Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Abul Mogard. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Abul Mogard. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Abul Mogard: «Για μένα, η δημιουργία μουσικής είναι μια φυσική διαδικασία»

 

Abul Mogard (Φωτογραφία: Iulia Alexandra Magheru)

Γνωστός για τα ατμοσφαιρικά άλμπουμ και τις καθηλωτικές ζωντανές εμφανίσεις του, ο Ιταλός Abul Mogard -κατά κόσμον Guido Zen- είναι από τους πιο πολυσχιδείς συνθέτες ορχηστρικής μουσικής.

Ενόψει της συναυλίας του με τον Rafael Anton Irisarri στις 6 Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, μοιράζεται εμπειρίες, σκέψεις και συναισθήματα.

Με γοητεύει η υιοθέτηση από μέρους σας της επινοημένης ταυτότητας ενός συνταξιούχου εργάτη χαλυβουργείου από το Βελιγράδι, ο οποίος δημιουργεί μουσική που θυμίζει τον χώρο εργασίας του.

Πώς γεννήθηκε και γιατί κατάγεται από το Βελιγράδι;

Δημιούργησα την περσόνα του Abul Mogard σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, γύρω στο 2010, όταν τόσο η προσωπική μου ζωή όσο και η μουσική μου δουλειά δεν πήγαιναν καλά.

Ένιωσα την ανάγκη να επινοήσω έναν χαρακτήρα που θα μου επέτρεπε να εργάζομαι με απόλυτη ελευθερία, χωρίς καμία σχέση με το προηγούμενο έργο μου.

Τον φανταζόμουν σαν καταγόμενο από το Βελιγράδι, ένα μέρος το οποίο με γοήτευε ακριβώς επειδή δεν είχα πάει ποτέ εκεί.

Υπήρχε κάτι το συναρπαστικό στην ιδέα ενός ηλικιωμένου άνδρα που έφτιαχνε αυτό το είδος μουσικής, αποκομμένο από οποιοδήποτε σύγχρονο πλαίσιο.

Η ιστορία αναπτύχθηκε αργότερα από την επί μακρόν οπτικοακουστική συνεργάτιδά μου, Marja de Sanctis, όταν κυκλοφόρησε η πρώτη κασέτα το 2012.

Η ιδέα ήταν αυτή ενός συνταξιούχου εργάτη εργοστασίου ο οποίος ανακατασκευάζει το δικό του περιβάλλον με τη βοήθεια της μουσικής, μια φιγούρα που αντιπροσωπεύει κάποιον ο οποίος αναζητά μια χαμένη ταυτότητα.

Οι ήχοι που χρησιμοποιεί θυμίζουν αμυδρά το εργοστάσιο, βοηθώντας τον να αναδημιουργήσει αυτήν την ανάμνηση και ένα αίσθημα ότι ανήκει κάπου.

Προετοιμάζω τις ερωτήσεις μου ακούγοντας την εξαιρετική τελευταία σας δουλειά, Quiet Pieces, και περιμένοντας καταιγίδα.

Καθώς το άλμπουμ μοιάζει με «αυτοπροσωπογραφία ήρεμων, στοχαστικών και διακριτικών εσωτερικών τοπίων που γίνονται ακουστά», πώς καταφέρνετε να κατευνάσετε τις εσωτερικές και εξωτερικές «καταιγίδες» και να τις «μεταφράσετε» σε τέτοια μουσική;

Κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια για το Quiet Pieces.

Για μένα, η δημιουργία μουσικής είναι μια φυσική διαδικασία και τη χρησιμοποιώ για να εκφράσω τα συναισθήματά μου, κάτι που βρίσκω πολύ πιο εύκολο από τη χρήση λέξεων.

Δουλεύω με ήχους, μελωδίες και αρμονίες και τα αντιμετωπίζω με έναν αρκετά ακραίο τρόπο, μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά τις αρχικές ιδέες σε σημείο που μερικές φορές δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμες.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η οποία μπορεί να είναι αρκετά γρήγορη, όπως στο κομμάτι Constantly slipping away, ή πολύ μεγάλη, όπως στο In a studded procession, φτάνω σε μια ακριβή στιγμή κατά την οποία η διαδικασία φαίνεται ισορροπημένη και ολοκληρωμένη.

