερωτήματα για την περιοχή είναι το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε., η αναζήτηση κάποιου είδους μέλλοντος στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Δε νομίζω, ωστόσο, ότι αυτή διαδικασία εξελίσσεται σε υγιή βάση, γιατί έχουμε μια δεξιά κυβέρνηση εδώ. Δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική η κατάσταση. Αυτό μπορώ να πω μόνο.

Όσον αφορά στις σχέσεις της Σερβίας με τις υπόλοιπες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δεδομένων και των τραυμάτων του πρόσφατου παρελθόντος;

Όταν ταξιδεύω στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο βαθμός κοινής μνήμης, κουλτούρας, αντίληψης των πραγμάτων που συναντώ είναι εκπληκτικός. Αν, όμως, παρακολουθείς τα μέινστριμ μέσα, θα νόμιζες πως θα ξεσπάσει πόλεμος αύριο. Αν ακούς τις υστερικές κραυγές της πολιτικής αντιπαράθεσης, θα νόμιζες ότι οι διαφορές είναι αξεπέραστες.



Έκανε κάποια παρατήρηση για την ταινία η μητέρα σου πριν την προβολή της;

Η μητέρα μου εξεπλάγη πιο πολύ από όλους, γιατί δεν ανέμενε ότι θα ήταν ο κεντρικός χαρακτήρας. Υπό πολλές έννοιες την χειραγώγησα συναισθηματικά για να γυρίσω την ταινία, αλλά δε θα συμφωνούσε, αν το έκανε κάποιος άλλος. Η ανησυχία μου συνίστατο στο αν είχα παρουσιάσει τον καθένα πιστά. Νοίκιασα μια αίθουσα πριν την παγκόσμια πρεμιέρα και τους έδειξα την ταινία. Όλοι είπαν «προχώρα».

Τα ευρωπαϊκά κοινά εκτός Βαλκανίων πώς υποδέχτηκαν το ντοκιμαντέρ;

Στην Ευρώπη, γενικότερα, εξαιτίας της ανόδου αυτού του υστερικού πολιτικού λόγου αναγνωρίζουν το κεντρικό μήνυμα σε όσα λέει η μητέρα μου, το οποίο είναι: «Πρέπει να κάνεις μια επιλογή. Ή θα μιλήσεις, ή θα το σκάσεις».

Photo credit (Mila Turajlić): Vladimir Zivojinovic.

Το ντοκιμαντέρ της Mila Turajlić Η άλλη πλευρά των πάντων προβάλλεται στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ενότητα Μνήμη/Ιστορία) την Τρίτη 6 Μαρτίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 13:30) και Σάββατο 10 Μαρτίου (κινηματογράφος Ολύμπιον, 17:30).

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Μπάρμπαρα Κοπλ: «Οι σπουδαίες ταινίες είναι εργαλεία για την κατανόηση και την αλλαγή του κόσμου μας»


Η «Πρώτη Κυρία» του αμερικανικού ντοκιμαντέρ και 2 φορές βραβευμένη με Όσκαρ Μπάρμπαρα Κοπλ μας μιλά για την τέχνη του ντοκιμαντέρ, την πολιτική και την Αμερική του Τραμπ, ενόψει της προβολής των 2 πιο πρόσφατων φιλμ της Αυτό είναι το παν: Gigi Gorgeous και Ένας φόνος στο Μάνσφιλντ στο πλαίσιο του επετειακού 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2-11 Μαρτίου).

Στη μακρά και παραγωγική κινηματογραφική σας σταδιοδρομία έχετε ασχοληθεί με μια εντυπωσιακή, και πολύ ευρεία, γκάμα θεμάτων. Γιατί και πώς καταπιαστήκατε με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ αρχικά;

Ξεκίνησα να κάνω ταινίες ενώ ήμουν στο πανεπιστήμιο. Είχα ως βασικό πεδίο σπουδής την ψυχολογία και ως δευτερεύον την πολιτική επιστήμη. Στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου έκανα μια εξάμηνη πρακτική στο Κρατικό Νοσοκομείο Μέντφιλντ στην ψυχιατρική πτέρυγα. Ως μέρος της πρακτικής, μου ανέθεσαν να γράψω μια εργασία εξαμήνου σχετικά με την εμπειρία μου στην πτέρυγα και το τι έμαθα εκεί.

