Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Euphrosyne: «Η μουσική είναι ένα μέσο που μας βοηθά στα σκοτάδια μας»


Εμπνεόμενοι
από την αρχαιοελληνική (και όχι μόνο) μυθολογία, οι Euphrosyne είναι από τα πλέον ανερχόμενα ονόματα της εγχώριας post-black metal σκηνής.

Την Κυριακή 5 Απριλίου ανοίγουν, μαζί με τους MØL, τη δεύτερη συναυλία των Αυστριακών Harakiri for the Sky στην Αθήνα. Με αυτήν την αφορμή, κουβεντιάζουμε με το συγκρότημα.

Αν και oι Euphrosyne μετρούν ένα άλμπουμ, ένα EP και λίγα χρόνια ζωής, υποθέτω ότι δεν είστε χθεσινές/χθεσινοί στον χώρο της μουσικής και του post-black metal, πιο συγκεκριμένα.

Θα θέλατε να μου συστηθείτε και να μου μιλήσετε για την προϊστορία, το παρόν και -ίσως- το μέλλον του σχήματος;

Η μπάντα ξεκίνησε ως ιδέα το 2019, ως ανάγκη έκφρασης από την Έφη και τον Άλεξ. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και του lock-down γράφτηκε το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου μας EP, Keres.

Στη συνέχεια, ξεκινήσαμε τα live και παράλληλα είχαμε ήδη αρχίσει τη διαδικασία σύνθεσης του πρώτου μας full album με τίτλο Morus τον Μάρτιο του ’25.

Αυτήν τη στιγμή προγραμματίζουμε επερχόμενα live στην Ελλάδα και το εξωτερικό και παράλληλα έχουμε βάλει ήδη μπρός για τον επόμενο δίσκο.

Από την Ευφροσύνη (Eurphrosyne) στις Κῆρες (Keres) κι από εκεί στον Μόρο (Morus) φαίνεται πως η αρχαιοελληνική μυθολογία σάς ασκεί ιδιαίτερη, σχεδόν εμμονική σαγήνη.

Τι αντλείτε από την εντρύφησή σας σ’ αυτήν, καθώς και στις μυθολογίες άλλων λαών;

Η αρχαία ελληνική μυθολογία αποτελεί σίγουρα μια πηγή έμπνευσης, αν και δεν είναι η μόνη. Τη χρησιμοποιούμε, όμως, ως ένα μέσο και ως «ποιητική αδεία» για να μεταφέρουμε τις ιστορίες που θέλουμε.

Ποια πεδία γνώσης και εμπειρίας διανοίγονται, κατά τη γνώμη σας, γενικότερα μέσα από την επαφή με το μυθικό στοιχείο; Τι χάνουμε ως άνθρωποι, αναγνώστες, καλλιτέχνες όταν στερούμαστε αυτήν την επαφή;

Μιας και μας δόθηκε αυτή η ευκαιρία μέσω της ερώτησής σου, θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι το μυθικό στοιχείο αποτελεί ένα μέσο ωραιοποίησης της σκληρής πραγματικότητας και των αληθινών -και πολλές φορές τραυματικών- γεγονότων που μπορούν να συμβούν στη ζωή μας.

Στην προκειμένη περίπτωση, αγγίζει με έναν ρομαντικό τρόπο την απώλεια.

Η απώλεια της επαφής μας με το κάθε τι μυθικό δημιουργεί μια αποξένωση που μέρα με την ημέρα παλεύουμε να μη μας αγγίζει.

«Κι αν ο θάνατος δεσπόζει στη ζωή, τι γίνεται μετά από όλα αυτά;» αναρωτιέστε στην κορυφαία, για μένα, σύνθεση του γκρουπ, Mitera. Φαντάζει προσωπική. Είναι; Ή αναφέρεται, κατ’ αρχήν, σε μια αρχετυπική μητέρα;

Η αναφορά είναι πραγματική και καθόλου αρχετυπική. Η απώλεια αυτή για έναν άνθρωπο είναι πάντα τραυματική και μέσω της μουσικής και των στίχων θέλαμε να την εκφράσουμε όσο καλύτερα μπορούμε.