Το Quiet Pieces είναι προϊόν ξαναδουλέματος αχρησιμοποίητου αρχειοθετημένου υλικού από προηγούμενα έργα και «μιας συλλογής δίσκων κλασικής μουσικής και οπερας 78 στροφών ενός μακαρίτη θείου».

Πώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία με την πάροδο του χρόνου;

Βρήκα αυτό το κουτί με παλιούς δίσκους 78 στροφών πριν από χρόνια, όταν επέστρεψα από το Λονδίνο, στα τέλη του 2019.

Τους έβγαλα από την ντουλάπα και τους τοποθέτησα στο στούντιο, με την ιδέα ότι μπορεί να τους χρησιμοποιήσω για κάποιο πρότζεκτ αργά ή γρήγορα.

Άρχισα να σαμπλάρω μικρά τμήματα των ηχογραφήσεων σε χαμηλότερες ταχύτητες, στις 33 στροφές/λεπτό, καθώς το πικάπ μου δεν παίζει στις 78, και να τα ηχογραφώ ήδη ενώ τα επεξεργαζόμουν μέσω του εξοπλισμού του στούντιο μου.

Κατά μία έννοια, δεν είχα ιδέα πώς ακουγόταν στην πραγματικότητα το πρωτότυπο υλικό και απλώς προσπάθησα να αποτυπώσω στιγμές τις οποίες βρήκα εμπνευσμένες.

Έκανα μερικά πρόχειρα σκίτσα και, ενώ δούλευα πάνω σε κάποιο άλλο αρχειακό υλικό που ήθελα να κυκλοφορήσω, συνειδητοποίησα ότι οι δύο ιδέες ήταν συμβατές.

Μπορούσα να χρησιμοποιήσω τους ήχους των 78 στροφών για να ολοκληρώσω τα παλαιότερα κομμάτια στα οποία δούλευα, καθώς παρείχαν ακριβώς την υφή και την ατμόσφαιρα η οποία ένιωθα ότι έλειπε.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο είναι «τραβηγμένη στον Ναό του Δία στο Ανξούρ, έναν αρχαιολογικό χώρο με θέα τη Μεσόγειο Θάλασσα». Πώς σχετίζεστε με την πνευματικότητα και τι λατρεύετε περισσότερο στη Μεσόγειο;

Παραδόξως, ποτέ δε θεώρησα τον εαυτό μου πνευματικό άτομο, αλλά φαίνεται ότι η μουσική μου συχνά συνδέεται με την πνευματικότητα.

Το εκτιμώ αυτό και νομίζω πως προέρχεται από την προσπάθεια να είμαι ειλικρινής και απλώς να μεταμορφώνω τα εσωτερικά μου συναισθήματα σε ήχο.

Η εικόνα της Marja de Sanctis επιλέχθηκε μετά την ολοκλήρωση του άλμπουμ και και οι δύο νιώσαμε ότι ταίριαζε φυσικά με τη μουσική.

Το μέρος βρίσκεται κοντά στην Τερρατσίνα, μια παλιά ρωμαϊκή πόλη με θέα στο Τυρρηνικό Πέλαγος, μέρος της Μεσογείου. Είναι ένα μέρος που μου αρέσει πολύ και, επειδή δεν είναι πολύ μακριά από το μέρος στο οποίο μεγάλωσα, μου φαίνεται οικείο.

Το Kimberlin είναι το soundtrack της πειραματικής ομώνυμης ταινίας του Duncan Whitley, η οποία γυρίστηκε στο Πόρτλαντ μετά το λεγόμενο «Brexit» και αντανακλά τη μοναξιά τόσο της τοποθεσίας όσο και της ιστορικής περιόδου.

Πώς αντιμετωπίζετε τη μοναξιά και ποιες είναι οι πρώτες λέξεις ή έννοιες που σας έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτεστε την Ευρώπη;

Νομίζω ότι είμαι κοινωνικό άτομο, αλλά όντας μοναχοπαίδι, περνούσα πολύ χρόνο μόνος μου όταν ήμουν μικρός.

Εξαιτίας αυτού, δε με πειράζει και πολύ η μοναξιά, ειδικά όταν βρίσκομαι στο στούντιο και δουλεύω πάνω στη μουσική. Η μοναξιά μπορεί να μοιάζει φυσική και συχνά εκεί οι ιδέες παίρνουν μορφή.