Αφότου, ωστόσο, είχα περάσει μερικούς μήνες δουλεύοντας στην πτέρυγα, ένιωσα ότι η γραπτή εργασία εξαμήνου δε θα μπορούσε ποτέ να μεταφέρει τι συνέβαινε εκεί. Ήξερα πως γινόμουν μάρτυρας σε κάτι σημαντικό, κάτι για το οποίο οι άνθρωποι μπορεί να ήθελαν να μάθουν, και δεν ήθελα να γράψω μια εργασία που δε θα διάβαζε κανένας.

Αποφάσισα, λοιπόν, να κάνω μια ταινία αντί για μια εργασία. Έπιασα στα χέρια μου μια κάμερα Super 8 και γύρισα το φιλμ στην πτέρυγα του νοσοκομείου, προσπαθώντας να πω την ιστορία αυτών των ανθρώπων που ήταν απομονωμένοι, και σε κάποιες περιπτώσεις ξεχασμένοι από τον εξωτερικό κόσμο.



Μετά από εκείνη την εμπειρία, ήξερα πόσο ισχυρές μπορούσαν να είναι οι ταινίες και ότι ήθελα να δουλέψω στο χώρο του φιλμ. Ένας ικανός συγγραφέας θα μπορούσε να γράψει μια απίστευτη ιστορία για τους ανθρώπους στην πτέρυγα που θα συνελάμβανε τον κόσμο εκεί. Δεν εννοώ, επομένως, πως το φιλμ αντικαθιστά τη δύναμη της συγγραφής. Προσφέρει απλώς ένα εναλλακτικό τρόπο εξιστόρησης. Για μένα, άνοιξε ένα καινούριο τρόπο επικοινωνίας. Ήταν ένας αμεσότερος και πιο προσωπικός τρόπος.

Εκείνη η πρώτη ταινία που έκανα στο πανεπιστήμιο επέτρεψε στους θεατές να αισθανθούν την απομόνωση των ασθενών και το ανιαρό βάρος της σιωπής στην πτέρυγα, και να καταλάβουν την παράξενη λογική της επαναληπτικής ρουτίνας των ασθενών και των ξαφνικών ξεσπασμάτων τους. Το φιλμ επέτρεψε σ’ εμένα να φιλοτεχνήσω ένα πιο τρισδιάστατο πορτρέτο των ασθενών και της πτέρυγας, και στο κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Οι πρώιμες ταινίες μου μου δίδαξαν ότι κάτι μαγικό μπορεί να συμβεί, όταν ξαφνικά κατανοήσουμε μια αντίθετη άποψη ή ταυτιστούμε με τις ιστορίες ανθρώπων πολύ διαφορετικών από μας- κι αυτή είναι η δύναμη του ντοκιμαντέρ.



Σχετικά με τα θέματα των ταινιών σας, ποιο είναι το σημείο εκκίνησης; Η ανάγκη σας να αφηγηθείτε μια ιστορία στο πλαίσιο της αμερικανικής κοινωνίας, ίσως;

Οι ταινίες μου συνήθως ξεκινούν από το ενδιαφέρον για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά για να μπορεί το φιλμ να δουλέψει πραγματικά χρειάζεται να εντοπίσω τους χαρακτήρες και τις ιστορίες πίσω από το ζήτημα. Αυτή μπορεί να είναι μια μακρά και συχνά έμμεση διαδικασία.

Αφού έκανα το Harlan County, ήθελα να γυρίσω μια ταινία σχετικά με το πώς η επιδείνωση της οικονομίας επηρέαζε πραγματικά τους εργάτες αυτής της χώρας. Ξεκίνησα γυρίσματα στο Γουέρδινγκτον της Μινεσότα, όπου μια εταιρεία έκλεινε ένα εργοστάσιο. Πολλοί θα έχαναν τη δουλειά τους, και πολλοί από αυτούς δούλευαν στο εργοστάσιο όλη τους τη ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν μικρή διαπραγματευτική ισχύ και ήταν αβοήθητοι στο να αλλάξουν τα πράγματα. Υπήρχε ένα συντριπτικό αίσθημα απόγνωσης, γιατί ένιωθαν απογυμνωμένοι από την ικανότητά τους να αντεπιτεθούν.

