Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Photo World. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Photo World. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Νίκος Πηλός: «Οι άνθρωποι κρίνονται από τα ‘όχι’ που λένε»

 


Διακεκριμένος και πολυβραβευμένος φωτορεπόρτερ και κινηματογραφιστής, ο Νίκος Πηλός καταπιάνεται στο φωτογραφικό του πρότζεκτ Resisting Residents, καρπό πολυετούς δουλειάς, με την Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών.

Μια συνάντηση με τον Νίκο Πηλό με αφορμή την παρουσίαση του εγχειρήματός του στο πλαίσιο του 6ου Athens Photo World (18-19 Ιανουαρίου).

Η πρώτη σου διεθνής αποστολή ως φωτορεπόρτερ ήταν στον Λίβανο το 1988, κοντά 40 χρόνια πριν.

Ήταν ένα βήμα στο κενό.

Όταν ρώτησα έναν editor τι να κάνω, μου απάντησε: «Ακολούθα τις εκρήξεις».

Στον Λίβανο ήμασταν 150 άτομα. Τύπος, εννοώ. Στον πόλεμο στην  Ουκρανία, τον τελευταίο που κάλυψα, κατά το το πρώτο τρίμηνο ήταν 10.000 άτομα.

Ανάμεσα στις δύο περιόδους, δύο παράγοντες έχουν σοβαρά διαφοροποιηθεί.

Ο πρώτος αφορά στην πρόσβαση στην πληροφορία και την εικόνα. Τις δεκαετίες 1980-90 ο Τύπος είχε πρόσβαση παντού.

Από τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία και εξής η πρόσβαση στην πληροφορία και το πεδίο δεν υπάρχει πια.

Ακόμα και στην περίπτωση που μια τέτοια πρόσβαση υπάρχει, όπως συνέβη στον πόλεμο στο Ιράκ, αυτή είναι ελεγχόμενη.

Πώς παρέκαμπτες/προσπερνούσες τη δυσχέρεια στην πρόσβαση;

Στο Ιράκ δεν έγινα ποτέ embedded. Έμεινα εκτός Πράσινης Ζώνης ασχολούμενος με κοινωνικά θέματα. Στις 100 μέρες της παραμονής μου έκανα μόνο ένα θέμα που αφορούσε Αμερικανούς, σχετικά με το Radio Baghdad.

Ο δεύτερος παράγοντας;

Στις μέρες μας έχουν εξαφανιστεί οι παραδοσιακοί εκδότες. Οι άνθρωποι, δηλαδή, οι οποίοι βιοπορίζονται από τα φύλλα που πουλάνε.

Όταν για επιβιώσει μια εφημερίδα χρειάζεται να πουλάει καθημερινά 40.000 φύλλα και η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα πουλάει 12.000, αυτό σημαίνει πως υπάρχει δομικό πρόβλημα.

Γι’ αυτό και απουσιάζει η εμπιστοσύνη στον Τύπο και πέφτουν οι πωλήσεις.

Ξεκινώντας ως φωτορεπόρτερ, τι ιδέα είχες γι’ αυτό στο οποίο έμπλεκες;

Περίμενα ν’ αλλάξω τον κόσμο, αλλά τελικά ο κόσμος δεν αλλάζει. (Γέλιο).

Υπήρξες από τους αφελείς ρομαντικούς, κατά μία έννοια;

Όχι. Στο παρελθόν υπήρχε η δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα μέσα από φωτογραφίες. Θυμήσου το παιδάκι στην Μπιάφρα που ετοιμάζεται να το κατασπαράξει ο γύπας ή το κοριτσάκι στο Βιετνάμ το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει.

Σήμερα, τέτοιες φωτογραφίες θα θεωρούνταν πολύ graphic και δε θα δημοσιεύονταν.

Ίσως κι ο κόσμος έχει σκληρύνει και γίνει πιο κυνικός. Οπότε, ακόμα κι αν δημοσιεύονταν, ίσως περνούσαν απαρατήρητες.

Αυτό έχει να κάνει με τη γενικότερη αντίληψη του ανθρώπου για την κοινωνία και τους συνανθρώπους του. Από μια διαδικασία διεκδίκησης μέσα από ένα συλλογικό πλαίσιο έχουμε περάσει στον ατομικισμό χάνοντας τη διεθνιστική διάσταση.

