Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Visar Morina. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Visar Morina. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Visar Morina: «Στη Δύση υπάρχει μια τάση να κρατάς σε απόσταση ό,τι σου δίνει ζωή»

 

Visar Morina (Φωτογραφία: Jovelle Tamayo)

Η εξερεύνηση της υπαρξιακής αποξένωσης του σύγχρονου (δυτικού) ανθρώπου βρίσκεται στον πυρήνα της εξαιρετικής ταινίας Εξόριστος του κοσοβάρικης καταγωγής σκηνοθέτη Visar Morina.

Το φιλμ προβάλλεται από τις 11 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους. Kουβεντιάζοντας με τον Visar Morina.

Χαίρομαι που το Eξόριστος τηρεί τις υποσχέσεις που το ντεμπούτο σου, O μπαμπάς μου, είχε αφήσει, αν και διαφορετικό- και πολύ πιο παράξενο.

Τι νιώθεις παράξενο σ’ αυτό;

Την αποτύπωση του κεντρικού χαρακτήρα, της ζωής και των σχέσεών του. Το κατά πόσο είναι όντως παρανοϊκός ή αν αντιμετωπίζεται ρατσιστικά/υποτιμητικά. Ή αν ισχύουν και τα δύο.

Ως ταινία, αποπνέει την αίσθηση ότι δεν πρέπει να ελπίζουμε και πολλά από το ανθρώπινο είδος.

Δε θεωρώ τον εαυτό μου πολύ αισιόδοξο.

Το φιλμ για μένα, πάντως, έχει να κάνει με αυτό που αποκαλούμε τον «άλλο», και λιγότερο με τον ξένο ή μη ξένο.

Ως «άλλος» μπορεί να αισθάνεσαι αποξενωμένος, ανεξαρτήτως αν έχεις διαφορετικές εθνικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές καταβολές ή όχι.

Μπορεί να είσαι ο σύζυγος, ο γιος, η μητέρα- το σημαντικό, τελικά, είναι πώς «διαβάζω» τον άνθρωπο που κάθομαι δίπλα του και πώς σχετίζομαι μαζί του.

Κατά κάποιον τρόπο, πάντα θα είμαι θύμα του τρόπου που βλέπω τα πράγματα. Το να γνωρίζω ότι αυτό μερικές φορές με οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα κάνει την κατάσταση πιο δύσκολη.

Η οπτική μου γωνία θα είναι πάντα εκείνη της ανασφάλειας.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια θεμελιώδης αμφισημία στον τρόπο που κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει την αλληλεπίδραση με έναν άλλο.

Πάντα απλώνεται μια αχαρτογράφητη περιοχή ανάμεσα σε αυτά που λες, που υπονοείς και που γίνονται αντιληπτά.

Στο παρελθόν, ως παιδί που ζούσα στις εξοχές του Κοσόβου, εμπλεκόμουν στα πάντα. Τώρα είμαι απομονωμένος, αν και βλέπω ανθρώπους με παρόμοια ενδιαφέροντα και εισοδηματικό επίπεδο.

Στη Δύση υπάρχει μια αυξανόμενη τάση να κρατάς σε απόσταση ό,τι σου δίνει ζωή. Το να φροντίζεις τους ανθρώπους, για παράδειγμα.

Αν δεν μπορώ να φροντίσω τον ετοιμοθάνατο πατέρα μου, το πρόβλημα της αποξένωσης θα οξύνεται ολοένα και πιο πολύ.

Τα τελευταία δύο χρόνια σκέφτομαι γι’ αυτά τα ζητήματα και εξαιτίας του κορονοϊού.

Υπάρχει, εξάλλου, μια αποσύνδεση της πολιτικής και των πολιτών στη Γερμανία.

Όχι μόνο στη Γερμανία.

Πιο έντονα παρατηρείται αυτό το φαινόμενο στον Δυτικό κόσμο, γιατί αν συμβαίνει να είσαι προνομιούχος -όπως είναι πολλοί στη Δύση-, η πολιτική μετατρέπεται για σένα σε ζήτημα αισθητικής. Δε σε επηρεάζει και τόσο.

Για να γυρίσω στο φιλμ, είναι παράξενο το πόσο εύκολα μπορούμε να νιώσουμε ανασφαλείς. Κι αν σκεφτώ ότι οι άνθρωποι με αντιμετωπίζουν ως παράξενο, αυξάνονται κατά πολύ οι πιθανότητες όντως να συμπεριφερθώ έτσι.

