![]() |
| Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή |
Μια από τις καλύτερες και
πιο άρτια ερμηνευμένες παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς, το Αρμπάιτ
των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου επιστρέφει
στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός από τις 21 Φεβρουαρίου.
Μια συνάντηση με τους
δημιουργούς της.
Συναντόμαστε μια ημέρα
μετά τη δολοφονία πέντε εργατριών του εργοστασίου παραγωγής μπισκότων και
δημητριακών «Βιολάντα». Θα ήθελα να ακούσω τυχόν σκέψεις και σχόλιά σας.
Αντώνης Τσιοτσιόπουλος:
Είναι θλιβερό να ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία οι συνθήκες εργασίας είναι
τέτοιες, που επιτρέπουν να γίνονται ατυχήματα όπως το συγκεκριμένο.
Είναι θλιβερό να
δουλεύουν άνθρωποι στις 4 τα ξημερώματα χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες
ασφαλείας.
Γιώργος Παλούμπης:
Οδηγείσαι στη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μη υπολογίσιμοι.
Δυστυχώς, όλο και πιο
διευρυνόμενες κατηγορίες εργαζομένων, κοινωνικών στρωμάτων και πληθυσμών
εντάσσονται στους αναλώσιμους.
Γ.Π.: Δεν ξέρω αν ποτέ
υπήρχε μια εποχή κατά την οποία δεν ίσχυε αυτό. Ο κόσμος μας δημιουργεί συνεχώς
ανισότητες, που συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό είναι το θέμα του Αρμπάιτ.
Με συγκινούν άνθρωποι οι
οποίοι ίσως αναγκάστηκαν να επιλέξουν κάποιες δουλειές, κι όμως τις κάνουν με
μεράκι.
Πώς εξισορροπείται ή
υπερβαίνεται η συνθήκη του καταναγκασμού αν ή όταν φιλτράρεται μέσα από το
μεράκι;
Γ.Π.: Αφ’ ενός, το μεράκι
είναι ένα από τα καλά στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Αφ’ ετέρου, είναι ίσως
ο μόνος τρόπος να ανταποκριθείς σε μια δουλειά που δεν επέλεξες.
Το μεράκι σε βοηθάει να
την αγαπήσεις, κι έτσι να την κάνεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να
νιώθεις κι εσύ καλά με τον εαυτό σου.
Μπορεί, λοιπόν, να
υπερβεί το μεράκι τον καταναγκασμό; Όχι, αλλά σου δίνει δύναμη για να τον
αντέξεις.
Α.Τ.: Συμφωνώ με τον
Γιώργο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να κάνεις καλά τη δουλειά
σου.
Αν, για παράδειγμα,
αναγκάζεσαι να σκάβεις δρόμους, πρέπει να σκάβεις συγκεκριμένες ώρες την ημέρα
και ημέρες την εβδομάδα. Όταν ξεπερνάς τις αντοχές σου και γυρνάς σπίτι σου
κουρέλι...
Ξεζουμίζεσαι, καταρρέεις
και εντέλει πεθαίνεις. Και τότε δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα - ούτε συλλογικά,
ούτε ατομικά.
Α.Τ.: Μιλάμε για το
οκτάωρο, που το έχουν διαλύσει. Σε ένα γραφείο το οκτάωρο είναι εντάξει, αλλά
σε χειρωνακτικές εργασίες; Όχι. Εκεί πρέπει να δουλεύεις τρίωρο και να
πληρώνεσαι αναλόγως.
Γ.Π.: Στο Αρμπάιτ
μιλάμε για εργαζόμενες οι οποίες είναι υπό καθεστώς καταναγκασμού και
αδικημένες.
Γιατί εστιάσατε στην έμφυλη
διάσταση της εργασίας ή του έμφυλου εργασιακού καταναγκασμού;
Γ.Π.: Επειδή, ούτως ή
άλλως, οι γυναίκες βρίσκονται σε πιο αδικημένη θέση.
Επιπλέον, υπάρχει και μια
πιο αντικειμενική συνθήκη που οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή: η παράσταση ήταν αποτέλεσμα
εξετάσεων σχολής, κι οι σπουδάστριες ήταν μονο γυναίκες.
Πώς κύλησε η διαδικασία;
Γ.Π.: Μάς άρεσε και μάς γέμιζε
όλες και όλους. Την πιστεύαμε ως παράσταση, επρόκειτο για δικά μας κείμενα, που
τα αγαπήσαμε. Τα πονέσαμε τα κορίτσια τα οποία συμμετέχουν.
