Δυο καταξιωμένοι
Έλληνες μουσικοί, οι Μιχάλης Καταχανάς (βιόλα) και Χάρης
Λαμπράκης (νέυ), συμπράττουν για πρώτη φορά ως ντουέτο
την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.
Συνομιλώντας με
τον Μιχάλη Καταχανά για τη μουσική, τον αυτοσχεδιασμό και
την ελευθερία.
Δύσκολο και απαιτητικό
όργανο το βιολί, στο οποίο εκπαιδεύεστε από οκτώ χρονών. Σάς
ώθησε το οικογενειακό περιβάλλον σας στη συγκεκριμένη επιλογή που κατόπιν
εξελίχθηκε σε αγάπη;
Οι γονείς μου άκουγαν πολλή
μουσική στο σπίτι, ραδιόφωνο και βινύλιο.
Τους δε δίσκους πήγαινα
αργότερα στην αγορά του Πειραιά με τον πατέρα μου και τους αγοράζαμε παρέα.
Γυρνάγαμε σπίτι και
αφιέρωνα αρκετό χρόνο μόνος μου για να τους ακούσω πολλές φορές και να χαζέψω
το εξώφυλλο και τις πληροφορίες των εσώφυλλων.
Έτσι έμαθα σιγά σιγά να απολαμβάνω την διαδικασία της ακρόασης.
Οι γονείς μου με ώθησαν
στη μουσική εκπαίδευση από πολύ νωρίς και τους ευγνωμονώ ακόμα για αυτό.
Νομίζω ότι άρχισα όπως
όλα τα παιδιά ξεκινούν εξωσχολικές δραστηριότητες και καθώς δε συμπαθούσα πολύ
τα αθλήματα ως παιδί, προέκυψε η μουσική.
Το όργανο με το οποίο
ξεκίνησα τη μουσική μου εκπαίδευση σε ηλικία έξι ετών ήταν η κλασική κιθάρα. Το βιολί ήρθε μερικά χρόνια
αργότερα, καθώς δε σταμάτησα ποτέ να επιμένω.
Ενώ από μικρός έλεγα ότι
ήθελα να μάθω βιολί (μάλλον είχα δει κάποια ορχήστρα στην τηλεόραση και μου
είχαν κάνει εντύπωση οι καλοντυμένοι μουσικοί), οι γονείς μου δε με πίστευαν.
Έτσι, αντί για βιολί,
άρχισα μαθήματα κλασικής κιθάρας με μια οικογενειακή φίλη.
Η Διονυσία με εισήγαγε,
με τρόπο αγνό, σε έναν κόσμο ευαισθησίας και τρυφερότητας, αυτόν της τέχνης και
της μελέτης.
Κάτι που κατάλαβα πολύ
μεγαλύτερος είναι ότι η μελέτη της μουσικής, όπως και οποιασδήποτε άλλης τέχνης,
εκφράζει τελικά την υπέρτατη αγάπη και αφοσίωση στην τέχνη αυτή.
«Να μελετάς σαν να
κάνεις την προσευχή σου», μού έλεγε ένας αγαπημένος δάσκαλος μου στο βιολί
αργότερα, ο Κώστας Καβάκος.
Ως έφηβος, δεν μπορούσα
να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Τώρα, το επαναλαμβάνω στους δικούς μου
μαθητές, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα το καταλάβουν.
Αυτοπροσδιορίζεστε ως «αυτοσχεδιαστής
του βιολιού». Ο αυτοσχεδιασμός ενέχει ελευθερία, αλλά προϋποθέτει και μια
ορισμένη (αυτό)πειθαρχία/γνώση κανόνων και τρόπων. Πώς κάθε φορά χτίζεται ο
δρόμος προς αυτήν την ελευθερία;
Νομίζω ότι ο αυτοσχεδιασμός
είναι μια συγκεκριμένη πρακτική που ακολουθούμε, η οποία προϋποθέτει μια
ορισμένη αυτοπειθαρχία και γνώση του αντικειμένου, της γλώσσας και του
ιδιώματος που κάθε φορά καλούμαστε να υπηρετήσουμε.
