Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Vuk Ršumović: «Ο Τρυφώ υπήρξε ο μέντοράς μου»



Με σαφείς επιρροές από το Ένα αγρίμι στην πόλη του Φρανσουά Τρυφώ, το No ones child (Ničije dete), ντεμπούτο μυθοπλασίας του Σέρβου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Vuk Ršumović δικαιολογημένα απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας στην 29η Εβδομάδα Κριτικής του φετινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το No ones child αφηγείται την ιστορία του πιτσιρικά Haris, ο οποίος ανακαλύπτεται τυχαία από Σέρβους κυνηγούς το 1988 σε δασική έκταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε λύκους, και στέλνεται σε ορφανοτροφείο στο Βελιγράδι. Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, ο Haris αρχίζει να προσαρμόζεται στον «πολιτισμό», μέχρι που η έναρξη των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία επιτάσσει την επιστροφή του στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με καταστροφικά αποτελέσματα. Κουβεντιάζουμε με τον Vuk Ršumović, με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας του στα πλαίσια του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Παρασκευή 24 Οκτωβρίου, 18:30, στον κινηματογράφο «Άστυ».


Η ταινία σου έχει παραλληλιστεί με το Ένα αγρίμι στην πόλη (Lenfant sauvage) του Φρανσουά Τρυφώ. Ήταν μια συνειδητή αναφορά ή έμπνευση από την πλευρά σου;

Ήταν μια πολύ συνειδητή αναφορά. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που άκουσα από τον επιστάτη στο Βελιγράδι, ένα περιστατικό από την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Όταν πρωτάκουσα την ιστορία, σκέφτηκα τον Τρυφώ και το «Αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ» του Χέρτσογκ. Αυτό ήταν το σημείο εκκίνησης για μένα. Μπορώ να πω ότι ο Τρυφώ υπήρξε ο μέντοράς μου, γιατί διάβασα τις σημειώσεις του για την ταινία και με βοήθησαν πολύ, ώστε να πάρω τις αποφάσεις μου. Ήξερα, όμως, από την αρχή πως η προσέγγισή μου θα ήταν ελαφρώς διαφορετική. Στην ιστορία του Τρυφώ ο ήρωάς του, ο Βίκτορ, ήταν περισσότερο ένα αντικείμενο, ενώ εγώ ήθελα να ρίξω ένα πιο κοντινό βλέμμα στο αγόρι της ιστορίας μου. Το γεγονός αυτό επηρέασε τις αποφάσεις σχετικά με τις γωνίες λήψης. Προσπάθησα να βρίσκομαι όσο γίνεται πιο κοντά στο παιδί και να το καταλάβω, αν όχι να ταυτιστώ μαζί του. Ήταν για μένα πολύ δύσκολο να διαχωρίσω την πραγματική ιστορία από την ταινία.

Υπό ποια έννοια;

Επειδή ήμουν πολύ συνδεδεμένος με την πραγματική ιστορία, αυτό μου επέτρεπε μια ελευθερία στις αποφάσεις. Κι ήξερα ότι ήθελα να γυρίσω μια ταινία μυθοπλασίας, αυτό αγαπώ.

Είναι, πάντως, μια ταινία που συνδέεται στενά με την τρέχουσα κατάσταση στα Βαλκάνια ή τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Υπάρχουν πολλές τέτοιες ιστορίες. Η συγκεκριμένη, όμως, είχε μια ιδιαιτερότητα, γιατί το τέλος της ήταν διαφορετικό από εκείνο όλων των  άλλων ιστοριών κι γι’ αυτό άξιζε να αποτελέσει αντικείμενο αφήγησης. Στο τέλος συνειδητοποιείς πόσο το ευρύτερο πλαίσιο μιας χώρας μπορεί να επηρεάσει έναν μεμονωμένο χαρακτήρα.