Αγαπώ την Ευρώπη και εκτιμώ τη μακρά Ιστορία της στα πολιτικά δικαιώματα και στις πολιτιστικές ανταλλαγές.

Δυστυχώς, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό σήμερα είναι η αίσθηση πως πολλά από αυτά τα δικαιώματα και οι αξίες, που κατακτήθηκαν μέσα από μακρούς και δύσκολους αγώνες σε όλη την ευρωπαϊκή Ιστορία, τώρα φαίνονται εύθραυστα και σε κίνδυνο.

Είναι μια ανησυχία η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο σκέψης και εργασίας μου.

Συνεργάζεστε συχνά με τον Rafael Anton Irisarri, με τον οποίο θα δώσετε μια συναυλία στο γνώριμο Ωδείο Αθηνών την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου. Τι επιδιώκετε στις συνεργασίες και τι βιώνετε σε αυτήν με τον κ. Irisarri;

Στις συνεργασίες, αναζητώ το απροσδόκητο και την έκπληξη.

Μου αρέσει η ιδέα να αφήνω κάτι σε μια πρόχειρη μορφή, μερικές φορές σχεδόν σε ατομικό επίπεδο, και να αφήνω τον άλλον να προσθέτει κάτι σ’ αυτό, να αφαιρεί ή να το αναπτύσσει περαιτέρω, μέχρι το κομμάτι να γίνει κάτι που δε θα μπορούσα ποτέ να πετύχω μόνος μου.

Αυτό το στοιχείο της εμπιστοσύνης και της ανοιχτότητας είναι προφανώς απαραίτητο για μένα σε κάθε συνεργασία. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος εργασίας και τον απολαμβάνω όσο και το να εργάζομαι μόνος μου.

Με τον Rafael έχουμε αναπτύξει έναν πολύ φυσικό τρόπο συνεργασίας, καθώς συνειδητοποιήσαμε νωρίς ότι εργαζόμαστε με παρόμοιο τρόπο, συχνά μάλιστα χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία.

Εξαιτίας αυτού, η διαδικασία είναι πολύ ρευστή και δεν έχουμε την τάση να δουλεύουμε υπερβολικά.

Η δική μου πρακτική ίσως επικεντρώνεται περισσότερο στα συνθεσάιζερ, ενώ αυτός δουλεύει κυρίως με κιθάρες, αλλά η συνολική προσέγγιση και η ευαισθησία είναι πολύ κοντά.

Ως ακροατής της μουσικής σας, έχω την τάση να βιώνω τον εαυτό μου σε μια υπερυψωμένη θέση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας - σαν να κάθομαι στην κορυφή ενός λόφου με θέα ένα οικείο ή ένα άγνωστο τοπίο.

Αισθάνεστε ένα είδος ανάτασης όταν συνθέτετε;

Όχι τόσο ανάταση, όσο μια αίσθηση σύνδεσης.

Όταν η σύνθεση λειτουργεί, υπάρχει μια συναισθηματική αντίδραση που νιώθω, η οποία μπορεί και θα έπρεπε, φυσικά, να είναι διαφορετική ανάλογα με το είδος της μουσικής πάνω στο οποίο δουλεύω εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αυτή η συναισθηματική αντίδραση είναι το κύριο πράγμα το οποίο αναζητώ.

Και τέλος, τι κρύβεται «πάνω από όλα τα (ήσυχα) όνειρα», για να παραφράσω δύο από τις αγαπημένες μου συνθέσεις σας; Τι ονειρεύεστε πιο έντονα, ως μουσικός και ως άνθρωπος;

Ως πατέρας μιας μικρής κόρης, ονειρεύομαι έναν αξιοπρεπή κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα και είναι σεβαστοί, και όπου η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε αλλά κάτι το οποίο πρέπει να εκτιμούμε.

Ως μουσικός, ελπίζω να συνεχίσω να δημιουργώ έργα που θα βρίσκουν απήχηση στους ανθρώπους.

Ως άνθρωπος, ελπίζω όλοι να μπορέσουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους και, κάποια στιγμή στη ζωή τους, να βρουν έναν τρόπο να τα κάνουν πραγματικότητα.

Ευχαριστώ θερμά την Karen Vogt (Klang Signals) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως και τον καλλιτέχνη για τις σε βάθος απαντήσεις του.