Στις μέρες μας γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για όσα συμβαίνουν στο εξωτερικό σε σχέση με τις δεκαετίες του 1970-80 και οι περισσότεροι δε νιώθουν την ανάγκη να καταλάβουν τι συμβαίνει στο ευρύτερο περιβάλλον.

Όταν, λοιπόν, ως πρίσμα σου χρησιμοποιείς τον εαυτό σου, είναι πολύ δύσκολο ν’ αντιληφθείς τι συμβαίνει στην κοινωνία.

Άρα και μέσα σου, τελικά.

Η γνώση βοηθάει στην αυτογνωσία.

Σπούδασες φωτογραφία ή φωτορεπορτάζ;

Γραφιστική επί μια πενταετία σε μια εποχή κατά την οποία στην Ελλάδα υπήρχαν μόνο δύο τέτοιες σχολές. Βασικό μάθημα ήταν η Φωτογραφία.

Αρχικά, δούλεψα λίγο ως γραφίστας. Μολονότι μου άρεσε και ακόμα εφαρμόζω στη φωτογραφική δουλειά μου τους κανόνες του αντικειμένου που διδάχτηκα, ήταν μια δουλειά όπου πήγαινες στις 10 το βράδυ και έφευγες στις 2 τα ξημερώματα.

Η συναναστροφή με τους ίδιους ανθρώπους καθημερινά ήταν σκότωμα. Βασικά, δεν ήθελα δουλειά γραφείου.

Χρωστάω πολλά στον φίλο μου Σάκη Παπαδόπουλο, ο οποίος με πήρε στην εφημερίδα Πρώτη όταν ήμουν νεαρός φωτογράφος κι έτσι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου.




Ήταν το «λίκνο» σου.

Μαζί με την Ελευθεροτυπία ήταν μεγάλο σχολείο. Υπήρξαν δύο εφημερίδες όπου συντάκτες και φωτογράφοι είχαν ανοιχτό πεδίο δράσης, χωρίς περιορισμούς.

Σχολείο αποτέλεσαν και οι κατοπινές διεθνείς αποστολές.

Αυτές ήρθαν με τον καιρό.

Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό γιατί πολύ γρήγορα έμπλεξα με την ξένη αγορά, γεγονός που με βοήθησε να φύγω από την ελληνική πραγματικότητα.

Πολλοί είναι οι σταθμοί των κατά καιρούς αποστολών σου και προφανώς δε θα καταπιαστούμε με τον καθένα ξεχωριστά.

Κάποιοι, ωστόσο, διατηρούν ευρύτερη και μακροπρόθεσμη βαρύτητα, όπως η πτώση του Τείχους και του καθεστώτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Τα ταξίδια μου στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, ιδίως μετά την πτώση του Τείχους, επανήλθαν πολύ έντονα στη μνήμη μου με την ελληνική κρίση.

Η αποσάθρωση της κοινωνίας, η καταστροφή των μέσων παραγωγής, η φτώχεια, η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης, η μείωση της αγοραστικής ικανότητας, η ταυτόχρονη υποχώρηση βιοτικού και πνευματικού επίπεδου.

Όλα αυτά χαρακτήριζαν τις χώρες του πρώην υπαρκτού μετά την πτώση. Μπορείς έτσι να καταλάβεις πώς ο κόσμος στρέφεται από ένα απολυταρχικό καθεστώς σε μια απολυταρχική ιδεολογία, πώς ο προοδευτικός γίνεται φασίστας.

Η πτώση των πρώην κομμουνιστικών κρατών με έμαθε κυρίως ότι η μετάβαση στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό σκοτώνει τη σκέψη, την προοπτική και τα όνειρα των ανθρώπων.

Η ήττα της Αριστεράς συνίσταται στο ότι έχει πάψει να είναι ριζοσπαστική, οπότε όσοι αναζητούν διέξοδο τη βρίσκουν σε κάτι ριζοσπαστικό μεν, αλλά πολύ μαύρο.

