Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

Μαρίνα Ερ Γκόρμπαχ: «Ως σκηνοθέτρια προσπαθώ να αντισταθώ στον πόλεμο»

 

Μαρίνα Ερ Γκόρμπαχ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Πώς ένα ζευγάρι που περιμένει παιδί  μπορεί να επιβιώσει στην εμπόλεμη ζώνη του Ντονμπάς;

Αυτό το τοπικό και συνάμα οικουμενικό ζήτημα εξερευνά με την πολυβραβευμένη ταινία της Κλόνταϊκ η Ουκρανή σκηνοθέτρια Μαρίνα Ερ Γκόρμπαχ. Συνομιλώντας μαζί της ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 63ου ΦΚΘ (10 Νοεμβρίου).

Ήσουν πολύ φορτισμένη συναισθηματικά μετά τη δημοσιογραφική προβολή του Κλόνταϊκ στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Παίζει ρόλο και η διεξαγωγή της στη συγκεκριμένη πόλη ή έτσι αισθάνεσαι πάντα;

Η συγκυρία είναι πολύ ιδιαίτερη. Βρισκόμαστε σε πόλεμο. Η Ουκρανία είναι σε εμπόλεμη κατάσταση. Τα συναισθήματά μου, λοιπόν, αφορούν στο συγκείμενο.

Πρόκειται για ένα φιλμ εντός ενός πλαισίου. Ακόμα κι όταν στέκομαι ενώπιον του κοινού, βρίσκομαι εντός ενός πλαισίου.

Ως σκηνοθέτρια προσπαθώ να αντισταθώ στον πόλεμο και όλη τη βία και βέβαια γνωρίζω πως το Σαράγεβο είναι μια πολύ ιδιαίτερη πόλη.

Ταυτόχρονα, όμως, σε έναν παράλληλο χρόνο, βιώνουμε στην Ουκρανία τα ίδια που είχαν βιώσει στο παρελθόν οι άνθρωποι αυτής της πόλης. Ο πόλεμος είναι κάτι πολύ προσωπικό, όπως κι ο πόνος που κάθε εμπλεκόμενο άτομο αισθάνεται.

Ελπίζω το Κλόνταϊκ να βοηθήσει κυρίως τους Ουκρανούς θεατές να ζήσουν μια στιγμή συναισθηματικής κάθαρσης, γιατί πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να κρατήσουν τα συναισθήματά τους μέσα τους, να φανούν δυνατοί, να μην κλάψουν.

Το Κλόνταϊκ αποτελεί ένα είδος μεταφοράς για ένα Ελντοράντο. Εδώ εντοπίζεται μια αντίφαση, καθώς η ίδια η τοποθεσία όπου εκτυλίσσεται το φιλμ μοιάζει πολύ άγονη και αραιοκατοικημένη.

Ήθελες να αναδείξεις την αντίφαση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι ενός τόπου;

Η περιοχή του Ντονμπάς είναι ξηρή, αμμώδης, γεμάτη σκόνη και κάρβουνο. Η εστίαση μου, ωστόσο, ήθελα να είναι μια οικογένεια και το σπίτι της: η άμμος είναι η άμμος της, τα σύννεφα τα σύννεφά της και, συνάμα, οι χαρακτήρες ανήκουν σ’ αυτή τη γη.

Επιθυμούσα να αφηγηθώ τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και τη σχέση μιας οικογένειας με τη φύση και, εντέλει, μια ιστορία ανάμεσα σε μένα, την σκηνοθέτρια, και εσένα, τον θεατή.

Γι’ αυτό και διάλεξα τη συγκεκριμένη αραιοκατοικημένη τοποθεσία, η οποία βρίσκεται σαράντα χιλιόμετρα από την Οδησσό.

Και το ίδιο το μισοδιαλυμένο-μισοβομβαρδισμένο σπίτι της ταινίας λειτουργεί ως μια μεταφορά για την πατρίδα και το δέσιμο των ανθρώπων με το σπιτικό τους, όσο μικρό ή μεγάλο κι αν αυτό είναι.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια φωλιά, κι επίσης ένα όνειρο.

Αν το δεις άλλη μια φορά, μοιάζει με ζωντανό σώμα: βασικά παλιό, αλλά με μερικά καινούρια τμήματα. Ήταν ένα μισοκατεστραμμένο σπίτι που μετατρέψαμε για τις ανάγκες της ταινίας.

Η Ίρκα (Oxana Cherkashyna), η πρωταγωνίστρια, συνέχεια σκέφτεται τα μερεμέτια.




Είναι σημαντικό για κάθε άνθρωπο να μην εγκαταλείπει τα όνειρά του, όσο δύσκολη κι αν είναι η εκπλήρωσή τους.

Το βλέπω και τώρα στους Ουκρανούς: όταν αντιμετωπίζουν έναν πραγματικό κίνδυνο, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν. Δεν είναι πολύ φυσιολογικό να πεις: «Τώρα πεθαίνω». Λειτουργεί το ανθρώπινο ένστικτο.

Κι ο Τόλικ (Sergiy Shadrin), ο σύζυγος της Ίρκα, προσπαθεί να επιβιώσει.

Κατά καιρούς φαίνεται να συγκρούονται, αλλά στην τελική προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με μια καινούρια και πολύ επικίνδυνη για τη ζωή τους κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ακόμα κι όταν βρίσκεσαι σε πόλεμο, παραμένεις άνθρωπος. Αν αγαπάς ή μισείς κάποιον, θα συνεχίσεις να τον αγαπάς ή να τον μισείς.

Ο Τόλικ κι ο Γιάρικ, ο αδερφός της Ίρκα, δεν είναι στην πραγματικότητα εχθροί, αλλά συγγενείς οι οποίοι διαρκώς συγκρούονται για το ζήτημα της ηγεσίας, για το ποιος είναι το αφεντικό του σπιτιού.

Κανένας από τους δύο δεν είναι ακριβώς «μάτσο», πάντως. Μοιάζουν συντετριμμένοι.