Η μουσική είναι και αυτή
μια γλώσσα, και ως τέτοια έχει πολλά κοινά με τις γλώσσες που ομιλούμε για να
επικοινωνήσουμε και να εκφραστούμε.
Έχει το δικό της
συντακτικό, γραμματική και λεξιλόγιο, τις ανάσες, τις κορώνες και τα πνεύματα.
Αφηγείται ιστορίες και πλάθει νοήματα.
Όσο καλύτερα χειριζόμαστε
τα εργαλεία και τα εκφραστικά της μέσα, τόσο περισσότερο κατανοητοί και πειστικοί
γινόμαστε.
Ρωτάτε για τον δρόμο προς
την ελευθερία, που μπορεί να εμφανίζεται μπροστά μας μέσα από τον
αυτοσχεδιασμό.
Και τι είναι η ελευθερία;
Μήπως είναι η δυνατότητα επιλογής; Και τι τελικά ορίζει τις επιλογές μας; Ακόμα
και στο πλαίσιο του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, όπου δεν ορίζονται οι κανόνες, καλούμαστε
να τους εφεύρουμε στη στιγμή.
Για ποιον λόγο; Αφού δεν
υπάρχουν κανόνες. Γιατί να μην πράξω όπως αισθάνομαι τη συγκεκριμένη στιγμή; Επειδή
τότε σταματάω να υπηρετώ τη μουσική και λειτουργώ εγωιστικά, ως μονάδα.
Ευτυχώς, στη μουσική και
τον αυτοσχεδιασμό τέτοιες συμπεριφορές, ηθελημένες ή μη, σε αντίθεση με την
κοινωνική και πολιτική μας ζωή όπου οι συνέπειες είναι πολύ πιο σοβαρές, δε
βλάπτουν σοβαρά την υγεία.
Ίσως ο δρόμος προς την
ελευθερία να βρίσκεται όταν ασκούμε αυτό που αγαπάμε, όποιο κι αν είναι αυτό
κάθε φορά, όταν θέτουμε τον εαυτό μας στην υπηρεσία μιας αγαθής πρακτικής και
νιώθουμε χρήσιμοι, έστω και για έναν συνάνθρωπό μας.
Δεν περιορίζεστε,
εξάλλου, στα τυχόν στεγανά της βιολιστικής παιδείας σας, αντιθέτως ανοίγεστε
στην κλασική, την τζαζ, την παραδοσιακή μουσική, το ρεμπέτικο διευρύνοντας τα
όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Πόσο σημαντικό θεωρείτε
να υπερβαίνετε τα όποια όρια;
Το βιολί και αργότερα η
βιόλα, με την οποία ασχολούμαι πιο συστηματικά τα τελευταία είκοσι και πλέον
χρόνια, είναι όργανα τα οποία έχουν μεγάλες ηχητικές και εκφραστικές
δυνατότητες.
Ίσως γι’ αυτό, αλλά και
λόγω της παλαιότητας της παρουσίας τους, τα συναντούμε σε πάρα πολλές μουσικές
παραδόσεις και ιδιώματα.
Λόγω των σπουδών μου,
αλλά και των προσωπικών μου καταβολών, είχα την τύχη να έρθω σε επαφή από πολύ
νωρίς με τα μουσικά είδη που αναφέρατε.
Αγάπησα τα ιδιώματα αυτά
και η προσωπική έκφραση αναπόφευκτα περιέχει τις εμπειρίες μου μέσα από την
μελέτη τους, αλλά και μέσα από τους ανθρώπους που γνώρισα κατά τη διάρκεια
αυτών των διαδρομών.
Η υπέρβαση των ορίων των
μουσικών ιδιωμάτων και η ενδεχόμενη μίξη τους, νομίζω προκύπτει από την ίδια
την εποχή στην οποία ζούμε.
Είμαστε παιδιά των καιρών
μας. και εδώ και κάποιες δεκαετίες η
υπέρβαση των ορίων μεταξύ των μουσικών ιδιωμάτων είναι μια πραγματική παγκόσμια
τάση με πολυπαραγοντικά αίτια.