Εκτός από την αρχαιοελληνική μυθολογία καθαυτήν, αισθητικά, μουσικά και στιχουργικά σάς απασχολούν έντονα η έννοια και η εμπειρία του θανάτου.

Είναι έννοιες που μας απασχολούν και σίγουρα είναι ένα από τα βασικά θέματα με τα οποία καταπιανόμαστε καλλιτεχνικά, μιας και η μουσική μας έχει έντονη μελαγχολία και σκοτεινή ατμόσφαιρα.

Πώς, λοιπόν, διαχειρίζεστε/μεταπλάθετε την υπαρξιακή σκοτεινιά και το βίωμα της φθοράς τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε αμιγώς ανθρώπινο επίπεδο; Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιο «μετά»;

Η μουσική είναι ένα μέσο που μας βοηθά στα σκοτάδια μας, είναι εκείνη η οποία με τον τρόπο της καλύπτει τη φθορά μας. Λειτουργεί σαν αληθινό γιατρικό στις κοινωνικές και προσωπικές μας πληγές.

Τώρα, αν το «μετά» υπάρχει, κανείς δεν ξέρει... Ίσως απλά πέφτει μια αυλαία.

When My Fears Conquered All, τραγουδάτε στο ντεμπούτο σας. Ποιους φόβους έχετε ξεπεράσει, ποιους θα θέλατε να ξεπεράσετε και με ποιους είστε, κατά κάποιον τρόπο, συμφιλιωμένες/συμφιλιωμένοι;

Πολλές φορές η αντιμετώπιση των φόβων δε σημαίνει πως ξεπεράστηκαν. Μπορείς να ζεις μια καθημερινότητα με αυτούς δίπλα σου. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή, απλώς συμφιλιώνεσαι χωρίς απαραίτητα να έχεις βρει τη χρυσή τομή.

Η μουσική ένταση μπορεί να αυξομειώνεται στις συνθέσεις σας, όχι όμως και η συναισθηματική. Βάσει ποιου συνθετικού κριτηρίου ανεβάζετε ή χαμηλώνετε «ταχύτητες» και πόσο απαραίτητη είναι η συναισθηματική αποφόρτιση;

Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κριτήριο, βασίζεται στην ιστορία που θέλουμε να πούμε.

Ένα κομμάτι είναι, όπως η ζωή: έχει έντονες και ήρεμες στιγμές. Έτσι προσπαθούμε και εμείς να γράφουμε μουσική.

Πόσο και με ποιους τρόπους εντάσσεται η πολιτική στην καθημερινότητά σας;

Σίγουρα είναι μια θεματική που μας απασχολεί, ειδικά πλέον με όσα βιώνουμε είτε στη χώρα μας, είτε στον πλανήτη.

Είναι κάτι το οποίο στην επερχόμενη μας κυκλοφορία θα υπάρχει, δηλαδή το έντονο κοινωνικό στοιχείο, και πόσο έχει επηρεαστεί ο άνθρωπος με όλες αυτές τις συνθήκες που ζούμε.

Περιγράφεστε ως «το ανερχόμενο αστέρι της ελληνικής post-black/blackgaze σκηνής». Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εν λόγω σκηνής και πού αποδίδετε τη ζωτικότητά της;

Η post-black τα τελευταία χρόνια έχει μεγάλη άνθιση και στο εξωτερικό και στη χώρα μας, με αξιόλογες μπάντες.

Γενικά, η black metal είναι αρκετά ανοιχτό είδος που χωρά πειραματισμό, γι’ αυτό έχει και τόση ανάπτυξη σε σχέση με άλλα υπό-είδη της metal.

Έτσι και εμείς, γι’ αυτό έχουμε καταπιαστεί με το ηχόχρωμα του post-black metal, επειδή μάς δίνει την ελευθερία και τον χώρο που θέλουμε μουσικά.

Στις 5 Απριλίου ανοίγετε, με τους MØL, τη δεύτερη συναυλία των Harakiri for the Sky στην Αθήνα. Τι αποκομίζετε από τις δημιουργικές συνέργειες εντός και εκτός συνόρων;

Τα live είναι ένα μεγάλο μέρος της μουσικής μας και πάντα τα περιμένουμε με ανυπομονησία. Ειδικά όταν μοιραζόμαστε τη σκηνή με μπάντες που εκτιμούμε και μας έχουν επηρεάσει μουσικά.

Κάθε live είναι ένα ταξίδι και μια ευκαιρία να κάνουμε οποίον είναι από κάτω να νιώσει λίγα από τα συναισθήματα που έχουμε νιώσει και εμείς.

Ευχαριστούμε πολύ για αυτήν την όμορφη συζήτηση.

Οι Euphrosyne ανοίγουν, με τους MØL, την Κυριακή 5 Απριλίου τη δεύτερη συναυλία των Harakiri for the Sky στo Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι). Πόρτες: 20:30.



Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Senser: «Δυστυχώς, η εποχή του πανικού αποδείχθηκε μακρά»

 


Παρασκευαστές ενός μεθυστικού και πολιτικά φορτισμένου «χαρμανιού» ροκ, μέταλ, χιπ-χοπ και εναλλακτικής ηλεκτρονικής μουσικής, οι Βρετανοί Senser γεννιούνται στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Στις 27 και 28 Μαρτίου επιστρέφουν σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα για δυο συναυλίες. Συζητώντας με τον Heitham Al-Sayed, τραγουδιστή και στιχουργό του γκρουπ.

Οι Senser γεννιούνταν καθώς ο διπολικός μεταπολεμικός κόσμος πέθαινε κυριολεκτικά και μεταφορικά/συμβολικά.

Με ποιους τρόπους έχει διαμορφώσει το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής σε παγκόσμιο και εγχώριο επίπεδο τις καλλιτεχνικές και πολιτικές σας ανησυχίες/επιλογές;

Αυτό είναι αρκετά δίκαιο να το πούμε.

Η Αγγλία στην οποία μεγαλώσαμε και ήμασταν έφηβοι είχε ακόμα πολλά ορατά ίχνη του μεταπολεμικού ταξικού συστήματος.

Έβλεπες καπέλα μπόουλερ στο μετρό. Όλοι στην τηλεόραση μιλούσαν πολύ τυποποιημένα αγγλικά. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ακόμα πολύ πραγματικός. Και ήμασταν πραγματικά τρομοκρατημένοι από την πυρηνική απειλή.

Κάπου στα εφηβικά μας χρόνια, ανάμεσα στο μέταλ πανκ και το χιπ-χοπ, και μετά στην ηλεκτρονική μουσική, είδαμε κάποιο πιθανό μέλλον. Ίσως επειδή αυτές οι φόρμες είναι εξαιρετικά προσιτά μέσα για την εργατική τάξη.

Επιπλέον, ήσασταν «παιδιά» των αυτοοργανωμένων φεστιβάλ, των καταληψιακών πάρτι και της acid rave σκηνής.

Ποιο είναι το αποτύπωμα εκείνης της περιόδου - όχι με όρους νοσταλγίας, αλλά βάσει του τρόπου που εξακολουθείτε να αντιλαμβάνεστε τους εαυτούς σας και να ενεργείτε καλλιτεχνικά και πολιτικά;

Μουσικά, δε μοιραζόμασταν πολλά με τα συγκροτήματα σε αυτά τα φεστιβάλ εκτός από ένα γενικό πάθος για τη μουσική και κάποια ψυχεδελικά στοιχεία.

Αλλά ήταν μια εξαιρετικά συναρπαστική περίοδος. Υπήρχε μια γνήσια σκηνή αντικουλτούρας χωρίς μεγάλα αστέρια ή προσωπικότητες.