Οι Rafael Anton Irisarri και Abul Mogard εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου στις 9 στο Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19), στο πλαίσιο των St Pauls Sessions 8.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Rafael Anton Irisarri: «Η ambient λειτουργεί ως τρόπος ανάκτησης της σιωπής»

 

Rafael Anton Irisarri (Φωτογραφία: Iulia Alexandra Magheru)

Διακεκριμένος Ιβηροαμερικανός συνθέτης και παραγωγός εργαζόμενος στο πλαίσιο της ambient, της drone, της μοντέρνας κλασικής και της ηλεκτρονικής μουσικής, ο Rafael Anton Irisarri εμφανίζεται ζωντανά στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου.

Επί σκηνής, θα συμπράξει με τον αγαπημένο του συνεργάτη και επίσης καταξιωμένο συνθέτη, Abul Mogard. Μια σε βάθος συνομιλία με τον Rafael Anton Irisarri.

Είστε Ιβηροαμερικανός συνθέτης και παραγωγός εργαζόμενος στο πλαίσιο της ambient, της drone, της μοντέρνας κλασικής και της ηλεκτρονικής μουσικής. Τι σας έλκυσε και εξακολουθεί να σας ελκύει στο συγκεκριμένο πλαίσιο;

Κατέληξα στην ambient και την drone μουσική επειδή μου έδωσαν χώρο να δουλέψω με τον χρόνο, τον περιορισμό και την αντίληψη.

Ο ήχος μπορούσε να λειτουργήσει ως χώρος, πίεση και διάρκεια αντί για κάτι σχεδιασμένο να ανταγωνίζεται για την προσοχή.

Πολύ νωρίς, συνειδητοποίησα πως με ενδιέφερε λιγότερο η μουσική ως ψυχαγωγία και περισσότερο ως ένα μέρος για να καθίσω με τις αναμνήσεις, τις αμφιβολίες και ό,τι συναισθηματικό υπόλειμμα είχε απομείνει.

Αυτές οι μορφές επιτρέπουν στα πράγματα να παραμένουν άλυτα ή εύθραυστα χωρίς να τα εξαναγκάζουν σε μια καθαρή αφήγηση ή ανταμοιβή. Αυτό εξακολουθεί να ευθυγραμμίζεται με τον τρόπο που βιώνω τον κόσμο.

Η μνήμη και η ταυτότητα είναι ασταθείς και αυτή η μουσική τούς επιτρέπει να υπάρχουν με αυτόν τον τρόπο.

Υπάρχει επίσης μια πολιτισμική διάσταση σε αυτό.

Ως ισπανόφωνος καλλιτέχνης, υπάρχουν προσδοκίες για το πώς υποτίθεται ότι πρέπει να ακούγομαι. Δυνατός. Ρυθμικός. Φλογερός. Εύκολα ταξινομούμενος.

Πολιτισμοί όπως ο δικός μου, αλλά και ο ελληνικός, συχνά θεωρούνται εκφραστικοί ή θερμόαιμοι.

Η μουσική βιομηχανία τείνει να επιβραβεύει τη μουσική που ταιριάζει σε αυτήν την εικόνα επειδή κυκλοφορεί εύκολα. Δουλεύω με την υφή, τη συγκράτηση και την υπομονή, και η τριβή την οποία δημιουργεί είναι σκόπιμη.

Για μένα, η ambient λειτουργεί ως ένας τρόπος ανάκτησης της σιωπής και της εσωτερικότητας.

Αυτές οι ιδιότητες σπάνια αποδίδονται σε πολιτισμούς πλαισιωνόμενους με αυτούς τους όρους, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στο σημερινό αμερικανικό πολιτικό κλίμα.

Αυτή η μουσική δημιουργεί έναν χώρο όπου η επιβράδυνση αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση για την ανάδυση νοήματος.

Η συνεχής μετακίνησή σας μέσα από πολιτισμικά και γεωγραφικά περιβάλλοντα έχει ενσταλάξει μια διαρκή ενασχόληση με τη μνήμη, την απόσταση και το συναισθηματικό βάρος του τόπου.

Μέσω ποιας διαδικασίας μεταφράζετε τη μνήμη, την απόσταση και την τοπικότητα σε σύνθεση;

Δεν προσεγγίζω τη μνήμη ή τον τόπο ως κάτι που πρέπει να αποδοθεί άμεσα.