Η ίδια η ζωή και η
καθημερινότητά μας πολλές φορές νιώθουμε να υπερβαίνει τα όποια όρια γνωρίζαμε
μέχρι τώρα.
Το πιο σημαντικό νομίζω
δεν είναι η υπέρβαση των ορίων, αλλά τα
κίνητρα που θα μας οδηγήσουν στην όποια υπέρβαση και ορίζουν τις αισθητικές μας
επιλογές.
Είχατε ιδρύσει το
Michalis Katachanas Quartet που συγκέραζε στοιχεία σύγχρονης ευρωπαϊκής τζαζ με
την μουσική παράδοση της Μεσογείου και των Βαλκανίων.
Πώς προέκυψε η ανάγκη
δημιουργίας του και τι ανάγκες εξυπηρέτησε;
Το σύνολο αυτό που
δημιουργήθηκε πριν αρκετά χρόνια.
Δεν υπάρχει πια, καθώς τα
μέλη του σκορπίστηκαν - άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στην Θεσσαλονίκη και άλλοι σε ευρωπαϊκές
πόλεις. Προέκυψε εντελώς φυσικά από τη μεταξύ μας φιλία και κοινή πορεία.
Οι κοινές εμπειρίες και η
παρέα διαμορφώνουν έναν κώδικα συνεννόησης τον οποίο διαθέτει κάθε ομάδα
ανθρώπων που έχει ζήσει και σπουδάσει μαζί.
Η δημιουργία των μουσικών
συνόλων προκύπτει, νομίζω, από την ανάγκη για παρέα και από την ανάγκη
δημιουργίας ενός κοινού χώρου αισθητικής.
Σ’ αυτόν, μπορούμε να
συνυπάρξουμε, να εκφραστούμε και να μοιραστούμε αυτήν την εμπειρία με τους
ανθρώπους που μας ακούν, καλώντας τους στον κοινό μας χώρο τον οποίο τελικά συνδιαμορφώνουμε,
χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουμε.
Είμαι πολύ τυχερός που
γνώρισα αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους και μοιράστηκα τη μουσική μαζί τους:
Mε τον Ντίνο Μάνο, τον Βασίλη Ποδαρά,
τον Θοδωρή Κότσυφα με τους οποίους σπουδάσαμε μαζί στην Κέρκυρα και που
αργότερα στην Αθήνα ζήσαμε μαζί την αγωνία της επιβίωσης μέσα από αυτό το
ταλαιπωρημένο επάγγελμα.
Φυσικά, και με τον James
Wylie, με τον οποίον γνωριστήκαμε στη Βοστώνη κατά τη διάρκεια των
μεταπτυχιακών μας σπουδών και γίναμε αγαπημένοι φίλοι.
Τώρα, ο James, o Θοδωρής και ο Ντίνος ζουν όλοι στην
Θεσσαλονίκη, παίζουν και δημιουργούν μαζί, ενώ ο Βασίλης διαπρέπει στο Λονδίνο.
Μου λείπουν πολλές φορές,
αλλά είμαι ευγνώμων που συνέπραξα μαζί τους και είμαι σίγουρος ότι κάποια
στιγμή θα ξαναβρεθούμε για να παίξουμε μουσική και να κάνουμε παρέα.
Μπορεί το σύνολό μας να
μην υπάρχει πια, αλλά τουλάχιστον προλάβαμε να ηχογραφήσουμε το υλικό πάνω στο
οποίο εργαστήκαμε εκείνη την περίοδο και να έχουμε αφήσει πίσω μας μια μικρή
μαρτυρία, ένα μικρό αποτύπωμα.
Το 2020 κυκλοφόρησε από
τη Violin Productions ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ σας, το The Third Duty.
Σε τι συνίσταται αυτό το «τρίτο καθήκον»; Υπονοεί μια άλλη μουσική
πρόταση/κατεύθυνση; Και αν ναι, ποια είναι;
Πρόκειται για το «Τρίτο
Χρέος» που αναφέρει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική:
«Γλίτωσε από τον τρόμο
της καρδιάς που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία. Νίκησε το στερνό, τον πιο
μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος. Πολεμούμε γιατί έτσι
μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει».
