Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Monkey3: «Έχουμε περισσότερα πράγματα να πούμε με νότες παρά με λέξεις»

 

Monkey3 (Φωτογραφία: Giuseppe Aufiero)

Eπί δύο και πλέον δεκαετίες, το ελβετικό ψυχεδελικό/space rock συγκρότημα Monkey3 δεν παύει να εξερευνά -και να διευρύνει- τα όρια της instrumental μουσικής.

Λίγες μέρες πριν τις συναυλιακές εμφανίσεις του σε Αθήνα, Βόλο και Θεσσαλονίκη (4, 5 και 6 Φεβρουαρίου), ο Boris, ο κιθαρίστας του γκρουπ, μάς μυεί στο σύμπαν των Monkey3.

Το ταξίδι σας ξεκίνησε πριν από περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα στη Λωζάνη ως κοινότητα τζαμαρίσματος και όχι ως μπάντα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ μιας κοινότητας και μιας ομάδας; Διατηρείτε ακόμα στοιχεία της κοινοτικής εμπειρίας του παρελθόντος; Και αντικατοπτρίζονται αυτά στη διαδικασία σύνθεσης τραγουδιών;

Στην αρχή ήταν απλώς μερικά jam sessions αργά το βράδυ που περιλάμβαναν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία μουσικών από διάφορα συγκροτήματα και μουσικά υπόβαθρα.

Δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος στόχος, απλώς διασκέδαση και γνωριμία με νέους ανθρώπους.

Κάποια στιγμή, μερικοί από εμάς αποφασίσαμε να ενωθούμε ως μια πραγματική μπάντα και να γράψουμε και να ηχογραφήσουμε μουσική.

Αυτό που κρατήσαμε από εκείνη την περίοδο ήταν το όνομα και το ελεύθερο jamming ως σημείο εκκίνησης στη διαδικασία της σύνθεσης.

Τι γίνεται με τη Λωζάνη και την Ελβετία, συνολικά; Γεννηθήκατε σε μια προϋπάρχουσα ψυχεδελική/progressive/space rock σκηνή ή βιώσατε μια κάποια μοναξιά στην αρχή; Ποιοι ήταν οι καλλιτέχνες οι οποίοι σας έχουν καθορίσει;

Δεν ξέρω αν το ότι καταγόμαστε από την Ελβετία έχει επηρεάσει το είδος της μπάντας που είμαστε. Θα έλεγα μάλλον ναι, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς.

Όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα, η σκηνή της stoner-ψυχεδέλειας κ.λπ. δεν υπήρχε πολύ στην περιοχή μας, οπότε έπρεπε να κάνουμε τα πάντα μόνοι μας χωρίς κανενός είδους υποστήριξη.

Ήταν δύσκολο αλλά πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό. Ως συγκρότημα επηρεαστήκαμε, μεταξύ άλλων, από τους 35007, τους Pink Floyd, τους Led Zeppelin, τους Black Sabbath, τους Kyuss.

Συνθέτετε και ερμηνεύετε σχεδόν αποκλειστικά οργανική μουσική. Τι είδους ιστορίες θέλετε να θίξετε ή να υπαινιχθείτε μόνο μέσω της μουσικής και του ήχου; Ή μήπως θέλετε να αφυπνίσετε τις αισθήσεις των ακροατών (και τις δικές σας);

Προσπαθούμε να αφηγηθούμε ιστορίες και να δημιουργήσουμε διαφορετικές ατμόσφαιρες μέσα από νότες, ρυθμό και ηχητικές υφές. Μας αρέσει να βλέπουμε τα μουσικά κομμάτια ως τόπους και τοπία, σαν soundtrack ταινίας.

Συχνά, για τον ακροατή, η μουσική χωρίς στίχους επιτρέπει στο μυαλό του να περιπλανηθεί ακόμη περισσότερο και να δημιουργήσει τη δική του μοναδική ιστορία.

Έχετε επαναδιαπραγματευτεί αυτήν τη θεμελιώδη επιλογή σας ως συγκρότημα, προσπαθώντας να προσθέσετε στίχους σε οποιαδήποτε σύνθεση;

Στο παρελθόν, βιώσαμε την εμπειρία να έχουμε φωνητικά σε κάποια κομμάτια.

Στο EP μας Undercover με διασκευές είχαμε guest τραγουδιστές (John Garcia και Tony Jelencovich) σε μερικά από τα τραγούδια.

Ήταν μια πολύ ωραία συνεργασία και κατέληξε πολύ καλά, μείναμε πραγματικά ευχαριστημένοι μ’ αυτήν.