Φυσιολογικοί άνθρωποι είναι, που ξαφνικά ξυπνούν εν μέσω πολέμου και πρέπει να επιβιώσουν. Αυτό τούς καλεί το σώμα τους να κάνουν.

Γιατί ήταν το στοιχείο της εγκυμοσύνης και της δυνητικής μητρότητας τόσο σημαντικό για σένα; Έχει να κάνει με την ευθύνη και τη μαγεία της μητρότητας στις οποίες αναφέρθηκες στο Q&A;

Δεν μπορώ να το αναλύσω. Μερικές φορές νιώθεις πολύ δυνατά για κάτι και θέλεις να το κάνεις. H δύναμη της φύσης είναι κάτι πιο ισχυρό από τον οποιονδήποτε πόλεμο, από το οποιοδήποτε όπλο.

Βρίσκεται στο απόγειο των γυναικείων ενστίκτων της. Ουδέποτε είχα αμφιβολίες σχετικά με το τι θα μπορούσε να την κινητοποιήσει. Είναι σαν ζώο. Ίσως αυτό της δίνει τη δύναμη να επιβιώσει.

Και η πρωταγωνίστρια και ο πρωταγωνιστής σου παραδίδουν πρωτοκλασάτες ερμηνείες.

Σ’ ευχαριστώ.

Κρίμα που πέθανε ο πρωταγωνιστής.

Ήταν ο πρώτος μεγάλος του ρόλος, συνήθως υποδύεται χαρακτήρες μαφιόζων ή σωματοφυλάκων. Εξακολουθώ να μιλάω γι’ αυτόν σε ενεστώτα.

Στην πρώτη οντισιόν τον έβαλα να παίξει ένα πιτσιρίκι που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τα άλλα παιδιά, και ήταν εκπληκτικός: ένα σαραντάρης με ρυτιδιασμένο πρόσωπο να μετατρέπεται ξαφνικά σε ένα χαμένο παιδί.

Εκείνη τη στιγμή καταλάβαμε ότι ήταν ο δικός μας Τόλικ.




Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την Οxana.

Είναι η λέαινά μας! Πολύ ταλαντούχα.

Και πολύ εκφραστική και ταυτόχρονα υπαινικτική ερμηνευτικά.

Το Κλόνταϊκ είναι ένα βαθιά αντιπολεμικό φιλμ. Ουδείς εχέφρων άνθρωπος θα υποστήριζε επεκτατικούς/επιθετικούς πολέμους ή ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Πώς συνδέεσαι -αν συνδέεσαι- με τα άμαχα θύματα της ρωσόφωνης πλευράς ή τους αντιπολεμικούς διαδηλωτές στη Ρωσία;

Πολύ δύσκολη ερώτηση. Δεν είναι ένας καινούριος πόλεμος. Οι πολίτες της Ρωσίας του επέτρεψαν να βρίσκεται στην εξουσία επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ψηφίζοντάς τον.

Έκανε τα πάντα για να αποδείξει πως είναι ένας πολύ επικίνδυνος πολιτικός. Έκλεισε τα ανεξάρτητα Μ.Μ.Ε. στη Ρωσία, υπήρχε ο πόλεμος στη Γεωργία και την Τσετσενία.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι σε πολλούς ανθρώπους στη Ρωσία αρέσει αυτός ο τύπος ηγεσίας.

Τέτοιος τύπος ηγεσίας ή άσκησης της πολιτικής δεν περιορίζεται στη Ρωσία, ωστόσο.

Δεν έχω καλλιτεχνικά έργα ή φιλμ από τη Ρωσία που να διαμαρτύρονται για την κατάσταση.

Έχουν υπάρξει, όμως, αντιπολεμικές διαδηλώσεις στη Ρωσία και ενυπόγραφα κείμενα διαμαρτυρίας. Ακριβώς λόγω του καταπιεστικού χαρακτήρα του καθεστώτος Πούτιν, τέτοιες ενέργειες είναι εκτιμητέες- τουλάχιστον από μένα.

Είναι δύσκολο να αντιστέκεσαι σε τέτοια καθεστώτα, γνωρίζοντας τις συνέπειες της επιλογής σου.

Είναι πολύ σημαντικό το ερώτημα που θέτεις, αλλά και πολύ δύσκολο να δώσω τη σωστή απάντηση. Δεν είναι στη φύση μου να μιλάω με σλόγκαν ή να θεωρώ πως τα πράγματα είναι άσπρο-μαύρο.

Δεν μπορώ να μιλήσω για τη Ρωσία, μπορώ να μιλήσω για ανθρώπους που γνωρίζω προσωπικά.

Πώς νομίζεις ότι τελειώνουν οι πόλεμοι- κι όχι μόνο ο συγκεκριμένος πόλεμος;

Το ζήτημα δεν είναι να απαντήσεις διανοητικά. Είναι μια καινούρια περίοδος για όλους μας. Υπάρχει ένας πόλεμος ανάμεσα σε ανθρώπους που θέλουν να δημιουργήσουν κι εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην εποχή της τεχνικής προόδου, Χάνουμε την ανθρωπιά μας κι ερχόμαστε αντιμέτωποι με πράγματα που ούτε καν θα φανταζόμασταν πως θα ήταν δυνατά έναν χρόνο πριν. Κι όμως τα συνηθίζουμε.

Η βία που επικρατεί είναι γρήγορη, η ανθρωπιά κι η καλοσύνη όχι. Η δημιουργία απαιτεί πολύ χρόνο, η καταστροφή μια στιγμή.

Πρέπει οι καλοί άνθρωποι να βρουν τη δύναμή τους. Αν είναι αδύναμοι, η προϊούσα βία θα τους καταστρέψει. Κι αν όχι σωματικά, τότε συναισθηματικά.