Είναι η ανάγκη να
εξασκούμε την τέχνη μας ανεξαρτήτως συνθηκών και να μην ξεχνάμε το πνεύμα μας,
να μη σταματάμε ποτέ να κάνουμε πράξη τις ιδέες μας, να αναλαμβάνουμε την
ευθύνη μας.
Η μουσική δεν είχε ποτέ
την πρόθεση να δείξει μια άλλη κατεύθυνση. Θέλησε απλά να υπάρξει.
Κατά γενική ομολογία, η
μουσική -και γενικότερα η καλλιτεχνική- εκπαίδευση στην Ελλάδα θεωρούνται
πολυτέλεια ή περιορίζονται σε γόνους των ελίτ, οι οποίες μπορούν να
ανταποκριθούν οικονομικά. Από πού πηγάζει αυτή η υποτίμηση;
Όταν ξεκίνησα τα μαθήματα
μουσικής ως παιδί στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η καλλιτεχνική εκπαίδευση
είχε πιο διαδεδομένο χαρακτήρα.
Δε νομίζω ότι ήταν τόσο
ακριβή σε σχέση με τα φροντιστήρια αγγλικών, για παράδειγμα, στα οποία
φοιτούσε η πλειονότητα των
συμμαθητών/τριών μου.
Σήμερα, δε νομίζω πως
έχουν ακριβύνει σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα, αν συνυπολογίσετε μάλιστα ότι η
μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα περνάει
κρίση.
Ίσως τώρα ο γονιός
καλείται να επιλέξει μεταξύ άθλησης και
τέχνης σε ό,τι αφορά τις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών, ενώ πριν
είκοσι χρόνια είχε τη δυνατότητα να
στείλει τα παιδιά του και στο ποδόσφαιρο και στο βιολί.
Έχω την αίσθηση πως οι
οικονομικές συνθήκες της εποχής μας έχουν αλλάξει τον μέσο τρόπο σκέψης σε
οτιδήποτε αφορά την καλλιέργεια του πνεύματος.
Δεν είναι τυχαίο πως η
ζήτηση στις πάλαι ποτέ δημοφιλέστατες φιλολογικές πανεπιστημιακές σχολές τώρα
έχει μειωθεί δραματικά. Οι αναγνώστες ποίησης για παράδειγμα είναι οι μισοί
στις μέρες μας σε σχέση με τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Η αναζήτηση της ποιότητας
στην καθημερινότητά μας μέσα από την καλλιέργεια του πνεύματος μοιραία πέρασε
σε δεύτερη μοίρα, υποβαθμίστηκε τόσο, ώστε σιγά σιγά να θεωρείται
πολυτέλεια.
Αλήθεια, πώς θα
ομορφύνουμε την ζωή μας αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ομορφιά γύρω μας;
Πόσο ελίτ άραγε είναι να σταματήσουμε για δέκα δευτερόλεπτα και να απολαύσουμε
το φως ενός ηλιοβασιλέματος πάνω στα σύννεφα;
Μιλώντας για καλλιτεχνική
εκπαίδευση, διδάσκετε κι ο ίδιος - τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό
τομέα. Τι αποκομίζετε από την αλληλεπίδρασή σας με ανθρώπους (πολύ) νεότερων
γενιών;
Πολύ σωστά!
Φέτος, διδάσκω για πρώτη
φορά στην γενική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα προηγούμενα χρόνια δίδασκα
μουσική στο Δημοτικό.
Κάνω μάθημα μουσικής σε
περίπου 480 παιδιά την εβδομάδα για σαράντα-σαράντα πέντε λεπτά σε κάθε τμήμα,
σε Γυμνάσια Γενικής Παιδείας, στις λαϊκές γειτονιές του Κερατσινίου και του
Περάματος.