Νομίζω ότι το αποτύπωμά της ήταν η ελευθερία της πολιτικής έκφρασης. Αυτοοργάνωση, η DIY ηθική. Η μπάντα μας εξακολουθεί να διατηρεί σε μεγάλο βαθμό αυτήν την προσέγγιση.

Μουσικά, δημιουργείτε ένα μεθυστικό και πολιτικά φορτισμένο μίγμα ροκ, μέταλ, χιπ χοπ και εναλλακτικής ηλεκτρονικής μουσικής, το οποίο παραμένει λειτουργικό και συναρπαστικό.

Αντανακλά αυτό το διαφορετικό υπόβαθρο των αντίστοιχων μελών του συγκροτήματος;

Νομίζω πως ναι. Όλοι έχουμε εμμονή με δίσκους από όλα τα είδη μουσικής.

Αρχικά, ενδιαφέρθηκα για το χιπ-χοπ όταν ήμουν πολύ νέος και μετά για το μέταλ, ενώ άλλοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για το κλασική ροκ, το φανκ και την ηλεκτρονική μουσική.

Επίσης, για το Passion: Music for The Last Temptation of Christ του Peter Gabriel, το On the Corner του Miles Davis, το It Takes A Nation of Millions των Public Enemy, τους This Mortal Coil, το Megatherion των Celtic Frost, τους The Future Sound of London.

Θα συμφωνούσαμε σε πολλή μουσική, όλη θα απορροφάτο, θα αναλυόταν και θα επανασυναρμολογείτο χωρίς διακρίσεις με ένα είδος μεταμοντέρνου τρόπου, παρόλο που δεν είχαμε ιδέα τι σήμαινε αυτός ο όρος τότε.

Το Stacked Up, το ντεμπούτο άλμπουμ σας το οποίο κυκλοφόρησε από θυγατρική της A&M το 1994, σημείωσε τεράστια εμπορική και κριτική επιτυχία.

Έχοντας υπογράψει σε μια πολυεθνική, θα μπορούσατε να είχατε λειάνει τις αιχμές σας, να βγάλετε πολύ περισσότερα χρήματα και να γίνετε μια καρικατούρα του παρελθόντος σας. Δε μετριάσατε, όμως, ποτέ την εμπρηστική σας κριτική. Γιατί;

Απ’ όσο καταλαβαίνω, όταν υπογράψαμε με την Ultimate Records δεν είχαν ακόμη συνάψει συνεργασία με την A&M.

Η έδρα τους ήταν απλώς ένα μικρό γραφείο στο Κάμντεν με τέσσερα άτομα που δούλευαν εκεί. Ήταν εξαιρετικά υποστηρικτικοί και ποτέ δεν παρενέβησαν καλλιτεχνικά.

Και ακόμα και όταν έκαναν συμφωνία με την A&M, κανείς δεν προσπάθησε ποτέ να μας επηρεάσει.

Νομίζω ότι κατάλαβαν πως ολόκληρο το πρότζεκτ θα έχανε την αξία του αν αποδυναμωνόταν με αυτόν τον τρόπο.

Έτσι, απλώς μας άφησαν στην ησυχία μας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο έβγαζε περισσότερο νόημα γι’ αυτούς οικονομικά, αλλά δε νομίζω πως ήταν τόσο κυνικοί.

Έτσι, απλώς συνεχίσαμε να μιλάμε με το μυαλό και την καρδιά μας με τον τρόπο που το κάναμε από την αρχή.

Το Sonic Dissidence (2025), το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, είναι ένα αυτοχρηματοδοτούμενο εγχείρημα.

Υποθέτοντας ότι αυτό δε συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή έχετε την οικονομική δυνατότητα να κάνετε μια τέτοια επιλογή, ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι προϋποθέσεις για να είναι κάποιος ανεξάρτητος ως καλλιτέχνης στις μέρες μας;

Στο παρελθόν, οι δισκογραφικές εταιρείες έλεγχαν τα μέσα παραγωγής.

Τώρα, οποιοσδήποτε διαθέτει υπολογιστή, κάρτα ήχου και μικρόφωνο μπορεί να γράψει και να ηχογραφήσει μουσική.

Η πολυκάναλη ηχογράφηση μπορεί να γίνει στον φορητό υπολογιστή σου, ενώ τα βίντεο μπορούν να γυριστούν και να μονταριστούν σχετικά φθηνά.

Οποιοσδήποτε μπορεί να ανεβάσει τη μουσική ή τα βίντεό του. Η διανομή, η ψηφιακή παρακολούθηση των μεγάλων πλατφορμών streaming είναι η μεγάλη διαφορά.

Αλλά για να απαντήσω στην ερώτησή σου, οι προϋποθέσεις είναι οι ίδιες όπως πάντα. Πρέπει να έχεις κάτι μοναδικό και συναρπαστικό και μεγάλη υπομονή.

Πόσο ζωτική είναι η συλλογική διαφωνία, όπως κι αν αρθρώνεται, στον επικίνδυνα μονοπολικό κόσμο μας, εκφραζόμενο κυρίως από τις «αυτοκρατορικές»/ιμπεριαλιστικές Η.Π.Α. και τα κράτη-λακέδες της στην Ε.Έ.;

Ζωτικής σημασίας είναι η σωστή λέξη. Απολύτως ζωτικής σημασίας.

Εκεί που ζω στη Γαλλία, το κίνημα διαμαρτυρίας είναι πολύ υγιές. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει την κουλτούρα διαμαρτυρίας να αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο ως αντίδραση σε αυταρχικές, ψευδοθρησκευτικές και ακροδεξιές κυβερνήσεις.

Στην περίπτωση των Η.Π.Α. και σε εκθετικά μεγαλύτερο βαθμό του Ιράν, η καταστολή είναι βίαιη και το κόστος πολύ υψηλό. Αλλά η διαφωνία ποτέ δε χάνει τη σημασία της.

Όλο και περισσότερα δυτικά κράτη -συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου- υιοθετούν ολοκληρωτικές στρατηγικές και πρακτικές.

Παράλληλα, συνεχίζουν να κηρύττουν με αυταρέσκεια τη «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Ποια είναι η άποψή σας για αυτό το ζήτημα;

Νομίζω ότι ο λόγος είναι πως είναι η έσχατη λύση. Η ηθική είναι αβάσιμη. Είναι αδύνατο να δικαιολογηθεί, οπότε το μόνο το οποίο μένει να γίνει είναι να αντιστραφεί η ίδια η πραγματικότητα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Palestine Action έχει απαγορευτεί ως «τρομοκρατική».

Ο δε αντιφρονών λόγος για την Παλαιστίνη -ακόμα και συνθήματα που φωνάζονται στις διαδηλώσεις- παρακολουθείται, αστυνομεύεται, αποπλαισιώνεται και συχνά ποινικοποιείται. Γιατί;

Είναι εξαιρετικά Οργουελιανό. Υπάρχει μια μακάβρια ειρωνεία στο γεγονός ότι όσοι διαπράττουν γενοκτονία χρηματοδοτούνται και επαινούνται, ενώ όσοι την ονοματίζουν ποινικοποιούνται.

Ζούμε ακόμα σε μια Εποχή Πανικού, όπως τραγουδούσατε κάποτε, είμαστε Ήδη Νεκροί ή μήπως «ο παλιός κόσμος διαλύεται τώρα καθώς ανοίγουμε τα μάτια μας»;

Και τι είδους κόσμος ξεδιπλώνεται στην πραγματικότητα, ακόμα και στον μακρινό ορίζοντα;

Νομίζω ότι όλα συνδέονται. Ναι, δυστυχώς η εποχή του πανικού αποδείχθηκε μακρά. Δε νομίζω πως είμαστε ήδη νεκροί, αλλά ίσως οι τεχνολογίες οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να απελευθερώσουν το άτομο φέρνουν μαζί τους και πολλή απάθεια.