Υπάρχει ένα παράλληλο «αρμπάιτ»
εκεί: νέες κοπέλες ηθοποιοί.
Όλες είναι στα πρώτα
βήματα ή στα πρώτα χρόνια ενασχόλησής τους με την υποκριτική;
Γ.Π.: Όλες. Θέλαμε να
στηρίξουμε και το κείμενο και εκείνες. Το πρώτο ανέβασμα της παράστασης καθυστέρησε,
ωστόσο, έναν χρόνο, επειδή αργήσαμε να μιλήσουμε στον Μάνο Καρατζογιάννη του
Θεάτρου Σταθμός κι είχε κλείσει το πρόγραμμά του.
Στο μεταξύ, ξαναδουλέψαμε
τους θεματικούς άξονες και τη μουσική επένδυση κι έτσι, ως παράσταση, ήταν
πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένη.
Τι εξυπηρετεί
δραματουργικά η σπονδυλωτή δομή της αφήγησης;
Γ.Π.: Στο πλαίσιο εξετάσεων
είναι εξυπηρετικό από πρακτικής άποψης να υπάρχει μια τέτοια δομή, ώστε να αναδεικνύεται
ο/η ηθοποιός σε διαφορετικούς ρόλους.
Από την άλλη, γουστάραμε
να γράψουμε ιστορίες. Ένας θεματικός άξονας όπως η εργασία αναδεικνύεται,
εξάλλου, με μεγαλύτερο πλούτο αν αποτυπωθεί μέσα σε διαφορετικά εργασιακά
περιβάλλοντα.
Πώς μοιράσατε μεταξύ σας τη
συγγραφική δουλειά; Ήταν κάτι τόσο απλό και φυσικό;
A.T.: Με τον Γιώργο συνήθως «στήνουμε»
μαζί το έργο, την ιστορία, τους χαρακτήρες, τη δομή.
Κατόπιν, γράφω το
μεγαλύτερο μέρος του κειμένου και τους διαλόγους και στη συνέχεια, μαζί με τον
Γιώργο, το «ξαναπερνάμε» και του δίνουμε την τελική του μορφή. Λειτουργεί αυτή
η συνθήκη, κυλάει όμορφα και φυσικά.
Δεν είναι εύκολο, όμως.
Α.Τ.: Καθόλου εύκολο. Με
τον Γιώργο έχουμε την «άπλα» όταν κάτι δε μας αρέσει, να μη μας αρέσει από
κοινού.
Όσον αφορά στο Αρμπάιτ,
έγραφε καθένας τη δικιά του ιστορία, τη διαβάζαμε, τη διορθώναμε και
καταλήγαμε.
Ο λόγος των ηθοποιών
μετρούσε;
Γ.Π.: Όποια αμφιβολία
έχουν οι ηθοποιοί, τη συζητάμε, επειδή μάς ανησυχεί όταν υπάρχει.
![]() |
| Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή |
Γεφυρώνεται κυρίως το
αντιληπτικό και λιγότερο το ηλικιακό χάσμα μέσω της θεατρικής συνεργασίας;
Γ.Π.: Γεφυρώνεται. Άλλοι
ηθοποιοί είναι πιο ανήσυχοι και ενεργοί πολιτικά, άλλοι όχι.
Απλώς, στην επιλογή των
ηθοποιών έχουμε πάντα κατά νου να συνεννοούμαστε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Σε όλες
τις δουλειές που έχουμε κάνει συμφωνούμε, πάνω κάτω, με τους/τις ηθοποιούς σε
επίπεδο κοσμοθεωρίας.
Αυτό συνέβη και στην
περίπτωση του Αρμπάιτ, και μάλιστα απ’ την αρχή. Οι επτά ηθοποιοί της παράστασης
είναι κατά πολύ λαϊκά κορίτσια, τα οποία έχουν γεννηθεί χωρίς «πλάτες».
Ένα αγεφύρωτο χάσμα θα
αποτελούσε, πάντως, τροχοπέδη στην εξέλιξη της διαδικασίας, έτσι δεν είναι
είναι;
Γ.Π.: Θα δημιουργούσε
δυσκολία, ναι. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά, επειδή ακριβώς έχουμε τον
νου μας.
Το Αρμπάιτ είναι
μια παράσταση που παρακολουθείται σχεδόν απνευστί. Πώς επιτυγχάνεται η αίσθηση
του ρυθμού;
Γ.Π.: H αίσθηση
του ρυθμού κατακτιέται και με τις παραστάσεις και με τον καιρό.
Τόσο τα Ανεξάρτητα
Κράτη όσο και το Αρμπάιτ δεν είναι χτισμένα κατά τρόπο ώστε ο ρυθμός
να «τρέχει» σύμφωνα με τον χρόνο, αλλά βάσει της αλήθειας τού τι συμβαίνει την
εκάστοτε στιγμή.
Αν η αλήθεια του κειμένου
είναι γρήγορη, γρήγορος είναι και ο ρυθμός. Σε κάθε περίπτωση, αν το κείμενο
είναι αληθινό, έχει ρυθμό. Η αλήθεια είναι ένας εσωτερικός μετρονόμος.
Ο ρυθμός προκύπτει από
την πρόβα την οποία κάνεις πάνω στην κάθε σκηνή του έργου. Αν έχουμε χάσει κάτι
σε παραστάσεις, αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε χάσει σε επίπεδο αλήθειας, άρα και
ρυθμού.
Κι εσύ, Αντώνη, αναζητάς
την ίδια αλήθεια κάθε φορά που γράφεις/γράφετε.
Α.Τ.: Μόνο.
Και υποκριτικά,
αντίστοιχα;
Α.Τ.: Η φυσική τάση, είτε
συγγραφικά είτε υποκριτικά, είναι προς την αλήθεια, να μπορεί κάποιος να πει, «Αυτό
θα μπορούσε να συμβεί».
Ακόμα κι ένα ποιητικό
κείμενο να πάρεις στα χέρια σου, η τάση πρέπει πάντα να είναι προς τον
ρεαλισμό. Ηχούν τα λόγια που εκφέρονται «κανονικά»; Βγαίνουν από έναν άνθρωπο;
Δύσκολο και διαρκές
στοίχημα.
Α.Τ.: Είμαστε ακόμα
μακριά από το να το κερδίσουμε στη δουλειά μας. Αυτό, όμως, σε ωθεί να κάνεις το
επόμενο εγχείρημα πιο αληθινό.
Κάθε χρόνο, συμμετέχεις,
Αντώνη, (και) σε ουκ ολίγες ταινίες, κυρίως -αλλά όχι μόνο- μικρού μήκους. Δε
γίνεται αυτό κάποια στιγμή βιολογικά κουραστικό και ψυχοφθόρο; Ή κάθε καινούρια
εμπλοκή σε αναζωογονεί/ανατροφοδοτεί;
Α.Τ.: Επειδή με έχετε
βαρεθεί, μάλλον θα σταματήσω!
Η συμμετοχή στις μικρού
μήκους έχει ξεκινήσει από μια ανάγκη μου να εκπαιδευτώ στο σινεμά. Στην Ελλάδα,
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθω. Οπότε, οι πολύ πρώτες μικρού και μεγάλου
μήκους όπου συμμετείχα ήταν αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης.
Από ένα σημείο και μετά,
προκύπτει από την ανάγκη και το χρέος μου να βοηθήσω όσο μπορώ. Αν κάποιος
σκηνοθέτης μου προτείνει να παίξω στην ταινία του, προσπαθώ να αντιληφθώ αν
μπορώ να δω τον εαυτό μου σ’ αυτήν.
Εφόσον καταφέρω να βρω
κοινά με τον σκηνοθέτη, σίγουρα θα πω «ναι» στην πρότασή του.
Το έχω παρακάνει, βέβαια.
Έχουν ξεπεράσει τις σαράντα οι εμφανίσεις μου σε μικρού μήκους φιλμ. Βλέπω, όμως,
την υποκριτική και με αθλητικούς όρους.
Να μη χάνεις τη φόρμα σου;
Α.Τ.: Με την έννοια του
ρεκόρ. (Γέλιο).
Όπως και να ’χει, με
συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι -όπως εσείς- έχουν φτάσει όπου έχουν φτάσει, κι όμως
διαθέτουν τον εαυτό τους και τον χρόνο τους και σε άλλα άτομα πέραν ενός στενού
κύκλου συνεργατών/συνεργατριών.
Α.Τ.: Πώς θα γνωριστείς
με τον άλλο; Στο μπαρ; Όχι. Μέσα από τη δουλειά. Έχουν προκύψει φίλοι και
συνεργάτες μέσα από τέτοιες διαδικασίες, επειδή βρήκαμε έναν κοινό τόπο.