Πρόκειται για τη γενιά που έχει γεννηθεί μέσα
στην καρδιά της οικονομικής κρίσης και που ήρθε σε επαφή με το σχολείο την
εποχή του Covid.
Είναι ανάμικτα τα
συναισθήματα και οι σκέψεις για αυτά τα παιδιά, τους σημερινούς εφήβους, οι
οποίοι σε λιγότερο από δύο δεκαετίες θα αποτελούν την ραχοκοκαλιά της
παραγωγικής ζωής του τόπου μας.
Είναι μια γενιά που έχει
μεγαλώσει ακαθοδήγητη, ψάχνοντας τη θαλπωρή της αγκαλιάς και της ουσιαστικής
ενασχόλησης της μάνας και του πατέρα, στη γρήγορη επιβράβευση της ψηφιακής
εξάρτησης.
Δεν είναι τυχαίος ο
αυτοσαρκαστικός όρος «Brain rote», ο οποίος περιγράφει τον χαμένο (μας) χρόνο
μπροστά από τις οθόνες των κινητών, όταν εκτιθέμεθα σε τουλάχιστον ανούσιο
υλικό του διαδικτύου.
Είναι, νομίζω, μια
αδικημένη γενιά, στην οποία έχουμε σταματήσει να ελπίζουμε, έχουμε σταματήσει
να την εμπιστευόμαστε.
Τους φερόμαστε και μας
απαντούν σαν παιδιά που αρνούνται να μεγαλώσουν, να ωριμάσουν και να αναλάβουν
στον όποιον βαθμό, τις ευθύνες που τους αναλογούν.
Τη βασική, δηλαδή, ευθύνη
του εαυτού τους και των επιλογών τους, σε μια κοινωνία η οποία αρνείται να
αναλάβει την δικιά της ευθύνη μέσα σε μια άδικη καθημερινότητα. Τα χρόνια της
κρίσης έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα.
Δεν έχουν, όμως,
σταματήσει να ελπίζουν και να αναζητούν την ζωή, να εκτιμούν το ενδιαφέρον του
άλλου, να έχουν χιούμορ, να χαίρονται, να ερωτεύονται και να είναι ανοιχτά στις
ιλιγγιώδεις αλλαγές που φέρνει ένας καινούργιος, αναδυόμενος κόσμος.
Την Τρίτη
17 Φεβρουαρίου συμπράττετε για πρώτη φορά ως ντουέτο με τον καταξιωμένο
συνάδελφό σας, Χάρη Λαμπράκη, στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων.
Είναι μεγάλη χαρά και
τιμή να συμπράττω με τον εξαιρετικό Χάρη Λαμπράκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε
και είμαστε φίλοι από τα χρόνια του Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης, αυτήν την
ευλογία που ζήσαμε ως μαθητές και πολλοί άλλοι μετά από εμάς.
Θα είναι μια συναυλία
κατά την οποία θα αυτοσχεδιάσουμε ελεύθερα, χωρίς προκαθορισμένες φόρμες.
Κάθε συναυλία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού
είναι μια βουτιά προς το άγνωστο και το απροσδόκητο.
Θα παίξουμε στο Κέντρο
Ελέγχου Τηλεοράσεων (ΚΕΤ) στην Κυψέλη, που διαχρονικά στηρίζει ανεξάρτητα
καλλιτεχνικά εγχειρήματα, όχι μόνο στην μουσική, αλλά και στο θέατρο και τον
χορό.
Η Φωτεινή, ο Δημήτρης και
η Αγγελική, έχουν πετύχει δεκαπέντε χρόνια τώρα, ένα μικρό θαύμα στο ΚΕΤ,
κρατώντας το κερί αναμμένο, με συνέπεια, ήθος και χαμόγελο, πράγμα καθόλου
εύκολο και αυτονόητο. Αξίζουν πολλά μπράβο γι’ αυτό.
Γιατί, κατά τη γνώμη σας,
αποτελούν οι δημιουργικές συνευρέσεις «ανάσα» για την τέχνη -ανεξαρτήτως
είδους- και για τη ζωή, ευρύτερα;
Οι δημιουργικές
συνευρέσεις, όπως πολύ ωραία το θέτετε, υπάρχουν για να μας θυμίζουν ότι
είμαστε άνθρωποι με ψυχή, καρδιά και νου και ότι δεν ζούμε μόνο για να
εργαζόμαστε.