Σκεπτόμενοι αυτήν την εμπειρία, προσπαθήσαμε να συμπεριλάβουμε κάποια φωνητικά στη δική μας σύνθεση στο άλμπουμ Astra Symmetry και, για να είμαστε δίκαιοι, δεν ήμασταν και πολύ πεπεισμένοι γι αυτό.

Καταλάβαμε ότι προτιμούμε τη μουσική μας πλήρως ορχηστρική. Πιθανώς έχουμε περισσότερα πράγματα να πούμε με νότες παρά με λέξεις.

To Welcome to the Machine, το τελευταίο σας, πιο επικό και πιθανώς πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ, εξερευνά μουσικά θέματα εμπνευσμένα από ταινίες όπως το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος, το The Matrix, το Solaris και το 1984.

Πώς σχετίζεστε με τον κινηματογράφο γενικά και με τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας ειδικότερα; Είναι το δυστοπικό, και σίγουρα υπαρξιακό, στοιχείο που σας προσελκύει σε αυτό το είδος;

Υπάρχει κάποια φιλοσοφική παράδοση με την οποία νιώθετε πιο εξοικειωμένοι;

Πάντα μας έλκυαν οι ταινίες και η λογοτεχνία, χωρίς όρια σε είδη ή θέματα. Η ιδέα τού να δημιουργήσεις και να πεις μια ιστορία χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε μορφή τέχνης είναι κάτι αρκετά ενδιαφέρον και συναρπαστικό.

Συνθέτοντας το Welcome to the Machine, θέλαμε να εκφράσουμε τις αμφιβολίες μας για την εξέλιξη της κοινωνίας μας και τη δυαδικότητα που φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις μηχανές, με όλες τις υπερβολές τις οποίες αυτό συνεπάγεται ήδη σήμερα και ό,τι θα συνεπάγεται στο εγγύς μέλλον.

Πράγματι, αντλήσαμε εν μέρει την έμπνευσή μας από ταινίες και βιβλία όπως το The Matrix, το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος, το 1984 και τον Εξολοθρευτή.

Μουσικά, σκόπιμα προωθήσαμε την ηλεκτρονική πλευρά του ήχου μας και την αντιπαραβάλαμε στην καθαρά οργανική πτυχή της μουσικής μας. Τα κομμάτια σε αυτό το άλμπουμ αποτελούν μια συνεχή αντιπαράθεση και σύντηξη αυτών των δύο πτυχών.

Το Welcome to the Machine, όπως ίσως υποδηλώνει και ο τίτλος του, καταπιάνεται επίσης με τη σχέση -κατά καιρούς αντιπαραθετική, κατά καιρούς συμπληρωματική- μεταξύ ανθρώπων και μηχανών.

Σε ποιον βαθμό η σύγχρονη τεχνολογία, ιδίως η αμφιλεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη, επαναπροσδιορίζει την αυτοαντίληψή μας ως ανθρώπινα, κοινωνικά, πολιτικά όντα και επηρεάζει τον τρόπο που αφηγούμαστε ή ακούμε ιστορίες;

Το Welcome To The Machine είναι ένας οικουμενικός προβληματισμός σχετικά με την κατάσταση της κοινωνίας μας και την πιθανή εξέλιξή της, με επίκεντρο την τεχνολογική ανάπτυξη, τη χρήση της και τον αντίκτυπο που όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν στους ανθρώπους.

Σε αυτήν τη φάση, δυσκολεύομαι να κατανοήσω πλήρως τι αντιπροσωπεύουν οι νέες τεχνολογίες και πώς ενδέχεται να εξελιχθούν.

Θα έλεγα ότι η ανάπτυξη διαφόρων τεχνολογιών δεν ενέχει ουσιαστικά κάποιον κίνδυνο από μόνη της, αλλά μάλλον, αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι η πιθανή χρήση αυτών των τεχνολογιών από ορισμένους ανθρώπους.

Στις 29 Ιανουαρίου ξεκινήσατε μια περιοδεία η οποία, μεταξύ άλλων τοποθεσιών, θα σας φέρει στην Αθήνα, τον Βόλο και τη Θεσσαλονίκη στις 4, 5 και 6 Φεβρουαρίου.

Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο διεύρυνσης του φάσματος των συνεργασιών σας με καλλιτέχνες εκτός των γεωγραφικών σας ορίων;

Πάντα ήμασταν πολύ ανοιχτοί σε συνεργασίες με άλλους μουσικούς και συγκροτήματα. Μόλις κυκλοφορήσαμε ένα EP με τον τίτλο Monkeys On Mars.