Αν δεν είχα ανταποκριθεί
σε μια πρόταση, θα είχα χάσει έναν φίλο ή έναν συνεργάτη. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας
του αποτελέσματος, μ’ αρέσει να μπαίνω στη διαδικασία της δουλειάς μ’ έναν
άνθρωπο, επειδή έτσι τον γνωρίζω πολύ καλύτερα.
Η αποδοχή από ένα
ευρύτερο κοινό, πόσο απασχολεί τον καθένα από εσάς;
Γ.Π.: Δε μου είναι
αδιάφορη, επειδή η δουλειά πρέπει να είναι βιώσιμη. Κι όταν -εντός ή εκτός
εισαγωγικών- μπλέκουμε με μεγάλους θεατρικούς χώρους, πρέπει να έχουμε κόσμο.
Αλλιώς, πολύ απλά, η
παράσταση θα κατέβει. Κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, πάει χαράμι ο κόπος.
Από εκεί και πέρα, είναι
ωραίο να σου λένε «μπράβο». Μια βράβευση μου προκαλεί αμηχανία. Όχι ότι
δε χαίρομαι, αλλά δεν είναι ο σκοπός μου.
Το κυριότερο, λοιπόν,
είναι η βιωσιμότητα μιας παράστασης σε σχέση με τους αριθμούς.
Με «καίει», εξάλλου, το να
κάνει η παράσταση τη δουλειά που είναι να κάνει, το να είναι ο κόσμος είναι μέσα
στην ιστορία. Όταν δε συμβαίνει, κι όμως ακούω θετικά σχόλια μετά, σχεδόν δε μ’
ενδιαφέρουν.
Μ’ ενδιαφέρει να σώσω ό,τι
δεν πάει καλά και με στενοχωρεί όταν μια δουλειά δεν επικοινωνεί με το κοινό
όσο θα έπρεπε.
Η αποδοχή ή η επιτυχία
μιας παράστασης δε σημαίνει, πάντως, τίποτε για την επόμενη.
Εσένα, Αντώνη, σε αφορά η
αποδοχή - δημιουργικά και ψυχικά;
Α.Τ.: Είμαι πολύ κοντά σε
όσα λέει ο Γιώργος.
Η αποδοχή σε κάνει να πας παρακάτω. Χωρίς αυτήν, ακόμα και σε μια ερωτική σχέση, σταματάς.
Γ.Π.: Αν δεν υπάρχει
αποδοχή, σημαίνει πως κάτι δεν κάνεις σωστά ή δεν αφορά αυτό που κάνεις το
κοινό.
Μετά από την πολύχρονη
εμπλοκή σας στο καλλιτεχνικό πεδίο, αισθάνεστε ότι κάτι έχετε καταφέρει, πως
έχετε υπερβεί την αίσθηση του αναγκασμού ή της κάλυψης της βιοτικής μέριμνας
και γουστάρετε αυτό το οποίο κάνετε;
Γ.Π.: Το γουστάρουμε και μας
τρέφει.
Δεν κάνεις θέατρο για να
βγάλεις λεφτά, ούτε ξεκινάς με τη σιγουριά πως θα σε ζήσεις από αυτό. Αν η
αρχική φλόγα παραμένει αναμμένη, συνεχίζεις να βρίσκεις λόγους να την
ανανεώνεις.
Αισθάνομαι ότι κάτι
έχω καταφέρει, αλλά ποτέ, δυστυχώς, με ασφάλεια και σιγουριά. Ίσως σ’ αυτήν την
ανασφάλεια έγκειται η περιπέτεια του θεάτρου.
Πρέπει να φροντίζεις τα
θεμέλια της συγκεκριμένης δουλειάς, επειδή, από στιγμή σε στιγμή, μπορεί να
κατεδαφιστούν.
Α.Τ.: Η ανασφάλεια είναι
ίδιον του θεάτρου. Σε ζορίζει, αλλά πάντα σε ωθεί στο να αναζητήσεις το επόμενο
βήμα. Αν δεν την επιζητούσαμε, ίσως να κάναμε μια άλλη δουλειά. Μπορεί να μας κουράζει,
αλλά μας κρατάει πιο ενεργούς και νέους.
Η παράσταση Αρμπάιτ,
σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη
Τσιοτσιόπουλου, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός
(Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο) από το Σάββατο 21
Φεβρουαρίου.
Παραστάσεις:
κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15.
Ερμηνεύουν:
Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ
Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Άννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου.
![]() |
| Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή |



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου