Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heavy Metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heavy Metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Doro Pesch: «Το heavy metal είναι η ελευθερία να κάνω ό,τι νιώθω»

 


Η Doro Pesch, η αδιαφιλονίκητη «βασίλισσα» του heavy metal, καταφθάνει στην Ελλάδα με το σχήμα της για δυο μοναδικές συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (9 και 10 Οκτωβρίου, αντίστοιχα).

Με αυτήν την αφορμή, συνομιλούμε μαζί της, και εμπνεόμαστε από την χειμαρρώδη θετική ενέργεια που αποπνέει.

Με χαροποιεί και με τιμά το γεγονός ότι κουβεντιάζουμε. Λάμπεις! Πώς τα καταφέρνεις;

Όταν κουβεντιάζω για μουσική, αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένη και ο ερχομός μας στην Ελλάδα είναι κάτι πολύ συναρπαστικό!

Ας επιστρέψουμε, όμως, λιγάκι στο παρελθόν. Πώς πρωτομπήκες στον κόσμο του heavy metal, κυρίως; Ποιο υπήρξε το αρχικό ερέθισμα;

Ήμουν τριών χρονών όταν άκουγα, ξανά και ξανά, ένα τραγούδι σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχε ακόμα heavy metal - ένα τραγούδι δυνατό, γεμάτο ενέργεια: το Lucille του Little Richard. Με ενέπνευσε, όπως και πολλούς άλλους.

Σε ηλικία τριών ετών, λοιπόν, ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Κι όταν έφτασα στα δεκαπέντε ή δεκαέξι, η metal σκηνή αναπτυσσόταν σιγά σιγά και σχημάτισα την πρώτη μου μπάντα, τους Snakebite.

Mε τους οποίους παίζατε garage.

Αρχίζαμε να μαθαίναμε να παίζουμε όργανα. Το λάτρεψα, και ήξερα ότι αυτό ήθελα να κάνω για την υπόλοιπη ζωή μου.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η πρώτη συναυλία που παρακολούθησα ήταν των Whitesnake. Ήταν εκπληκτική. Η επόμενη ήταν των Judas Priest με σαπόρτ τους Accept. Η τρίτη ήταν του θρυλικού Ronny James Dio.

Σταδιακά, συμμετείχα σε διάφορα συγκροτήματα, ένα από τα οποία ήταν οι Warlock. Υπήρχε μαγεία!

Ηχογραφήσαμε το πρώτο μας ντέμο και αποκτήσαμε ένα μικρό φαν κλαμπ. Στη Γερμανία την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μουσικά έντυπα για το heavy metal, όπως συνέβαινε στη Μεγάλη Βρετανία ή την Ολλανδία, αλλά φανζίν.

Στην ψηιφιακή εποχή μας μού λείπει η αίσθηση, η μυρωδιά και η αυθεντικότητα του μουσικού εντύπου.

Έχεις απόλυτο δίκο, Γιάννη. Διασκεδάζαμε τόσο, σε καθημερινή βάση.

Ο τύπος από το φαν κλαμπ μας, λοιπόν, έστειλε το ντέμο μας, και σε μερικές εβδομάδες είχαμε προσφορές από ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες.

Τα περισσότερα μέλη της μπάντας λάτρευαν την ιδέα να βγάλουμε δίσκο, κι έτσι προέκυψε το ντεμπούτο των Warlock το 1983-84. Έκτοτε, όπως πιθανόν ξέρεις, ακολούθησαν και άλλοι δίσκοι. Βρεθήκαμε στον σωστό χρόνο στο σωστό μέρος.

Ανέκαθεν ήθελα να δημιουργώ ενδυναμωτική μουσική με πολλή ενέργεια.. Για μένα, το heavy metal είναι η ελευθερία να κάνω ό,τι νιώθω και θέλω να πω, χωρίς να συγκρατούμαι.

Υπήρξαμε κομμάτι της heavy metal σκηνής χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Απλώς κάναμε αυτό το οποίο θέλαμε. Ήθελα δυνατές, θορυβώδεις, ψυχωμένες καταστάσεις που να καλύπτουν όλο το εύρος της ανθρώπινης φύσης.

Θεωρώ αξιοθαύμαστο το ότι κατάφερες να διεκδικήσεις και να κατακτήσεις τον χώρο σου ως γυναίκα σε ένα πολύ ανδροκρατούμενο μουσικό είδος και σε μια εξαιρετικά ανδροκρατούμενη βιομηχανία.

Πού αποδίδεις αυτήν την έκβαση, αυτό το επίτευγμα από πλευράς σου σε εκείνη, την πρώτη περίοδο, αλλά και στα κατοπινά χρόνια;

Γιάννη, ποτέ δε σκέφτηκα πως ήμουν κοπέλα, Ήμουν απλώς η τραγουδίστρια των Warlock, έκανα ό,τι αισθανόμουν και πάντα έδινα το 110% των δυνάμεών μου.

Ήταν πολύ δύσκολο να παλέψεις για να βγάλεις έναν δίσκο, να πας σε περιοδεία. Απαιτούσε σκληρή δουλειά.

Ως γυναίκα, πάντα με υποστήριζαν ένας σωρός σπουδαίοι άνθρωποι, όπως ο Lemmy ή o Dio. Η πρώτη μου περιοδεία ήταν με τους Judas Priest.

Μόνο πολύ αργότερα εντυπωσιάστηκα όταν διάφοροι άνθρωποι μου επεσήμαναν ότι ήμουν η πρώτη γυναίκα τραγουδίστρια heavy metal συγκροτήματος επί σκηνής.

Το να είσαι μουσικός είναι πάντα ένας αγώνας. Δεν έχει σημασία αν είσαι άντρας ή γυναίκα ή ποια είναι η καταγωγή σου. Με κάθε τραγούδι, κάθε δίσκο, κάθε περιοδεία βάζεις το κεφάλι σου στον ντορβά.

Επιπλέον, πάντα είχα εξαιρετική σχέση με τους φαν.

Θα στο ρωτούσα, επειδή ακριβώς μπορεί αυτή η σχέση να σε βοήθησε να διασφαλίσεις τη θέση σου.

Θα σου πω μια μικρή ιστορία.

Όταν κάναμε πρόβες με τους Snakebite, τα μισά μέλη τους με ήθελαν ως τραγουδίστρια. Αυτό ήθελαν και οι φαν οι οποίοι άραζαν στον χώρο των προβών και τον κατέκλυζαν, διασκέδαζαν και έκαναν head-banging.

Ο χώρος αυτός βρισκόταν σε ένα παλιό εργοστάσιο, όπου επίσης έκαναν πρόβες πεντακόσια συγκροτήματα.

Κι έτσι, έγινα η τραγουδίστρια της πρώτης μου μπάντας. Μεταπείστηκαν, επίσης, και τα μέλη των Snakebite τα οποία είχαν αρχικά αντίθετη γνώμη. Μόνο για δύο ημέρες χρειάστηκε να αποδείξω ποια ήμουν.

Είναι, εξάλλου, διασκεδαστικό να αποδέχεσαι την πρόκληση και να δίνεις όλο σου το είναι.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο συναίσθημα, το καλύτερο στον κόσμο. Έπειτα, μπορείς να κοιμηθείς καλά, επειδή δούλεψες σκληρά όλη την ημέρα - για τον εαυτό σου, για την μπάντα, για μια συναυλία. Εξουθενωμένος, αλλά αυτή είναι η ανταμοιβή σου.

Μετά, έχεις έμπνευση και κίνητρο να βγεις στη σκηνή την επόμενη ημέρα και να τα πας καλύτερα, να δίνεις το καλύτερο σόου κάθε βραδιά.

Δεν ταιριάζει, όμως, σε όλους αυτή η συνθήκη. Είναι πολύ απαιτητική για το μυαλό και για το σώμα σου.

Κάποια μέλη ενός από τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχα μου είπαν σε κάποια φάση ότι δεν αντέχουν άλλο, πως ήθελαν να γυρίσουν σπίτι τους για να ξεκουραστούν.

Εγώ, ωστόσο, ζω για τη μουσική και ποτέ δεν είχα την πρόθεση να κάνω οικογένεια.

Δε σου έχει λείψει κάτι τέτοιο;

Όχι.

Οι φαν, το συγκροτήματα το συνεργείο της περιοδείας είναι η οικογένειά μου, και τους φροντίζω. Μου λείπουν τα κατοικίδια, όμως. Λατρεύω τα άλογα και τα σκυλιά. Έχω και πολλούς φίλους, ενώ συνδράμω διάφορες οργανώσεις.

Έχοντας κυκλοφορήσει τουλάχιστον είκοσι άλμπουμ μέχρι σήμερα, ποια είναι η μεγαλύτερη δημιουργική πρόκληση την οποία έχεις αντιμετωπίσει όλα αυτά τα χρόνια;

Θεωρούσα πως το heavy metal θα είχε πάντα ανοδική πορεία, οπότε η ανάληψη των ηνίων από το grunge τη δεκαετία του 1990 αποτέλεσε ένα σοκ.

Πήγα, λοιπόν, σε μια αμερικανική δισκογραφική εταιρεία με υλικό για έναν δίσκο, πολλές ιδέες για βίντεο, και θεωρώντας ότι θα προέκυπταν πολλά χιτ σινγκλ.

«Θα είναι grunge, όμως;» με ρώτησαν. Η μονολεκτική μου απάντηση ήταν «όχι». «Επομένως, δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε τον δίσκο», μου είπαν. «Θα πρέπει να τον ακούσετε», αντέδρασα.

«Αν δεν ηχεί σαν grunge, δεν μπορούμε να τον βγάλουμε», επέμειναν.

Κατά τη γνώμη σου ως μουσικού, τραγουδίστριας και ακροάτριας, έχει στις μέρες μας το heavy metal κάτι -ή πολλά- να προσφέρει;

Από το 2000 και εξής βρίσκεται ξανά σε ανοδική πορεία, είναι πλέον σχεδόν όσο σπουδαίο ήταν στη δεκαετία του ’80.και είναι εκπληκτικό να είμαι κομμάτι του. Όλα τα metal φεστιβάλ είτε είναι sold out, είτε πηγαίνουν πολύ καλά.

Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι ακόμα. Το Warriors of the Sea, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σου, είναι εμπνευσμένο από τους/αφιερωμένο στους πειρατές.

Πού οφείλεται η τρυφερότητά σου απέναντι στους πειρατές και τους πολεμιστές, γενικότερα;

Πάντοτε διαπνεόμουν από μαχητικό πνεύμα, από την ανάγκη να μάχομαι για όσα πιστεύω, για όσα αξίζουν τον κόπο.

Ανέκαθεν, επίσης, ήθελα να διοργανώσω μια heavy metal κρουαζιέρα, κάτι το οποίο κατάφερα για πρώτη φορά πέρυσι στον Ρήνο, στη Γερμανία. Ντυθήκαμε, μάλιστα, με πειρατικές στολές, όπως και κάποιοι και κάποιες από τους/τις φαν.

Το καινούριο μου άλμπουμ, το οποίο θα τιτλοφορείται Wild at heart, θα κυκλοφορήσει στις 11 Δεκεμβρίου και σίγουρα θέλω να παίξω κάποια από τα τραγούδια του και στις συναυλίες στην Ελλάδα. Πρώτα, όμως, θα κυκλοφορήσουν κάποια σινγκλ.

Τα λέμε στην Ελλάδα, λοιπόν.

Θα έρθεις σε κάποια από τις συναυλίες;

Ζω στην Αθήνα, οπότε θα έρθω στις 9 Οκτωβρίου.

Ευχαριστώ θερμά τον Markus Müller, μάνατζερ της Doro Pesch, για την καθοριστική συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η Doro Pesch εμφανίζεται ζωντανά την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου στο Fuzz Club (Πειραιώς 209 & Πατριάρχου Ιωακείμ 1, Ταύρος).

Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου «μετακομίζει» στη Θεσσαλονίκη, στο Principal Mylos Complex (Ανδρέα Γεωργίου 56).



Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Anneke van Giersbergen: «Είμαι πιο νοσταλγική από όσο συνήθιζα να είμαι»

 

Anneke van Giersbergen (Φωτογραφία: Mark Uyl)

Από τα σημαντικότερα metal (και όχι μόνο) συγκροτήματα, οι Ολλανδοί The Gathering γιορτάζουν τα 30 χρόνια του θρυλικού Mandylion και έρχονται για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (24 και 26 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα).

Μια συζήτηση με την Anneke van Giersbergen, την τραγουδίστρια που καθόρισε τη φυσιογνωμία του γκρουπ, για τη μουσική, τη ζωή, τη νοσταλγία και τον θάνατο.