Με ενδιαφέρει είναι τι συμβαίνει αφού παρέλθει ο χρόνος. Η μνήμη αλλάζει τα πράγματα. Η απόσταση μαλακώνει τις άκρες. Ό,τι μένει είναι συνήθως ατελές και βαρύτερο από την αρχική εμπειρία.

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας ξεκινά χαλαρά. Αφιερώνω χρόνο αυτοσχεδιάζοντας χωρίς σαφή προορισμό, αφήνοντας τον ήχο να υπάρχει και παρατηρώντας τι έχει συναισθηματικό βάρος. Έπειτα, απομακρύνομαι.

Όταν επιστρέφω εβδομάδες ή μήνες αργότερα, η προσκόλληση στο πού ή γιατί ηχογραφήθηκε κάτι έχει ξεθωριάσει. Γίνεται πιο αφηρημένη. Συνήθως τότε γίνεται σαφές τι αξίζει να διατηρηθεί.

Ο τόπος εισέρχεται έμμεσα. Εμφανίζεται στην ατμόσφαιρα και όχι ως αναφορά. Η ακουστική ενός δωματίου, η απομόνωση ή η πυκνότητα ενός τόπου, ο ρυθμός της ζωής γύρω του.

Η μετακίνηση μεταξύ χωρών και πολιτισμών για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου με έχει κάνει να συνειδητοποιήσω πώς ο εκτοπισμός μεταβάλλει την αντίληψη.

Έτσι, η μουσική λειτουργεί περισσότερο ως μια συναισθηματική εικόνα του να βρίσκεσαι κάπου και μετά να φεύγεις. Ο χρόνος κάνει το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς και εγώ συνθέτω από ό,τι απομένει μόλις η σαφήνεια υποχωρήσει.

Προσεγγίζετε τη σύνθεση, την performance και την πρακτική στο στούντιο ολιστικά. Θα θέλατε να αναλύσετε το σκεπτικό πίσω από αυτήν την προσέγγιση;

Δε διαχωρίζω τη σύνθεση, την ερμηνεία και την εργασία στο στούντιο, επειδή αυτός ο διαχωρισμός δεν αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο η μουσική γεννιέται για μένα.

Τα περισσότερα από αυτά που δημιουργώ προκύπτουν από μια συνεχή διαδικασία παιξίματος, ηχογράφησης και αναδιαμόρφωσης. Η ιδέα διαμορφώνεται ενώ ήδη δουλεύω με τον ήχο.

Το στούντιο είναι το μέρος όπου το έργο παίρνει μορφή.

Οι αποφάσεις σχετικά με τον τόνο, τον χώρο, την ισορροπία και την πυκνότητα είναι μουσικές αποφάσεις. Διαμορφώνουν το έργο με τον ίδιο τρόπο που θα διαμόρφωνε η ​​μελωδία ή η αρμονία. Η ηχογράφηση και το μοντάζ αποτελούν μέρος της σύνθεσης.

Η περφόρμανς εντάσσεται στην ίδια λούπα. Το να παίζεις ζωντανά γίνεται ένας τρόπος να μάθεις πώς συμπεριφέρεται ο ήχος σε ένα δωμάτιο και πώς ο χρόνος εκτείνεται ή συμπιέζεται.

Αυτές οι εμπειρίες ανατροφοδοτούν το στούντιο και επηρεάζουν τον τρόπο εργασίας μου.

Το mastering βρίσκεται μέσα στο ίδιο συνεχές. Επιφανειακά, φαίνεται κάτι τεχνικό. Επίπεδα, EQ, μετάφραση, διασφάλιση ότι τα πράγματα διατηρούνται αρμονικά σε όλα τα συστήματα.

Αυτό το επίπεδο έχει σημασία, αλλά είναι μόνο το σημείο εκκίνησης. Οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται εκεί επηρεάζουν το βάρος, τον ρυθμό και τον συναισθηματικό αντίκτυπο.

Παρόλο που είναι το τελευταίο επίπεδο, εκεί λαμβάνει χώρα μια μεγάλη δημιουργική κρίση. Τι να αφήσουμε ανέγγιχτο. Τι να διαμορφώσουμε απαλά. Πόση σαφήνεια μπορεί να μεταφέρει ένα κομμάτι πριν χάσει την ανάσα του.