Πώς εξελίχτηκε η συνεργασία σου με τον νεαρό πρωταγωνιστή, τον Ντένις Μούριτς;

Υπάρχει αυτή η αντίληψη, ότι δεν πρέπει να δουλεύεις με παιδιά και ζώα, όταν κάνεις την πρώτη σου ταινία. Μου είπαν, ακόμη, πως θα εξασφαλίσω αυθορμητισμό και αυθεντικότητα στην πρώτη και τη δεύτερη λήψη, έπειτα, όμως, αυτό χάνεται κι η κατάσταση γίνεται όλο και χειρότερη. Η εμπειρία μου, ωστόσο, ήταν πολύ διαφορετική. Πριν την έναρξη των γυρισμάτων, συνεργάστηκα πάνω σε αυτοσχεδιασμούς επί δύο βδομάδες με τον Ντένις και με την υπόλοιπη ομάδα των παιδιών, καθώς και με ασκήσεις status, όπου έχεις αφέντη και δούλο. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, αν το παιδί αυτό είχε ανατραφεί από λύκους, σε μια τέτοια μικροκοινωνία συναντάς ιεραρχία. Ήξερα ότι κάτι θα μπορούσε να το αντιληφθεί. Επίσης, μόλις καταφτάνει στο ορφανοτροφείο, υπάρχει ιεραρχική δομή. Δουλέψαμε, λοιπόν, πάνω σε αυτή τη βάση κι αυτό είχε εξαιρετικά αποτελέσματα. Δεν έδωσα στους νεαρούς ηθοποιούς το σενάριο, δεν το διάβασαν, δεν ήθελα να μάθουν το ρόλο τους, ενώ χώρισα το ρόλο του Ντένις σε τέσσερις περιόδους, επειδή τα γυρίσματα δε γίνονταν σε χρονολογική σειρά και θα έπρεπε να είναι έτοιμος για αλλαγές. Στην αρχή δεν μπορούσα να ξέρω πώς αυτό το παιδί θα κινηθεί, ήμουν ανοιχτός. Ήθελα να δω τι έχει να προσφέρει και να ξεκινήσω από εκεί.  Ο μοντέρ μου μού είπε πως ό,τι έκανε πολλοί επαγγελματίες ηθοποιοί δε θα μπορούσαν να το κάνουν.

Ίσως παίζει ρόλο ο αυθορμητισμός.

Ναι, τα παιδιά είναι τόσο αυθεντικά, αν τους δώσεις ελευθερία εντός ενός ξεκάθαρου πλαισίου. Γιατί αυτό που είδα είναι πως ο Ντένις ήταν πολύ κακός, όταν του έδινα αυστηρές οδηγίες. Αλλά κι οι επαγγελματίες ηθοποιοί έπρεπε να παίζουν νατουραλιστικά, αλλιώς φαίνονταν πολύ μεγάλοι δίπλα στα παιδιά. Η δουλειά με τα παιδιά ήταν η αφετηρία για να δουλέψω και με το υπόλοιπο cast.

Μου αρέσει το γεγονός ότι η ταινία σου είναι ακατέργαστη, ανεπιτήδευτη και καθόλου μελοδραματική.

Οι σκηνοθέτες χειραγωγούμε, ξέρεις. Μπορείς να χειραγωγήσεις τους θεατές, έτσι ώστε να προκαλέσεις το συναίσθημα, αλλά δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τη μουσική υπερβολικά, αλλά απλώς να αφηγηθώ την ιστορία όσο ανοιχτά κι ειλικρινά μπορούσα. Απέφυγα, έτσι, τα μελοδραματικά στοιχεία. Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα επιθυμούσα να δω, γιατί πρόκειται για μια σκληρή ιστορία.

Μιλώντας για ταινίες, ποιες είναι οι κύριες προτιμήσεις σου; Σε έχουν επηρεάσει κάποιοι συγκεκριμένοι σκηνοθέτες;

Αγαπάω τις ταινίες. Στη Σερβία υπάρχει έντονος διαχωρισμός ανάμεσα σε όσους αγαπούν τις ευρωπαϊκές arthouse ταινίες κι εκείνους που αγαπούν τις χολιγουντιανές. Μου αρέσουν τα πάντα: οι κλασικές χολιγουντιανές ταινίες, οι σύγχρονες παραγωγές, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Μια από τις ταινίες που με έχουν επηρεάσει περισσότερο είναι το «Come and see» («Idi i Smotri») του Έλεμ Κλίμοβ, ο Μπρεσόν, ιδίως η «Μουσέτ», και το «Παιδί με το ποδήλατο» των αδερφών Νταρντέν από τις πιο πρόσφατες. Το «Hunger» του Στιβ Μακουίν, επίσης.