Είτε ως soprano είτε ως mezzo-soprano, διαθέτεις μια από τις πιο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης μουσικής. Πότε συνειδητοποίησες για πρώτη φορά την κλίση σου;

Δεν είμαι και τόσο βέβαιη.

Από μικρή λάτρευα τη μουσική και το τραγούδι και είχα παρατηρήσει από την εμπειρία μου ότι είχα καλή φωνή, οπότε είχα συνειδητοποιήσει πως αυτός ήταν σίγουρα ένας καλός λόγος να συνεχίσω να κάνω μουσική.

Υπήρξε μια αποφασιστική στιγμή κατά την οποία το συνειδητοποίησες;

Όχι ακριβώς.

Όταν, όμως, πήγα σε ειδικό σχολείο σε ηλικία δεκατριών-δεκατεσσάρων χρονών, παραδίδονταν μαθήματα μουσικής και ο δάσκαλος μού είπε ότι έχω την καλύτερη φωνή στην τάξη και πως έπρεπε να κάνω μαθήματα φωνητικής για να τη βελτιώσω.

Έκτοτε, είχα πλέον συνειδητοποιήσει ότι έχω καλή φωνή, πως θέλω να κάνω κάτι με αυτήν στη ζωή μου και άρχισα να τη δουλεύω. Σε κάθε περίπτωση, ήμουν πολύ νέα.

Πώς καταφέρνεις να «κατοικείς» κάθε μουσικό είδος με το οποίο καταπιάνεσαι;

Δεν το πολυσκέφτομαι, υποθέτω. Βασίζομαι πολύ στο συναίσθημα. Η καρδιά μου βρίσκεται στo metal και στο progressive rock.

Μερικές φορές, όταν ακούω ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής, αναρωτιέμαι: «Δε θα ήταν ωραίο να το τραγουδούσα;» Και απλά το κάνω.

Το ίδιο συμβαίνει όταν μου προτείνεται να συμμετάσχω σε ένα καινούριο πρότζεκτ, εφόσον νιώθω ότι μπορώ να αφιερώσω τον εαυτό μου και τη δημιουργικότητά μου σε αυτό.

Όταν εισήλθες στο «σύμπαν» των The Gathering, αισθάνθηκες ευπρόσδεκτη σε αυτό - αλλά και στον κόσμο του metal, εν γένει;

Ασφαλώς. Έψαχναν τραγουδίστρια και θεώρησαν πως η φωνή μου ταίριαζε άριστα με το είδος μουσικής που έπαιζαν. Μου ζήτησαν, λοιπόν, να τραγουδήσω και αμέσως υπήρχαν καλές δονήσεις.

Το κοινό της metal μουσικής, ωστόσο, δεν ήταν εξοικειωμένο με την παρουσία πολλών γυναικών τραγουδιστριών.

Οπότε, στις πρώτες μας συναυλίες ήταν απρόθυμο και αρκετά έκπληκτο να ακούει μουσική που ήταν σχεδόν doom metal και βασισμένη στα πλήκτρα τραγουδισμένη από γυναίκα. Χρειάστηκε, επομένως, λίγο χρόνος για να συνηθίσει στο σοκ!

Όταν, όμως, συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζαμε τους στίχους και τη μουσική, κερδίσαμε πολύ σεβασμό.

Πέρα από την απροθυμία και την έκπληξη που βίωνε το metal κοινό στη θέα μιας γυναίκας τραγουδίστριας, υπήρχε κι ένα στοιχείο σεξισμού στη στάση του στην Ολλανδία των eighties;

Υπήρχαν τύποι οι οποίοι φώναζαν.

Σε κάθε εργασιακό χώρο συναντάς άντρες που δε δείχνουν σεβασμό στις γυναίκες, ωστόσο. Ήταν παρόντες, επομένως, και στον χώρο του metal, αλλά όχι σε τόσο έντονο βαθμό.

Στο μουσικό είδος το οποίο υπηρετούσαμε και υπηρετούμε, το progressive metal, το κοινό σέβεται πολύ τους/τις καλούς/καλές μουσικούς. Αλλά, όπως προείπα, πάντα υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες και θα κάνουν ανόητα σχόλια.