Όσο βρισκόμουν στο Γουέρδινγκτον, άκουσα για ένα τοπικό συνδικάτο συσκευασίας κρέατος κάπου 130 χιλιόμετρα μακριά στο Όστιν της Μινεσότα, που είχε αποφασίσει να παλέψει ενάντια στις μισθολογικές περικοπές στο εργοστάσιο συσκευασίας κρέατος Hormel. Αποφάσισα να ακολουθήσω εκείνη την ιστορία, η οποία αργότερα έγινε το φιλμ American Dream.



Η αντίθεση ανάμεσα σ’ εκείνα τα δύο μέρη ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας που ήθελα να πω: ανάμεσα στις κακουχίες και την απελπισία, τις οποίες οι άνθρωποι έπρεπε να υπομείνουν, και το κουράγιο εκείνων που αντεπιτέθηκαν και ύψωσαν το ανάστημά τους. Έτσι, όταν ξεκινήσαμε το μοντάζ, είχαμε δύο ιστορίες. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε και τις δύο, αλλά εκείνη από το Γουέρδινγκτον ποτέ δεν ταίριαξε κι έπρεπε να κοπεί.

Κάποιες φορές, επομένως, το «σημείο εκκίνησης» αποδεικνύεται πως είναι πολύ μακριά από τον προορισμό.

Οι περισσότερες ταινίες σας, και κυρίως οι πρώιμες όπως το διάσημο Harlan County, USA και το American Dream, επιδεικνύουν μια οξεία πολιτική ευαισθησία και συνείδηση. Θεωρείτε τη δημιουργία φιλμ πολιτικό εργαλείο ή/και πράξη; Είναι η προσέγγισή σας σ’ αυτή αντανάκλαση των προσωπικών πολιτικών σας πεποιθήσεων;

Νιώθω ότι, αν ο σκηνοθέτης κάνει τη δουλειά του σωστά επιτρέποντας στους ανθρώπους να πουν τις δικές τους ιστορίες και να εκφράσουν τις απόψεις τους, το κοινό μπορεί να εξαγάγει τα συμπεράσματά του. Ταυτόχρονα, ο ντοκιμαντερίστας δεν πρέπει να αισθάνεται υποχρεωμένος να αποφεύγει να έχει άποψη εντελώς. Καμία ταινία δεν μπορεί ούτε θα έπρεπε ποτέ να είναι πραγματικά αντικειμενική.  

Η δημιουργία ντοκιμαντέρ στα καλύτερά της προσφέρει μια φωνή σε όσους δεν έχουν φωνή, λέει μια διαφορετική πλευρά μιας ιστορίας που νομίζαμε πως γνωρίζαμε ήδη, και ταξιδεύει το κοινό. Είναι πολύ δυσκολότερο να κρίνεις κάποιον ή να τον αντιμετωπίσεις ως «τον Άλλο» από τη στιγμή που έχεις μοιραστεί μια εμπειρία ή μια πλάκα μαζί του. Αυτή είναι η δύναμη των ταινιών. Αφηγούμενο ιστορίες με ένα συμπονετικό και πειστικό τρόπο, ένα πραγματικά σπουδαίο φιλμ μπορεί, κατά περίπτωση, να εμπνεύσει άλλους να δράσουν.



Οι σπουδαίες ταινίες είναι ντοκουμέντα διαρκείας, εργαλεία για την κατανόηση και την αλλαγή του κόσμου μας. Γίνονται επίκαιρες ξανά, αποκτούν ανανεωμένη ζωή σε διαφορετικές περιόδους της προσωπικής μας και της κοινωνικής εξέλιξης. Οι άνθρωποι σ’ αυτή τη χώρα και ανά τον κόσμο «πεινάνε» για τα είδη των ποικιλόμορφων οπτικών και τις ψυχαγωγικές ιστορίες, τις οποίες μόνο τα ντοκιμαντέρ μπορούν στ’ αλήθεια να προσφέρουν.

Σε μια ανδροκρατούμενη βιομηχανία, είστε μεταξύ των πιο ολοκληρωμένων, βραβευμένων και σεβαστών σκηνοθετριών. Ήταν δύσκολο να «επιβάλετε» την παρουσία σας; Πώς έχει αλλάξει η κατάσταση από τότε που είστε ενεργή στο σινεμά;

Οι σκηνοθέτριες είναι μια ξεχωριστή ομάδα, η οποία είναι αποφασισμένη, έχει επιμονή και συνεχίζει στην πιο σκληρή εποχή. Θα έπρεπε να επιδοκιμάζονται και να τους δίνονται αγάπη και πολλά πολλά λεφτά για να κάνουν τις ταινίες τους!