Το βασικό πρόβλημα σήμερα είναι πως δεν υπάρχουν δύο ή περισσότερες κυρίαρχες ιδεολογίες. Όλο το πολιτικό σύστημα κλίνει προς τα δεξιά, κι αυτό δημιουργεί στρεβλώσεις και, για όσους έχουν αντίληψη, είναι πολύ επώδυνο.

Παιδεία, υγεία, ενέργεια, μεταφορές τείνουν πλέον να μη θεωρούνται κοινωνικά αγαθά προσιτά σε όλους.

Ως άνθρωπος με ηθικοπολιτική συγκρότηση και ευαισθησίες, πώς καταφέρνεις να τις διατηρείς;

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι κρίνονται από τα «όχι» που λένε. Τα «όχι» που λες στη ζωή σε καθορίζουν, και όχι τα «ναι». Εξακολουθώ να το προσπαθώ.

Σε κουράζει η προσπάθεια;

Πάρα πολύ.

Θέτεις όρια;

Τα έχω θέσει και δυστυχώς δεν μπορώ να τα περάσω.

Σε ό,τι αφορά τη δουλειά σου στο εξωτερικό; Έχεις βιώσει περιορισμούς;

Δεν υπάρχει κάποιο περιστατικό να σου εξιστορήσω.

Κατ’ αρχήν, δε δουλεύω με δημοσιογράφους που δεν εμπιστεύομαι. Αυτό έχει κάποιο κόστος, αλλά είναι πολύ ωραίο να μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Αν δεν μπορώ να κάνω κάτι όπως πρέπει να γίνεται, βάσει του κώδικα δεοντολογίας, προτιμώ να μην το κάνω.

Υπάρχουν περιβάλλοντα στα οποία θα προτιμούσες να μην επιστρέψεις είτε συνειδητά επιλέγεις να επιστρέφεις σ’ αυτά ή να τα επανεξετάζεις;

Ο μόνος πόλεμος στον οποίο συνειδητά δεν πήγα ήταν ο εμφύλιος της Συρίας, γιατί επρόκειτο για μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε σέκτες, χωρίς ιδεολογικοπολιτικό πρόσημο ή ταυτότητα και με πολύ μεγάλο ρίσκο για τους ανθρώπους του Τύπου.

Ό,τι συνέβη στη Συρία είχε ήδη προδιαγραφεί στο Ιράκ, όπου η εκδίωξη των Σουνιτών οδήγησε στη δημιουργία του ISIS.




Η ελλαδική πραγματικότητα σε απασχόλησε εντονότερα στα χρόνια της κρίσης;

Όχι. Με ενδιαφέρει η χώρα μου, είναι ο τόπος όπου μεγαλώνει η κόρη μου, ζω και εκφράζομαι. Με ενδιαφέρει η ελληνική κοινωνία και οι μεταμορφώσεις της.

Μεγάλωσα στην Κέρκυρα, σε μια κοινωνία φτωχή, σκληρή, βίαιη, με απαράβατους κανόνες, αλλά οργανωμένη αμεσοδημοκρατικά και σε κλίμα αλληλεγγύης και αποδοχής.

Το διαφορετικό έπρεπε να διεκδικήσει τη διαφορετικότητά του για να τη βιώσει, αλλά τελικά το αποδεχόσουν. Στις μέρες μας, εποχή που πολύς λόγος γίνεται για το #MeToo, η ρητορική πρόοδος δε συμβαδίζει με την κοινωνική.

Η εμπειρία σου από τη συνάντηση με την Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών και των κατοίκων της οδήγησε στο φωτογραφικό σου εγχείρημα Resisting Residents που παρουσιάζεται στο πλαίσιο του 6ου Athens Photo World;

Συνήθως, τέτοιες κοινότητες θεωρούνται ουτοπικές.

Αυτό το οποίο γρήγορα αναγνώρισα στην κοινότητα των Προσφυγικών είναι πως δεν πρόκειται για ένα ουτοπικό πείραμα, αλλά για μια ουσιαστική διαδικασία, που βοηθάει τους ανθρώπους και να ξαναστήσουν τη ζωή τους και να προχωρήσουν.

Γνωρίζω πάνω από δεκαπέντε περιπτώσεις πραγματικά ευάλωτων, χαμένων, χωρίς γνώση της ελληνικής, ανθρώπων, οι οποίοι στο σύνολό τους έχουν ενσωματωθεί και φύγει από την κοινότητα, δίνοντας τη θέση τους σε άλλους.