Ο παλιός κόσμος διαλύεται συνεχώς. Κανένας ηλικιωμένος δεν αναγνωρίζει τον κόσμο της παιδικής του ηλικίας. Η γενιά μας έχει κυριολεκτικά δει τη μετάβαση από τις βαλβίδες και τα τρανζίστορ στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η βασισμένη σε κανόνες τάξη επίσης διαλύεται. Τα εγκλήματα πολέμου θα πρέπει να έχουν συνέπειες.

Οι πολιτικοί παλιά απολύονταν επειδή έπαιρναν χρυσά μανικετόκουμπα, τώρα κάνουν σορτάρισμα στις χρηματιστηριακές αγορές και καυχιούνται γι’ αυτό.

Σκοπεύετε να μοιραστείτε μερικές ματιές από το μέλλον -μουσικό ή άλλο- στην πολυαναμενόμενη συναυλία σας στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου στο An Club;

Σίγουρα θα μοιραστούμε μουσική από το νέο μας άλμπουμ. Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι που επιστρέφουμε στην Αθήνα.

Ευχαριστώ θερμά τον James Barrett, μπασίστα των Senser, για τον συντονισμό της συνέντευξης και την παραχώρηση της φωτογραφίας του γκρουπ.

Οι Senser θα εμφανιστούν ζωντανά το Σάββατο 28 Μαρτίου στην Αθήνα στο An Club Music Venue (Σολωμού 13, Εξάρχεια). Special guest: Kidney Black.

Μία ημέρα νωρίτερα, την Παρασκευή 27 Μαρτίου, θα βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη στο Rover Bar (Σαλαμίνος 6, Λαδάδικα).



Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Σοφία Χιλλ: «Aκόμα κι αν όλα είναι χαμένα, πρέπει να ελπίζεις»

 

Σοφία Χιλλ (Φωτογραφία: Άγγελος Χιλλ)

Μια συνάντηση με την σπουδαία ηθοποιό και ωραίο άνθρωπο, Σοφία Χιλλ, με αφορμή το ανέβασμα της ξαναδουλεμένης εκδοχής της Ιψενικής Νόρας, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, στο Θέατρο Άττις μέχρι και τις 5 Απριλίου.

Συναντιόμαστε μετά από άλλη μια παράσταση της Νόρας. Πώς νιώθετε συνήθως μετά την ολοκλήρωση μιας παράστασης; Ή δεν υπάρχει αυτό το «συνήθως»;

Συνήθως αισθάνομαι ανακούφιση και ησυχία, ιδίως αν έχει συντελεστεί μια ενεργειακή ένωση με το κοινό.

Υπάρχουν, όμως, και φορές που νιώθω ότι όλα είναι «λοξά», πως δεν έχει «κουμπώσει» η αγαπητική σχέση με αυτό, ούτε έχει προκύψει η ενεργειακή ανταλλαγή. Τότε, αισθάνομαι λίγο παράξενα. Αναρωτιέμαι...

... Μήπως φταίω κι εγώ λίγο;

Σίγουρα φταίω. Το κοινό δε φταίει ποτέ, παρότι κι αυτό είναι μια πολύ ζωντανή οντότητα, κάθε βράδυ διαφορετική.

Με τα χρόνια, ωστόσο, οφείλεις ως ηθοποιός να το ακούς, να το αντιλαμβάνεσαι και να συστηθείς σε αυτό, ώστε να πραγματοποιηθεί ο διάλογος.

Η αγαπητική σχέση, στην οποία μόλις αναφερθήκατε, είναι επιλογή από πλευράς σας, συνειδητά ή ασυνείδητα;

Βεβαίως.

Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια που βγήκα στο θέατρο, υπήρχαν διάφορες θεωρίες σχετικά με το κοινό, ακόμα και πως είναι εχθρός μας.