Μισέλ Ματίτσεβιτς


Αυτό πιθανόν συμβαίνει με τον Τζάφερ, τον πρωταγωνιστή σου. Σε κάποια φάση έχει καταρρεύσει πλήρως, σε όλα τα επίπεδα: υπαρξιακό, σχεσιακό, εργασιακό. Κι αυτό είναι τρομακτικό.

Έχω μια βαθιά σχέση με τον Μισέλ Ματίτσεβιτς, τον ηθοποιό ο οποίος υποδύεται τον Τζάφερ. Τον αγαπώ. Είναι ένας από τους πιο σπουδαίους κι ευγενικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει.

Στην αρχή των προβών του είπα πως τον θεωρώ ένα κομμάτι βούτυρο που το βάζω στο τηγάνι και το βλέπω σιγά σιγά να διαλύεται. Αν, λοιπόν, το πετύχαμε, πήγαμε καλά.

Μπορεί να αποδίδει βαθιά, αντιφατικά και συχνά τρομακτικά συναισθήματα. Δεν είναι κάτι εύκολο.

Έβαλε όλη του την ψυχή στον ρόλο. Κάποιες φορές κάναμε σαράντα λήψεις.

Είμαι, επίσης, μεγάλος φαν του Ράινερ Μποκ, ο οποίος υποδύεται τον Ουρς, από τη δουλειά του. Εκπληκτικός.

Μοιάζει με μια ταινία που ενσωματώνει τόσο διαφορετικές αναφορές τόσο ευρηματικά και παιχνιδιάρικα- σαν να «συναντιούνται» σ’ αυτή ο Κάφκα, ο πρώιμος Πολάνσκι και ο Χάνεκε.

Είναι παράξενο που αναφέρεις τον Πολάνσκι. Ο Ένοικος είναι το φιλμ που μου αρέσει πιο πολύ, αλλά και το μυθιστόρημα του Ρολάν Τοπόρ στο οποίο βασίζεται.

Μου πήρε αρκετό καιρό να βρω ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο του βιβλίου στη Γερμανία.

Συγκαταλέγεται ο πρώιμος Πολάνσκι στις αναφορές σου ως σκηνοθέτης ή θεατής;

Δε μου αρέσει όλη η δουλειά του. Μου αρέσει πολύ η σχέση στο Μωρό της Ρόζμαρι.

Χρησιμοποιείς, εξάλλου, τη φωτογραφία και τον ήχο με εξαιρετικό τρόπο.

Είμαι πολύ συνδεδεμένος με τη μουσική. Δεν είναι ασυνήθιστο για μένα να είμαι καθισμένος και να ακούω όλη τη μέρα.

Όταν «γράφω» μια σκηνή, είναι πολύ σημαντικό να ξέρω πώς θα ακούγεται. Το μιξάρισμα είναι κάτι πολύ κοντινό στη σύνθεση, στη διεύθυνση ορχήστρας.

Ο ήχος με επηρεάζει τουλάχιστον όσο και η εικόνα. Όταν είμαι ανασφαλής με μια σκηνή ή το παίξιμο των ηθοποιών, δεν την/τους παρακολουθώ, την/τους ακούω.

Όσον αφορά στη φωτογραφία, είναι η τρίτη συνεργασία μου με τον Ματέο Κόκο. Ήταν η πιο στενή που είχα ποτέ με κάποιον. Στο τέλος δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω, και τον χειροκρότησα.

Είμαι, επιπλέον, βαθιά επηρεασμένος από το θέατρο και πάντα αναζητώ τρόπους να κάνω μια σκηνή όσο πιο σωματική γίνεται.

Μιας και αναφέρθηκες νωρίτερα στην πανδημία και στο πόσο σε απασχολεί, νομίζεις ότι οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο εγωπαθείς και λιγότερο στοργικοί, ή συμβαίνει και το αντίθετο;

Είναι πολύ πρόωρο να το πεις.

Ας πάρουμε το Κόσοβο, για παράδειγμα.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 οι άνθρωποι ήταν πολύ περισσότερο μαζί. Είχαν έναν εχθρό, κι ήταν πολύ σημαντικό να βοηθά ο ένας τον άλλο.

Μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς και τον τερματισμό του πολέμου, η κατάσταση άλλαξε με άσχημο τρόπο. Αν οι άνθρωποι τρομάξουν, υπάρχουν δύο συνέπειες: είτε βλέπονται πιο πολύ, είτε διασφαλίζουν πως έχουν να φάνε πρώτα.

Δεν ξέρω τι από τα δύο συμβαίνει τώρα, αλλά το lockdown στη Γερμανία δεν αφορούσε τους ντελιβεράδες, ας πούμε. Οπότε η κοινωνία έγινε ακόμα πιο διαχωρισμένη.

Σίγουρα οι άνθρωποι απομονώθηκαν- κι όσο αυτό εντείνεται, θα γίνονται πιο παράξενοι.



Αν ο Εξόριστος γυριζόταν τώρα, ο Τζάφερ θα αισθανόταν πολύ πιο ανασφαλής και παρανοϊκός.

Πιθανόν, αλλά ας μην ξεχνάμε και την ηλικία του.

Δέκα χρόνια πριν, όταν επισκέφτηκα τους γονείς μου στο Κόσοβο, η μητέρα μου μού είπε: «Τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε». Αλλιώς ο πατέρας μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά.

«Αυτή η μαλακία δε θα τελειώσει ποτέ», σκέφτηκα.

Όταν είσαι παιδί, ελπίζεις ότι μεγαλώνοντας τα πράγματα θα τακτοποιηθούν και θα είσαι ευτυχής. Αλλά αυτό είναι προπαγάνδα, και σε κάνει να νιώθεις ντροπή αν, όντας κάποιας ηλικίας, δεν αισθάνεσαι έτσι.

Αν είσαι στα σαράντα σου και δεν αφήνεις τους ανθρώπους να έρθουν πιο μέσα σου, λείπει ο «καθρέφτης».

Το να είσαι πενηντάρης στη Γερμανία και να λες πως αισθάνεσαι μοναξιά και ανασφάλεια απαιτεί κουράγιο.

Το να είσαι ειλικρινής με όσα σε βαραίνουν είναι ίσως ο μόνος τρόπος να τα ξεπεράσεις. Κι αν ο Τζάφερ μεταφερόταν σε ένα μη μυθοπλαστικό πλαίσιο, δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα άντεχε, όντας τόσο «εξόριστος» από τον εαυτό του.

Πρόσφατα γνώρισα μια γυναίκα της μεγαλοαστικής τάξης, κι όμως είχα πολύ καιρό να δω κάποιον άνθρωπο τόσο ολότελα χαμένο. Με αυτή την έννοια, ο Τζάφερ δεν είναι τόσο ασυνήθιστος.

Μάλλον είναι ο κυρίαρχος τύπος στη «Δύση». Οπότε δεν είναι μόνος του από αυτή την άποψη!

Δεν είναι!

Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, ξέρεις. Κατάφερα να κάνω δύο ταινίες -πιθανόν κι άλλες στο μέλλον-, και ζω από αυτό. Τα μέλη της οικογένειάς μου ήρθαν εδώ ως πρόσφυγες, και η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με το παρελθόν.

Δεν έχει τόση σημασία από ποια χώρα προέρχεται ο Τζάφερ, όσο το ότι αυτή δε θεωρείται «κουλ», όπως η Γαλλία. Ο ρατσισμός δεν είναι το βασικό στοιχείο.

Η ταινία του Visar Morina Εξόριστος προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 11 Νοεμβρίου σε διανομή της One from the Heart.



Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Visar Morina: “The main subject of my film is trust”


Featuring a spectacular acting performance by Val Maloku in the role of the 10-year-old Nori, Babai (Father) is the remarkable feature fiction debut of the extremely talented Kosovan director Visar Morina. Set in mid-‘90s Kosovo and Germany, Babai is a film about the difficult relationship between a father and a son, the violence prevailing at the time in Kosovo in every aspect of life and a (failed) attempt to integrate into a new society abroad. Visar Morina’s film recently had its Greek premiere at the Balkan Survey section of the 56th Thessaloniki International Film Festival. A few days before its Athenian premiere at the 28th Panorama of European Cinema (26/11-2/12), I had an enlightening discussion with the director, who is already working on the script of his new film, that will be shot entirely in Germany.

 
Your protagonist, the little Nori (Val Maloku), seems to be far more mature and grown-up than the actual grown-ups in the film. Why did you decide to portray him in this light?

This is a difficult question! I left Kosovo when I was 15. I don’t know how much you know about the ‘90s in Kosovo or former Yugoslavia, but, if you looked at it from the outside, it was a very interesting time. If you looked from inside, it’s absurd how normal it was. Fear was part of everyday life and you had no clue as to what would happen- yet you knew that it was going to be bad. As a kid, you thought that this is how the world was. Maybe this is one of the reasons why I chose a kid as the person who would tell about that time. The main subject of my film, however, is the constantly changing boy’s view of his father- trust, in a way. I was trying to think of the father as a system of values and as part of the identity of the boy, which I considered loving all the way and very idealistic.