Πόσο διαφορετικές έχουν μέχρι τώρα υπάρξει οι αντιδράσεις του κοινού, από τη Βενετία μέχρι την Κροατία, όπου βρίσκεσαι τώρα;

Στη Βενετία η υποδοχή ήταν απίστευτη, οι θεατές φώναζαν «μπράβο, μπράβο». Είχαμε σοκαριστεί, γιατί δεν ξέραμε τι να περιμένουμε. Στην Κροατία όλα πήγαν, επίσης, εξαιρετικά, αλλά ήταν διαφορετικά, γιατί ήμουν αγχωμένος που προβαλλόταν η ταινία στa μέρη μου, τα Βαλκάνια. Μέσα στις επόμενες μέρες το «No ones child» θα προβληθεί στο Άμπου Ντάμπι και την Αθήνα, ενώ το Νοέμβριο συμμετέχει σε πέντε ακόμη φεστιβάλ.

Πολύ εντυπωσιακή σειρά προβολών για ντεμπούτο! Οπότε δεν ετοιμάζεις κάτι καινούριο, προς το παρόν.

Είναι σημαντικό να το δουν πολλοί, γιατί δεν είναι blockbuster, ούτε θα έχει διανομή. Είναι μια φεστιβαλική ταινία. Προς το παρόν δεν ετοιμάζω, γιατί χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή ταινία, χωρίς να υπάρχουν προσδοκίες, ενώ για τη δεύτερη θα υπάρχουν, η δε χρηματοδότηση δεν πρόκειται να είναι ευκολότερη. Ίσως θα είναι πιο δύσκολη. Και ξέρω ότι θα πρέπει να αφιερώσω χρόνο για την επιλογή της ιστορίας. Κι αυτό θα κάνω.

Η ταινία του Vuk Ršumović No ones child (Ničije dete) κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα της στα πλαίσια του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Παρασκευή 24 Οκτωβρίου, 18:30, στον κινηματογράφο «Άστυ». Περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ:  http://www.panoramafest.org .


Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

George Ovashvili: «Αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο χωρίς λέξεις, δε θα καταφέρουν να το πετύχουν με τη βοήθεια των λέξεων»



Στα «χνάρια» του σινεμά του Ταρκόφσκι, του Μπέργκμαν και του Κουροσάουα, ο συνεσταλμένος και λιγομίλητος Γεωργιανός σκηνοθέτης με το σπινθηροβόλο βλέμμα George Ovashvili απέσπασε με το Corn Island (Simindis kundzuli), τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του, το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φετινό Φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ. Με ελάχιστο διάλογο, το Corn Island αφηγείται την ιστορία ενός ηλικιωμένου αγρότη και της 16χρονης εγγονής του, οι οποίοι, κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, προσπαθούν να καλλιεργήσουν καλαμπόκι σε ένα νησί, το οποίο βρίσκεται στον ποταμό Inguri, φυσικό σύνορο ανάμεσα στη Γεωργία και την Αμπχαζία. Συνομιλούμε με τον George Ovashvili, με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας του στα πλαίσια του 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Τρίτη 21 Οκτωβρίου, 20:00, στον κινηματογράφο «Άστυ».


Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το Corn Island;

Πρωτάκουσα για την ιστορία από τον καλό μου φίλο και σπουδαίο Γεωργιανό συγγραφέα Nugzar Shataidze, ο οποίος μου πρότεινε να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ βασισμένο σε αυτή. Ήταν μια ασυνήθιστη ιστορία, που προέβλεψα ότι θα μπορούσε να γίνει ο «σκελετός» για την επόμενή μου ταινία μυθοπλασίας, όχι για ντοκιμαντέρ. Ξεκίνησα αργά να σκέφτομαι για τους χαρακτήρες, για τον τρόπο, με τον οποίο θα εκφραζόμουν μέσα από αυτούς και για την ανάπτυξή τους, και τότε αντιλήφθηκα πως τα διάφορα επιμέρους τμήματα της πλοκής «έδεναν» μεταξύ τους.

Η ταινία σας έχει ελάχιστους διαλόγους. Γιατί; Πιστεύετε ότι ο κινηματογράφος συνίσταται κυρίως στην εικόνα;

Ο κινηματογράφος είναι οπτική τέχνη και χρησιμοποιώ διαλόγους μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δε γίνεται διαφορετικά. Νομίζω ότι, αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο χωρίς λέξεις, δε θα καταφέρουν να πετύχουν αυτή τη συνθήκη με τη βοήθεια των λέξεων. Δεν πρόκειται απλώς για μια επαγγελματική προσέγγιση για μένα, ακόμη και στη ζωή μισώ τις συναντήσεις με πολλούς ανθρώπους που μιλούν πολύ για διάφορα πράγματα. Πάντοτε όταν μιλάω έχω την αίσθηση πως ενοχλώ τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έπρεπε απλώς να μιλάνε λιγότερο και να πράττουν περισσότερα και με τις ταινίες μου θέλω να τους κάνω να το σκεφτούν αυτό.

Η ερμηνεία της νεαρής πρωταγωνίστριας Mariam Buturishvili είναι εκπληκτική. Πώς την ανακαλύψατε;

Είναι μεγάλη ιστορία. Η διαδικασία του casting για την πρωταγωνίστρια συνεχιζόταν μάταια επί 2 χρόνια. Μια όμορφη μέρα, ένας φίλος μου έστειλε τη φωτογραφία ενός άγνωστου κοριτσιού και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για εκείνο που έψαχνα. Το πρόβλημα ήταν πως δεν ξέραμε τίποτα για εκείνη. Αρχίσαμε να την αναζητούμε με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας και του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων της Γεωργίας, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά βρήκαμε άλλη μια φωτογραφία της Mariam, όπου στεκόταν μπροστά από ένα σχολείο, αναγνωρίσαμε το σχολικό κτίριο, τηλεφωνήσαμε στον διευθυντή και μάθαμε ότι σπούδαζε εκεί. Το επόμενο πρωί πήγα να συναντήσω την Mariam. Της πρότεινα τον πρωταγωνιστικό ρόλο και συμφώνησε με ένα νεύμα.

Ποιους σκηνοθέτες θα κατονομάζατε ως τις κύριες επιρροές σας; Θα λέγατε ότι υπάρχει μια «πινελιά» από Ταρκόφσκι στις δουλειές σας;

Θα ήθελα να κατονομάσω αρκετούς σκηνοθέτες που με έχουν επηρεάσει πολύ: τον Ταρκόφσκι, τον Μπέργκμαν, τον Kaneto Shindô, τον Κουροσάουα, τον Κιμ Κι-Ντουκ.

Πέρα από το βραβείο καλύτερης ταινίας, το Corn Island απέσπασε τη βραδιά της παγκόσμιας πρεμιέρας του στο Φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ χειροκρότημα πολλών λεπτών, καθώς και διακρίσεις σε άλλα φεστιβάλ. Το βιώνετε αυτό το χειροκρότημα, εσείς και το υπόλοιπο συνεργείο, ως ανταμοιβή;

Εκείνα τα λίγα λεπτά, όταν βρίσκεσαι στη σκηνή εισπράττοντας το χειροκρότημα των θεατών, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μας. Αντιλαμβάνεσαι ότι οι άνθρωποι εκτιμούν τη δουλειά σου και νιώθεις πολύ ευτυχισμένος. Είναι, ασφαλώς, η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα και το συνεργείο μου.

Ευχαριστώ θερμά την Ia Gavasheli, βοηθό σκηνοθέτη, χωρίς την πολύτιμη συνδρομή της οποίας η συνέντευξη δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.


Η ταινία του George Ovashvili Corn Island (Simindis kundzuli) κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα της στα πλαίσια του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Τρίτη 21 Οκτωβρίου, 20:00, στον κινηματογράφο «Άστυ». Περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ http://www.panoramafest.org .


Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Susanna Majuri: «Για μένα φωτογραφία σημαίνει ιστορίες»



Μέλος του φωτογραφικού κινήματος της «Σχολής του Ελσίνκι», η 36χρονη Susanna Majuri είναι μια από τις πιο ευρηματικές και ταλαντούχες Φινλανδές φωτογράφους. Οι φωτογραφικές της συνθέσεις, διαθέτοντας μια ποιότητα ονειρική και σουρεαλιστική, συχνά παραπέμπουν σε ζωγραφική και κινηματογράφο. Το νερό είναι το κυρίαρχο στοιχείο τους, η απώλεια και το «χάσιμο» επανερχόμενα θεματικά μοτίβα, ενώ έχουν φιλοξενηθεί σε δεκάδες εκθέσεις ανά τον κόσμο. Συνομιλώντας μαζί της.

Τι σημαίνει φωτογραφία για σένα; Τι επιδιώκεις να πετύχεις μέσω αυτής;

Για μένα φωτογραφία σημαίνει ιστορίες. Χρειάζομαι, επίσης, χώρο για τα συναισθήματά μου. Ως παιδί, πάντοτε είχα ανάγκη τη μυθοπλασία, για να δραπετεύω από καταστάσεις, ή για να λύνω προβλήματα στη ζωή μου ως ενήλικη. Ίσως γι’ αυτό να θέλω να αναδείξω τις δυνατότητες της φωτογραφικής μυθοπλασίας ως τρόπου διαχείρισης των συναισθημάτων μας και συνάντησης με τον εαυτό μας.

Για παράδειγμα, η απόπειρα αυτοκτονίας ενός μέλους της οικογένειας μπορεί να συζητηθεί στις φωτογραφίες. Ο φόβος της απώλειας κάποιου αποτελεί διαρκές θέμα στα πρώιμα έργα μου, όπως στις φωτογραφικές συνθέσεις «Elskar fyr» (2006), «Salme» (2007) και «Mykines» (2007).



Οι συνθέσεις σου, διαθέτοντας μια ποιότητα ονειρική και σουρεαλιστική, συχνά παραπέμπουν σε ζωγραφική και κινηματογράφο. Ποια είναι η τεχνική που χρησιμοποιείς;

Το 2008 άρχισα να δουλεύω με τη «βύθιση» των τοποθεσιών που είχα φωτογραφίσει. Η φωτογραφία «Saviour» (2008) ήταν το πρώτο σχετικό παράδειγμα σε αυτή τη σειρά.

Ζωγραφίζω με το νερό και την κάμερα. Δε χρησιμοποιώ photoshop. Στήνω τα αντικείμενα κάτω από το νερό κι οι άνθρωποι πηγαίνουν επίσης εκεί. Η σχέση μου  με τη λογοτεχνία και τη μουσική είναι δυνατή. 



Το νερό είναι το κυρίαρχο στοιχείο σε πολλές από τις φωτογραφίες σου. Γιατί;

Το νερό επιτρέπει τη μυθοπλασία. Λέει ιστορίες. Το νερό έχει γαλαζοπράσινο χρώμα, κρύβει κι αποκαλύπτει την ίδια στιγμή. Μου προσφέρει τον καμβά, πάνω στον οποίο ζωγραφίζω. Είναι πάγος, γυαλί κι απαλό, τρεμουλιαστό φως.

Γιατί επιλέγεις να εστιάζεις σε γυναικεία μοντέλα;

Υπάρχουν κι ανδρικά μοντέλα στις φωτογραφίες μου. Ένα άλλο άτομο ή ένα άτομο σε φωτογραφία μπορεί να γίνει ο καθρέφτης μας. Γίνομαι ο άλλος, κι ο άλλος γίνεται εγώ.

Η φινλανδική φωτογραφία φαίνεται ότι ανθεί. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτή;

Νομίζω ότι η Φινλανδία είναι ένα παράδειγμα που μπορεί να λειτουργήσει ως έμπνευση για άλλες χώρες. Μπορείτε να το κάνετε!

Πόσο εύκολο είναι να ζεις ως φωτογράφος;

Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι πιθανό κι υπέροχο!

Έχει αλλάξει η μητρότητα την οπτική σου στη ζωή και την τέχνη;

Έχει αλλάξει τα πάντα. Την περίμενα για πολλά χρόνια. Είχα, μάλιστα, βάλει λίγο από αυτό τον πόθο στις φωτογραφίες μου. Τώρα μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό τον καινούριο κόσμο.

Περισσότερες πληροφορίες για την Susanna Majuri, καθώς και φωτογραφίες της, μπορείτε να βρείτε στο site http://helsinkischool.fi/artists/susanna-majuri/portfolio/portfolio-19/ .