Όντας -πέρα από τραγουδίστρια και κιθαρίστρια- και στιχουργός, πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις διαφορετικές ιδιότητες τις οποίες φέρεις;

Συνήθως, η σύνθεση της μουσικής συμβαδίζει με τη συγγραφή των στίχων. Μερικές φορές μπορεί να προηγείται η μελωδία, άλλες οι στίχοι.

Οι συναυλίες είναι η εμπειρία την οποία απολαμβάνω περισσότερο, επειδή μπορώ να προσφέρω στο κοινό τα πάντα την ίδια στιγμή, αναδημιουργώντας τους στίχους και τη μελωδία.

Γενικά, μου αρέσει να γράφω στίχους, και τους γράφω μόνη μου. Κατόπιν, ενορχηστρώνουμε εκ νέου τις συνθέσεις με τους εκάστοτε συνεργάτες μου.

Το εμβληματικό Mandylion βρίσκεται στην «καρδιά» της εν εξελίξει περιοδείας σας ως σχήματος. Πώς ερμηνεύεις τη διαχρονική απήχησή του, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του;

Μας ζεσταίνει την καρδιά που τόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να το ακούνε.

Νομίζω πως αφήσαμε ένα αποτύπωμα σε αυτήν την εποχή του heavy metal των δεκαετιών των eighties και των nineties. Για εμάς, ως δημιουργούς και μουσικούς, είναι πολύ ωραίο να βλέπουμε τόσους ανθρώπους στις συναυλίες μας.

Εκτός από τη συνεργασία σου με τους The Gathering, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες/άλλες καλλιτέχνιδες, έχεις και μια λαμπρή προσωπική σταδιοδρομία.

Το άλμπουμ σου The Darkest Skies Are The Brightest, ειδικότερα, συγκαταλέγεται στα κορυφαία και πιο προσωπικά σου. Θα ήθελες να εμβαθύνεις στην αφετηρία της δημιουργίας του;

Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι όντως αρκετά προσωπικό για μένα.

Είχα αρχίσει να συνθέτω «βαριά» τραγούδια για ένα καινούριο πρότζεκτ μου.

Αποφάσισα, ωστόσο, να ακολουθήσω τη διαίσθηση και τα συναισθήματά μου, κι έτσι αυτό το άλμπουμ «κύλησε» από μέσα μου. Ήταν ακουστικό, πιο «απαλό», με αυθεντικούς στίχους και αυθεντική δημιουργικότητα.

Δεν ήξερα αν θα αρέσει στο κοινό, αλλά έγινε πολύ ευνοϊκά δεκτό και είναι ένας από τους πιο ειλικρινείς δίσκους τους οποίους έχω κάνει. Είμαι πολύ ευτυχής που βγήκε έτσι.

Το La Vie, La Mort, L’Amour, το επικείμενο άλμπουμ σου, είναι εξίσου προσωπικό, με την έννοια ότι αναφέρεται σε αγαπημένους σου ανθρώπους τους οποίους έχεις χάσει, αν κατάλαβα σωστά.

Όντως είναι έτσι. Αφορά στη ζωή, τον θάνατο και την αγάπη. Καθώς μεγαλώνουμε, όλοι χάνουμε ανθρώπους.

Πρόκειται για μια πολύ αληθινή συνθήκη. Έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτήν, αναλογιζόμενη και τη δική μου ζωή, αλλά και τον δικό μου θάνατο. Ξέρω πως πολλοί άνθρωποι βιώνουν τέτοια συναισθήματα και κάνουν τέτοιες σκέψεις. Δεν είμαι η μόνη.

Κι όταν γράφεις και τραγουδάς για τέτοια ζητήματα, οι άνθρωποι σού ανοίγονται και μοιράζονται πράγματα μαζί σου. Αυτό ανακάλυψα.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι, επίσης, εξαιρετικά ειλικρινές. Ακούγοντάς το, το κοινό κατανοεί από πού προέρχομαι, πού βρίσκομαι και προς τα πού οδεύω.

Δημιουργείται, συνεπώς, ένας ξεχωριστός δεσμός με τους ακροατές και τις ακροάτριες. Κι αυτό είναι όμορφο.

Ένας τέτοιος δεσμός δημιουργήθηκε και με εμένα ως ακροατή, καθώς έχασα και τους δύο γονείς μου το 2024 από καρκίνο.