Είναι ένα νέο συγκρότημα το οποίο είναι μια πλήρης συνεργασία μεταξύ των Monkey3 και των Mars Red Sky. Και τα δύο συγκροτήματα γράφουν, ηχογραφούν και παίζουν μαζί.

Έχουμε ήδη κάνει μερικές συναυλίες και μια πλήρης περιοδεία θα γίνει τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2026.

Ευχαριστώ θερμά τον Boris για την άμεση ανταπόκριση στο αίτημα για συνέντευξη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι Monkey3 εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι). Special Guests: URSTAAT.

Κατόπιν, ανηφορίζουν βόρεια. Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου παίζουν στον Βόλο στο Café Santan (Εργατικού Κέντρου 12) και την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα).

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ράντου Ζούντε: «Η οπτική των Στωικών είναι πιο αισιόδοξη από την αθεϊστική»

 


Μια φαινομενικά τυπική μέρα εργασίας μιας δικαστικής επιμελήτριας εξελίσσεται με (κωμικο)τραγικά απρόβλεπτο τρόπο, ωθώντας την να ανανοηματοδοτήσει τη ζωή της.

Έτσι λίγο-πολύ συνοψίζεται το Kontinental ’25 του Ράντου Ζούντε, που προβάλλεται τον Φεβρουάριο στο Cinobo Πατησίων. Συναντώντας τον σκηνοθέτη.

Σιχαίνομαι την καταναλωτική φρενίτιδα η οποία μασκαρεύεται σαν «θρησκευτική εορταστική περίοδος».

Επειδή, λοιπόν, συναντιόμαστε στην Αθήνα στο πλαίσιο του 14ου ΦΠΚΑ και ενόψει των Χριστουγέννων του 2025, θα ήθελα να μου πεις πώς νιώθεις γι’ αυτές τις περιόδους.

Ενδιαφέρουσα ερώτηση!

Πρώτα απ’ όλα, το ότι βρίσκομαι στην Αθήνα μετά τον κρύο, βροχερό δεκεμβριάτικο καιρό του Βουκουρεστίου και βλέπω ηλιοφάνεια και πράσινα φύλλα στα δέντρα είναι σοκαριστική εμπειρία, επειδή είναι αναζωογονητική.

Δε χορταίνω να βλέπω τα πρασινισμένα δέντρα. Είναι τόσο όμορφα! Αποτυπώνεται και στη δουλειά μου αυτή η λαχτάρα.

Ένα από τα σημαντικά ερωτήματα στην τέχνη και τον κινηματογράφο είναι πώς μπορούμε να δούμε τον κόσμο με καινούριο βλέμμα.

Και αθώο, ίσως;

Να βλέπεις ακόμα και τα κοινότοπα πράγματα -πόσο μάλλον το σινεμά ή το θέατρο- με αθώο βλέμμα, όπως βλέπεις τα δέντρα όταν πρασινίζουν μετά από μήνες. Τα καθιστά πιο απολαυστικά.

Ασφαλώς και διαπιστώνεται η εμπορευματοποίηση στην οποία αναφέρθηκες, ο μετασχηματισμός της περιόδου σε ένα ως επί το πλείστον κιτς σόου.

Επί κομμουνιστικής δικτατορίας, οι χριστουγεννιάτικοι εορτασμοί στη Ρουμανία ήταν επισήμως απαγορευμένοι.

Οι πιο παραδοσιακές οικογένειες, ωστόσο, όπως οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου, που ζούσαν στην επαρχία, τηρούσαν τα έθιμα.

Η μετατροπή της περιόδου σε εορτασμό της Κόκα Κόλα, όταν ήμουν νέος, μου προξενούσε αηδία. Αλλά καθένας κάνει ό,τι του αρέσει, οπότε δε με νοιάζει.

Επιπλέον, από τότε που απέκτησα παιδιά συνειδητοποίησα πως όλες αυτές οι διακοσμήσεις τους αρέσουν.

Τρίτο, και πιο σημαντικό, προσπαθώ να προσεγγίζω τα φαινόμενα τα οποία συζητάμε με αποστασιοποιημένο βλέμμα. Επιδιώκω να τα μελετώ και να τα κατανοώ- ως θέαμα, ακόμα και ως ταινία.

Ως ταινία σε εξέλιξη.

Απολύτως. Όχι ως κάτι προς απόλαυση, αλλά που με κρατά υγιή και σε εγρήγορση.

Στη Ρουμανία, πολλά πάνε στραβά -και κάποια καλύτερα-, αλλά ευτυχώς η δουλειά μου μού επιτρέπει να εντοπίζω τι προκύπτει από την πραγματικότητα, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί τη δουλειά μου. Δεν είμαι κυνικός.

Υπάρχει, πάντως, πολύς κυνισμός στην εποχή μας, όσο και έλλειψη ηθικής - κι όχι με τη συντηρητική έννοια.

Μιας κι η Ορσόλυα, η πρωταγωνίστρια του Κontinental ’25, είναι πολύ ηθικός και ενοχικός άνθρωπος, γιατί το ζητημα της ηθικής είναι τόσο σημαντικό για σένα, τόσο σε φιλμικό επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της καθημερινότητας;

Μιλώντας για τον χαρακτήρα της Ορσόλυα, δεν είμαι κι ο ίδιος σίγουρος για το αν θα έπρεπε να αισθάνεται τόσο ένοχη, ούτε κι αν όντως νιώθει έτσι.

Βιώνει ένα είδος απόλαυσης εισερχόμενη σε μια κατάσταση ψυχικής δυσφορίας και αυταρέσκειας. Εντέλει, δεν προβαίνει στις σοβαρές χειρονομίες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί.

Και δεν εννοώ ότι υποκρίνεται, αλλά πως έχει πολλά αντιφατικά στοιχεία στη σκέψη και τη συμπεριφορά της. Αυτές οι αντιφάσεις την καθιστούν πιο ενδιαφέρουσα ως χαρακτήρα. Δεν είναι άγια.

Ας πάρω ως παράδειγμα το φρικτό ζήτημα της Γάζας και της γενοκτονίας η οποία συντελείται εκεί, συμπεριλαμβανομένης και της 7ης Οκτώβρη.

Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι νεαρής ηλικίας το προσεγγίζουν στα σόσιαλ μίντια σαν μόδα, και αντιμετωπίζουν με επιθετικό τρόπο διαδικτυακά όσους δε λειτουργούν αντίστοιχα.

Οπότε αντιστέκομαι κάπως στις κατηγορίες περί ανηθικότητας...




... Όταν ο ίδιος που κατηγορεί δε λειτουργεί κριτικά.

Και νομίζω πως τα σόσιαλ μίντια τροφοδοτούν αυτήν τη φρενίτιδα.

Όσον αφορά στο φιλμ, η ηθική είναι το λιγότερο σημαντικό ζήτημα, αν και υπάρχει ηθική διάσταση στο καθετί. Δε θα εξετάσουμε εδώ την προέλευση της ηθικής - αν είναι θρησκευτική, φιλοσοφική ή κοινοτική.

Σημαντικότερη είναι η πολιτική, η οικονομική ή η κοινωνική παράμετρος. Το πιο εύκολο για την Ορσόλυα είναι βλέπει τα πράγματα υπό το πρίσμα της ηθικής.

Αν τα ανήγαγε στην πολιτική ή την οικονομική τους διάσταση, θα ήταν πιο δύσκολο να τα λύσει σε ατομικό επίπεδο. Θα έπρεπε να ενταχθεί σε ένα οικολογικό κόμμα, που βασικά δεν έχουμε στη Ρουμανία.

Γιατί έπρεπε να είναι ουγγρικής καταγωγής; Προκειμένου να θίξεις το ζήτημα του ρουμανικού εθνικισμού, ιδίως έναντι των Ρουμάνων πολιτών ουγγρικής καταγωγής, αλλά και του εθνικισμού γενικότερα;

Η ταινία εξελίχθηκε με αργούς ρυθμούς. Είχα την αρχική ιδέα 14 χρόνια πριν. Την πρότεινα στην Τηλεόραση, αλλά την απέρριψαν, κι έπειτα την άφησα στην άκρη. Κατά διαστήματα, επανεξέταζα την ιδέα, μεχρι που την εγκατέλειψα.

Το 2024, στη διάρκεια της προετοιμασίας του επόμενου φιλμ μου, Ντράκουλας, αντιμετωπίζαμε προβλήματα με τα χρήματα για την παραγωγή του. Υποτίμησα το κόστος των γυρισμάτων, ήταν πολλαπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού.

Παρά τις περικοπές, το κόστος παρέμενε πολύ μεγαλύτερο, κι έτσι ανεστάλησαν τα γυρίσματα.

Πρότεινα, λοιπόν, στον διευθυντή φωτογραφίας να γυρίσουμε άλλη μια ταινία με iPhones μέσα σε δέκα μέρες, μιας και δεν είχαμε αρκετά χρήματα, αν το συνεργείο και οι ηθοποιοί από το Ντράκουλας ήθελαν να διαθέσουν αυτές τις επιπλέον ημέρες.