Αυτό αποδεικνύει ότι, όταν συμπεριφέρεσαι στους ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τρόπο, εκείνοι ξεχνάνε τις εθνοτικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές και άλλες διαφορές τους, καταφέρνοντας να συμβιώσουν αρμονικά.

Τα Προσφυγικά δείχνουν πώς θα έπρεπε η Ευρώπη και ευρύτερα ο Δυτικός κόσμος να αντιμετωπίζουν ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, οι μειονότητες, οι σεξουαλικές προτιμήσεις και εν γένει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Γι’ αυτό και χώροι όπως τα Προσφυγικά χτυπιούνται από την εξουσία με κάθε τρόπο.

Αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι οι οποίοι τα κατοικούν, θα είχαν καταρρεύσει, κι έτσι ένα μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς θα είχε περάσει στη λήθη.

Επιπλέον, πρόκειται για μια αυτόνομη κοινότητα που δεν εξαρτάται από κανέναν κρατικό παράγοντα, καμία NGO, καμία φιλανθρωπική οργάνωση. Από το πουθενά, αυτοί οι άνθρωποι καταφέρνουν να επιβιώνουν μόνοι τους δημιουργώντας δομές.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα θα έπρεπε, πιστεύω, να εφαρμόζεται ως ευρωπαϊκή πολιτική.

Έγινες ευνοϊκά δεκτός, όταν εκπρόσωποι των Μ.Μ.Ε. συνήθως δεν είναι ευπρόσδεκτοι σε εγχειρήματα τέτοιου είδους. Σχετίζεται με τον χρόνο που έχεις αφιερώσει;

Ξεκίνησα ν’ ασχολούμαι με την κοινότητα το 2015. Η σχέση μας είχε διακυμάνσεις, αλλά πλέον υπάρχει εμπιστοσύνη κι από τις δύο πλευρές, γεγονός το οποίο και την κοινότητα βοηθάει και εμένα να κάνω τη δουλειά μου.

Όντας πεπειραμένος φωτορεπόρτερ, πώς βλέπεις τη νεότερη γενιά συναδέλφων και συναδελφισσών σου; Υπάρχουν θετικά δείγματα γραφής; Διαφορετικά ηθικά, πολιτικά, επαγγελματικά κριτήρια;

Η γενιά μου, καθώς και η προηγούμενη και η λίγο μεταγενέστερη, αρχίσαμε να εργαζόμαστε σε ένα αναπτυσσόμενο περιβάλλον.

Οι νεότερες ξεκινούν να δουλεύουν σε ένα συρρικνούμενο περιβάλλον. Από μόνο του, αυτό δημιουργεί δυσκολίες.

Υπάρχει αρκετός ατομικισμός, όπως προανέφερα, και μια τάση για γρήγορη αναγνώριση και επιτυχία, γεγονότα που επιτείνουν τις δυσκολίες.

Η ελληνική αγορά, ωστόσο, αν και μικρή -δεν αριθμεί περισσότερους από 70 φωτογράφους, πολλοί εκ των οποίων βραβευμένοι διεθνώς-, έχει εξαιρετική δυναμική η οποία δεν έχει πού να εκτονωθεί, ούτε λαμβάνει οικονομική υποστήριξη.

Στην Ελλάδα, πέντε πρακτορεία μονοπωλούν την αγορά σε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.

Δεν υπάρχουν ελεύθεροι φωτορεπόρτερ, αλλά μια γενιά επαγγελματιών που είναι μισθωτοί ή με μπλοκάκια, οι οποίοι δε θα έχουν ποτέ τα δικαιώματα των φωτογραφιών τους, ούτε και προσωπικό αρχείο.

Η βιωσιμότητα ενός freelancer στις μέρες μας δεν ξεπερνά τα δέκα χρόνια. Η δουλειά έχει, επομένως, εξελιχθεί σ’ ένα «τέρας» που καταναλώνει ανθρώπους και φωτογράφους.

Δεν ακούγεσαι αισιόδοξος.