Λυπάμαι πολύ!

Είσαι συμφιλιωμένη με το σκοτάδι που βρίσκεται μπροστά - ή γύρω μας;

Δύσκολη ερώτηση.

Μου αρέσει η ζωή μου. Κάποιες φορές είναι δύσκολη, άλλες όμορφη και διασκεδαστική. Όλοι οι άνθρωποι θέλουμε να πεθάνουμε σε μεγάλη ηλικία και ευτυχισμένοι.

Όταν, όμως, έχεις παιδιά -έχω έναν γιο είκοσι ενός ετών-, γι’ αυτά φοβάσαι και εκείνα θέλεις να ζήσουν τη ζωή τους. Οπότε είμαι ευτυχισμένη με τη ζωή μου, αλλά θέλω κι ο γιος μου να είναι ευτυχισμένος.

Μιας και ξαναβρεθήκατε με τους The Gathering ενόψει της περιοδείας, υπάρχει περίπτωση να συνθέσετε, να ηχογραφήσετε και να κυκλοφορήσετε κάτι καινούριο ως συγκρότημα;

Δεν έχουμε κανένα σχέδιο. Οι The Gathering θα συνεχίσουν με ό,τι έχουν κατά νου, κι εγώ με τις δικές μου περιοδείες.

Θέλαμε να γιορτάσουμε τα τριάντα χρόνια του Mandylion, και θα ολοκληρώσουμε την περιοδεία μας τον Ιανουάριο του 2027 με μια τεράστια συναυλία στο Άμστερνταμ, όπου θα παίξουμε το Mandylion, αλλά και το Nighttime Birds.

Το αγαπώ κι αυτό.

Σε ευχαριστώ! Είναι ένας ξεχωριστός δίσκος και για εμάς, και μάς τον ζητάει το κοινό στις συναυλίες.

Μιλήσαμε αρκετά (και) για το παρελθόν. Αισθάνεσαι καθόλου νοσταλγία για ανθρώπους, τόπους, καταστάσεις;

Αρκετή. Παλιότερα δεν ένιωθα έτσι. Αλλά τώρα, με την περιοδεία και εξαιτίας του ότι μεγαλώνουμε λιγάκι και αποκτούμε οικογένειες, ανατρέχω στο παρελθόν περισσότερο. Αυτές οι αναμνήσεις είναι και διασκεδαστικές.

Ακούω πολύ heavy metal και progressive rock από τα eighties στο αυτοκίνητο και τα λατρεύω. Αλλά ναι, είμαι πιο νοσταλγική από όσο συνήθιζα να είμαι.

Ανά διαστήματα, επιστρέφεις συναυλιακά στην Ελλάδα. Πόσο συνδεδεμένη αισθάνεσαι με το ελληνικό και το αθηναϊκό κοινό;

Είστε πολύ παθιασμένοι/παθιασμένες με την τέχνη, τη μουσική, την ποίηση. Είναι, λοιπόν, πολύ ξεχωριστό να παίζω ενώπιον ανθρώπων οι οποίοι τρέφουν τέτοιο σεβασμό για την τέχνη.

Πέραν αυτού, αγαπώ την ελληνική κουζίνα και τον καιρό στη χώρα!

Ανυπομονώ για τη συναυλία σε έναν τόσο όμορφο χώρο όπως το Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού στις 26 Σεπτεμβρίου.

Τα λέμε τότε, λοιπόν.

Υπέροχα!

Ευχαριστώ θερμά τον Jim Kotsis για την καθοριστική συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης με την καλλιτέχνιδα.

Οι The Gathering, με την Anneke van Giersbergen στα φωνητικά, εμφανίζονται ζωντανά στη Θεσσαλονίκη στις 24 Σεπτεμβρίου (Μονή Λαζαριστών) και στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου (Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού).

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:00.



Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ηans Rutten (The Gathering): «Δε νομίζω ότι έχουμε πραγματική σύνδεση με το μέινστριμ»

 

The Gathering (Φωτογραφία: Gema Perez)

Εκ των σημαντικότερων metal (και όχι μόνο) συγκροτημάτων, οι Ολλανδοί The Gathering γιορτάζουν τα 30 χρόνια του θρυλικού Mandylion και έρχονται για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (24 και 26 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα).

Ενόψει των συναυλιών, κουβεντιάζουμε με τον Hans Rutten, ντράμερ και ιδρυτικό μέλος του γκρουπ.

Το όνομα των The Gathering προέρχεται από τo πρώτo Highlander.

Είχατε συγκεκριμένες φιλοδοξίες όταν ξεκινήσατε αυτό το ταξίδι - ή ακόμα και την επιθυμία να γίνετε «αθάνατοι» μέσα από τη μουσική σας, όσον αφορά την κληρονομιά που θα αφήνατε πίσω;

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση!

Πράγματι, όταν γράφαμε τη μουσική μας, σκεφτόμασταν πάντα πώς θα διαρκούσαν αυτά τα τραγούδια και αν θα άντεχαν στη δοκιμασία του χρόνου. Πώς, επομένως, κατά κάποιον τρόπο, η μουσική μας θα είναι αθάνατη.

Και πάντα αγαπούσαμε συγκροτήματα με πλούσια και αξιόλογη δισκογραφία, όπως οι Rush ή οι Pink Floyd. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα θέλαμε να πετύχουμε κι εμείς.

Το Always..., το ντεμπούτο σας από το 1992, θεωρείται ορόσημο του death/doom metal και συγκαταλέγεται στα πρώτα άλμπουμ του gothic metal. Πού οφείλεται η αγάπη σας για αυτό το είδος (αρχικά ως ακροατές και αργότερα ως μουσικοί);

Τα εύσημα ανήκουν στα άλμπουμ Into the Pandemonium των Celtic Frost και Gothic των Paradise Lost. Αυτά τα δύο ήταν πειραματικά άλμπουμ που γεφύρωναν διαφορετικά είδη και άνοιξαν τον δρόμο για την απαρχή των The Gathering.

Πιστεύω όντως ότι το Always... δεν έχει και τόση σχέση με το death metal, εκτός φυσικά από τα φωνητικά. Για μένα, πρόκειται για έναν ατμοσφαιρικό doom metal δίσκο.

Ωστόσο, η «στρατολόγηση» της Anneke van Giersbergen και το Mandylion -την 30ή επέτειο του οποίου γιορτάζετε κατά τη διάρκεια της περιοδείας- ήταν αυτά που σηματοδότησαν την καθοριστική άνοδο του συγκροτήματος.

Πόσο καθοριστική -αν όχι διαμορφωτική- υπήρξε η συμβολή της Anneke στην εξέλιξη του συγκροτήματος, τόσο σε μουσικό και φωνητικό όσο και σε στιχουργικό επίπεδο,

Η άφιξη της Anneke άλλαξε τα πάντα. Η μουσική μας έγινε πιο διαυγής και, σε μουσικό επίπεδο, δίναμε στα φωνητικά όλο τον απαραίτητο χώρο.

Ήμασταν ένα underground συγκρότημα και ξαφνικά γίναμε διεθνές σχήμα, με ένα σινγκλ στα εθνικά ολλανδικά charts (Strange Machines).

Πώς αντιμετωπίσατε τυχόν αρνητικές αντιδράσεις από πιθανούς σεξιστές «πιουρίστες» της metal σκηνής εκείνη την εποχή;

Ξέραμε ότι κάποιοι θα είχαν πρόβλημα με μια γυναίκα τραγουδίστρια σε metal συγκρότημα, ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά δε δώσαμε ιδιαίτερη σημασία.

Λυπάμαι τους φανατικούς. Πάντα υπάρχουν αντιδράσεις, αν περιηγηθείς στο Διαδίκτυο.

Πώς ερμηνεύεις τη διαχρονική απήχηση του άλμπουμ σε ακροατές διαφορετικών γενεών και μουσικών προτιμήσεων;

Είναι κάτι για το οποίο είμαστε όλοι περήφανοι, κι εγώ ο ίδιος. Παραμένει ζωντανό. Ο κόσμος εξακολουθεί να ακούει το άλμπουμ και αυτό συνεχίζει να συγκινεί τους ανθρώπους.

Είδαμε πολλούς νέους, παιδιά γονιών που μας έβλεπαν να παίζουμε τη δεκαετία του 1990. Είναι κάτι για το οποίο είμαστε πραγματικά περήφανοι.