Θα πληρώνονταν είτε για ένα διήμερο από την παραγωγή ή κάποιον επενδυτή ή με ποσοστά επί των πωλήσεων του φιλμ.

Επικοινώνησα, λοιπόν, με το cast και τους τεχνικούς, και συμφώνησαν να προχωρήσουμε, ακόμα κι αν δεν πληρώνονταν.

Δεν είχα ακόμα τον κεντρικό χαρακτήρα, βέβαια, μέχρι που θυμήθηκα ότι στο Ντράκουλας συμμετείχε η Έστερ Τόμπα σε έναν μικρό ρόλο.

Κάναμε μια συνάντηση μέσω Zoom, επειδή ζει στην Τρανσυλβανία. Μιας κι έχει έντονη ουγγρική προφορά, αποφάσισα να «παίξω» μ’ αυτό το στοιχείο, εισάγοντας τόσο το στοιχείο του εθνικισμού όσο και της ιδιοκτησίας.

Όλη η Ιστορία της Τρανσυλβανίας -και της Ευρώπης, αν θέλεις- σχετίζεται με την κατοχή γης και ιδιοκτησίας.

Μετά την Επανάσταση του 1989, η αντιπαράθεση μεταξύ εθνικά Ρουμάνων και εθνικά Ούγγρων σχεδόν κατέληξε σε Εμφύλιο. Για μερικές ημέρες τον Μάρτη του 1990 είχε συντελεστεί η αρχή ενός τέτοιου πολέμου, με νεκρούς και ξυλοκοπημένους.

Θεωρούσα πως η επιλογή του χαρακτήρα της ήταν προϊόν συνειδητής σκέψης και σχεδιασμού, αλλά τελικά προέκυψε από τη συγκεκριμένη συνθήκη.

Ακόμα κι η Κλουζ, όπου έγιναν τα γυρίσματα, δεν περιλαμβανόταν στην αρχική ιδέα. Κατέστη, όμως, σημαντική, επειδή η πόλη εξελίχθηκε σε κόμβο για εταιρείες πληροφορικής.

Το γεγονός αυτό φέρνει πολλά χρήματα, αλλά και ανισότητα, αστική ανάπτυξη χωρίς κανόνες και εξευγενισμό.

Πίστεψέ με, και στην Αθήνα όπου ζω από επιλογή, η κατάσταση όσον αφορά στο στεγαστικό δε διαφέρει, ο δε χαρακτήρας του απειλούμενου με έξωση Ίον φαντάζει πολύ καθημερινός.

Κυβερνά (και) στη Ρουμανία το κτηματομεσιτικό κεφάλαιο;

Υπάρχει συνδυασμός αυτού του λαίμαργου λόμπι με διεφθαρμένους πολιτικούς ή με πολιτικές επιχειρήσεις οι οποίες δε λειτουργούν προς όφελος του πολίτη, αλλά προς εκείνο των μεγάλων κτηματομεσιτικών εταιρειών.

Και, ταυτόχρονα, προς βλάβη των κατοίκων του Βουκουρεστίου, καθώς έχουμε όλο και λιγότερους χώρους πρασίνου, οπότε και η θερμοκρασία ανεβαίνει.

Ακόμα και η ποιότητα των κατασκευαστικών υλικών είναι πολύ κακή, γι’ αυτό και σε πολλές περιπτώσεις μετά από έναν χρόνο πολλά νεόκτιστα διαμερίσματα καταρρέουν.




Απολαυστική είναι η συνομιλία της Ορσόλυα με τον ιερέα, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τη συνήθη υποκρισία και τα διπλά στάνταρ που σχετίζονται με την ιδιότητά του.

Σε κριτικές -κυρίως στη Ρουμανία- με κατηγόρησαν πως ο χαρακτήρας του ιερέα είναι καρικατουρίστικος.

Πρώτα απ’ όλα, η ταινία είναι σκηνοθετικά στιλιζαρισμένη και η δόμηση των διαλόγων δεν είναι εντελώς ρεαλιστική.

Κατά δεύτερον, δεν πιστεύω ότι ο χαρακτήρας του είναι καρικατουρίστικος. Άντλησα την επιχειρηματολογία του από σημαντικούς θεολόγους, των οποίων τα κείμενα έχω διαβάσει.

Στα νιάτα μου, αναζητούσα τον Θεό και ήθελα να γίνω πιστός του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, που μοιραζόμαστε. Σταδιακά, και χωρίς θλίψη, συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ.