Όντας καλλιτέχνης και συνθέτης με βοηθά να κατανοήσω την πρόθεση και πόσο εύθραυστο μπορεί να είναι ένα έργο σε αυτό το στάδιο. Έτσι, για μένα είναι μια πρακτική. Εκτέλεση, σύνθεση, ηχογράφηση, μίξη, mastering.

Αν δεν κάνω λάθος, η δισκογραφημένη σας πορεία ξεκίνησε γύρω στο 2008 με το ψευδώνυμο The Sight Below και την κυκλοφορία του Glider. Μπορείτε να μου πείτε για το ταξίδι μέσα από το οποίο γεννήθηκε;

Αυτός ο δίσκος προέκυψε από μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μου.

Ζούσα στο Σιάτλ και ένιωθα απομονωμένος, έχοντας μόλις χάσει την καθημερινή μου δουλειά κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Περνούσα τον περισσότερο χρόνο μου δουλεύοντας πάνω στη μουσική και μένοντας ξύπνιος μέχρι αργά στο στούντιο.

Το The Sight Below ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Πειραματιζόμουν με techno δομές και σταδιακά τις απογύμνωνα μέχρι που ο ρυθμός γινόταν υπαινικτικός αντί λειτουργικός.

Το Glider αναδύθηκε από αυτήν την ένταση. Χρησιμοποιούσα ακόμα εργαλεία που σχετίζονταν με την techno, αλλά όλα είχαν επιβραδυνθεί. Οι εντάσεις μετριάστηκαν. Η επανάληψη στράφηκε προς τα μέσα.

Μεγάλο μέρος του προήλθε από μακρές αυτοσχεδιαστικές sessions, ακολουθούμενες από μοντάζ, οπότε και αφαιρέθηκε οτιδήποτε πολύ άμεσο.

Αυτό που παρέμεινε είχε μια αιωρούμενη ποιότητα η οποία αντανακλούσε το πού βρισκόταν το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.

Υπήρχε επίσης μια αίσθηση ανωνυμίας ενσωματωμένη στο έργο.

Η χρήση ενός ψευδώνυμου δημιούργησε απόσταση και μου επέτρεψε να επικεντρωθώ στον ήχο χωρίς να τον συνδέσω με μια προσωπική αφήγηση. Αυτή η απόσταση παίζει ρόλο στο πώς γίνεται αντιληπτός ο δίσκος.

Κοιτάζοντας πίσω, το Glider βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι για μένα.

Έχει ακόμα το ένα πόδι στην κουλτούρα και τη δομή των κλαμπ, ενώ με το άλλο ήδη κινείται προς την πιο αργή, σχετιζόμενη με την υφή δουλειά την οποία θα έκανα αργότερα με το δικό μου όνομα.

Το 2010, ιδρύσατε την Black Knoll. Με ποιους τρόπους σας έχει βοηθήσει αυτή η απόφαση να διευρύνετε την και ταυτόχρονα να εμβαθύνετε στην καλλιτεχνική σας πρακτική;

Η ίδρυση του Black Knoll είχε ως κινητήριο μοχλό την επιβίωση και την εστίαση.

Χρειαζόμουν έναν χώρο που θα μπορούσα να ελέγξω και ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσα να εργαστώ χωρίς εξωτερική πίεση. Αυτή η αυτονομία διαμόρφωσε όλα όσα ακολούθησαν.

Αυτό που με εξέπληξε ήταν το πόσο πολύ επέκτεινε την πρακτική μου. Η συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες ως μηχανικός mastering απαιτούσε να κατανοήσω γρήγορα την πρόθεση και να μπω σε πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους.

Με τα χρόνια, είχα την τύχη να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που σέβομαι ιδιαίτερα, όπως οι William Basinski, Abul Mogard, Grouper, KMRU, Julia Kent, Benoît Pioulard και πολλοί άλλοι.

Κάθε καλλιτέχνης με τον οποίο έχω συνεργαστεί έχει αφήσει το στίγμα του στον τρόπο που προσεγγίζω τον ήχο. Αυτή η ανταλλαγή ανατροφοδοτεί τη δική μου μουσική.

Στο νέο μου άλμπουμ, Points of Inaccessibility, μπορεί κάποιος να ακούσει την επιρροή των MONO στον τρόπο που η μουσική κουβαλά το βάρος και την κλίμακα.