Οι γυναίκες ανά τον κόσμο υφίστανται πολλαπλές καταπιέσεις, χωρίς να επιδιώκω να τις θυματοποιήσω. Πιστεύεις πως το μέλλον πρέπει να είναι γυναικείο;

Δεν πιστεύω στη θυματοποίηση, είμαι εντελώς εναντίον της. Η γυναίκα έχει απεριόριστη δύναμη γιατί η ζωή κρύβεται στο σώμα της. Ως μητέρα μπορεί να παραδώσει στον κόσμο έναν δημιουργό ή έναν πολεμιστή. Στο χέρι της είναι.

Η συνέντευξη με την Μαρίνα Ερ Γκόρμπαχ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας.

Ευχαριστώ θερμά το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για τη συνδρομή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία της Μαρίνα Ερ Γκόρμπαχ Κλόνταϊκ προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο της ενότητας Γνωρίστε τους γείτονες του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η προβολή πραγματοποιείται το Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 17:00), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Το φιλμ είναι επίσης διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μεταξύ 11 και 13 Νοεμβρίου.



Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Αΐντα Μπέγκιτς: «Νιώθω πραγματικά ελεύθερη στο πεδίο της τέχνης»

 

Αΐντα Μπέγκιτς (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Μια από τις πιο αξιόλογες Βόσνιες σκηνοθέτριες, η Αΐντα Μπέγκιτς επιστρέφει στην κινηματογραφική δράση με την ταινία της Μια μπαλάντα, που εστιάζει στην Μέρι, μια τριαντάχρονη νοικοκυρά σε αναζήτηση του εαυτού της μέσω της τέχνης.

Το φιλμ της προβάλλεται σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του 63ου ΦΚΘ (6 Νοεμβρίου). Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια.

Μια από τις θεμελιώδεις έννοιες που θίγονται στην ταινία σου Μια μπαλάντα είναι εκείνη της ελευθερίας. Πώς ορίζεις την ελευθερία, λοιπόν;

Μ’ αυτό το φιλμ προσπαθώ πρώτα απ’ όλα να αναζητήσω την καλλιτεχνική ελευθερία.

Έχω κάνει άλλες τρεις ταινίες, αλλά κατά κάποιον τρόπο ένιωθα ότι δεν ήμουν ελεύθερη, πως αφηγούμουν ιστορίες που δεν ήταν οι δικές μου ιστορίες, ήταν άλλων ανθρώπων.

Κι αυτό γιατί αισθανόμουν μια ευθύνη απέναντι στη βοσνιακή κοινωνία λόγω όσων είχε περάσει στη διάρκεια του πολέμου - επιπλέον, ήμουν πολύ νέα.

Επομένως, τώρα χρειαζόμουν χώρο προκειμένου να κατακτήσω τη δικιά μου καλλιτεχνική ελευθερία. Νιώθω, λοιπόν, απελευθερωμένη έχοντας σκηνοθετήσει αυτή την ταινία. Έκανα ό,τι ήθελα με τον τρόπο που το ήθελα.

Επίσης, τόσο για μένα όσο και την Μέρι, την πρωταγωνίστρια, ο χώρος της ελευθερίας είναι η τέχνη.

Ξεκίνησα ν’ ασχολούμαι μ’ αυτό το φιλμ όταν αισθάνθηκα πως λειτουργούσα με αρνητικό τρόπο. Φοβόμουν αυτό το συναίσθημα. Όπου κι αν κοίταζα, έβλεπα ασχήμια. Ξέρω ότι αν βλέπεις την ασχήμια, είσαι κι εσύ άσχημος. Με σένα έχει να κάνει.

Αλλά και με όσα βιώνεις. Το έναυσμα εντοπίζεται στην αλληλεπίδραση ατόμου και κοινωνίας. Δε ζεις μόνη σου.

Ακριβώς.

Βλέπω τον κινηματογράφο ως μια διαδικασία στοχασμού του έξω κόσμου, κατανόησης, έρευνας και περιπέτειας.

Κατόπιν, περιπλανήθηκα στη Βοσνία επισκεπτόμενη γυναικείες οργανώσεις διάφορων ειδών. Άλλες ασχολούνταν με το τραγούδι, άλλες με χειροτεχνίες. Βρήκα ομορφιά σ’ αυτό.

Κάτι, λοιπόν, που ξεκίνησε από μια καταθλιπτική αφετηρία είχε μια όχι τόσο καταθλιπτική κατάληξη.

Νιώθω πραγματικά ελεύθερη στο πεδίο της τέχνης. Γι’ αυτό και η Μέρι προσπαθεί να βρει τον εαυτό της μέσω της τέχνης.

Μέσω του σινεμά και της μουσικής.

Έτσι μπορώ να συνδεθώ με τους βασικούς χαρακτήρες.

Μιας και όπως είπες στο Q&A μετά τη δημοσιογραφική προβολή της Μπαλάντας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο δε βασίζεσαι και τόσο στην ιστορία, τι «πυροδότησε» τη διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου;

Όντως οι ταινίες μου δε βασίζονται και τόσο στις ιστορίες με την έννοια των μεγάλων δραματικών πλοκών. Πάντα μου αρέσει να αφηγούμαι ιστορίες για μικρά πράγματα και περιθωριοποιημένους ανθρώπους.

Το Μια μπαλάντα πηγαίνει πιο μακριά από τις προηγούμενες. Θα ήθελα οι θεατές ν’ αφεθούν σ’ αυτή σαν να είναι μια περιπέτεια.

Αν χρησιμοποιήσεις την ορθολογική διάσταση της αντίληψής σου, θα χαθείς. Αν, όμως, ακολουθήσεις τη διαίσθησή σου, θα ανακαλύψεις αυτό που δημιουργήσαμε.

Είχα κάποια ιδέα στο μυαλό μου, μετά βρήκαμε το cast και τις τοποθεσίες και στη συνέχεια τη φτιάξαμε με την προσθήκη και της μουσικής. Συνταιριάστηκαν πολλά στοιχεία προκειμένου να δημιουργηθεί.