Μερικές φορές με ρωτάνε σχετικά με την εμπειρία των γυναικών στην κινηματογραφική βιομηχανία και πώς έχει αλλάξει. Ποτέ δεν ξέρω τι να τους πω! Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία γυναικεία εμπειρία. Βίωσα τη δικιά μου. Άλλες τις δικιές τους. Νομίζω πως είναι διαφορετική στην καθεμία. Γι’ αυτό κι είναι τόσο σημαντικό να τις μοιραζόμαστε, να συγκρίνουμε σημειώσεις. Κι αυτό έχει πραγματικά αρχίσει να συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα- και ανά τον κόσμο-, γεγονός πολύ συναρπαστικό.



Πάντα προσπαθούσα να βλέπω τις ταινίες των φίλων μου στο σινεμά, να τους υποστηρίζω ακριβώς όπως με υποστηρίζουν κι εκείνοι. Καθώς η καριέρα μου προχώρησε, το πολύ ωραίο που συνέβη είναι ότι όλο και περισσότερα από αυτά τα φιλικά πρόσωπα, των οποίων τα φιλμ πηγαίνω να δω, είναι γυναίκες. Η Liz Garbus, η Kristy Jacobsen, η Rory Kennedy, η Deborah Shaffer, η Heidi Ewing και η Rachel Grady, η Annie Sundberg και η Ricki Stern.

Ένα σωρό γυναίκες κάνουν απίστευτα ντοκιμαντέρ. Έχουμε εξελιχθεί σε σφιχτοδεμένη κοινότητα. Αλληλοϋποστηριζόμαστε, και θέλουμε η καθεμιά για την άλλη να πετύχει. Είμαι, λοιπόν, πιο αισιόδοξη από ποτέ.

Τι σας θυμώνει, σας ευχαριστεί και σας ανησυχεί περισσότερο στις Η.Π.Α. του Τραμπ τόσο ως άνθρωπο, όσο και ως καλλιτέχνιδα; Και πώς διαχειρίζεστε αυτά τα συναισθηματικά ερεθίσματα;

Από τις εκλογές κι εξής, πολλοί από μας έχουμε αξιολογήσει πόσο μπορεί να είχαμε παρεξηγήσει την καρδιά και το μυαλό των συμπατριωτών μας. Ξεχάσαμε πώς να μιλάμε ο ένας στον άλλο; Πώς να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο; Πώς να του απευθυνόμαστε και να συνδεόμαστε μαζί του; Πώς συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε τουλάχιστον κάποιο βαθμό κοινής οπτικής και κατανόησης με τους υπόλοιπους ανθρώπους της χώρας μας;

Νομίζω ότι ένας από τους σημαντικότερους ρόλους που εμείς, οι άνθρωποι του ντοκιμαντέρ, πρέπει να επιτελέσουμε στην εποχή μας είναι να το καταστήσουμε ένα ασφαλές και αξιόπιστο μέρος, όπου το κοινό να ξέρει πως μπορεί να στραφεί, για να μαθεί την Αλήθεια, για να βρει την εξιστόρηση της Αλήθειας. Οι αίθουσες σύνταξης έχουν περικόψει τους προϋπολογισμούς τους για μακράς μορφής ερευνητική δημοσιογραφία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατέληξαν να βρίθουν αναξιόπιστων ιστοριών από άγνωστα διαδικτυακά μέσα.



Μόνο οι ντοκιμαντερίστες παραμένουν σε μια θέση να επενδύουν χρόνο σε θέματα και ανθρώπους, ώστε να κατακτήσουν μια αληθινή και βαθιά κατανόησή τους, να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα, γιατί είμαστε εκεί και μιλάμε στους εμπλεκόμενους κι έχουμε τα μέσα να διακρίνουμε το αυθεντικό από το πλαστό.