Γενικά, ως συγκρότημα επιδεικνύετε μια αξιομνημόνευτη –ίσως και ασυνήθιστη– δημιουργική ανησυχία, ενσωματώνοντας στην πορεία ποικίλα στοιχεία στον ήχο σας. Τι είναι αυτό που την πυροδοτεί;

Πιστεύω ότι έχουμε ευρύ προσανατολισμό, τόσο μουσικά όσο και ως προς τη στάση μας απέναντι στη ζωή.

Μας προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ικανοποίηση το να μην κυκλοφορούμε κάθε φορά τον ίδιο δίσκο, αλλά να αναζητούμε νέες ιδέες, νέα μονοπάτια και πειραματισμούς.

Είχαμε ήδη αυτό το πάθος όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα το 1989. Είναι κομμάτι τού ποιοι είμαστε.

Το Beautiful Distortion, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας μέχρι σήμερα, είναι μια ανάλαφρη, ονειρική δημιουργία που συνδυάζει την electropop και τη shoegaze, χάρη εν μέρει στα υποβλητικά φωνητικά της Silje Wergeland.

Ως συγκρότημα, πώς έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου η σχέση σας με το μέινστριμ;

Δε νομίζω ότι έχουμε πραγματική σύνδεση με το μέινστριμ, ή με οποιοδήποτε κίνημα, για την ακρίβεια. Είναι ένα ταξίδι το οποίο συνεχίζεται αδιάκοπα· δεν υπάρχει ουσιαστικά τελικός προορισμός.

Απλώς αρχίζουμε να γράφουμε και, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, αναδύονται διάφορες ιδέες. Επίσης, δεν πρόκειται για μια διαδικασία πάνω στην οποία προβληματιζόμαστε ιδιαίτερα βαθιά.

Πολύ νερό έχει κυλήσει κάτω από το (μουσικό) σας «αυλάκι» από την εποχή του Always...

Ανατρέχοντας σε μια πορεία εκτεινόμενη σε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, υπάρχουν μουσικά μονοπάτια τα οποία δεν έχετε εξερευνήσει πλήρως (ή και καθόλου); Με λίγα λόγια, πού μπορεί να σας βρει το μέλλον;

Υπάρχουν πάντα ορισμένες γωνιές του μουσικού σύμπαντος τις οποίες δεν έχουμε εξερευνήσει ακόμα.

Ωστόσο, δε νομίζω ότι διαφαίνεται κάποιο νέο άλμπουμ στον ορίζοντα.

Το συγκρότημα αυτή τη στιγμή δεν έχει τραγουδιστή· μετά τον Ιανουάριο του 2027, η Anneke θα συνεχίσει τη σόλο καριέρα της, κι εμείς θα «παγώσουμε» τη δραστηριότητά μας ως συγκρότημα.

Δεν έχουμε ιδέα προς το παρόν για το πώς θα προχωρήσει το συγκρότημα. Ποιος ξέρει, αν ευθυγραμμιστούν τα άστρα... Αλλά αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχουν σχέδια.

Τουλάχιστον από γεωγραφικής άποψης, η περιοδεία σας θα σας φέρει στις 26 Σεπτεμβρίου και στο υπέροχο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού.

Πιθανότατα γνωρίζετε ότι έχετε ένα αφοσιωμένο κοινό στην Ελλάδα. Πώς αλληλεπιδράτε μαζί του, τόσο πάνω όσο και έξω από τη σκηνή;

Ανυπομονούμε πραγματικά να έρθουμε στην Ελλάδα! Είναι μια χώρα με την οποία μάς συνδέει ανέκαθεν ένας πολύ ισχυρός δεσμός και όπου νιώθουμε πάντα σαν στο σπίτι μας.

Αποτελεί μεγάλη τιμή για εμάς το γεγονός ότι θα μπορέσουμε να εμφανιστούμε σε ένα τόσο όμορφο θέατρο. Ελπίζουμε να σας δούμε όλους εκεί!

Ευχαριστώ θερμά τον Hans Rutten για τον χρόνο του εν μέσω περιοδείας και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Gathering εμφανίζονται ζωντανά στη Θεσσαλονίκη στις 24 Σεπτεμβρίου (Μονή Λαζαριστών) και στις 26 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα (Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού).

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:00.