Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Naomi Mutoh: «Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης»

 


Εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων του σύγχρονου Butoh, μιας καινοτόμου και πολυδιάστατης μορφής ιαπωνικού χοροθεάτρου, η Naomi Mutoh επισκέπτεται την Αθήνα για ένα διήμερο εργαστήρι (20-21/6) και μια σόλο περφόρμανς (26/6).

Με αφορμή αυτήν την επίσκεψη, συνομιλούμε με την καλλιτέχνιδα.

Μια καινοτόμος, ποικιλόμορφη και γενικά αταξινόμητη μορφή ιαπωνικού χοροθεάτρου, το Butoh δημιουργήθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γιατί γεννήθηκε σε αυτό το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, κατά τη γνώμη σας;

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία, ως ηττημένο έθνος, υπέστη μια ριζική αναδιατύπωση της ταυτότητάς της λόγω των αμερικανικών πολιτικών.

Δεν απογυμνώθηκαν μονάχα τα πολιτικά, οικονομικά και διάφορα κοινωνικά της συστήματα.

Ακόμη και η υποκείμενη φιλοσοφία και οι θρησκευτικές πτυχές των ιαπωνικών παραδόσεων και πολιτισμού, που συνεχίζονταν από την αρχαιότητα, εξαλείφθηκαν εντελώς.

Ο ιαπωνικός λαός, πνευματικά ευνουχισμένος, βρισκόταν σε κατάσταση κρίσης από κάθε άποψη.

Για παράδειγμα, όπως ακριβώς υπάρχει η αρχαιοελληνική μυθολογία, η Ιαπωνία έχει επίσης τη δική της μυθολογία, γνωστή ως Σίντο.

Πρόκειται για μια πολυθεϊστική θρησκεία, και το έθνος της Ιαπωνίας λειτουργεί με βάση την κοινή πεποίθηση ότι οι διαδοχικοί αυτοκράτορες είναι απόγονοι θεών.

Μετά τον πόλεμο, αυτό το αυτοκρατορικό-θεοκρατικό σύστημα καταργήθηκε βίαια από τον αμερικανικό στρατό και μετατράπηκε σε ένα απλό συμβολικό διακοσμητικό στοιχείο.

Κατά μία έννοια, οι μεταπολεμικοί Ιάπωνες κατέστησαν ορφανοί, έχοντας χάσει τους γονείς τους στην πνευματικότητά τους.

Αντ’ αυτής, τούς δόθηκε το ναρκωτικό μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας και μιας καταναλωτικής κουλτούρας στις οποίες εθίστηκαν, και αυτά τα ορφανά έχασαν την καθοδήγησή τους στη ζωή και παρασύρθηκαν από την αναταραχή των καιρών.

Λέγεται ότι το κίνημα Butoh ξεκίνησε το 1969, την ίδια χρονιά που γεννήθηκα. Εκείνη την εποχή, όλα βρίσκονταν εν μέσω χάους, ταραχής και τρέλας.

Πιστεύω πως οι καλλιτέχνες που έζησαν στην πρώτη γραμμή εκείνης της περιόδου -όχι μόνο οι χορευτές Butoh, αλλά καλλιτέχνες σε όλους τους τομείς της τέχνης- ήταν σαμάνοι οι οποίοι παρείχαν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση στην ιαπωνική κοινωνία.

Νομίζω ότι οι παραστάσεις Butoh, μαζί με το κοινό, επέτρεψαν στο χορευτικό σώμα να κυριευτεί από το αόρατο, απέραντο σκοτάδι αυτού του καιρού, οδηγώντας σε μια έκσταση και μοιράζοντας την κάθαρση - μια πραγματική σαμανιστική τελετουργία.

Γιατί σας ελκύει προσωπικά;

Η προσωπική μου έλξη για το Butoh προερχόταν από το γεγονός πως, ως φοιτήτρια καλών τεχνών το 1988, ενδιαφερόμουν για την τέχνη γενικά, αλλά το Butoh ενσάρκωσε με τον καλύτερο τρόπο το συλλογικό ασυνείδητο εκείνης της εποχής.

Τότε, ήταν καθαρά underground. Λίγοι άνθρωποι στην Ιαπωνία το γνώριζαν, και το σνόμπαραν τόσο στις σχολές καλών τεχνών όσο και στην κοινωνία.

Ενώ η έννοια του Butoh έχει αλλάξει για μένα στα σχεδόν σαράντα χρόνια χορού, από τη στιγμή που μπήκα στη σχολή Καλών Τεχνών είχα μια διαισθητική πεποίθηση, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ότι η ενασχόληση με το σώμα ως μέσο ήταν ζωτικής σημασίας.

Αυτή η σημασία της επαφής με το σώμα συνεχίζει να εξελίσσεται, επεκτεινόμενη πέραν του πεδίου του χορού ως έκφρασης.

Θεωρείστε μία εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της σύγχρονης «ενσάρκωσης» του ιαπωνικού Butoh, έχοντας συνδεθεί με το έργο του αείμνηστου Kô Murobushi, ιδρυτή του Butoh, και της χορεύτριας Butoh, Carlotta Ikeda.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η μελέτη και η συνεργασία μαζί τους έχει διαμορφώσει τον αρχικό σας προσανατολισμό σε αυτόν τον τομέα και πόσο έχετε εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου;

Χόρεψα στην πρώτη γραμμή της ομάδας «Ariadone» για οκτώ χρόνια.

Έμαθα πολλά, τόσο θετικά όσο και αρνητικά, από την ακραία αυστηρότητά τους στην εκπαίδευση, τις παλιές παραδοσιακές ιαπωνικές μεθόδους τους και τη σχέση απόλυτης υπακοής μεταξύ δασκάλου και μαθητευόμενου.

Χάρη στην εκπαίδευση της ομάδας, έμαθα όχι μόνο τις λεπτές εκφράσεις του Butoh, αλλά και πτυχές που αρχικά δεν κατείχα, όπως εξαιρετικά μυώδεις κινήσεις.

Ωστόσο, η Carlotta Ikeda δε μου δίδαξε ποτέ τις βασικές εκφραστικές μεθόδους του Butoh. Έλεγε: «Αν το θέλεις, κλέψ’ το».

Στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό, η πραγματική μετάδοση είναι αδύνατη.

Από το 2007, διευθύνετε τη γαλλο-ιαπωνική ομάδα «Medulla», στο πλαίσιο της οποίας συνυφαίνετε σύγχρονη μουσική, νέες τεχνολογίες και υβριδικές μορφές περφόρμανς.

Θα θέλατε να σκιαγραφήσετε την κεντρική λογική και τους στόχους της ομάδας;

Αυτό που κατάφερα με το συγκεκριμένο εγχείρημα ήταν να ενσωματώσω δημιουργικές μορφές και συνεργατικά έργα, κάτι το οποίο δεν μπορούσα να κάνω με την Ariadone.

Ήταν μια ολοκληρωμένη συνεργασία με τον σύζυγό μου, συνθέτη και μουσικό Laurent Paris.

Η συγχώνευση των ατομικών μας δυνατών σημείων και της αντιθετικής, αντικρουόμενης αισθητικής μας κατέστησε δυνατή μια μορφή χορού περισσότερο σύμφωνη με την πραγματική εποχή, μια αληθινή αναπαράσταση της αρχικής φύσης του Butoh:

Πώς να επαναφέρουμε την ουσιαστική ψυχή από το νέο σκοτάδι της καταιγίδας της τεχνολογίας και της πληροφορίας - ένας «τεχνολογικός σαμανισμός».

Προσκεκλημένη της Quantum Body, επισκέπτεστε την Αθήνα για να πραγματοποιήσετε ένα διήμερο εργαστήρι και να παρουσιάσετε την παράσταση La Pesanteur et La Grâce, βασισμένη στο ποίημα του Jean Daive, Antonio Gramsci.

Τι σημαίνει για εσάς η διδασκαλία; Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτό το συγκεκριμένο έργο; Θεωρείτε το Butoh μια πολιτική μορφή θεάτρου με την ευρύτερη έννοια του όρου;

Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης. Πιστεύω ότι εξελίσσεται συνεχώς, νιώθοντας το πνεύμα της εποχής και δίνοντας ζωή σε κάθε μέρος σαν ρίζωμα.

Αυτό το οποίο μπορώ να διδάξω είναι τη φιλοσοφία που διέπει το Butoh, ανεξάρτητα από τις μεταβαλλόμενες εποχές, και τις διάφορες μορφές οι οποίες έχουν εμπνεύσει αμέτρητους χορευτές ως αρχέτυπα.

Ελπίζω πως άνθρωποι όλων των ηλικιών και πολιτισμών θα τις προσαρμόσουν ελεύθερα στο δικό τους πλαίσιο, μεταμορφώνοντας και εξελίσσοντάς τες συνεχώς.

Ως έμπειρη ασκούμενη στο Butoh, θέλω να συναντήσω πρωτότυπες, νέες μορφές Butoh που ξεπερνούν τη δική μου φαντασία. Θέλω να εκπλήξω τον εαυτό μου.

Θέλω το Butoh να ξεπεράσει το είδος του χορού και όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να διακρίνουν τη λαμπρότητα της ψυχής του.

Αν έχει απήχηση στις ψυχές των πολλών ανθρώπων oι οποίοι το παρακολουθούν και εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, δε θα έχει αυτό από μόνο του πολιτική σημασία;

Όσον αφορά στην παρουσίαση του έργου La Pesanteur et La Grâce, έτυχε να είναι ένα σόλο έργο, τεχνικά σχετικά ελαφρύ και αρκετά πρόσφατο.

Είστε γενικά ανοιχτή σε δημιουργικές συνέργειες με καλλιτέχνες από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα; Και ποιες ποιότητες αναζητάτε κυρίως σε αυτές τις συναντήσεις και στους συνεργάτες σας;

Ναι. Μια βασική ιδιότητα είναι η ικανότητα σεβασμού της αρμονίας. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνει πέρα ​​από τα ατομικά εγώ, αυτό θα πάρει μορφή με φυσικό τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά την Άντα Κουγιά για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το διήμερο εργαστήρι Butoh υπό τη διεύθυνση της Naomi Mutoh θα διεξαχθεί το Σάββατο 20 και την Κυριακή 21 Ιουνίου (12:00-20:00) στο Fundamentals Yoga Center (Αγλαύρου 13, Κουκάκι).

Η σόλο περφόρμανς της Naomi Mutoh La Pesanteur et La Grâce θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 26 Ιουνίου (21:00) στη Σκηνή Brecht-2510 (3ης Σεπτεμβρίου 38, Αθήνα).



Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Shigeru Umebayashi: «Η μουσική δεν έχει σύνορα»

 


Παγκοσμίως γνωστός για το μαγευτικό soundtrack που επενδύει την ταινία του Wong Kar-wai Ερωτική επιθυμία, ο Ιάπωνας συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής και παραγωγός Shigeru Umebayashi έρχεται στο Ηρώδειο στις 28 Σεπτεμβρίου.

Μια σύντομη επικοινωνία μαζί του ενόψει της μοναδικής αυτής συναυλίας.

Το μότο «Όσο πιο πολλά κάνουμε, τόσο πιο πολλά μπορούμε να κάνουμε», πιθανόν στίχος αποδιδόμενος στο νεοκυματικό συγκρότημα EX του οποίου υπήρξατε ο ηγέτης και μπασίστας, κυριαρχεί στον προσωπικό σας ιστότοπο.

Πιστεύετε ότι η ποικιλομορφία και η πολλαπλότητα στις καθημερινές επιλογές μπορεί να μας μεταμορφώσει ως ανθρώπινες υπάρξεις, συμβάλλοντας έτσι στον μετασχηματισμό της κοινωνίας;

Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν όταν μεγαλώνουν. Το μόνο που αλλάζει είναι το περιβάλλον τους. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης μου.

Μιλώντας για μετασχηματισμούς, πώς εξελίχθηκε η μετάβασή σας από τα χρόνια του νεοκυματικού ροκ στη συνεχιζόμενη περίοδο της σύνθεσης μουσικής για τον κινηματογράφο; Υπήρξε μια σταδιακή διαδικασία ή ήταν αιφνιδιαστική;

Και ποια είναι η σχέση σας με το σινεμά ανά τα χρόνια;

Αφού δούλεψα πάνω σε ένα μουσικό άλμπουμ για τον διάσημο Ιάπωνα ηθοποιό του κινηματογράφου Γιουσάκου Ματσούντα, άρχισα να ασχολούμαι με την κινηματογραφική μουσική. Λίγο λίγο, ασφαλώς. Ήταν η δεκαετία του 1980.

Ήμουν τυχερός, γιατί εκείνη ήταν μια μια εποχή κατά την οποία η ιαπωνική κινηματογραφική βιομηχανία αναζητούσε μια αλλαγή όσον αφορά στη μουσική για φιλμ. Μου επέτρεψε να κάνω τα πάντα με τον τρόπο μου.

Το να επενδύεται η ροή των εικόνων με μουσική, ευρισκόμενη σε διάλογο με μια ταινία, μού φαίνεται μαγικό. Πώς βιώνετε αυτή την περιπέτεια; Πρόκειται για μια διαισθητική διαδικασία;

Ακόμα και τώρα, εξακολουθώ να παίρνω τη διαίσθησή μου πολύ στα σοβαρά. Μερικές φορές αποτυγχάνει.

Το μαγευτικό Yumeji's Theme, που περιλαμβάνεται στο soundtrack της Ερωτικής επιθυμίας, του φιλμ-ορόσημου του Wong Kar-wai, ήταν ένα σημείο τομής για εσάς διεθνώς.  

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, χρειάστηκε τόσος χρόνος ώστε η δουλειά σας να γίνει γνωστή εκτός του πολιτισμικού πλαισίου της Άπω Ανατολής;

Ποτέ δεν το σκέφτηκα αυτό. Οι ταινίες είναι ένα από τα μουσικά μου στάδια. Δε χρειάστηκε τόσο μεγάλο διάστημα. Απλώς είχα ανάγκη από χρόνο. Βλέπω την έκφραση του σκηνοθέτη.

Δεν παρακολουθώ το φιλμ όταν κάνω τη μίξη της ταινίας και της μουσικής στο στούντιο, η έκφραση είναι η απάντηση του σκηνοθέτη- καλή ή κακή, μου αρέσει αυτή η νευρικότητα.

Έχετε, μεταξύ άλλων, συνεργαστεί και με τον Κινέζο σκηνοθέτη Zhang Yimou. Τι αναζητάτε στις συνεργασίες σας και τι απολαμβάνετε περισσότερο; Το στοιχείο της έκπληξης, ίσως;

O Wong Kar-wai και ο Zhang Yimou είναι δύο εντελώς διαφορετικοί τύποι σκηνοθετών. Ο Zhang Yimou ξεκινά να μιλά για τη μουσική με το σενάριο. Ο Wong Kar-wai αρχίζει να μιλά για τη μουσική με την ταινία.

Με ποιους τρόπους επηρεάζει/εμπλουτίζει η ιαπωνική κουλτούρα τη δουλειά σας ως συνθέτη/παραγωγού και σε ποιον βαθμό είστε ανοιχτός σε/πειραματιστεί και με άλλες πηγές επιρροής - υπαρξιακές, μουσικές, φιλοσοφικές;

Η δυτική κουλτούρα επηρεάζει τη δουλειά μου. Το να δουλεύω σε μουσική για φιλμ εκτός Ασίας  «διαποτίζει» τη μουσική μου με μεγαλύτερο ανθρώπινο πλούτο.

Δε δίνετε συναυλίες συχνά. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτή την επιλογή σας; Πώς, σε κάθε περίπτωση, συνδέεστε με τα κοινά σας παγκοσμίως;

Από τώρα και στο εξής, θέλω να δίνω πολλές συναυλίες.

Την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου αναμένεται να βρίσκεστε στην Αθήνα για να παίξετε τις μαγικές σας συνθέσεις σε μια -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μαγική τοποθεσία, το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα και οι προσδοκίες ενόψει αυτής της εμπειρίας;

Είμαι πολύ ενθουσιασμένος που θα μπορέσω να δώσω αυτή τη συναυλία με υπέροχους Έλληνες περφόρμερ στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, σημεία σύγκλισης ανάμεσα στην ιαπωνική και την ελληνική κουλτούρα;

Η μουσική δεν έχει σύνορα. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ανυπομονώ να σε δω!

Ευχαριστώ θερμά την Ηρώ Παστρικού για την καθοριστική συμβολή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Ο Shigeru Umebayashi δίνει μια μοναδική συναυλία την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (21:00) συνοδεία της 40μελούς Athens Philharmonia Orchestra με τη συμμετοχή του σχήματος Alex Drakos Ensemble.

Διευθύνει ο Βέλγος μαέστρος Dirk Brossé.



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Ναόμι Καουάσε: «Η ταινία μου είναι μια αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση»


Από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές δημιουργούς ενός σινεμά των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών και των έντονων συναισθημάτων, η Γιαπωνέζα Ναόμι Καουάσε μας προσφέρει με το φαινομενικά ελάχιστα υποσχόμενο, κρίνοντας από τον τίτλο του, Γλυκό φασόλι ένα τρυφερό «διαμαντάκι» για τη χαρά, τη θλίψη και την ποίηση της καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές, 2 μοναχικοί ήρωες, ο Σεντάρο και η ηλικιωμένη Τόκουε, που οι δρόμοι- και οι ιστορίες τους- συναντιούνται σε μια υπαίθρια καντίνα, η οποία πουλάει ντοραγιάκι (ένα είδος τηγανίτας με σάλτσα γλυκού κόκκινου φασολιού). Συζητώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή της ταινίας της από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Σε ποιο βαθμό έχει διαμορφώσει η προηγούμενη εμπειρία και ενασχόλησή σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ το αφηγηματικό και το οπτικό σας στιλ, καθώς και την επιλογή των θεματικών νημάτων;

Σε πολλές περιπτώσεις, μοτίβο στις ταινίες μου έχει αποτελέσει η ύπαρξη ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν στη ζωή και ο χρόνος που περνώ μαζί τους. Επίσης, νιώθω πως η δημιουργία ταινιών ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται πολύ.

Το σινεμά σας είναι εκείνο των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών, των έντονων συναισθημάτων- ένα λυρικό σινεμά για τη χαρά, τη θλίψη, την ποίηση που εμφιλοχωρούν στην καθημερινότητα. Είναι έτσι;

Όπως επισήμανες, στις ταινίες μου συχνά προσπαθώ να εξυψώσω το συνηθισμένο με το να παρουσιάζω το σύμπαν που κρύβεται στις ζωές εκείνων, οι οποίοι δεν αφήνουν το σημάδι τους στην ιστορία, των απλών πολιτών. Για τα πράγματα που είναι δύσκολο να δούμε, που δεν μπορούν να ιδωθούν, χρησιμοποιώ το «φιλμ», προκειμένου να τα μεταφράσω και να τα μοιραστώ ως εκφράσεις με τους ανθρώπους.



Τα άνθη της κερασιάς φαίνεται να αποτελούν μια από τις κύριες μεταφορές για το χρόνο στο Γλυκό φασόλι. Ποια είναι η συμβολική τους σπουδαιότητα στην ιαπωνική παράδοση;

Αισθάνομαι ότι τα άνθη της κερασιάς ενσαρκώνουν την ιαπωνική κουλτούρα και μας δίνουν μια αίσθηση αρχής και τέλους. Αυτά τα λουλούδια είναι σε πλήρη ανθοφορία μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η ομορφιά του πώς πέφτουν στο έδαφος και τα όσα νιώθουν οι άνθρωποι, όταν με ανυπομονησία περιμένουν αυτή τη στιγμή, αντανακλούν την ευθραυστότητα της ζωής και τις αιώνιες ευχές. Η πνευματικότητα συνδέεται με την αρχαία Ιαπωνία και μέσα στις 4 εποχές και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Όταν τελειώνει η άνοιξη, φτάνει το καλοκαίρι, έπειτα το φθινόπωρο και ο χειμώνας, καθώς νιώθουμε την εναλλαγή των εποχών, την αρχή και το τέλος τους. Είναι σαν να βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα, όπως «θλίψη» και «χαρά» την ίδια στιγμή.

Όπως το αντιλαμβάνομαι, το Γλυκό φασόλι είναι μια ελεγεία για τη ζωή, το θάνατο, τη μοναξιά, τις δεύτερες ευκαιρίες- και την ανάγκη να μοιραστείς ανήκουστες, παραμελημένες ή ανεπιθύμητες ιστορίες. Περί αυτού πρόκειται, τελικά;

Εδώ βρίσκεται το σημείο, όπου η «λέπρα» αποτυπώνει της «αχρείαστες και αγνοημένες ιστορίες», οι οποίες, όπως ξέρεις, υφίστανται κατά εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Νιώθω ότι αυτή η ταινία μπορεί να είναι εκείνη η αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση, όταν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει τελειώσει, ή δε θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εισπράττουμε κουράγιο από τη σπάνια ύπαρξη της «Τόκουε», η οποία γέμισε τη ζωή της ακούγοντας τη «φωνή» των γλυκών φασολιών.

Εφαρμόζετε την ίδια «χειροποίητη» ευαισθησία στη δημιουργία των ταινιών σας με της Τόκουε, όταν φτιάχνει τα ντοραγιάκι;

Δε νομίζω πως είμαι δεξιοτέχνης, αλλά σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου ως συυγραφέα που εισάγει χειροποίητη ευαισθησία στην τέχνη του.



Τι αναζητάτε κυρίως στους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, όταν κάνετε κάστινγκ για μια ταινία;

Τα «μάτια» τους. Τα «μάτια» τους είναι αυτό που αφηγείται ό,τι βρίσκεται στην καρδιά. Ακόμα και για εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πιο εκλεπτυσμένη έκφραση, είναι το μάτι τους ο τόπος που κατοικεί η ψυχή τους, κι αυτό δίνει δύναμη στη ρίζα του φιλμ.

Πόσο, και προς ποια κατεύθυνση, έχει αλλάξει η ιαπωνική κοινωνία, την οποία παρατηρείτε τόσο στενά, στη διάρκεια των χρόνων που γυρίζετε ταινίες;

Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ. Πώς ξοδεύεται ο «χρόνος», πώς επικοινωνούμε με «ανθρώπους», αυτά τα σημαντικά πράγματα έχουν γίνει εύκολα. Αρχικά, στην ιαπωνική πολιτιστική αισθητική όσα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν απαιτούσαν χρόνο και ζύμωση, ώσπου κάτι «αυθεντικό» να βρεθεί. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι τέτοιο φυλασσόταν σαν θησαυρός και θεωρείτο «ξεχωριστό». Στο σημερινό κόσμο μας, η ευκολία και η άνεση έχουν προοδεύσει και αυτή η ίδια η πρόοδος έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της παράδοσης, της κουλτούρας και της μοναδικότητας. Αφού η ανταλλαγή ήταν κάτι δύσκολο για το νησιωτικό μας έθνος, η μοναδικότητα ανθούσε, αλλά τώρα, με την εξάπλωση του ίντερνετ, η ευκολία έχει γίνει κυρίαρχη.



Υπάρχει ένα γυναικείο ή θηλυκό βλέμμα στο σινεμά και, αν ναι, κατά ποια έννοια διαφοροποιείται από το αρσενικό/αντρικό; Ποια έχει υπάρξει η μεγαλύτερη πρόκληση, την οποία βιώσατε ως γυναίκα, στην ανδροκρατούμενη κινηματογραφική βιομηχανία;

Όντως αισθάνομαι ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια, αν και δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τους ανθρώπους με ευκολία. Η θηλυκότητα στους άντρες και η αρρεπωνότητα στις γυναίκες υφίστανται. Ναι ή όχι, μαύρο ή άσπρο, υπάρχει αναρίθμητη ποικιλομορφία- και υπάρχει μέσα μας, επίσης. Κατανοώ απολύτως την ανακουφιστική αίσθηση που προκύπτει με τις κατηγορίες, αλλά πιστεύω πως οι εκφράσεις, οι οποίες δεν κατηγοριοποιούνται, είναι αυτές που συνδέονται με τη γέννηση καλλιτεχνών όπως εγώ. Με αυτή την έννοια, η πρόκλησή μου είναι να μην κατηγοριοποιούμαι, αλλά να συνεχίζω να εκφράζω τη μοναδικότητά μου, η οποία μπορεί να αναχθεί στις καταβολές μου. Για να το θέσω απλά, το να μη χάσω τον «εαυτό» μου.

Από τον καιρό του ντεμπούτου σας μυθοπλασίας Suzaku, που προβλήθηκε στις Κάννες 20 χρόνια πριν, έχετε υπάρξει ανάμεσα στις «αγαπημένες» σκηνοθέτριες του φεστιβάλ ανά τα χρόνια. Αισθάνεστε έτσι; Πόυ αποδίδετε τη σταθερή εμπιστοσύνη των προγραμματιστών του στη δουλειά σας;

Αναμφίβολα, εισπράττω αγάπη απο τις Κάννες. Και πράγματι νιώθω ότι με έχουν γαλουχήσει. Όπως έχω δηλώσει κι άλλοτε, νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί συνεχίζω να δημιουργώ «κάτι που μόνο η Ναόμι Καουάσε μπορεί να δημιουργήσει».  

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ναόμι Καουάσε, η οποία βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου εν μέσω post-production της καινούριας της ταινίας Radiance, και την βοηθό της Deguchi Chiharu για την πολύτιμη συνδρομή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε Γλυκό φασόλι προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.