Επιπλέον, η ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Ρουμανία είναι -και πάντα υπήρξε- φρικτή, πολιτικά μιλώντας.

Πάντα στεκόταν εναντίον της νεωτερικότητας, της Ευρώπης, των δικαιωμάτων. Αναμενόμενο ως έναν βαθμό, αλλά δε θέλω να είμαι μέρος της, και, αν μπορώ, θέλω να την πολεμήσω.

Δε νομίζω καν ότι τα λόγια του ιερέα είναι υποκριτικά. Αυτά υποστηρίζει το δόγμα.

Και κάθε θεσμοθετημένη θρησκεία είναι κομμάτι του κράτους και της κοινωνίας, αλλιώς περιθωριοποιείται.

Σε ελκύει πολύ περισσότερο η φιλοσοφία του Ζεν, υποθέτω.

Αν θέλεις, βρίσκεις ψήγματα του Ζεν στον Πλάτωνα, τους Στωικούς (Επίκτητο, Μάρκο Αυρήλιο) ή στον Επίκουρο. Με ελκύει γιατί χρειάζομαι μια οπτική στα πράγματα που θα με βοηθήσει να συνεχίσω.

Η οπτική των Στωικών είναι, για μένα, πιο αισιόδοξη από τη χριστιανική ή από την βασισμένη στις Δυτικές αξίες αθεϊστική.

Τόσο η φιλοσοφία του Ζεν όσο και η ταοϊστική θέτουν στο κέντρο τον θάνατο και την απουσία λύτρωσης και μεταθανάτιας ζωής. Αυτό σίγουρα προξενεί απελπισία, αλλά παρέχει και μια ελαφρότητα.

Δε θα είχα κάνει κάποιες από τις ταινίες μου αν δε σκεφτόμουν έτσι. Στην τελική, όλοι θα πεθάνουμε, το σύμπαν θα πεθάνει, ο πλανήτης θα πεθάνει, οπότε ποιος νοιάζεται;

Το Κοntinental ’25 τελειώνει μες στη σιωπή. Πώς προσεγγίζεις τη σιωπή σε αφηγηματικό επίπεδο;

Προσπαθώ να είμαι σαν τον Τζον Κέιτζ, έναν ήρωά μου που προσπαθούσε να δει τα πάντα με μουσικούς όρους.

Ο Κέιτζ δημιουργούσε μουσική για να μας βοηθήσει να ανοίξουμε τα αυτιά μας στην πραγματική ζωή. Τον πιστεύω.

Η σιωπή είναι δύσκολη όταν ζεις σε τόσο θορυβώδεις πόλεις, όπως το Βουκουρέστι ή η Αθήνα.

Σε φιλμικό επίπεδο, εξακολουθώ να μη γνωρίζω πώς να εξισορροπήσω τον ήχο και τη σιωπή στις δουλειές μου.

Τα περισσότερα φιλμ του Σταν Μπράκατζ ήταν χωρίς ήχο και μουσική, επειδή ήθελε οι θεατές να βλέπουν τις εικόνες. Η προσθήκη ήχου και μουσικής σε περισπά. Υπάρχει μια αλήθεια σ’ αυτό.

Δε χρειαζόμαστε όλους τους ήχους. Ψυχολογικά, ωστόσο, είμαστε πολύ περισσότερο ευαισθητοποιημένοι στους θορύβους. Πολύ σπανιότερα αναζητάμε μια εικόνα που μας εντυπωσιάζει οπτικά.

Η συνέντευξη με τον σκηνοθέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 14ου ΦΠΚΑ.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου, την Νεφέλη Γκαμπάντ και τον Ιάκωβο Σκενδερίδη για τη συνδρομή τους στον προγραμματισμό της.

Η ταινία του Ράντου Ζούντε Kontinental ’25 προβάλλεται στις 2,10,11 και 18 Φεβρουαρίου στο Cinobo Πατησίων σε διανομή του Cinobo.



Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Chris Cacavas: «Ένας άνθρωπος μπορεί να ονειρεύεται, έτσι δεν είναι;»

 


Μουσικός, τραγουδιστής και τραγουδοποιός με αθόρυβη συμβολή στην εξέλιξη της βορειοαμερικανικής εναλλακτικής ροκ μουσικής, ο Ελληνοαμερικανός Chris Cacavas είναι και σταθερό μέλος των ιστορικών The Dream Syndicate.

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή του Gagarin την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου για να παρουσιάσουν το άλμπουμ τους Medicine Show, συνομιλούμε με τον Chris Cacavas.

Ελληνοαμερικανικής καταγωγής, γεννήθηκες στο Τούσον της Αριζόνα και ζεις στη Γερμανία από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Τι εκτιμάς περισσότερο στον κάθε «κλώνο» της ταυτότητάς σου -δηλαδή, τον «ελληνοαμερικανικό», τον «αμερικανικό» και τον «γερμανικό»- και με τι αισθάνεσαι περισσότερο άβολα, πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά;

Αυτοπροσδιορίζομαι κυρίως ως Αμερικανός. Ο παππούς μου μετακόμισε από την Ελλάδα τη δεκαετία του 1930 και δημιούργησε την οικογένειά του εκεί.

Δυστυχώς, αυτός και η γιαγιά μου ζούσαν πολύ βόρεια από εμάς, στη Νότια Ντακότα, και τους έβλεπα μία ή το πολύ δύο φορές τον χρόνο. Δε μιλούσε ελληνικά με τον πατέρα μου, οπότε δυστυχώς η γλώσσα δε μου μεταδόθηκε.

Είμαι περήφανος για την ελληνική μου κληρονομιά, μια ιστορία που έθεσε τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.

Είμαι επίσης περήφανος για τις ελληνοαμερικανικές μου διασυνδέσεις, ειδικά αυτές με τον ξάδερφο του πατέρα μου - τον διάσημο συνθέτη και ενορχηστρωτή John Cacavas.

Αν και έχω ενσωματωθεί στη γερμανική κουλτούρα στα σχεδόν 25 χρόνια κατά τα οποία έχω ζήσει εκεί, σίγουρα δεν έχω γίνει «Γερμανός». Μου αρέσει η κουλτούρα και ο τρόπος ζωής και είμαι χαρούμενος που ζω εκεί (στην Ευρώπη) αυτήν την περίοδο.

Στο κάπως λυρικό (αλλά όχι ανακριβές) Δελτίο Τύπου για εσάς ενόψει της συναυλίας των Τhe Dream Syndicate στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου, σε περιγράφουν ως τον «Ελληνοαμερικανό αφηγητή της ψυχεδελικής νοσταλγίας».

Θεωρείς όντως τον εαυτό σου αφηγητή; Αν ναι, ποιες είναι οι αγαπημένες σου ιστορίες - να διηγείσαι και να ακούς; Και πώς συνδέεσαι με τη νοσταλγία;

Δε θεωρώ τον εαυτό μου αφηγητή καθαυτό.

Στα τραγούδια μου αφηγούμαι κυρίως τις προσωπικές μου ιστορίες και περιστασιακά εκφράζω τις απόψεις μου για ένα τρέχον γεγονός ή μια κατάσταση ζωής που δεν είναι προσωπική μου, αλλά αυτό είναι λιγότερο συνηθισμένο.

Δεν είμαι τραγουδοποιός ο οποίος προσπαθεί να καταγράψει την κατάσταση του κόσμου στα τραγούδια και τους στίχους του.

Συμφωνώ με το απόφθεγμα του Μπομπ Ντίλαν ότι «Η νοσταλγία είναι θάνατος», καθώς έχω την τάση να κοιτάζω μπροστά αντί να σκέφτομαι τα επιτεύγματα του παρελθόντος ή τα αναδρομικά αφιερώματα.

Συνιδρύσατε μαζί με τον Dan Stuart τους Green on Red, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και επιδραστικά συγκροτήματα της σκηνής του Paisley Underground, το 1980.

Πώς αξιολογείς τη συμβολή τους στην αναζωογόνηση του βορειοαμερικανικού alternative rock ήχου;

Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον βαθμό οι Green on Red αναζωογόνησαν τη σκηνή εκείνη την εποχή.

Νομίζω πως τώρα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχαμε αντίκτυπο στο μέλλον της μουσικής, καθώς εμπνεύσαμε συγκροτήματα όπως οι Wilco ή οι My Bloody Valentine.

Αυτό, όμως, ήρθε στο φως μόνο χρόνια αφότου σταμάτησε η δημιουργική μας παραγωγή. Είναι μάλλον ένα ερώτημα για τους ιστορικούς.

Γνωριστήκατε με τον Steve Wynn περίπου εκείνη την περίοδο. Ποια ήταν η πρώτη σας εντύπωση γι' αυτόν; Και τι έχει κρατήσει ζωντανή τη «φλόγα» της συνεργασίας σας όλα αυτά τα χρόνια;

Μου άρεσε ο Steve από τη στιγμή που γνωριστήκαμε και η μουσική του πάντα με εμπνέει.