Είναι ένα συγκρότημα με το οποίο συνεργάστηκα για αρκετά χρόνια, και ο χρόνος που αφιέρωσα στη μουσική τους διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τη δυναμική και τον χώρο.

Ταυτόχρονα, το Black Knoll μου επέτρεψε να εργάζομαι αργά και με συνέπεια, να επανεξετάζω ιδέες για μεγάλα χρονικά διαστήματα και να χτίζω μια σχέση με τον ήχο και τον χώρο.

Με την πάροδο του χρόνου, τα όρια μεταξύ της πρακτικής μου στο στούντιο και της καλλιτεχνικής μου πρακτικής εξαφανίστηκαν.

Μια τυχαία συνάντηση στην Πόλη του Μεξικού με τον Ολλανδό media artist Jaco Schilp αποκάλυψε ένα κοινό έδαφος και άνοιξε το δρόμο για τo Points of Inaccessibility (2026). Πού εντοπίζεται αυτό το κοινό έδαφος;

Το κοινό έδαφος είχε λιγότερο να κάνει με την αισθητική και περισσότερο με την προσέγγιση. Όταν γνωριστήκαμε, έγινε σαφές ότι και οι δύο ενδιαφερόμασταν για τα όρια, την αντίληψη και τι συμβαίνει όταν τα συστήματα γίνονται αδιαφανή.

Και οι δύο έχουμε την τάση να θέτουμε συνθήκες και να δίνουμε προσοχή σε ό,τι προκύπτει μέσα τους. Υπάρχει ένα κοινό ενδιαφέρον για την ασάφεια και για το να αφήνουμε τα πράγματα να παραμένουν εν μέρει άλυτα.

Αυτό ισχύει τόσο για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την εικόνα και τη δομή όσο και για τον τρόπο που προσεγγίζω εγώ τον ήχο και τη διάρκεια.

Από αυτή την επικάλυψη προέκυψε το Points of Inaccessibility. Δημιουργούσαμε παράλληλους χώρους οι οποίοι απαντούν στα ίδια ερωτήματα σχετικά με την πρόσβαση, τη διαμεσολάβηση και την αντίληψη.

Αυτός ο κοινός τρόπος σκέψης επέτρεψε στο έργο να εξελιχθεί χωρίς να επιβληθεί η μετάφραση μεταξύ των επιστημονικών κλάδων.

Το άλμπουμ θέτει το ερώτημα αν η σύνδεση είναι ακόμα δυνατή μέσα σε περιβάλλοντα διαμορφούμενα από τη διαμεσολάβηση και την καθυστέρηση. Είναι ρητορικό το ερώτημα; Έχετε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα;

Δεν θεωρώ το ερώτημα ρητορικό και δεν με ενδιαφέρει να καταλήξω σε μια σαφή απάντηση. Ο δίσκος υπάρχει επειδή το ερώτημα παραμένει άλυτο.

Είμαστε πιο δικτυωμένοι από ποτέ, ωστόσο αυτό δεν εγγυάται την εγγύτητα ή την κατανόηση. Η επικοινωνία φτάνει αποσπασματική και απογυμνωμένη από κάθε πλαίσιο.

Δεν έφτιαξα το άλμπουμ για να επιχειρηματολογήσω σχετικά με την κατάρρευση ή να προσφέρω σιγουριά. Αυτό που προέκυψε ήταν περισσότερο ένα συναίσθημα παρά ένα συμπέρασμα.

Η σύνδεση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά είναι εύθραυστη και έμμεση. Η μουσική παραμένει μέσα σε αυτήν την αβεβαιότητα, αντί να προσπαθεί να την επιλύσει.

Σε ποιον βαθμό η έλευση των σύγχρονων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλάζει την αντίληψή μας για τον εαυτό μας ως ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά όντα;

Η αλλαγή αυτή έχει λιγότερο να κάνει με το αν η τεχνολογία αλλάζει το ποιοι είμαστε, και περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο μάς επιστρέφει την εικόνα του εαυτού μας.

Εργαλεία όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύουν τις υπάρχουσες συμπεριφορές και τις επιταχύνουν. Αυτό που μας ανησυχεί είναι το πόσο γρήγορα αυτές οι αντανακλάσεις εδραιώνονται σε κανόνες.

Σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει μείωση της τριβής. Τα πράγματα συμβαίνουν πιο γρήγορα και με λιγότερες παύσεις. Αυτό αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η κρίση, η αμφιβολία και η ευθύνη.

Κοινωνικά, το πλαίσιο μειώνεται και η επικοινωνία καθίσταται πιο αραιή, ακόμα και όταν γίνεται συνεχής.

Πολιτικά, αυτά τα συστήματα συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερα, αλλά βασίζονται σε επιλογές και δομές εξουσίας. Όταν η λήψη αποφάσεων ανατίθεται σε αδιαφανή συστήματα, η λογοδοσία γίνεται πιο δύσκολο να εντοπιστεί.

Βρισκόμαστε σαφώς εν μέσω μιας αναπροσαρμογής. Το ρίσκο δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά το πόσο εύκολα ορίζει τι θεωρείται αποδεκτό ή αναπόφευκτο.

Γι’ αυτό επιστρέφω στην ασάφεια και την αυτοσυγκράτηση στο έργο μου.

Σε μια εποχή κατακλυζόμενη από θόρυβο, μήπως η εναρμόνιση με τη σιωπή μέσα μας και γύρω μας αποτελεί εργαλείο απελευθέρωσης;

Μπορεί να είναι, αρκεί να παραμένεις ειλικρινής σχετικά με το τι περιέχει αυτή η σιωπή. Όταν κάθεσαι μαζί της, τείνουν να έρχονται στην επιφάνεια άβολα πράγματα: Αμφιβολία, θλίψη, πλήξη, άλυτες σκέψεις.

Σε έναν κόσμο θορυβώδη και αντιδραστικό, η επιλογή τού να κάθεσαι σιωπηλός μπορεί να σε απομακρύνει από τη συνεχή ανταπόκριση. Προσφέρει έναν τρόπο να επανέλθεις στον κόσμο με μεγαλύτερη σαφήνεια.

Το να είσαι συντονισμένος με αυτό σε βοηθά να αναγνωρίσεις τι είναι δικό σου και ποιος είναι ο θόρυβος τον οποίο έχεις απορροφήσει. Αυτή η διαύγεια δημιουργεί χώρο για να κάνεις επιλογές πιο συνειδητά.

Στις 6 Φεβρουαρίου θα παίξετε ζωντανά στην Αθήνα μαζί με τον Abul Mogard. Τι κοινά έχετε όσον αφορά στην ανθρώπινη και καλλιτεχνική αντίληψη και πρακτική;

Αυτό που μοιραζόμαστε περισσότερο είναι ο τρόπος προσέγγισης της εργασίας.

Υπάρχει πολλή εμπιστοσύνη, τόσο του ενός έναντι του άλλου όσο και απέναντι στο υλικό. Νιώθουμε άνετα αφήνοντας τα πράγματα να εξελίσσονται χωρίς να επιβάλλουμε αποτελέσματα.

Καλλιτεχνικά, προερχόμαστε από έναν παρόμοιο τόπο, χωρίς να κάνουμε το ίδιο πράγμα.

Συχνά, σκέφτομαι τη σχέση μας ως  ανθρώπων ιταλικών και ισπανικών καταβολών. Αμφότερες μοιράζονται ρίζες και ευαισθησίες, αλλά δεν είναι εναλλάξιμες. Καθεμιά έχει τον δικό της ρυθμό και τρόπο διαμόρφωσης νοήματος.

Αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζει τον τρόπο που λειτουργεί η σχέση με τον Abul Mogard.

Μοιραζόμαστε ένα λεξιλόγιο γύρω από την πυκνότητα και τη διάρκεια, αλλά οι προφορές διαφέρουν. Ο τρόπος με τον οποίο καταλήγουμε σε κάποια πράγματα διαφέρει.

Σε ανθρώπινο επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε μια παρόμοια ιδιοσυγκρασία. Το να παίζουμε μαζί μοιάζει με συζήτηση. Ακούμε, απαντάμε και αφήνουμε χώρο. Αυτή η ισορροπία διατηρεί τη συνεργασία ζωντανή.

Ευχαριστώ θερμά την Karen Vogt (Klang Signals) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ από καρδιάς και τον καλλιτέχνη για τις σε βάθος απαντήσεις του.

Οι Rafael Anton Irisarri και Abul Mogard εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου στις 9 στο Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19), στο πλαίσιο των St Pauls Sessions 8.