Υπήρξε μια ενδιαφέρουσα, μη προβλέψιμη διαδικασία. Ελπίζω κι εγώ να έγινα ευφυέστερη και πιο ώριμη μετά την ολοκλήρωση της ταινίας.




Ποια είναι η σχέση σου με τη μουσική, γενικότερα; Αντλείς έμπνευση και χαρά από αυτή;

Φοίτησα σε μουσικό σχολείο κι έμαθα πιάνο.

Τραγουδούσες κιόλας;

Δεν έχω καλή φωνή! Μέχρι κάποια ηλικία νόμιζα ότι θα γινόμουν μουσικός. Ήθελα μάλιστα να μπω σε μουσική ακαδημία, αλλά αυτό ήταν ένα όχι και τόσο ανεπτυγμένο πεδίο στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Ήξερα, ωστόσο, πως στο συγκεκριμένο φιλμ η μουσική θα διαδράματιζε σημαντικό ρόλο, γι’ αυτό και χρειαζόμουν την άδεια των μουσικών για τη χρήση των τραγουδιών τους.

Έβαλα πολλή από τη μουσική κληρονομιά του Σαράγεβο και από τις μουσικές μου αναμνήσεις στην ταινία.

Που είναι η πιο προσωπική σου.

Όλοι οι άνθρωποι που με ξέρουν μου λένε: «Αυτό το φιλμ είναι πολύ εσύ». Είμαι πολύ πρόσχαρη και ομιλητική. Οι υπόλοιπες δουλειές μου δεν είναι και τόσο καταθλιπτικές, αλλά πιο βαριές συγκριτικά.

Ήμουν δεκαέξι όταν ξεκίνησε ο πόλεμος. Έπρεπε να μεγαλώσω, να ωριμάσω και να έρθω αντιμέτωπη με τη φρίκη γύρω μου. Τελειώνοντας την Ακαδημία, αναρωτιόμουν: «Πώς μπορώ να γυρίσω εφηβικές ταινίες;»

Είναι αναμενόμενη η ενασχόληση με τα τραύματα εκείνης της περιόδου εντός του φεστιβαλικού κυκλώματος;

Υπάρχουν ορισμένες προσδοκίες από φιλμ προερχόμενα από ορισμένες περιοχές. Αν καταγόσουν από τα Βαλκάνια στις αρχές του τρέχοντος αιώνα, δεν περίμεναν από σένα μια ιστορία αγάπης. Ούτε καν εικοσιπέντε χρόνια αργότερα.

Λες και πρόκειται για κάποια «συνταγή».

Φαίνεται ότι δε μας επιτρέπεται να αφηγηθούμε τις ιστορίες που θέλουμε, γιατί η φεστιβαλική αγορά θέλει να λέμε συγκεκριμένες ιστορίες. Φυσικά, μια δυτικοευρωπαϊκή ταινία μπορεί να μιλήσει για μια τριαντάρα που δεν ξέρει τι να κάνει.

Αν, όμως, θελήσουμε κι εμείς να αφηγηθούμε κάτι τέτοιο, δε θεωρούμαστε αρκετά ανεπτυγμένες/-οι ώστε ν’ αντιμετωπίζουμε παρόμοια προβλήματα. Κι αυτό καταντά κουραστικό.

Είμαι καλλιτέχνις, θέλω να εκφραστώ και νομίζω πως και πολλοί συνάδελφοι και συναδέλφισσές μου ασφυκτιούν εξαιτίας αυτών των προσδοκιών.

Πρέπει να αλλάξει αυτό. Έχει οδηγήσει το καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό σινεμά σε τεράστια κρίση, γιατί πολλά φιλμ είναι βαρετά, μοιάζουν τα ίδια. Γι’ αυτό και χάνουμε κοινό.

Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και σ’ άλλες χώρες: στην Ελλάδα, τη Γεωργία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία. Τις ταινίες που γυρίζεις για τα δυτικά φεστιβάλ τις κάνεις για να εξηγήσεις τον εαυτό σου σ’ αυτά. Το εγχώριο κοινό δε θέλει να τις δει.

Πώς να εξαναγκάσω το βοσνιακό κοινό να παρακολουθήσει τα ίδια του βάσανα στην οθόνη; Θέλει κάποια μαγεία που ίσως του είχε διαφύγει. Η τέχνη δεν υπάρχει για να σου παρέχει πληροφορίες, είναι μια μοναδική εμπειρία.

Οι γυναικείοι χαρακτήρες σου είναι δυνατοί, αλλά και ευάλωτοι. Ενίοτε τα παρατάνε, αλλά τελικά επιμένουν.

Είχα επίσης βαρεθεί με τους δυνατούς γυναικείους χαρακτήρες. Μπορεί να είναι ευάλωτες, Αλλά δεν ήθελα να κάνω ένα φιλμ με μήνυμα. Προσπάθησα να αποτυπώσω χαρακτήρες των οποίων τη σχέση μπορούμε να καταλάβουμε.

Στο δράμα όλοι έχουν δίκιο και όλοι μπορεί να κάνουν λάθος. Αν μόνο ένας χαρακτήρας έχει δίκιο κι όλοι οι άλλοι κάνουν λάθος, τότε μιλάμε για ιδεολογία, όχι για σινεμά.

Υπάρχει πολύ χιούμορ στην ταινία σου - πολύ περισσότερο από ό,τι στις προηγούμενες, ίσως. Εφόσον είσαι πρόσχαρος άνθρωπος, θα είναι μια ποιότητα που απολαμβάνεις στους ανθρώπους και στην επικοινωνία μαζί τους.

Ένας φίλος μοντέρ, που ήταν υπεύθυνος για τους υπότιτλους στο φιλμ μου Τα παιδιά του Σαράγεβο, μού είχε πει: «Έχεις πραγματικά τη δυνατότητα να γυρίσεις μια κωμωδία».

«Ίσως έχει δίκιο. Ίσως πρέπει να δουλέψω περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση», σκέφτηκα.

Η χρήση και το είδος των καμερών που χρησιμοποιούνται μετατρέπουν την ταινία σου σε κάτι ζωντανό. Μοιάζει χαμηλού προϋπολογισμού φιλμ.

Ποτέ δεν είχα χαμηλότερο προϋπολογισμό στη διάθεσή μου. Αυτό μας απελευθέρωσε. Με έναν υψηλότερο προϋπολογισμό δεν μπορείς να «πετάξεις», να δοκιμάσεις καινούρια πράγματα ή να κάνεις λάθη.

Δε θα μπορούσα να λειτουργήσω έτσι μ’ έναν προϋπολογισμό εκατομμυρίων ευρώ.

Όταν αποφασίσαμε να δουλέψουμε μικρές κάμερες, οι οποίες δεν είναι καν επαγγελματικές, δε θα μιμούμασταν κάτι άλλο. Θα χρησιμοποιούσαμε αυτό το φορμά ως είχε.

Κι ο διευθυντής φωτογραφίας ήθελε το φιλμ να είναι κοκκώδες ώστε να αποπνέει αυθεντικότητα. Δε θέλαμε να το κάνουμε να φαίνεται καλύτερο.




Στα πρώτα βήματα της κινηματογραφικής σου σταδιοδρομίας ήσουν ανάμεσα στις λίγες γυναίκες σκηνοθέτριες στη Βοσνία. Χρειάστηκε να παλέψεις πολύ για να κατακτήσεις τον χώρο σου;

Πριν από τον πόλεμο υπήρχε η Ίνες Τάνοβιτς, σπουδαία μαχήτρια και προσωπικότητα. Μετά τον πόλεμο δυσκολεύτηκε, ωστόσο, να βρει χρηματοδότηση.

Στη διάρκεια του πολέμου η Γιάσμιλα Ζμπάνιτς κι εγώ υπήρξαμε συμφοιτήτριες στη Κινηματογραφική Ακαδημία του Σαράγεβο. Όταν αυτός τελείωσε, υπήρχε απλώς άδειος χώρος.

Εμείς οι δύο, η Άμρα Μπάκσιτς, παραγωγός και επικεφαλής του Cinelink του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, και η Έλμα Τάταραγκιτς, σεναριογράφος και επιμελήτρια προγράμματος του Φεστιβάλ, ήμασταν οι πρωτοπόρες του βοσνιακού σινεμά.

Η κατάσταση δεν ήταν εύκολη, γιατί οι άνθρωποι δεν ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν μια γυναίκα επικεφαλής ενός συνεργείου. Απευθύνονταν στον διευθυντή φωτογραφίας κι όχι σε μένα, γιατί δε φαντάζονταν ότι εγώ ήμουν το αφεντικό.

Έπρεπε να παλέψουμε, επειδή κυριαρχούσαν οι «μάτσο» φωνακλάδες σκηνοθέτες. Λίγο λίγο συνήθισαν, όμως.

Έτσι τώρα, μετά τη Βοσνία, υπάρχουν περισσότερες γυναίκες σκηνοθέτριες στη Σερβία, στην Κροατία, στη Σλοβενία, στη Βόρεια Μακεδονία.

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του συμβάλλει στη δημιουργία πολύπλοκων γυναικείων χαρακτήρων που απουσίαζαν παλαιότερα από τον βαλκανικό και τον γιουγκοσλαβικό κινηματογράφο.

Ενθαρρύναμε, εξάλλου, και τους άντρες συναδέλφους να είναι διαφορετικοί.

Σε αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές σκηνοθετριών και σκηνοθετών ως πρότυπο;

«Δε φαντάζεσαι πόσο σημαντικό υπήρξε για εμάς που γνώρισες επιτυχία. Είναι δυνατό, μπορούμε να τα καταφέρουμε κι εμείς», μου είχε πει πριν από μερικά χρόνια μια συνάδελφος δέκα χρόνια νεότερή μου.

Η καλλιτεχνική και η κινηματογραφική πραγματικότητα στη Βοσνία μπορεί να ευημερούν, το ίδιο όμως δε συμβαίνει με την κοινωνικοπολιτική και οικονομική. Πώς βρίσκεις την αντοχή να συνεχίζεις όταν η πραγματικότητα σε εμποδίζει;

Δε χρειάζεται να συμβούν απίστευτες αλλαγές προκειμένου να έχουμε ένα όμορφο μέρος για να ζούμε. Είναι μια μικρή χώρα με όχι παραπάνω από δυόμισι εκατομμύρια κατοίκους στην πραγματικότητα. Είναι σαν μια μικρή πόλη μιας μεγαλύτερης χώρας.

Βεβαίως οι πολιτικοί και η διεθνής κοινότητα φέρουν ευθύνη για την κατάσταση, αλλά στις μέρες έχω την αίσθηση πως κι οι καθημερινοί άνθρωποι είναι υπεύθυνοι.

«Είναι φρικτά, καταθλιπτικά, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τίποτα, δεν μπορούμε να προοδεύσουμε», διαβάζεις στα social media. Είναι σαν μάντρα, σαν μαζοχιστικά ν’ απολαμβάνεις τα βάσανα. Με αηδιάζει πιο πολύ απ’ τον εθνικισμό και τη μαφία αυτό.

«Είμαι τόσο αποτυχημένος, άρρωστος, άσχημος, φτωχός», λες το πρωί στον εαυτό σου, κι έτσι δε σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι σου εκείνη τη μέρα. Αν πεις το αντίθετο, είσαι τουλάχιστον παραγωγικός. Προχωράς, ακόμα κι αν δεν εκπληρώσεις κάποιο όνειρο.

Στην πραγματικότητα υπάρχει και ομορφιά και χαρά, εξαρτάται τι ψάχνεις. Κι αυτό θα λάβεις.

Ίσως λείπει -κι όχι μόνο στη Βοσνία- η οικοδόμηση ενός άλλου συλλογικού βιώματος, όχι μια ατομικιστική προσέγγιση στη ζωή, στην κοινωνία και στη σχέση με τους άλλους ανθρώπους.

Μια αίσθηση κοινότητας και εμπιστοσύνης. «Αν όλοι πάντα σου λένε ψέματα, η συνέπεια δεν είναι πως πιστεύεις τα ψέματα, αλλά πιο πολύ ότι κανένας δεν πιστεύει τίποτα πλέον», είχε κάποτε δηλώσει η Χάνα Άρεντ.

Αυτό συμβαίνει σ’ εμάς. Κανένας δεν εμπιστεύεται τον άλλο.

Γι’ αυτό και εγκαταλείπουν τη χώρα, νομίζω. «Δε θέλω το παιδί μου να βιώσει μια τοξική ζωή», λένε.

Προσπαθώ, λοιπόν, ν’ αποφεύγω τους ανθρώπους που διασπείρουν δηλητήριο. Δεν είναι εύκολο, αλλά αν καθένας αλλάξει οπτική, θ’ αλλάξει κι η εικόνα.

Η συνέντευξη με την σκηνοθέτρια διεξήχθη στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο τον Αύγουστο του 2022.

Η ταινία της Αΐντα Μπέγκιτς Μια μπαλάντα προβάλλεται σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη προβολή πραγματοποιείται την Κυριακή, 6 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 20:00), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Η ταινία είναι επίσης διαθέσιμη στη διαδικτυακή πλατφόρμα του 63ου ΦΚΘ από τη Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου.



Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Valentina Maurel: «Το σεξ είναι προβληματικό θέμα για συζήτηση στην Κόστα Ρίκα»

 

Valentina Maurel (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βίαιο, ερωτικό και πολιτικοποιημένο, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας της Κοσταρικανής/Γαλλίδας Valentina Maurel Έχω ηλεκτρισμένα όνειρα είναι (κάτι παραπάνω) από μια ταινία ενηλικίωσης. Και σε «ηλεκτρίζει».

Προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 63ου ΦΚΘ (12 και 13 Νοεμβρίου) παρουσία της σκηνοθέτριας. Κουβεντιάζοντας μαζί της.

Γιατί, λοιπόν, είναι -ή μπορούν να είναι- τα όνειρα ηλεκτρισμένα;

Σχεδόν δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτόν τίτλο γιατί φοβόμουν ότι οι θεατές θα νόμιζαν πως πρόκειται για ταινία βασισμένη σε νουβέλα του Φίλιπ Κ. Ντικ.

Στην πραγματικότητα, είναι ένας στίχος από πραγματικό ποίημα που προϋπήρχε του φιλμ.

Το είχες αναφέρει στο Q&A μετά την προβολή της ταινίας στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου την παρακολούθησα. Συνδέεται και με τον ρυθμό της, σε «ηλεκτρίζει».

Θεώρησα ότι μπορούσε να μιλήσει για την ανεξέλεγκτη ένταση της ζωής. Ήταν, εξάλλου, και τμήμα του ποιήματος, οπότε σκέφτηκα πως δεν πείραζε να τον αφήσω ως είχε.

Είναι, πάντως, αστείο ότι τα φιλμ μερικές φορές λειτουργούν ως αποτέλεσμα διαισθητικών αποφάσεων.

Ποιος συνέγραψε αυτό το ποίημα, λοιπόν;

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω πως η ταινία δεν είναι αυτοβιογραφική.

Δε χρειάζεται, άλλωστε.

Το ποίημα, όμως, γράφτηκε από τον πατέρα μου και αποτελεί σύνθεση δύο ποιημάτων του, τα οποία επεξεργάστηκα λιγάκι.

Διάβαζες πολλή ποίηση ως παιδί ή έφηβη; Ή πρόκειται για κάτι που συνέβη σταδιακά αργότερα;

Δε διάβαζα ποίηση. Με τρόμαζε, καθώς και οι δύο γονείς μου έγραφαν ποίηση- κυρίως η μητέρα μου. Θα μάθαινα υπερβολικά πολλά πράγματα για εκείνους αν διάβαζα τα ποιήματά τους. Ένιωθα την ποίηση ως κάτι υπερβολικά προσωπικό.

Μια μέρα, όταν πια ήμουν έφηβη, απλώς συνέβη: άρχισα να διαβάζω πολλή ποίηση. Βορειοαμερικανική ποίηση, για κάποιον παράξενο λόγο, την αισθανόμουν πιο απόμακρη.

Κάθε έφηβη/έφηβος διαβάζει Σύλβια Πλαθ. Έπειτα διάβασα Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς. Η ανακάλυψη της λατινοαμερικανικής ποίησης προέκυψε αργότερα.

Πώς εισήλθε το σινεμά στη ζωή σου; Κατόπιν, να υποθέσω;

Όχι, πριν. Η σύζυγος του πατέρα μου ήταν παραγωγός, οπότε ήμουν κοντά της κατά τη διάρκεια της παραγωγής, κι έτσι ανακάλυψα τον κόσμο του κινηματογράφου.

Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ν’ ανακαλύπτω ταινίες, κι αυτό συνέβη μέσω της Τηλεόρασης.

Η Κόστα Ρίκα δεν έχει πολλά σινεμά και το τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν είναι και τόσο καλό, έτσι είχαμε καλωδιακή.

Σ’ ένα κανάλι προβάλλονταν παράξενα φιλμ μετά τα μεσάνυχτα. Έμενα ξάγρυπνη και παρακολουθούσα δουλειές του Τζον Γουότερς και του Βέρνερ Χέρτσογκ.

Όταν βλέπεις τέτοιες ταινίες στα δεκαέξι σου, συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο.

Θα περίμενα να είχες εισαχθεί στον κινηματογράφο μέσω της παρακολούθησης φιλμ σε σινεμά ή σε φεστιβάλ. Δυστυχώς, η Κόστα Ρίκα δεν είναι φημισμένη για τη φιλμική παραγωγή της.