Είμαστε ακόμα οι καλύτεροι φίλοι, και το «μυστικό» για τη μακροζωία της μουσικής μας σχέσης και φιλίας είναι απλώς ο σεβασμός, η εμπιστοσύνη και η αγάπη. Και λατρεύουμε να φτιάχνουμε υπέροχη μουσική μαζί!

Πριν ενταχθείς στους Dream Syndicate, ωστόσο, συναντήθηκες με τους Junkyard Love, με τους οποίους ηχογράφησες μερικά υπέροχα άλμπουμ.

Το Dwarf Star, για παράδειγμα, είναι ίσως το αγαπημένο μου και προφανώς ένα από τα πιο αυτοβιογραφικά σου. Σε ποιον βαθμό η σύνθεση αυτού του άλμπουμ -και ο Ντίλαν Τόμας- σε βοήθησαν να ξορκίσεις τους «δαίμονές» σου τότε;

Ο δίσκος μου Dwarf Star, τον οποίο ηχογράφησα με τους Junkyard Love, ήταν ένας δίσκος χωρισμού και βαθιά προσωπικός.

Ήταν μια σκοτεινή και ταυτόχρονα όμορφη περίοδος, καθώς είχα ερωτευτεί και δυσκολευόμουν να επιλέξω ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσα.

Έτυχε να διαβάζω κάποια ποιήματα του Ντίλαν Τόμας εκείνη την εποχή, αλλά αυτό δεν επηρέασε εμφανώς το γράψιμό μου.

Συνεργάστηκες για πρώτη φορά με τους Dream Syndicate στο How Did I Find Myself Here?

Πόσο έχεις αλλάξει ως τραγουδοποιός/μουσικός μέσα από αυτή τη συνεργασία και σε ποιον βαθμό έχει εμπλουτιστεί και το συγκρότημα από την παρουσία σου;

Πόσο έχω αλλάξει; Νομίζω ότι βρίσκομαι σε μια διαρκή κατάσταση εξέλιξης και μεταμόρφωσης ως μουσικός από τη στιγμή που έγινα μουσικός.

Είμαι σχεδόν 65 ετών και εξακολουθώ να έχω εμμονή με την αναζήτηση και την ακρόαση νέας μουσικής - και η νέα μουσική περιλαμβάνει επίσης παλιά μουσική την οποία δεν έχω ξανακούσει.

Αυτή η εμμονή συνεχίζει να με επηρεάζει ως μουσικό και τραγουδοποιό. Θα πρέπει να ρωτήσεις το συγκρότημα πώς η παρουσία μου τους έχει εμπλουτίσει - προς το καλύτερο ή το χειρότερο.

Την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου οι The Dream Syndicate θα αναβιώσουν επί σκηνής ολόκληρο το θρυλικό άλμπουμ τους Medicine Show.

Πώς νιώθεις κάθε φορά που βρίσκεσαι στην Ελλάδα, είτε μόνος σου είτε με μια μπάντα; Είναι επιστροφή ή αναχώρηση;

Πάντα λατρεύω να βρίσκομαι στην Ελλάδα, αλλά ποτέ δεν έμεινα εκεί για αρκετό καιρό ώστε να βυθιστώ στην ελληνική κουλτούρα. Ελπίζω να το αλλάξω αυτό στο μέλλον.

We Can Dream, «δηλώνεις» με έμφαση στο λαμπρό Burn The Maps. Υπάρχει χώρος για όνειρα σε έναν κόσμο ρημαγμένο από πολέμους, γενοκτονίες, κλιματική καταστροφή και αυξανόμενη ανισότητα;

Δε νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά για να τον αλλάξουμε, κάτι που είναι πολύ ατυχές.

Νομίζω πως είναι σημαντικό να ξεκινήσουμε την αλλαγή σε μια προσωπική βάση - «να είσαι η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο», όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό.

Και σίγουρα, αν υπήρξε ποτέ καιρός για όνειρα, είναι τώρα! Να ονειρεύεσαι έναν καλύτερο, πιο ειρηνικό και πιο υγιή κόσμο και ίσως ακόμη και να τον κάνεις πραγματικότητα... Ένας άνθρωπος μπορεί να ονειρεύεται, έτσι δεν είναι;

Oι The Dream Syndicate αναβιώνουν το θρυλικό άλμπουμ τους Medicine Show στην ολότητά του την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου στη σκηνή του Gagarin205 Live Music Space (Λιοσίων 205, Αθήνα).