When is Babai placed time-wise? Early to mid-‘90s?

I was always thinking of 1995, during the period when the Bosnian war was going on and the situation in Kosovo was settled, in a way, and the people got used to it. At the time, it was normal having police on the street making fun of you, or having policemen at your home doing whatever the fuck they wanted and feeling afraid like hell. In the ‘90s, we also experienced huge problems with electricity- you were doing something and, all of a sudden, there was no electricity. As soon as it returned, we forgot about what had happened.

 
So, a great deal of your personal background, your personal experiences, are reflected in the film.

I wouldn’t be able to make it, if I didn’t have a very strong connection to it. Of course it’s personal, but not in the sense that it’s my story. For me, it’s very important that I believe what I’m seeing and writing.

You describe a very patriarchal society. Has it changed over time?

Many things are changing in Kosovo now, but I have to admit that I haven’t been living there for more than 20 years.

There is an important, I feel, scene in your film: the gay sex one, shot, discreetly, in the dark. Is being gay a taboo issue in Kosovo?

As in all ex-communist countries, though, by law, you are allowed to be married to a person of the same sex. However, gays usually have a double life. When I was 17 in Germany, I heard that a gay person was called “schwul”. So, I asked my brother at home: “How do you say “gay” in Albanian? And he responded “péder”. I wondered how could I have not heard this word for 15 years, although I knew that there were gay people in Kosovo? When it comes to script-writing, it’s very important to me not to judge people, not be moral in a “cheap” and cheesy way

What I also like about your film is its open and realistic ending.

The funny thing is that, when we had the festival premiere in Albania, a guy commented that the film is sometimes like propaganda, telling refuges not be refugees.

It definitely doesn’t portray Germany as the paradise on earth awaiting immigrants and refugees.

The refugee issue has become very big now, but that was not my subject. Instead of Germany, the characters in my film could have immigrated to Greece or Switzerland. But there is something similar in Germany and Kosovo: in both cases someone else decides about your life.

Anyway, I’m very happy that you appreciate the ending, because I just felt during the editing process that it was the right way to end the film- and also because you have a child making all this journey and ending up in this nightmare, from which, when he wakes up, the only thing he can do is scream. Moreover, when I was young, I read a play by Brecht, The good man of Szechuan, and I was very impressed. In the end, the main character speaks to the audience and choosing this ending to my film gave me a similar feeling. There was nothing else to tell. The father and the son will be trying and failing, but it was not important anymore and I liked the last line very much: “we have to go”. Many were confused, others loved it, some hated it, though.

Having yourself emigrated at a young age, I assume with your family, how has it been for you adapting to a new society with, perhaps, different mentality and new rules?

It’s true that I have immigrated to Germany, but I received over 1 million Euros to make this film from the State. I am one of the lucky ones. This experience had a huge impact on me, for sure. It changed me from the scratch. It was definitely a fucked-up time, as it is for everybody! When I first heard German people talking, I thought they had no clue what they were talking about, the language sounded to me like Chinese. Like putting my head in a washing machine, while I was trying to understand what those sounds meant.

Of all the characters in your film, which is the one that you feel closer to?

Actually I don’t know! I understand or have sympathy for each of them- there are scenes when I feel closer to one character, or the other.

 
Your film does well, so far, in festivals- either being awarded or, generally, appreciated. I guess this is a reward for you, considering the fact that it is your feature fiction debut.  

In its world premiere in Munich we won 3 out of 4 prizes. And then in Karlovy Vary, we were also awarded. There has hardly been a day without a screening of the film.

Any ideas for your next film?

I was writing the script before our conversation! I don’t know to what extent it’s visible in Babai, but it was quite a hell organizing everything and I’m looking forward to focusing on 2 characters in just 3 or 4 locations- not more. My new film will be about a 45-year-old father of 3 kids working in a company, feeling that his colleagues are not treating him well and somehow experiencing a crisis. It will have nothing to do with Kosovo.

I wish you all the best with Babai and your new film, whenever it is shot and completed!

After having its Greek premiere at the Balkan Survey section of the 56th Thessaloniki International Film Festival earlier this November, Visar Morina’s Babai (Father) will be screened at the Competition section of the 28th Panorama of European Cinema, taking place between the 26th of November and the 2nd of December in Athens.

More info on the festival’s programme http://panoramafest.org/index.php/en/

Visar Morina’s personal website is https://www.visarmorina.de/