Είμαστε όντα με
ευαισθησία και ευρείες αναζητήσεις, ικανά για το καλύτερο και για το χειρότερο.
Οι τέχνες είναι εδώ για
να προβάλουν την όμορφη πλευρά του ανθρώπου. Είναι εδώ για να μας ενώνουν κάτω
από μια κοινή στέγη, να μας μαζεύουν γύρω από την φωτιά και να μας διηγούνται
ιστορίες.
Είναι εδώ για να μας
ξυπνούν παλιές βρεφικές μνήμες, και να μας υπενθυμίζουν πόσο ίδιοι και πόσο
διαφορετικοί είμαστε. Μας συντροφεύουν από την αρχή της παρουσίας μας στον
πλανήτη και πάντα θα εμπεριέχουν την ιερότητα του ανθρωπισμού.
Θέτετε, ρητά ή υπόρρητα,
κάποιες «προϋποθέσεις» σε σχέση με δυνητικές συνεργασίες;
Σε ό,τι αφορά τις
προϋποθέσεις, νομίζω ότι έχουν να κάνουν περισσότερο με την ευγένεια και τους
καλούς τρόπους.
Κατά δεύτερο, με το αν
είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό που μου προτείνεται και κατά τρίτο, αλλά
όχι λιγότερο σημαντικό, με τον συνδυασμό χρόνου και αμοιβής. Είπαμε... Πρόκειται
για ένα ταλαιπωρημένο επάγγελμα...
Σε τι συνίσταται η
συμβολή των μικρότερων χώρων -ανεξάρτητων, εναλλακτικών, ή όπως αλλιώς
αυτοπροσδιορίζονται- στην καλλιέργεια και προαγωγή μιας διαφορετικής, όντως
συλλογικής, μη καταναλωτικής βίωσης της τέχνης;
Είχα διαβάσει πριν μερικά
χρόνια ότι, σε κάποια χώρα της Βόρειας Ευρώπης, οι μικροί εναλλακτικοί χώροι
στις γειτονιές επιδοτούνταν από το κράτος για να να οργανώνουν συναυλίες με
λιγότερο δημοφιλή ή νεοσύστατα καλλιτεχνικά σχήματα, προκειμένου να μην είναι
πάντα το ζητούμενο η εμπορική επιτυχία μιας παράστασης.
Ξέρετε, σε πολλές
περιπτώσεις η δημοφιλία και η ουσία δεν ανήκουν απαραίτητα στην ίδια κατηγορία.
Οι μικροί εναλλακτικοί
χώροι είναι αυτοί οι οποίοι στηρίζουν καθημερινά την καλλιτεχνική δημιουργία
μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας.
Η υψηλή ποιότητα της
τέχνης που παράγεται είναι δείγμα της περηφάνιας ενός λαού και εγγυάται τον
εξευγενισμό και την ομαλότητα.
Δε θα ξεχάσω ποτέ ότι
παίζαμε σε συναυλίες στη γαλλική επαρχία, επιδοτούμενες κατά ένα μέρος από το
κράτος, για να μπορούν οι Γάλλοι πολίτες
εκτός της πρωτεύουσας να απολαύσουν πολιτισμό.
Νομίζω πως πολλές
πολιτικές πρακτικές δεν είναι μόνον θέμα επάρκειας χρημάτων, αλλά και ύπαρξης
στοιχειώδους κοινωνικής κουλτούρας και απλής λογικής.
Ευχαριστώ θερμά
τον Μιχάλη Καταχανά για τον χρόνο του και την παραχώρηση της
φωτογραφίας του.
Οι Μιχάλης Καταχανάς (βιόλα)
και Χάρης Λαμπράκης (νέυ)
συμπράττουν στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου
91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Τρίτη
17 Φεβρουαρίου, στις 9 το βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου