Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόστα Ρίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόστα Ρίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Valentina Maurel: «Το σεξ είναι προβληματικό θέμα για συζήτηση στην Κόστα Ρίκα»

 

Valentina Maurel (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βίαιο, ερωτικό και πολιτικοποιημένο, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας της Κοσταρικανής/Γαλλίδας Valentina Maurel Έχω ηλεκτρισμένα όνειρα είναι (κάτι παραπάνω) από μια ταινία ενηλικίωσης. Και σε «ηλεκτρίζει».

Προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 63ου ΦΚΘ (12 και 13 Νοεμβρίου) παρουσία της σκηνοθέτριας. Κουβεντιάζοντας μαζί της.

Γιατί, λοιπόν, είναι -ή μπορούν να είναι- τα όνειρα ηλεκτρισμένα;

Σχεδόν δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτόν τίτλο γιατί φοβόμουν ότι οι θεατές θα νόμιζαν πως πρόκειται για ταινία βασισμένη σε νουβέλα του Φίλιπ Κ. Ντικ.

Στην πραγματικότητα, είναι ένας στίχος από πραγματικό ποίημα που προϋπήρχε του φιλμ.

Το είχες αναφέρει στο Q&A μετά την προβολή της ταινίας στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου την παρακολούθησα. Συνδέεται και με τον ρυθμό της, σε «ηλεκτρίζει».

Θεώρησα ότι μπορούσε να μιλήσει για την ανεξέλεγκτη ένταση της ζωής. Ήταν, εξάλλου, και τμήμα του ποιήματος, οπότε σκέφτηκα πως δεν πείραζε να τον αφήσω ως είχε.

Είναι, πάντως, αστείο ότι τα φιλμ μερικές φορές λειτουργούν ως αποτέλεσμα διαισθητικών αποφάσεων.

Ποιος συνέγραψε αυτό το ποίημα, λοιπόν;

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω πως η ταινία δεν είναι αυτοβιογραφική.

Δε χρειάζεται, άλλωστε.

Το ποίημα, όμως, γράφτηκε από τον πατέρα μου και αποτελεί σύνθεση δύο ποιημάτων του, τα οποία επεξεργάστηκα λιγάκι.

Διάβαζες πολλή ποίηση ως παιδί ή έφηβη; Ή πρόκειται για κάτι που συνέβη σταδιακά αργότερα;

Δε διάβαζα ποίηση. Με τρόμαζε, καθώς και οι δύο γονείς μου έγραφαν ποίηση- κυρίως η μητέρα μου. Θα μάθαινα υπερβολικά πολλά πράγματα για εκείνους αν διάβαζα τα ποιήματά τους. Ένιωθα την ποίηση ως κάτι υπερβολικά προσωπικό.

Μια μέρα, όταν πια ήμουν έφηβη, απλώς συνέβη: άρχισα να διαβάζω πολλή ποίηση. Βορειοαμερικανική ποίηση, για κάποιον παράξενο λόγο, την αισθανόμουν πιο απόμακρη.

Κάθε έφηβη/έφηβος διαβάζει Σύλβια Πλαθ. Έπειτα διάβασα Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς. Η ανακάλυψη της λατινοαμερικανικής ποίησης προέκυψε αργότερα.

Πώς εισήλθε το σινεμά στη ζωή σου; Κατόπιν, να υποθέσω;

Όχι, πριν. Η σύζυγος του πατέρα μου ήταν παραγωγός, οπότε ήμουν κοντά της κατά τη διάρκεια της παραγωγής, κι έτσι ανακάλυψα τον κόσμο του κινηματογράφου.

Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ν’ ανακαλύπτω ταινίες, κι αυτό συνέβη μέσω της Τηλεόρασης.

Η Κόστα Ρίκα δεν έχει πολλά σινεμά και το τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν είναι και τόσο καλό, έτσι είχαμε καλωδιακή.

Σ’ ένα κανάλι προβάλλονταν παράξενα φιλμ μετά τα μεσάνυχτα. Έμενα ξάγρυπνη και παρακολουθούσα δουλειές του Τζον Γουότερς και του Βέρνερ Χέρτσογκ.

Όταν βλέπεις τέτοιες ταινίες στα δεκαέξι σου, συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο.

Θα περίμενα να είχες εισαχθεί στον κινηματογράφο μέσω της παρακολούθησης φιλμ σε σινεμά ή σε φεστιβάλ. Δυστυχώς, η Κόστα Ρίκα δεν είναι φημισμένη για τη φιλμική παραγωγή της.

Η κατάσταση βελτιώνεται.

Είσαι Κοσταρικανή και Γαλλίδα. Γεννήθηκες στην Κόστα Ρίκα και στη συνέχεια μετακομίσατε στην Ευρώπη;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κόστα Ρίκα κι έφυγα στα δεκαεννιά μου. Ασφαλώς είχα επισκεφτεί τη Γαλλία και φοιτούσα στο Γαλλικό Σχολείο. Έχω δύο κουλτούρες. Έχω προσπαθήσει να επιστρέψω στην Κόστα Ρίκα, αλλά δε λειτουργεί.

Είμαι Ευρωπαία τώρα.

Τι δε λειτουργεί; Με ποια έννοια δε νιώθεις στο σπίτι σου όταν ταξιδεύεις στην Κόστα Ρίκα ή μένεις για κάποιο διάστημα εκεί;

Είναι παράξενο να φεύγεις από μια χώρα λίγο μετά την ολοκλήρωση της εφηβείας σου, γιατί ενηλικιώνεσαι κάπου αλλού κι όταν επιστρέφεις αισθάνεσαι πως καθετί είναι κοινότοπο.

Επιπρόσθετα, ήταν δύσκολο να βρω δουλειά στην Κόστα Ρίκα. Ως σκηνοθέτρια, είναι καλύτερα να πηγαίνω στη χώρα για γυρίσματα. Ίσως μια μέρα καταφέρω να δω την Κόστα Ρίκα όπως είναι στο παρόν.