Η κατάσταση βελτιώνεται.

Είσαι Κοσταρικανή και Γαλλίδα. Γεννήθηκες στην Κόστα Ρίκα και στη συνέχεια μετακομίσατε στην Ευρώπη;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κόστα Ρίκα κι έφυγα στα δεκαεννιά μου. Ασφαλώς είχα επισκεφτεί τη Γαλλία και φοιτούσα στο Γαλλικό Σχολείο. Έχω δύο κουλτούρες. Έχω προσπαθήσει να επιστρέψω στην Κόστα Ρίκα, αλλά δε λειτουργεί.

Είμαι Ευρωπαία τώρα.

Τι δε λειτουργεί; Με ποια έννοια δε νιώθεις στο σπίτι σου όταν ταξιδεύεις στην Κόστα Ρίκα ή μένεις για κάποιο διάστημα εκεί;

Είναι παράξενο να φεύγεις από μια χώρα λίγο μετά την ολοκλήρωση της εφηβείας σου, γιατί ενηλικιώνεσαι κάπου αλλού κι όταν επιστρέφεις αισθάνεσαι πως καθετί είναι κοινότοπο.

Επιπρόσθετα, ήταν δύσκολο να βρω δουλειά στην Κόστα Ρίκα. Ως σκηνοθέτρια, είναι καλύτερα να πηγαίνω στη χώρα για γυρίσματα. Ίσως μια μέρα καταφέρω να δω την Κόστα Ρίκα όπως είναι στο παρόν.

Αυτό, όμως, που συμβαίνει τώρα είναι ότι τη βλέπω μέσα από τις αναμνήσεις μου.




Ήθελες, επομένως, μέσω της ταινίας σου να αποδώσεις αυτή την αίσθηση της ατμόσφαιρας, των ανθρώπων, των σχέσεων του παρελθόντος, ακόμα κι αν το ίδιο το φιλμ δεν είναι αυτοβιογραφικό;

Είναι ευκολότερο να δεις τη μοναδικότητα των πραγμάτων όταν αισθάνεσαι ξένος.

Να αναφέρω ένα χαζό παράδειγμα: κάθε φορά που επιστρέφω στην Κόστα Ρίκα εντυπωσιάζομαι από την ευγένεια των ανθρώπων. Όποτε μπαίνεις κάπου, λες: «Με την άδειά σας». Είναι σαν ανέκδοτο. Αν ζούσα εκεί, θα το έκανα χωρίς να το παρατηρήσω.

Είναι παράξενο και ποιητικό να μπαίνεις σ’ έναν χώρο ζητώντας άδεια να το κάνεις.

Οπότε το Έχω ηλεκτρικά όνειρα είναι γυρισμένο στην Κόστα Ρίκα, αν και αυτό δεν αναφέρεται ξεκάθαρα. Γιατί αποφάσισες να μην είναι αυτή αναφορά σαφέστερη;

Ήθελα να επιτρέψω στον εαυτό μου να αφηγηθεί μια ιστορία που θα την ένιωθα οικουμενική, ακόμα κι αν εκτυλίσσεται συγκεκριμένα στο Σαν Χοσέ.

Θέλω οι θεατές να προσπαθήσουν να καταλάβουν πού συμβαίνει, γιατί συνήθως έχουν αυτή την προϋπάρχουσα αντίληψη τού πώς μοιάζει η Λατινική Αμερική- και η Κόστα Ρίκα, πιο συγκεκριμένα.

Έχουν κατά νου ένα τροπικό τοπίο, και η παρακολούθηση της ταινίας μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.

Ήθελα, εξάλλου, να «σπάσω» κλισέ και στερεότυπα. Ο Κεντροαμερικανοί σκηνοθέτες ερχόμαστε αντιμέτωποι/-ες με αυτά. Τα ευρωπαϊκά κοινά είναι συνηθισμένα να βλέπουν φιλμ εκτυλισσόμενα είτε σε φτωχές γειτονιές, είτε σε τροπικές τοποθεσίες.

Υπάρχουν και άλλα, ωστόσο. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες προέρχονται από τη μεσοαστική τάξη και έχουν φοιτήσει σε ακριβά σχολεία. Έρχεται μια στιγμή κατά την οποία πρέπει να εξετάσουμε τους εαυτούς μας με κριτικό τρόπο.

Ήθελα να δείξω, λοιπόν, τη λειτουργικότητα του Σαν Χοσέ, που δεν είναι όμορφο, είναι όμως άλλη μια πόλη στον κόσμο. Οι άνθρωποί της βιώνουν πολύ οικουμενικές ιστορίες.

Όντως υπάρχουν αυτά τα στερεότυπα τόσο από την πλευρά των σκηνοθετών όσο και από εκείνη των θεατών. Μια από τις στερεότυπες προσδοκίες του κοινού από τα λατινοαμερικανικά φιλμ είναι ο πολιτικοποιημένος χαρακτήρας τους.

Και το δικό σου είναι. Ο τρόπος ιδίως που η «ηφαιστειώδης» πρωταγωνίστριά σου Daniela Marín Navarro αντιλαμβάνεται και βιώνει το σώμα, τις ανάγκες και τη σεξουαλικότητά της είναι πολύ προσωπικός/υπαρξιακός και συνάμα πολιτικός.

Συμφωνώ, χαίρομαι που το βλέπεις έτσι.

Είναι πολιτικό το να μην προσπαθείς να είσαι πολιτικοποιημένος. Αν σκέφτεσαι το θέμα και το μήνυμα της ταινίας πριν την κάνεις, αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον για μένα.

Όταν αποφάσισα να προσδώσω στη συγκεκριμένη έφηβη σεξουαλική ωριμότητα παρά την αφέλειά της και να «βυθιστώ» στην προσωπική ζωή της -η οικειότητα είναι πάντα πολιτική-, αυτό ήταν πολιτικό για μένα.

Μπορείς να είσαι πιο οικουμενικός και πολιτικοποιημένος αν εστιάζεις συγκεκριμένα στην πραγματικότητα.

Αν και δε θες το φιλμ σου να περιγράφεται ως «ταινία ενηλικίωσης» ή μια δουλειά που αφορά σε ενδοοικογενειακές σχέσεις, τη σχέση πατέρα-κόρης -ή την έλλειψή τους-, είναι και όλα αυτά, και μάλιστα δοσμένα με πολύ αισθητηριακό τρόπο.

Συνδέεται αυτή η προσέγγιση και με την έντονη σωματική παρουσία της πρωταγωνίστριάς σου;

Σκέφτομαι πολύ το σώμα, μου αρέσει να δουλεύω μ’ αυτό  Ήδη από το στάδιο της συγγραφής του σεναρίου μού αρέσει να σκέφτομαι πώς οι χαρακτήρες αισθάνονται με το σώμα τους. Η δουλειά με την κάμερα και το μοντάζ προσαρμόζεται σ’ αυτό.

Οι χαρακτήρες δεν είναι κάτι ψυχολογικό, είναι αυτό που κάνουν, είναι τα σώματά τους. Το σώμα συνιστά το κέντρο αυτού που είναι ο χαρακτήρας.

Φοβόμουν μήπως οι θεατές θεωρούσαν το Κάνω ηλεκτρικά όνειρα απλώς μια ταινία ενηλικίωσης. Τώρα φοβάμαι λιγότερο. Ελπίζω να αντιλαμβάνονται ότι είναι και κάτι άλλο.




Αποτελεί αυτό το φιλμ συνέχεια ή επέκταση της προηγούμενης μικρού μήκους ταινίας σου, Lucía en el limbo;

Είναι. Θα εκπλησσόσουν αν έβλεπες την πρώτη μικρού μήκους μου (Paul est là), γιατί είναι πολύ διαφορετική.

Μερικές φορές διερωτώμαι, όμως, αν όλες οι δουλειές μου αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων. Οπότε δεν ξέρω αν όντως πρόκειται για συνέχεια ή αν πάντα θα μιλάω για παρόμοια θέματα.

Μου αρέσει να μιλάω για ασυνήθιστες οικογενειακές σχέσεις και για τη σεξουαλική οικειότητα, που είναι μια δόμηση του κόσμου από μόνη της.

Το να μιλάς για το σεξ ή να το κάνεις δε θεωρείται στις μέρες μας ταμπού στην κοσταρικάνικη κοινωνία. Βιώνεται ανοιχτά ή υπάρχουν περιορισμοί;

Η Κόστα Ρίκα είναι μια δημοκρατική χώρα με καλό επίπεδο εκπαίδευσης, οπότε υπάρχει η πιθανότητα η τέχνη να μιλήσει για τέτοια ζητήματα. Δεν είναι όπως η Νικαράγουα.

Είναι, όμως, μια «μάτσο» κοινωνία, επομένως πολλά στοιχεία της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης λογοκρίνονται. Το σεξ είναι ένα προβληματικό θέμα για συζήτηση.

Το κοσταρικάνικο κοινό δεν έχει δει την ταινία, άρα δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει. Στη χώρα συνυπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα, εκείνο της τέχνης κι εκείνο της κυβέρνησης και της συντηρητικής κοινωνίας.

Στην Κόστα Ρίκα δραστηριοποιούνται κυρίως γυναίκες σκηνοθέτριες. Επιτρέπουμε στις εαυτές μας να μιλήσουμε για το σεξ. Δεν περιμένουμε να μας δώσει κάποιος άδεια να το κάνουμε. Ούτε υπάρχουν και τόσοι πόροι, άλλωστε.

Πώς εξηγείς, επομένως, το ότι υπάρχουν κυρίως γυναίκες σκηνοθέτριες στην Κόστα Ρίκα;

Μου έχουν κάνει αυτή την ερώτηση μερικές φορές.

Δε χρειάζεται να έχεις μια απάντηση.

Αυτό θα σου έλεγα. Δεν ξέρω, είναι ένα μυστήριο.

Προέρχομαι από μια μητριαρχική οικογένεια. Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα, η γιαγιά μου ήταν δήμαρχος της πόλης. Υπάρχουν δυνατές γυναίκες στη χώρα.

Ακόμα πιο μυστηριώδες είναι πως και εσύ και η Nathalie Álvarez Mesén έχετε κοσταρικάνικο υπόβαθρο, αλλά ζείτε στο εξωτερικό.

Επειδή, όπως είπες νωρίτερα, είναι ευκολότερο να κοιτάζεις την κοινωνία απ’ όπου προέρχεσαι εξ αποστάσεως;

Yπάρχει όντως αυτός ο λόγος.

Ελπίζω, όμως, οι μελλοντικές γενιές να μπορέσουν να ζήσουν, να σπουδάσουν, να δουλέψουν στη χώρα. Εμείς έπρεπε να φύγουμε, γιατί δεν είχαμε πού να σπουδάσουμε. Υπάρχει μόνο μία ιδιωτική κινηματογραφική σχολή, η οποία είναι ακριβή.

Μια τελευταία ερώτηση: σκέφτεται να συνεχίσει με την υποκριτική η πρωταγωνίστριά σου;

Είναι φυσικό ταλέντο. Αυτό που από την αρχή μού άρεσε ήταν ότι ήταν ελεύθερη: δε βρισκόταν στο γύρισμα για τη φήμη ή το σινεμά, αλλά γιατί το απολάμβανε. Θα κάνει αυτό που η επιθυμία της τής υπαγορεύει. Νομίζω πως πρέπει να συνεχίσει!

Η ταινία της Valentina Maurel Έχω ηλεκτρισμένα όνειρα προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσία της σκηνοθέτριας.

H πανελλήνια πρεμιέρα της πραγματοποιείται το Σάββατο 12 Νοεμβρίου (Ολύμπιον, 17:00) και η επαναληπτική προβολή της την Κυριακή 13 Νοεμβρίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 14:00).