Δεν είμαι αισιόδοξος, δεδομένου ότι ο έντυπος Τύπος δεν πάει καλά πουθενά. Στη Νέα Υόρκη έχουν εξαφανιστεί τα σταντ των εφημερίδων.

Το 80% των φωτογραφιών που δημοσιεύονται παγκοσμίως συνδέεται με τα πέντε μεγάλα πρακτορεία. Υπάρχει, δηλαδή, ένα τραστ.

Είναι αλλοπρόσαλλος ο καινούριος κόσμος.

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτόν τον «αλλοπρόσαλλο κόσμο», πού αναζητάς -ή εντοπίζεις- ψήγματα αισιοδοξίας;

Μπορώ να πω με σιγουριά ότι η καινούρια γενιά ψάχνεται κι έχει ερωτήσεις στις οποίες δε βρίσκει απαντήσεις.

Επειδή η Ιστορία και η πληροφορία τρέχουν πολύ γρήγορα, θα έχουμε στο κοντινό μέλλον κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.

Πιστεύω πως θα συμβούν απ’ τη σωστή πλευρά της Ιστορίας και ότι ως κοινωνίες θα συνειδητοποιήσουμε πως το μοντέλο μέσα στο οποίο ζούμε είναι σχετικά αδιέξοδο και θα ψάξουμε καινούριο.

Ελπίζω σε μια προοδευτική κατεύθυνση.

Ευχαριστώ θερμά τον Νίκο Πηλό για την ευγενική παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το κείμενο και το οποίο προέρχεται από το φωτογραφικό του πρότζεκτ Resisting Residents.

Το πρότζεκτ του Νίκου Πηλού παρουσιάζεται στο πλαίσιο του 6ου Athens Photo World, το οποίο φιλοξενείται το διήμερο 18-19 Ιανουαρίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων (Αεριοφυλάκιο 1 - Αμφιθέατρο «Μιλτιάδης Έβερτ»), 17:00-21:00.




Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Finbarr O’Reilly: «Η αξία του φωτορεπορτάζ έγκειται στο να ερμηνεύουμε μια κατάσταση»


Βραβευμένος φωτογράφος, φωτορεπόρτερ, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Βρετανοκαναδός Finbarr O’Reilly βρίσκεται στην Αθήνα, προκειμένου να συμμετάσχει σε μια συζήτηση για το μέλλον του φωτορεπορτάζ στο πλαίσιο του Athens Photo World (7-16 Ιουνίου) την Κυριακή 9 Ιουνίου.

Κουβεντιάζοντας μαζί του.

Έχεις ζήσει κι εργαστεί σε πολλά διαφορετικά μέρη, αν και γεννήθηκες στην Ουαλία, μέχρι τα εννιά σου μεγάλωσες στο Δουβλίνο και στη συνέχεια στο Βανκούβερ του Καναδά. Πού αισθάνεσαι πιο οικεία;

Είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση, γιατί έχω νιώσει σαν στο σπίτι μου σε μια σειρά από διαφορετικές τοποθεσίες. Το μέρος, ωστόσο, προς το οποίο στρέφομαι τα τελευταία δύο χρόνια είναι η Ιρλανδία και το Δουβλίνο.

Η μαμά μου ζει εδώ, έχουμε ένα οικογενειακό σπίτι εδώ, και πρόκειται για μια πόλη διαχειρίσιμου μεγέθους.

Λατρεύω τον ανοιχτό χώρο και αγαπώ την ποδηλασία. Eίναι ένας από τους τρόπους να χαλαρώνω, με κρατά διανοητικά και σωματικά φρέσκο. Στο Δουβλίνο υπάρχουν ήσυχοι δρόμοι, λοφοπλαγιές και ακτογραμμή, κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι πολύ γειωμένος μετά από κάποια αποστολή.

Πώς κατάφερες, αν όχι να ξεπεράσεις, τουλάχιστον να διαχειριστείς και να ελέγξεις όλες τις τραυματικές εμπειρίες που κατά καιρούς έχεις βιώσει ως φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφος;

Δημοσιογραφικά μιλώντας, είμαστε άνθρωποι ευρισκόμενοι σε προνομιακή θέση. Δε βιώνουμε τις ίδιες τραυματικές καταστάσεις με τους ανθρώπους που φωτογραφίζουμε ή για τους οποίους γράφουμε.



Κατά κάποιο τρόπο εσύ βάσει κινήτρων που γνωρίζεις επιλέγεις να ασχοληθείς με αυτή τη διαδικασία, ενώ εκείνοι την υφίστανται ανεξαρτήτως της επιθυμίας τους. Κι αυτό κάνει τη διαφορά.

Ασφαλώς. Κίνητρο μπορεί να αποτελέσουν ένα σωρό πράγματα: η αναζήτηση ενός ενδιαφέροντος και με νόημα τρόπου ζωής, η επιθυμία συγγραφής σημαντικών ιστοριών. Υπάρχει, βεβαίως, κι ένα στοιχείο εγωισμού.

Οι δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι με ενσυναίσθηση, κι έτσι μπορεί να υπάρξει ένα ψυχολογικό κόστος με την πάροδο του χρόνου.

Σε ό,τι με αφορά, άρχισα να νιώθω λίγο «καμένος» όταν τίποτα δεν έμοιαζε να αλλάζει πραγματικά μέσα από τις ιστορίες που κάλυπτα, όπως ήλπιζα.

Ξεκίνησα να βιώνω, λοιπόν, μια ορισμένη αίσθηση απελπισίας και απαισιοδοξίας στα όρια ενός κυνισμού. «Ποιο είναι το νόημα σε όλα αυτά; Τίποτα δε θα αλλάξει ποτέ», σκεφτόμουν.

Αμφισβήτησες τότε την επαγγελματική σου επιλογή;

Ποτέ δε νομίζω πως την αμφισβήτησα.

Αμφισβήτησα, όμως, το ρόλο μου στο μηχανισμό του πολέμου. Ως δημοσιογράφοι, κατά κάποιο τρόπο γινόμαστε συνένοχοι στην αναπαραγωγή των συγκρούσεων με το να εγκρίνουμε τη βία που βλέπουμε αντί να την καταδικάζουμε μέσω των φωτογραφιών.

Αρχίζεις, λοιπόν, να αναρωτιέσαι γιατί πηγαίνεις σε αυτό τον πόλεμο, γιατί τοποθετείς την κάμερα μπροστά από το πρόσωπο των ανθρώπων που μόλις έχασαν συγγενείς τους.

Αμφισβήτησα, έτσι, τα κίνητρα κάποιων επιλογών μου, και χρειαζόταν να αποτραβηχτώ. Ένιωσα ότι είχα ολοκληρώσει τον κύκλο μου σε σχέση με ένα συγκεκριμένο είδος δουλειάς. Όπως εξελίσσεσαι, επανεξετάζεις τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα.

Στην τελική, εξακολουθώ να εργάζομαι ως φωτορεπόρτερ και να καλύπτω κάποιες φορές τις ίδιες ιστορίες, αλλά έχω γίνει πιο επιλεκτικός ως προς το πώς τις προσεγγίζω και ως προς το είδος των εικόνων που θέλω να δείξω στον κόσμο.



Έχεις ποτέ σκεφτεί να αφήσεις στην άκρη την κάμερά σου και να ανακουφίσεις κάποιον που βιώνει μια τραυματική κατάσταση με ένα πιο ουσιαστικό τρόπο;

Ως δημοσιογράφοι, προσερχόμαστε στις καταστάσεις με μια ορισμένη ευαισθησία. Ποτέ δε θα ήθελα να νιώσω ότι βρίσκομαι κάπου απλά και μόνο για να τραβήξω μια φωτογραφία ενός ανθρώπου σε κατάσταση κινδύνου.

Ως φωτογράφος, προσπαθείς πρώτα από όλα να σχετιστείς με τους ανθρώπους σε ανθρώπινο επίπεδο, να επικοινωνήσεις μαζί τους και να προσπαθήσεις να καταλάβεις την κατάστασή τους. Οι πιο ουσιαστικές φωτογραφίες είναι εκείνες όπου υπάρχει εμπιστοσύνη ανάμεσα στον φωτογράφο και τους φωτογραφιζόμενους.

Σε ένα κόσμο κορεσμένο από εικόνες που διαρκώς παράγονται από διάφορα μέσα, νομίζεις ότι το φωτορεπορτάζ έχει κάποιο μέλλον; Κι αν ναι, πού το εντοπίζεις;

Είναι μια σημαντική και σε διαρκή εξέλιξη ερώτηση.

Υπάρχει ένα είδος εκδημοκρατισμού στην ιδέα πως ο καθένας, με τη βοήθεια ενός κινητού, μπορεί να συνεισφέρει στην οπτική καταγραφή κάθε στιγμής. Τελικά, κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες θα είναι ουσιαστικές.

Πάντα θα υπάρχει χώρος για τη δημοσιογραφία των πολιτών ή το περιεχόμενο που παράγεται από τον χρήστη, όπως είναι ο σχετικός όρος.

Αν σκεφτείς τον πόλεμο στη Λιβύη το 2011, οι πρώτες εικόνες καταγράφηκαν από πολίτες με τη βοήθεια κινητών κι έπειτα παρουσιάστηκαν στον κόσμο. Ακόμα κι ο θάνατος του Καντάφι καταγράφηκε μέσω κινητών.

Πρόκειται, ωστόσο, για εγκληματολογικές, όχι ερμηνευτικές καταγραφές. Είναι «ωμή» πληροφορία. Η δουλειά των δημοσιογράφων και των φωτορεπόρτερ συνίσταται στην ερμηνεία των πληροφοριών.

Η αξία του φωτορεπορτάζ έγκειται όχι στο να βρισκόμαστε κάπου για να τραβήξουμε μια φωτογραφία, αλλά στο να ερμηνεύουμε μια κατάσταση, μια σκηνή, μια ιστορία με τρόπο ξεχωριστό για μας.



Με αυτή την έννοια, βεβαίως και πιστεύω ότι υπάρχει μέλλον στο φωτορεπορτάζ.

Το άλλο ζήτημα είναι το επιχειρηματικό μοντέλο γύρω από όλα αυτά και η συρρίκνωση του προϋπολογισμού και των διαφημιστικών εσόδων. Με αυτή την έννοια, η φωτογραφία μπορεί να γίνει αρκετά αναλώσιμη και εφήμερη. Πιθανόν υπάρχει λιγότερη σε βάθος δουλειά σήμερα από ό,τι στο παρελθόν.

Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι εκεί έξω που ασχολούνται, κι αυτό θα οδηγήσει στην παραγωγή της καλύτερης αντανάκλασης της εποχής μας.

Είναι, για σένα, η συγγραφή συνέχιση της ίδιας αναζήτησης με διαφορετικό τρόπο; Ένας άλλος τρόπος εξωτερίκευσης των ανησυχιών και των ενδιαφερόντων σου;

Ξεκίνησα ως ανταποκριτής, ως δημοσιογράφος και στράφηκα στη φωτογραφία όταν απογοητεύτηκα από το γεγονός ότι οι ιστορίες μου από το Κονγκό και το Σουδάν δεν προσέλκυαν αρκετή προσοχή στον απόηχο της 11/9, παρά τις συγκρούσεις που μαίνονταν εκεί.

Συνειδητοποίησα, λοιπόν, πως η φωτογραφία έχει ένα πιο άμεσο και συναισθηματικό τρόπο να αφηγείται ιστορίες και να συνδέεται με τους ανθρώπους. Κι αυτό με τράβηξε σ’ αυτή.

Έπειτα από πολύχρονη ενασχόληση με τη φωτογραφία, απογοητεύτηκα από τα όριά της, όπως είχα απογοητευτεί από τα όρια της συγγραφής ιστοριών, και επανήλθα στη συγγραφή, αλλά σε πιο εκτενή μορφή.

Τελικά, όμως, η φωτογραφία μου επηρεάζεται από τη συγγραφή και το δημοσιογραφικό μου υπόβαθρο, κατά τον ίδιο τρόπο που το γράψιμό μου επηρεάζεται από το ενδιαφέρον μου για τη φωτογραφία. Είναι αλληλοσυμπληρούμενες μορφές αφήγησης ιστοριών.



Η Αφρική στο σύνολό της υπήρξε, υποθέτω, μια καθοριστική εμπειρία για σένα. Τι βρήκες εκεί που ένιωσες ότι σε αφορούσε ως άνθρωπο και φωτογράφο;

Μεγάλωσα στο Βανκούβερ του Καναδά, ένα πολύ ήσυχο μέρος. Αφότου τελείωσα το Πανεπιστήμιο, ταξίδεψα εκεί για σχεδόν ένα χρόνο το 1993-94, όταν εκτυλισσόταν η γενοκτονία στη Ρουάντα και κατέληξα στη Νότια Αφρική όταν εκλεγόταν ο Μαντέλα.

Αυτά τα δύο άκρα της ανθρώπινης εμπειρίας με καθόρισαν σημαντικά, με προσέλκυσαν στη φωτογραφία και τη δημοσιογραφία.

Ήθελα να είμαι γύρω από πράγματα που συνέβαιναν και ήμουν περίεργος να δω πώς αποτυπώνονταν όσα βίωνα στο πεδίο.

Όταν πήγα για πρώτη φορά στην Αφρική, προσπαθούσα να καταλάβω ποια ήταν η θέση μου στον κόσμο της δημοσιογραφίας και τα μέρη όπου πήγαινα ως ξένος, ένας δυτικός με ορισμένα προνόμια. Έπρεπε να μάθω πώς να αποφεύγω ιστορίες κλισέ, το δυτικό αποικιοκρατικό βλέμμα σε αυτά τα μέρη.

Στην αρχή έπεσα σε αυτή την παγίδα, αλλά με την πάροδο των χρόνων συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα να αφηγηθώ τις μεγάλες, προφανείς ιστορίες, αλλά να δείξω όσα βρίσκονται πέρα από τις προσδοκίες των ανθρώπων.

Να αμφισβητήσω τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις των ανθρώπων.

Που είναι και το πιο σημαντικό, τελικά.

Μου πήρε καιρό να καταλάβω πως εκεί βρισκόταν η δημιουργική πρόκληση για μένα. Αν αναπαράγουμε αυτό που οι άνθρωποι νομίζουν για ένα μέρος, τότε δεν κάνουμε πραγματικά τη δουλειά μας ως δημοσιογράφοι.



Συμμετέχεις σε μια συζήτηση για το μέλλον του φωτορεπορτάζ στο πλαίσιο του Athens Photo World που διεξάγεται στην Αθήνα από τις 7 έως τις 16 Ιουνίου και είναι αφιερωμένο στον προσφάτως εκλιπόντα Γιάννη Μπεχράκη, σπουδαίο άνθρωπο και φωτογράφο. Τον γνώριζες;

Κατά το διάστημα που και οι δύο εργαζόμασταν για το Reuters ποτέ δε συναντηθήκαμε πραγματικά. Αφότου έφυγα, βρεθήκαμε επιτέλους στην Ελλάδα. Συζητούσαμε επί χρόνια μέσω Skype και ανταλλάσσαμε μηνύματα.

Τρέφω τεράστιο σεβασμό για τη δουλειά και την καριέρα που είχε. Ακόμα κι όταν αισθανόμουν αρκετά «καμένος», εξουθενωμένος και κυνικός απέναντι στο φωτορεπορτάζ, εκείνος είχε μεγάλη καρδιά, πολύ πάθος και μεγάλη πίστη σε αυτό που έκανε.

Ήταν δύσκολο να μη νιώθεις αναζωογονημένος από τον απόλυτο ενθουσιασμό του. Είναι, πάντως, αστείο που ποτέ δε συναντηθήκαμε στο πεδίο. Δε με πειράζει. Υπήρχαν πολλοί που τον γνώριζαν πολύ καλύτερα. Εκτιμώ, όμως, τις κουβέντες που κάναμε.

Συζητήσαμε, εξάλλου, πολύ σχετικά με αυτό το Φεστιβάλ κι αποτελεί μεγάλη μου τιμή να περιλαμβάνομαι στην πρώτη διοργάνωση.

Photo credit (Finbarr O’Reilly): Marcus Bleasdale.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο επιλέχτηκαν από τον Finbarr O’Reilly.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Finbarr O’Reilly και τη δουλειά του μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site.

Ο Finbarr O’Reilly συμμετέχει στη συζήτηση Photojournalism now στο πλαίσιο του Athens Photo World την Κυριακή 9 Ιουνίου στο Φάρο του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (20:00-22:00).