Αυτό, όμως, που συμβαίνει τώρα είναι ότι τη βλέπω μέσα από τις αναμνήσεις μου.




Ήθελες, επομένως, μέσω της ταινίας σου να αποδώσεις αυτή την αίσθηση της ατμόσφαιρας, των ανθρώπων, των σχέσεων του παρελθόντος, ακόμα κι αν το ίδιο το φιλμ δεν είναι αυτοβιογραφικό;

Είναι ευκολότερο να δεις τη μοναδικότητα των πραγμάτων όταν αισθάνεσαι ξένος.

Να αναφέρω ένα χαζό παράδειγμα: κάθε φορά που επιστρέφω στην Κόστα Ρίκα εντυπωσιάζομαι από την ευγένεια των ανθρώπων. Όποτε μπαίνεις κάπου, λες: «Με την άδειά σας». Είναι σαν ανέκδοτο. Αν ζούσα εκεί, θα το έκανα χωρίς να το παρατηρήσω.

Είναι παράξενο και ποιητικό να μπαίνεις σ’ έναν χώρο ζητώντας άδεια να το κάνεις.

Οπότε το Έχω ηλεκτρικά όνειρα είναι γυρισμένο στην Κόστα Ρίκα, αν και αυτό δεν αναφέρεται ξεκάθαρα. Γιατί αποφάσισες να μην είναι αυτή αναφορά σαφέστερη;

Ήθελα να επιτρέψω στον εαυτό μου να αφηγηθεί μια ιστορία που θα την ένιωθα οικουμενική, ακόμα κι αν εκτυλίσσεται συγκεκριμένα στο Σαν Χοσέ.

Θέλω οι θεατές να προσπαθήσουν να καταλάβουν πού συμβαίνει, γιατί συνήθως έχουν αυτή την προϋπάρχουσα αντίληψη τού πώς μοιάζει η Λατινική Αμερική- και η Κόστα Ρίκα, πιο συγκεκριμένα.

Έχουν κατά νου ένα τροπικό τοπίο, και η παρακολούθηση της ταινίας μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.

Ήθελα, εξάλλου, να «σπάσω» κλισέ και στερεότυπα. Ο Κεντροαμερικανοί σκηνοθέτες ερχόμαστε αντιμέτωποι/-ες με αυτά. Τα ευρωπαϊκά κοινά είναι συνηθισμένα να βλέπουν φιλμ εκτυλισσόμενα είτε σε φτωχές γειτονιές, είτε σε τροπικές τοποθεσίες.

Υπάρχουν και άλλα, ωστόσο. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες προέρχονται από τη μεσοαστική τάξη και έχουν φοιτήσει σε ακριβά σχολεία. Έρχεται μια στιγμή κατά την οποία πρέπει να εξετάσουμε τους εαυτούς μας με κριτικό τρόπο.

Ήθελα να δείξω, λοιπόν, τη λειτουργικότητα του Σαν Χοσέ, που δεν είναι όμορφο, είναι όμως άλλη μια πόλη στον κόσμο. Οι άνθρωποί της βιώνουν πολύ οικουμενικές ιστορίες.

Όντως υπάρχουν αυτά τα στερεότυπα τόσο από την πλευρά των σκηνοθετών όσο και από εκείνη των θεατών. Μια από τις στερεότυπες προσδοκίες του κοινού από τα λατινοαμερικανικά φιλμ είναι ο πολιτικοποιημένος χαρακτήρας τους.

Και το δικό σου είναι. Ο τρόπος ιδίως που η «ηφαιστειώδης» πρωταγωνίστριά σου Daniela Marín Navarro αντιλαμβάνεται και βιώνει το σώμα, τις ανάγκες και τη σεξουαλικότητά της είναι πολύ προσωπικός/υπαρξιακός και συνάμα πολιτικός.

Συμφωνώ, χαίρομαι που το βλέπεις έτσι.

Είναι πολιτικό το να μην προσπαθείς να είσαι πολιτικοποιημένος. Αν σκέφτεσαι το θέμα και το μήνυμα της ταινίας πριν την κάνεις, αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον για μένα.

Όταν αποφάσισα να προσδώσω στη συγκεκριμένη έφηβη σεξουαλική ωριμότητα παρά την αφέλειά της και να «βυθιστώ» στην προσωπική ζωή της -η οικειότητα είναι πάντα πολιτική-, αυτό ήταν πολιτικό για μένα.

Μπορείς να είσαι πιο οικουμενικός και πολιτικοποιημένος αν εστιάζεις συγκεκριμένα στην πραγματικότητα.

Αν και δε θες το φιλμ σου να περιγράφεται ως «ταινία ενηλικίωσης» ή μια δουλειά που αφορά σε ενδοοικογενειακές σχέσεις, τη σχέση πατέρα-κόρης -ή την έλλειψή τους-, είναι και όλα αυτά, και μάλιστα δοσμένα με πολύ αισθητηριακό τρόπο.

Συνδέεται αυτή η προσέγγιση και με την έντονη σωματική παρουσία της πρωταγωνίστριάς σου;

Σκέφτομαι πολύ το σώμα, μου αρέσει να δουλεύω μ’ αυτό  Ήδη από το στάδιο της συγγραφής του σεναρίου μού αρέσει να σκέφτομαι πώς οι χαρακτήρες αισθάνονται με το σώμα τους. Η δουλειά με την κάμερα και το μοντάζ προσαρμόζεται σ’ αυτό.

Οι χαρακτήρες δεν είναι κάτι ψυχολογικό, είναι αυτό που κάνουν, είναι τα σώματά τους. Το σώμα συνιστά το κέντρο αυτού που είναι ο χαρακτήρας.

Φοβόμουν μήπως οι θεατές θεωρούσαν το Κάνω ηλεκτρικά όνειρα απλώς μια ταινία ενηλικίωσης. Τώρα φοβάμαι λιγότερο. Ελπίζω να αντιλαμβάνονται ότι είναι και κάτι άλλο.




Αποτελεί αυτό το φιλμ συνέχεια ή επέκταση της προηγούμενης μικρού μήκους ταινίας σου, Lucía en el limbo;

Είναι. Θα εκπλησσόσουν αν έβλεπες την πρώτη μικρού μήκους μου (Paul est là), γιατί είναι πολύ διαφορετική.

Μερικές φορές διερωτώμαι, όμως, αν όλες οι δουλειές μου αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων. Οπότε δεν ξέρω αν όντως πρόκειται για συνέχεια ή αν πάντα θα μιλάω για παρόμοια θέματα.

Μου αρέσει να μιλάω για ασυνήθιστες οικογενειακές σχέσεις και για τη σεξουαλική οικειότητα, που είναι μια δόμηση του κόσμου από μόνη της.

Το να μιλάς για το σεξ ή να το κάνεις δε θεωρείται στις μέρες μας ταμπού στην κοσταρικάνικη κοινωνία. Βιώνεται ανοιχτά ή υπάρχουν περιορισμοί;

Η Κόστα Ρίκα είναι μια δημοκρατική χώρα με καλό επίπεδο εκπαίδευσης, οπότε υπάρχει η πιθανότητα η τέχνη να μιλήσει για τέτοια ζητήματα. Δεν είναι όπως η Νικαράγουα.

Είναι, όμως, μια «μάτσο» κοινωνία, επομένως πολλά στοιχεία της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης λογοκρίνονται. Το σεξ είναι ένα προβληματικό θέμα για συζήτηση.

Το κοσταρικάνικο κοινό δεν έχει δει την ταινία, άρα δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει. Στη χώρα συνυπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα, εκείνο της τέχνης κι εκείνο της κυβέρνησης και της συντηρητικής κοινωνίας.

Στην Κόστα Ρίκα δραστηριοποιούνται κυρίως γυναίκες σκηνοθέτριες. Επιτρέπουμε στις εαυτές μας να μιλήσουμε για το σεξ. Δεν περιμένουμε να μας δώσει κάποιος άδεια να το κάνουμε. Ούτε υπάρχουν και τόσοι πόροι, άλλωστε.

Πώς εξηγείς, επομένως, το ότι υπάρχουν κυρίως γυναίκες σκηνοθέτριες στην Κόστα Ρίκα;

Μου έχουν κάνει αυτή την ερώτηση μερικές φορές.

Δε χρειάζεται να έχεις μια απάντηση.

Αυτό θα σου έλεγα. Δεν ξέρω, είναι ένα μυστήριο.

Προέρχομαι από μια μητριαρχική οικογένεια. Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα, η γιαγιά μου ήταν δήμαρχος της πόλης. Υπάρχουν δυνατές γυναίκες στη χώρα.

Ακόμα πιο μυστηριώδες είναι πως και εσύ και η Nathalie Álvarez Mesén έχετε κοσταρικάνικο υπόβαθρο, αλλά ζείτε στο εξωτερικό.

Επειδή, όπως είπες νωρίτερα, είναι ευκολότερο να κοιτάζεις την κοινωνία απ’ όπου προέρχεσαι εξ αποστάσεως;

Yπάρχει όντως αυτός ο λόγος.

Ελπίζω, όμως, οι μελλοντικές γενιές να μπορέσουν να ζήσουν, να σπουδάσουν, να δουλέψουν στη χώρα. Εμείς έπρεπε να φύγουμε, γιατί δεν είχαμε πού να σπουδάσουμε. Υπάρχει μόνο μία ιδιωτική κινηματογραφική σχολή, η οποία είναι ακριβή.

Μια τελευταία ερώτηση: σκέφτεται να συνεχίσει με την υποκριτική η πρωταγωνίστριά σου;

Είναι φυσικό ταλέντο. Αυτό που από την αρχή μού άρεσε ήταν ότι ήταν ελεύθερη: δε βρισκόταν στο γύρισμα για τη φήμη ή το σινεμά, αλλά γιατί το απολάμβανε. Θα κάνει αυτό που η επιθυμία της τής υπαγορεύει. Νομίζω πως πρέπει να συνεχίσει!

Η ταινία της Valentina Maurel Έχω ηλεκτρισμένα όνειρα προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσία της σκηνοθέτριας.

H πανελλήνια πρεμιέρα της πραγματοποιείται το Σάββατο 12 Νοεμβρίου (Ολύμπιον, 17:00) και η επαναληπτική προβολή της την Κυριακή 13 Νοεμβρίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 14:00).



Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Nathalie Álvarez Mesén: «Με ενδιαφέρει το πώς η γυναίκα ξεφορτώνεται την πατριαρχία»

 

Nathalie Álvarez Mesén (Φωτογραφία: Esteban Chinchilla)

Μια θρησκευόμενη σαραντάχρονη ανακαλύπτει τον εαυτό της και αφυπνίζεται σεξουαλικά στην ασυνήθιστη, ξεχωριστή ταινία Η Κλάρα μόνη, σε σκηνοθεσία της κοσταρικάνικης καταγωγής Nathalie Álvarez Mesén.

Το φιλμ απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο στο 62ο ΦΚΘ και προβάλλεται στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ wift.gr (24-28 Νοεμβρίου). Μια κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Είσαι σκηνοθέτρια κοσταρικάνικης καταγωγής και σουηδικής υπηκοότητας. Ιδιαίτερο «χαρμάνι», ομολογουμένως! Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το υπόβαθρό σου;

Γεννήθηκα στη Σουηδία, αλλά η μητέρα μου είναι Κοσταρικανή κι ο πατέρας μου Ουρουγουανός. Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών μετακομίσαμε στην Κόστα Ρίκα, όπου έγινα άνθρωπος και πήγα σχολείο.

Έπειτα γύρισα στη Σουηδία για να σπουδάσω θέατρο παντομίμας, σωματικό θέατρο.

Οπότε το θέατρο αποτελεί το σημείο εκκίνησης της ενασχόλησης σου με τις τέχνες.

Στη συνέχεια καταπιάστηκα με τη συγγραφή σεναρίων και έλαβα το master μου στη συγγραφή σεναρίων από το Πανεπιστήμιο Columbia στις Η.Π.Α.

Πώς συναντιούνται αυτοί οι «κόσμοι», του σωματικού θεάτρου και του κινηματογράφου, στην περίπτωσή σου;

Με ενδιαφέρει η εξερεύνηση των λεπτομερειών, και ήθελα να το κάνω με τη βοήθεια της κάμερας.

Από την άλλη, υπήρχε το ζήτημα της γλώσσας.

Μετακομίζοντας στην Κόστα Ρίκα, όπου έκανα πολύ θεατρικό αυτοσχεδιασμό, ξέχασα τα σουηδικά μου.

Στη συνέχεια, μέσα από τις σύντομες ανθρωπολογικές σπουδές μου εντυπωσιάστηκα από τα εθνογραφικά ντοκιμαντέρ που παρακολούθησα, και κατόπιν εγγράφηκα σε κινηματογραφική σχολή για δύο χρόνια.

Τώρα χρησιμοποιώ τα εργαλεία του θεάτρου παντομίμας για να φτιάχνω ταινίες.

Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι πολύ μικρή: και τα δύο έχουν οπτικό χαρακτήρα και είναι προσανατολισμένα στον ήχο.

Το Η Κλάρα μόνη, μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, είναι μια ιστορία για μια γυναίκα στον δρόμο της αυτο-ανακάλυψης και της σεξουαλικής αφύπνισης/απελευθέρωσης.

Και αυτοθεραπείας.

Wendy Chinchilla Araya


Η ενσάρκωση του χαρακτήρα της υποστηρίζεται από την θαυμάσια ηθοποιό Wendy Chinchilla Araya, που δεν είναι καν επαγγελματίας.

Είναι τώρα!

Πού την ανακάλυψες;

Ήξερα ότι υπήρχε από την περίοδο που παρακολουθούσα χορευτικές παραστάσεις.

Όταν την εντόπισα ως συμμετέχουσα σε μια από αυτές, αφότου είχα επιστρέψει στην Κόστα Ρίκα, «έλαμπε» πιο πολύ από κάθε άλλο άτομο.

Δεν μπορείς να σταματήσεις να την παρακολουθείς, και το εύρος των κινήσεών της είναι απίστευτο.

Την κάλεσα για casting, λοιπόν, ήταν η δεύτερη, και την ερωτευτήκαμε. Το αρχικό σενάριο δεν της ταίριαζε, όμως, γιατί αφορούσε σε άτομο νεότερης ηλικίας. Κι έτσι άρχισα να το ξαναγράφω, με εκείνη στο μυαλό μου.

Πολλούς μήνες αργότερα είχαμε στα χέρια μας ένα καλύτερο σενάριο, και στη συνέχεια η Wendy συμμετείχε στο casting των υπόλοιπων χαρακτήρων, τους οποίους βρήκαμε στον δρόμο, σε πανηγύρια ή μέσω Facebook.

Στην Κόστα Ρίκα γυρίστηκε το φιλμ;

Ναι, σχετικά κοντά στην πρωτεύουσα. Η τοποθεσία μοιάζει ακατέργαστη, αλλά δεν ήμασταν στη μέση του πουθενά.

Ήταν σημαντικό για σένα να γίνουν τα γυρίσματα στη χώρα;

Δεν έκανα την ταινία απλά και μόνο για να τη γυρίσω εκεί, αλλά όταν άρχισα να γράφω το σενάριο, ήταν σαφές ότι η πρωταγωνίστρια καταγόταν από την Κόστα Ρίκα.

Μεγάλο μέρος του φιλμ βασίζεται, εξάλλου, σε μνήμες δικές μου όσο και της συν-σεναριογράφου Maria-Camila Arias, η οποία έχει κολομβιάνικη καταγωγή.

Ήθελα, επίσης, να είμαι μέρος της κοσταρικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας, που τώρα αναπτύσσεται. Κι αυτό είναι συναρπαστικό.

Κι ο χαρακτήρας της Κλάρα είναι συναρπαστικός. Σπάνια συναντάμε στη μεγάλη οθόνη χαρακτήρες τόσο ασυνήθιστους, δυσερμήνευτους και περίπλοκους.

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τα ενδιαφέροντα, τις επιθυμίες και την ανάγκη της να ανοιχτεί και να μεταφερθεί κάπου αλλού- κυριολεκτικά και μεταφορικά;

Δύσκολη ερώτηση.

Ο χαρακτήρας της Κλάρα αποτελεί προϊόν επεξεργασίας ενός ερωτηματολογίου στο πλαίσιο των κινηματογραφικών σπουδών μου.

Την ανακάλυπτα για μεγάλο χρονικό διάστημα -πρώτα μόνη μου και στη συνέχεια μαζί με την Wendy-, κι ίσως ακόμα δε γνωρίζω όλα τα μυστικά της.

Σε μεγάλο βαθμό θέλει να σπάσει το «καλούπι» της αγνότητας και των πατριαρχικών παραδόσεων που μας έχουν κληρονομηθεί κοινωνικά- στην περίπτωσή της, πιο πολύ από γυναικεία πρότυπα.

Wendy Chinchilla Araya


Ενδιαφέρον που το επισημαίνεις, γιατί, στην περίπτωση της Κλάρα, η καταπίεση που υφίσταται δεν προέρχεται από άντρες, αλλά κυρίως από την μητέρα της.

Δεν προέρχεται από άντρες, αλλά από μια κοινωνία κυριαρχούμενη από άντρες.

Από μια πατριαρχικά δομημένη κοινωνία.

Ακριβώς. Από το χέρι της μητέρας, αλλά με το μυαλό της πατριαρχίας.

Οπότε αρχίσαμε να την «ανασκάπτουμε» ως χαρακτήρα, και σε έναν βαθμό αποτελεί συμπύκνωση πραγμάτων που όλοι επιθυμούμε.

Βρίσκεται σε μια θέση μέσα από την οποία υποτίθεται πως πρέπει να θεραπεύσει άλλους ανθρώπους, αλλά ποτέ δεν είχε τον χρόνο να θεραπεύσει τον εαυτό της.

Στην ίδια θέση τοποθετούμαστε -όχι αποκλειστικά- ως γυναίκες λόγω της εικόνας της άγιας και άσπιλης μητέρας. Η Κλάρα μοιάζει ακόμα πιο άγια.

Αυτή η αγιότητα αντικατοπτρίζεται και στο λευκό άλογο.

Και οι δύο χαρακτήρες ανακαλύπτουν -ή ανακαλύπτουν εκ νέου- αυτό που πάντα ήξεραν ότι είναι και είχαν καταπιέσει.

Πάντα το ήξεραν, αλλά πρώτα έπρεπε να αποβάλουν όλα τα στρώματα της κοινωνικής καταπίεσης.

Γι’ αυτό και είναι σημαντικό που η ταινία είναι γυρισμένη σε φυσικό περιβάλλον.

Γιατί, λοιπόν, είναι τόσο έντονη η σύνδεση με τη φύση, τη γη, το χώμα;

Ήθελα η ταινία να είναι πολύ γειωμένη. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιθυμίας ήταν και η πρωταγωνίστρια πολύ γειωμένη. Η μόνη συμβιωτική σχέση στη ζωή της είναι με τη φύση και τα ζώα. Μόνο αυτή κι αυτά δεν απαιτούν κάτι από εκείνη.

Στη φύση, εξάλλου, είσαι με τον εαυτό σου, δε χρειάζεται να υποδυθείς κάποιον ρόλο. Γι’ αυτό και νιώθεις τόσο απελευθερωμένη εκεί.

Και αφήνεσαι.

Σε κάποιες κοινωνίες είμαστε πολύ επικεντρωμένες στο να διαχωρίζουμε τον εαυτό και το σώμα μας από τη φύση. Η Κλάρα αντιμετωπίζει τον εαυτό της και τη φύση ως ένα.

Wendy Chinchilla Araya


Η επανασύνδεση με τη φύση αποτυπώνεται στο φιλμ υπέροχα όσο και υπαινικτικά.

Θα ήθελα, όμως, να θίξω το ζήτημα της θρησκείας, μια ακόμα κυρίαρχη αναφορά. Είναι κυρίαρχο στοιχείο και στην καθημερινότητα των Κοσταρικανών;

Η θρησκεία είναι παρούσα ακόμα και σε περιπτώσεις οικογενειών που δεν είναι θρησκευόμενες.

Έχει την τάση να εισχωρεί σταδιακά στις παραδόσεις. Μιας και πρόκειται για πατριαρχική θρησκεία, ξαφνικά οι παραδόσεις είναι πατριαρχικές και οι άνθρωποι δεν τις αντιμετωπίζουν ως θρησκευτικές, αλλά ως κομμάτι της κοινωνίας.

Τώρα, όμως, αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι θέλουν να ξεφύγουν από τη θρησκεία.

Προσωπικά δεν είμαι θρησκευόμενη -είναι η οικογένειά μου-, αλλά σέβομαι πολύ κάποιες πτυχές της θρησκείας και το πώς δημιουργεί κοινότητες.

Στην Κόστα Ρίκα υπάρχει πολύ εντονότερη αίσθηση κοινότητας, σε αντίθεση με τη Σουηδία. Τούτου λεχθέντος, η θρησκεία όντως αναπαράγει πολύ ανθυγιεινές νόρμες.

Προσπαθώ, ωστόσο, να αποτυπώσω τον χαρακτήρα της Κλάρα με σεβασμό και να κάνω ακόμα και θρησκευόμενους ανθρώπους να καταλάβουν γιατί πρέπει να ξεφύγει.

Ήμουν, μάλιστα, πολύ νευρική ενόψει της κοσταρικάνικης πρεμιέρας της ταινίας πριν από δύο εβδομάδες, αλλά στην πραγματικότητα το φιλμ έγινε δεκτό πολύ θετικά και από θρησκευτικές κοινότητες.

Μπορούσαν να καταλάβουν τον διαχωρισμό θρησκείας-πνευματικότητας: η θρησκεία μπλοκάρει και περιορίζει, η πνευματικότητα ανοίγει «πόρτες» και «παράθυρα».

Με συγκίνησε όταν μια γυναίκα σηκώθηκε μετά από κάποια προβολή λέγοντας ότι μια ζωή ντρεπόταν για τη σεξουαλικότητά της ή ένας λευκός ετεροφυλόφιλος πενηντάρης ήταν με δάκρυα στα μάτια, γιατί επίσης συνδέθηκε με κάτι.

Η Κλάρα φαίνεται, πάντως, να δραπετεύει.

Ναι, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι το πώς η γυναίκα ξεφορτώνεται την πατριαρχία που είναι ριζωμένη στο σώμα της.

Χρειάζεται να συντελεστεί αλλαγή μέσα από κάθε γενιά, γι’ αυτό και κάνουμε ταινίες. Το προσπαθούμε εδώ και πολλές γενιές. Η γιαγιά μου «έσπασε» κάποιους κανόνες, η μητέρα μου έκανε τη δική της επανάσταση, κι εγώ τη δική μου.

Αν ποτέ κάνω παιδί, ελπίζω να κάνει την επανάστασή του ακολουθώντας εμένα. Μόνο έτσι θα προοδεύσουμε.

Ποια είναι η κατάσταση στην Κόστα Ρίκα αυτή τη στιγμή όσον αφορά στον τρόπο που το έμφυλο ζήτημα γίνεται αντιληπτό και βιώνεται;

Η έκτρωση είναι ακόμα παράνομη. Ο γάμος μεταξύ ομοφυλόφιλων, ωστόσο, έχει νομιμοποιηθεί.

Όταν έφυγα από την Κόστα Ρίκα στα δεκαοκτώ μου, αυτές οι συζητήσεις δεν είχαν καν ξεκινήσει. Μετά έμαθα για τον φεμινισμό και ότι είχα ζήσει καταπιεσμένη όλη μου τη ζωή.

Η οικογένειά μου από την πλευρά του πατέρα μου είναι φιλελεύθερη, αν και υπερπροστατευτική, γιατί ζούμε σε μια κοινωνία που σκοτώνει τις γυναίκες. Η πλευρά της μητέρας μου είναι πιο θρησκευόμενη.

Πάντως τα πράγματα αλλάζουν, γιατί καθώς οι άνθρωποι εκτίθενται στον κόσμο, γίνονται πιο ανεκτικοί. Αυτό είναι το καλό της παγκοσμιοποίησης, αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτή! Ανοίγει, όμως, «πόρτες» και στο μίσος.

Αυτόν τον καιρό δουλεύεις πάνω στο επόμενο φιλμ σου.

Θα είναι το δεύτερο μέρος μιας ανεπίσημης τριλογίας.

Για τον χαρακτήρα της Κλάρα δουλέψαμε με την Wendy πάνω στον εσωτερικό «λύκο».

Στην επόμενη ταινία μου θα δουλέψω πάνω στον εσωτερικό και τον εξωτερικό «λύκο». Πρόκειται για μια τροπική γοτθική ιστορία εκτυλισσόμενη στην αποικιακή Λατινική Αμερική.

Θίγει ζητήματα πατριαρχίας, ρατσισμού και μισογυνισμού και το πώς κατεδαφίζεις αυτές τις δομές. Οι χαρακτήρες του «σπάνε» τη δραματουργία και αποκτούν επίγνωση.

Η ταινία της Nathalie Álvarez Mesén Η Κλάρα μόνη προβάλλεται στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής του 5ου Φεστιβάλ wift.gr|50/50 Ισότητα και στον Κινηματογράφο (24-28 Νοεμβρίου).

Πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 62ου ΦΚΘ, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής-Αργυρός Αλέξανδρος.



Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Κάρλος Φονσέκα: «Η λογοτεχνία είναι μια πράξη κοσμοπολιτισμού»



Γεννημένος στην Κόστα Ρίκα, μεγαλωμένος στο Πόρτο Ρίκο, σπουδασμένος στις Η.Π.Α. και κάτοικος Λονδίνου, ο πολίτης και συγγραφέας του κόσμου Κάρλος Φονσέκα βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει το παρθενικό του μυθιστόρημα Ο συνταγματάρχης δεν έχει πού να κλάψει.

Τον συναντήσαμε.

Γεννήθηκες στην Κόστα Ρίκα, μεγάλωσες στο Πόρτο Ρίκο, έζησες και σπούδασες στις Η.Π.Α. και τώρα ζεις και διδάσκεις στο Λονδίνο. Πώς αυτά «μεταφράζονται» σε ό,τι είσαι ως άνθρωπος και ως συγγραφέας;

O νομαδισμός, η μετανάστευση είναι ουσιώδη για τη λογοτεχνία, για την αφήγηση ιστοριών. Ποιος λέει ιστορίες, συνήθως; Είτε άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει κι επιστρέφουν για να αφηγηθούν ιστορίες όσων είδαν είτε που έχουν ταξιδέψει στο χρόνο.

Στην περίπτωσή μου, άρχισα να μετακινούμαι από πολύ νεαρή ηλικία. Ο πατέρας μου είναι Κοσταρικανός, η μητέρα μου Πορτορικανή. Όταν, λοιπόν, ήμουν επτά, αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στο Πόρτο Ρίκο.

Αυτό παρήγαγε κάτι παράξενο. Από πολύ νωρίς, στο Πόρτο Ρίκο με θεωρούσαν Κοσταρικανό και στην Κόστα Ρίκα το αντίστροφο.

Πώς αντιδράς σ’ αυτό;

Ένιωσα ότι προερχόμουν από το πουθενά κατά κάποιο τρόπο, αλλά ταυτόχρονα από δύο μέρη. Αυτό συνεχίστηκε. Όταν έφτασα στις Η.Π.Α., μου είπαν: «Είσαι Λατινοαμερικανός, λοιπόν».

Μέχρι σήμερα, όταν διερωτώμαι για την ταυτότητά μου και τον τρόπο γραφής μου, θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως Λατινοαμερικανό.

Πώς ορίζεις το να είσαι Λατινοαμερικανός συγγραφέας; Τι σημαίνει για σένα;

Το πιο σημαντικό, το ότι μοιράζομαι μια κοινή γλώσσα, τα ισπανικά. Το να αντιδρώ και να γράφω στο πλαίσιο της λατινοαμερικανικής παράδοσης.

Ανεξαρτήτως του αν είμαστε Μεξικανοί, Αργεντίνοι, Πορτορικανοί ή Κοσταρικανοί γράφουμε με συγγραφείς όπως ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες κατά νου.

Υπό αυτή την έννοια ανήκουμε στην ίδια παράδοση.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου, αν υπάρχει ένας;

Πιθανόν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Τι σε συναρπάζει περισσότερο σ’ αυτόν, τι άλλαξε τη ζωή σου διαβάζοντάς τον;

Η ικανότητά του να κατανοεί ότι οι ιδέες έχουν επίσης δική τους ζωή και πάθος, νομίζω, και πως μπορούμε να αφηγούμαστε μια λογοτεχνία των ιδεών και των εννοιών.

Ταυτόχρονα, υπήρξε ένας συγγραφέας που, όντας τυφλός τις δεκαετίες του ’40, του ’50 και του ‘60, παρήγαγε πολύ σύγχρονες τεχνικές, και μόνο σήμερα συνειδητοποιούμε πόσο πρωτοπόρος ήταν.

Νιώθεις σαν να του χρωστάς;

Όχι μόνο εγώ, κάθε εθνικότητας συγγραφέας από τον Ζορζ Περέκ και τον Ίταλο Καλβίνο μέχρι τον Ρικάρδο Πίγλια. Έρχομαι, λοιπόν, μετά τους κληρονόμους των κληρονόμων.



Σε επηρέασε, επομένως, τόσο στην επιλογή του θέματος του πρώτου μυθιστορήματός σου όσο και στο συγγραφικό σου στιλ;

Μοιράζομαι μαζί του ένα ορισμένο ενδιαφέρον για ιστορικά θέματα, για τα μαθηματικά, για το ζήτημα του τι να κάνουμε με την πληροφορία.

Ακόμα κι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο λεγόμενος συνταγματάρχης, είναι κατά κάποιο τρόπο επηρεασμένος από τον Μπόρχες.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που αποφάσισε να αφοσιωθεί στα βιβλία αντί για τη ζωή και που απομόνωσε τη ζωή από αυτόν, προκειμένου να ζήσει σε ένα είδος βιβλιοθήκης.

Η αρχική έμπνευση προέρχεται από πραγματικό πρόσωπο. Ποιος ήταν;

Το μυθιστόρημα βασίζεται ελεύθερα στη ζωή του μαθηματικού Αλεξάντερ Γκρόθεντικ, ο οποίος πέθανε πριν από τρία χρόνια, αλλά είχε μια από τις πιο συναρπαστικές ζωές που έχω ακούσει.

Οι γονείς του ήταν Ρωσοεβραίοι αναρχικοί που πολέμησαν στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων κι έπειτα μετακόμισαν στην Ισπανία, όπου συμμετείχαν στον Εμφύλιο με την πλευρά του Ρεπουμπλικανικού Ερυθρού Σταυρού.

Μετά από άλλα αυτά, ο Γκρόθεντικ υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες ιδιοφυίες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα με τη θεωρία της κατηγορίας και πολιτικοποιήθηκε την περίοδο του Βιετνάμ.

Αυτό που πιο πολύ με συνεπήρε είναι ότι επέλεξε να περάσει την τελευταία δεκαετία της ζωής του απομονωμένος ως ερημίτης στα Πυρηναία γράφοντας ένα είδος απόλυτης εγκυκλοπαίδειας. Ήθελα να δω γιατί κατέληξε μόνος του.

Εδώ εισέρχεται η μυθοπλασία, επομένως.

Δεν ήθελα να γράψω ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Πιο πολύ με ενδιέφεραν οι αλληγορικές, μεταφορικές πτυχές της ζωής του. Γι’ αυτό και αποφάσισα να τον ονοματίσω «συνταγματάρχη».

Γιατί;

Μια μικρή αναφορά στο μυθιστόρημα του Μάρκες Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει.

Σε αντίθεση με εκείνο το μυθιστόρημα, στο δικό μου όντως κάποιος τού γράφει, ο Μαξιμιλιάνο Σιενφουέγος, ένας Μεξικανός ομόλογός του που αμφισβητεί λίγο λίγο την απόφασή του να γίνει ερημίτης και που φέρνει τη Λατινική Αμερική στην εικόνα.

Πόσο καιρό σου πήρε να συνθέσεις το πολύπτυχο μυθιστόρημά σου;

Πρόκειται για ένα παράξενο μυθιστόρημα, με την έννοια ότι έγραφα ένα άλλο, που κατέληξε να γίνει το δεύτερό μου, το οποίο είναι πιο περίπλοκο.

Μια μέρα ένιωσα πολύ κουρασμένος, κι άρχισα να γράφω ένα μικρότερο κείμενο. Σταδιακά εξελίχτηκε σε κάτι ξεχωριστό.

Η διαδικασία κράτησε εννιά μήνες, νομίζω, στη διάρκεια των οποίων προφανώς διάβασα πολλά για τη ζωή του Γκρόθεντικ και την Ιστορία της Επιστήμης.

Γενικά, όμως, ήταν εύκολη διαδικασία, γιατί αισθανόμουν πως καθοδηγούμουν από την αφηγηματική φωνή. Ήδη από την αρχή, ακούμε μια φωνή που λέει ότι ακολουθεί τον πρωταγωνιστή σαν κινηματογραφικός φακός.

Εσύ είσαι αυτή η φωνή;

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήμουν εγώ, αλλά το βρήκα παράξενο όταν έγραφα εκείνες τις πρώτες γραμμές. Έγραψα, λοιπόν, το μυθιστόρημα για να καταλάβω ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η φωνή. Ήταν μια άσκηση στιλ.

Το ίδιο το συγγραφικό σου στιλ είναι καλειδοσκοπικό και σαγηνευτικό. Προϊόν εσωτερικής προσπάθειας ή κάτι που προέκυψε οργανικά;

Έχω μια διαίσθηση ως προς το ποιο στιλ θέλω να έχω κι έπειτα ξεκινώ να κάνω ασκήσεις. Για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ήξερα πως έπρεπε να καθοδηγηθώ μέσω της πρώτης παραγράφου.

Ήθελα επίσης να έχει μπαρόκ χαρακτήρα στην παράδοση της Καραϊβικής. Άρχισα έτσι να εξασκούμαι μέχρι που βρήκα το ρυθμό. Έπειτα ξεκίνησα να γράφω εκ νέου. Με αυτό το μυθιστόρημα ένιωθα ότι έκανα γυμναστική.

Με ποια έννοια;

Όπως ένας γυμναστής κάνει ένα τρικ και καταλήγει σε μια άλλη θέση. Ήταν ένα πολύ παιχνιδιάρικο μυθιστόρημα στη συγγραφή του και πολύ ψυχαγωγικό για μένα.

Όσο και πολυεπίπεδο.

Αυτό ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Ήξερα πως θα υπήρχαν τουλάχιστον τρία επίπεδα. Η καθημερινή ζωή ενός ηλικιωμένου, η συγγραφή μιας εγκυκλοπαίδειας και οι ιστορικές αναδρομές που οδηγούσαν σε όσα είχε βιώσει τον 20ό αιώνα.

Το ερώτημα, επομένως, ήταν πώς θα ελισσόμουν ανάμεσα σε αυτά.

Πώς θα συνύφαινες.

Χωρίς να φαίνονται ετερόκλιτα.

Ο Κάρλος Φονσέκα με τον συγγραφέα Νίκο Χρυσό


Η λατινοαμερικάνικη τέχνη εστιάζει σε ζητήματα Ιστορίας, πολιτικής, μνήμης και λήθης, νομίζω.

Η Λατινική Αμερική έχει μια μακρά Ιστορία βίας είτε μέσα από στρατιωτικές δικτατορίες είτε γενοκτονίες, όπως στη Γουατεμάλα, την Αργεντινή ή τη Χιλή.

Κατά κάποιο τρόπο, η λογοτεχνία μας προσπαθεί να ξανασκεφτεί αυτή την ιστορική μνήμη.

Είναι εξίσου σημαντικό αυτό και για σένα;

Αν με ρωτήσεις ποιος από τους συγγραφείς του όψιμου 20ού αιώνα ήταν ο πιο επιδραστικός για μένα, θα απαντούσα ο Β.Γκ. Σέμπαλντ.

Επρόκειτο για έναν συγγραφέα που ενδιαφερόταν πολύ για τη μνήμη του 20ού αιώνα, τις αγριότητες, τη σχέση της με τις εικόνες, τους κινδύνους της λήθης.

Σε σχέση, λοιπόν, με τη δουλειά του και τη δουλειά άλλων συγγραφέων που θαυμάζω κατασκεύασα αυτό το μυθιστόρημα, ως ένα είδος μουσείο για τη μνήμη.

Συνδέεται και η διδασκαλία σου με αυτά τα ζητήματα;

Διδάσκω πολλά μαθήματα σχετικά με τα ιστορικά αρχεία και το πώς να φανταζόμαστε τα μυθιστορήματα ως ιστορικά αρχεία, όπου μπορούμε να αποθηκεύουμε θραύσματα μνήμης ή Ιστορίας.

Τα μυθιστορήματα είναι, επομένως, ένας τρόπος να καταπιάνομαι αφηγηματικά με ζητήματα που με ενδιαφέρουν σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο.

Αλληλεπιδρούν συγγραφή και διδασκαλία;

Το να γράφω τα μυθιστορήματα και να σκέφτομαι σχετικά με κάποιες διανοητικές αντιπαραθέσεις συμπίπτουν. Συνήθως στοχάζομαι σχετικά με κάποια συζήτηση και ο μόνος τρόπος να απαντήσω είναι μέσω της αφήγησης ιστοριών.

Νιώθεις προνομιούχος έχοντας ακολουθήσει τη διαδρομή που έχεις ακολουθήσει από την Κόστα Ρίκα στο Λονδίνο;

Αισθάνομαι πολύ προνομιούχος που βίωσα αυτή τη μακρά κίνηση.

Στα δεκαπέντε μου ήμουν σίγουρος ότι θα γινόμουν μαθηματικός. Πήρα υποτροφία να σπουδάσω μαθηματικά στην Καλιφόρνια, αλλά τελικά δε σπούδασα, κι αποφάσισα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία.

Αλλά, πάλι, το πρώτο μου μυθιστόρημα αφορά σε έναν μαθηματικό. Κάτι έμεινε, λοιπόν.

Τίποτα δε χάνεται.

Τίποτα δε χάνεται ποτέ.

Πώς σχετίζεσαι με την ευρωπαϊκή, και ειδικότερα τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;

Μερικοί από τους αγαπημένους μου συγγραφείς είναι Ευρωπαίοι- από τον Σέμπαλντ στον Μάγκρις, τον Κρασναχορκάι και τον Μίρτσεα Καρταρέσκου.

Το καλό με αυτό το ταξίδι στην Ελλάδα είναι ότι γνώρισα μερικούς πολύ καλούς Έλληνες συγγραφείς όπως ο Νίκος Χρυσός. Περιμένω να διαβάσω το μυθιστόρημά του.

Όπως και να έχει, νιώθεις ως πολίτης-συγγραφέας του κόσμου.

Το να βρίσκομαι στην Ευρώπη είναι ενδιαφέρον. Όταν με βλέπουν, νομίζουν πως είμαι Άραβας. Άλλη μια ταυτότητα, λοιπόν! (Γέλιο)

Η λογοτεχνία το επιτρέπει αυτό, είναι μια πράξη κοσμοπολιτισμού, ανοίγματος στον άλλο και η καλύτερη λογοτεχνία πρέπει να είναι νομαδική, κατά κάποιο τρόπο. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσει το μέρος όπου γεννήθηκε.

Ακόμα, όμως, κι ένας συγγραφέας όπως ο Τζέιμς Τζόις ήταν ικανός να συνυφαίνει ευφυώς την Οδύσσεια με το Δουβλίνο, σωστά; Αυτή η διπλή χειρονομία με ενδιαφέρει, ταυτόχρονα οικουμενική και τοπική.

Photo credit (Κάρλος Φονσέκα-κείμενο): Μανώλης Τσάφος.

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη από το Γραφείο Τύπου των Εκδόσεων Καστανιώτη για τη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον συγγραφέα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 11ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Το μυθιστόρημα του Κάρλος Φονσέκα Ο συνταγματάρχης δεν έχει πού να κλάψει κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.