Τα 2 πιο πρόσφατα ντοκιμαντέρ σας Αυτό είναι το παν: Gigi Gorgeous και Ένας φόνος στο Μάνσφιλντ θα προβληθούν στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Είστε εξοικειωμένη με τη δραστήρια σκηνή του ελληνικού ντοκιμαντέρ;

Μακάρι να ήμουν πιο εξοικειωμένη. Υπήρξα ευτυχής να έχω την ευκαιρία να παραστώ στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης με την ταινία μου Shut Up & Sing το 2007, και ήταν μια από τις πιο υπέροχες εμπειρίες. Κάθε Πέμπτη έκαναν πορεία οι φοιτητές, κι έτσι μόλις έφτασα στην πόλη τους ακολούθησα στη διαδήλωση. Το να γνωρίζω τους Έλληνες κινηματογραφιστές στο Φεστιβάλ, να προβάλλονται όλες οι ταινίες μας μαζί και να δειπνούμε αργά, στις 10, με όλους μας να το γιορτάζουμε- όλα αυτά σε κάνουν να νιώθεις πως νοιάζονται για σένα εκεί.



Είτε γυρίζετε ντοκιμαντέρ, αφηγηματικές ταινίες ή διαφημιστικά, δε φαίνεται να ξεκουράζεστε ποτέ. Εξακολουθεί να σας καθοδηγεί το ίδιο πάθος που σας ενέπλεξε στη δημιουργία ταινιών σχεδόν 50 χρόνια πριν; Νομίζετε ότι οι πρωτοεμφανιζόμενοι στο χώρο του σινεμά θα έπρεπε να καθοδηγούνται από το ίδιο πάθος, ώστε να μπορούν να επιβιώσουν και να συνεχίσουν;

Το πάθος είναι σημαντικό. Μην αφήσεις κανέναν να σου το πάρει. Δεν είναι εύκολο να κάνεις ντοκιμαντέρ. Πάντα χώνεις τη μύτη σου στη ζωή των άλλων, συχνά σε καιρούς στρες. Η συγκέντρωση πόρων είναι δύσκολη.

Πολλές φορές με ρωτούν πρωτοεμφανιζόμενοι ποιες είναι οι συμβουλές μου, και πάντα λέω πως συνοψίζονται στο να κάνεις ό,τι θέλεις και απλώς να μη φοβάσαι τίποτα που σε εμποδίζει. Αυτή είναι πραγματικά η καλύτερη συμβουλή.

Μην τα παρατάς, γνώριζε πως μπορείς να το κάνεις, ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος ότι μπορείς, και οι άνθρωποι θα σε βοηθήσουν και θα σου συμπαρασταθούν.  Αν πεις σε άλλους πως χρειάζεσαι τη βοήθειά τους, εκείνοι θα θελήσουν να σε δουν να πετυχαίνεις. Μη δεχτείς «όχι» ως απάντηση, βρες μια λύση, ακολούθησε το ένστικτό σου. Πίστευε στον εαυτό σου και, κυρίως, διασκέδασε. Κάνε το υλικό δικό σου.



Ίσως το πιο σημαντικό, δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος να σκηνοθετείς. Αγκάλιασε τις καλές ιδέες των άλλων. Είναι επίσης εντάξει ν’ αλλάζεις γνώμη. Δείχνει κουράγιο. Είναι κομμάτι της ζωής. Νομίζω, εξάλλου, ότι είναι πολύ ειλικρινές και κουλ να λες «νόμιζα πως αυτός ήταν ένας καλός τρόπος να το κάνω, αλλά ετούτος είναι καλύτερος».

Στο φιλμ, ακριβώς όπως και στη ζωή, όταν κάποιος σου λέει ότι δεν  μπορείς να κάνεις κάτι και νιώθεις βαθιά μέσα στην ψυχή σου πως μπορείς, τόλμησέ το. Αν αποτύχεις, θα μάθεις από αυτό. Αν τα πας καλά, τότε καλώς πήρες το ρίσκο.

Περισσότερες πληροφορίες για την Μπάρμπαρα Κοπλ και το έργο της μπορείτε να αναζητήσετε στο http://www.cabincreekfilms.com/

Ευχαριστώ θερμά την Christy Lamberjack, βοηθό παραγωγού, και τον Ray Nowosielski, παραγωγό του Ένας φόνος στο Μάνσφιλντ, για την πολύτιμη συνδρομή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα προβληθούν τα 2 πιο πρόσφατα ντοκιμαντέρ της Μπάρμπαρα Κοπλ Αυτό είναι το παν: Gigi Gorgeous (Τρίτη 6/3, κινηματογράφος Ολύμπιον, 22:30 & Κυριακή 11/3, αίθουσα Σταύρος Τορνές, 22:00) και Ένας φόνος στο Μάνσφιλντ (Τετάρτη 7/3, κινηματογράφος Ολύμπιον, 20:30 & Παρασκευή 9/3, αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 23:00).