Προσωπικά, ερωτεύομαι πάντα το κοινό, ενώ μπορεί να τοποθετώ στην πρώτη σειρά ακόμα και τους νεκρούς.

Όπως είναι ένας έρωτας τον οποίο φαντάζεσαι και δεν τον έχεις ζήσει στην πραγματικότητα, έτσι και στο θέατρο θέλεις να επικοινωνήσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Σ’ αυτήν την πρώτη σειρά κάποιου θεάτρου -συμβολικά ή και κυριολεκτικά-, ποια θα ήταν μερικά από τα πρόσωπα -ζωντανά ή νεκρά- που θα θέλατε να βρίσκονται, ακόμα και άνθρωποι από άλλες φάσεις ζωής;

Άνθρωποι από άλλες φάσεις ζωής, ζωντανοί ή νεκροί, με τους οποίους δεν επικοινωνούμε για κάποιους λόγους. Μπορεί να είναι συγγραφείς ή ποιητές που αγαπήσαμε, άνθρωποι οι οποίοι έχουν επηρεάσει αυτό που είμαστε τώρα.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία συγκαταλέγονται και οι γονείς σας, έτσι δεν είναι;

Οπωσδήποτε!

Ήταν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε αγαπητικό, στοργικό και τρυφερό;

Υπήρχε έρωτας. Το βλέμμα της μητέρας μου, ιδίως, διέθετε την ποιότητα του ανθρώπου που έχει ερωτευτεί όλα της τα παιδιά. Και ήμασταν επτά, οπότε αυτό δεν ήταν εύκολο.

Το βλέμμα του πατέρα, πώς ήταν;

Δεν τον έζησα πολύ τον πατέρα μου, αλλά από την μητέρα μου πήραμε όλοι έρωτα.

Οι δύο τους έζησαν τον τρελό έρωτα ή υπήρχαν και στιγμές ασυμβατότητας;

Υπήρχαν. Η μητέρα μου μού έλεγε, «Δεν μπορείς να ενώσεις τη Δύση με την Ανατολή».  Εκείνη αντιπροσώπευε την Ανατολή. Όταν την πρωτογνώρισε, ο πατέρας μου τής έλεγε, «Είσαι ο Καβάφης μου».

Εκείνη, πώς τον αποκαλούσε;

Μου είχε πει ότι ο πατέρας μου τής έμοιαζε με τον Χριστό, έτσι ξανθός, ψηλός και γαλανομάτης που ήταν!

Υπήρχε αλληλοσεβασμός μεταξύ τους και μια σχέση με υψηλές δονήσεις.

Ο γάμος τους, ωστόσο, δεν κράτησε, σε αντίθεση με τη σχέση. Έβλεπαν τα πράγματα με άλλη ελαφρότητα, όντας παιδιά των δεκαετιών του 1960-70. Βίωσαν τη γνωριμία τους ως μια περιπέτεια. Αυτήν την αίσθηση θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.

Στο ξεκίνημα της θεατρικής διαδρομής σας, βιώσατε επίσης αυτήν την αίσθηση της περιπέτειας, της εξερεύνησης, της ανάγκης για ανακάλυψη;

Δε σταματάει ποτέ.

Γι’ αυτό και, όταν βρήκα το Θέατρο Άττις, είχα πολλούς λόγους να «κουμπώσω». Πρόκειται για ένα εργαστήρι, ένα πεδίο έρευνας και η σκηνή γίνεται μια πλατφόρμα όπου μπορείς να ανέβεις και να παίξεις με τα υλικά σου.

Αυτό δεν το είχα ξανασυναντήσει στην Ελλάδα.

Ερωτευτήκατε το Άττις με την πρώτη ματιά, με την πρώτη συνεργασία;

Έτσι συνέβη. Όταν βρίσκω κάτι στο οποίο αξίζει να δοθώ, πέφτω με τη μούρη σ’ αυτό.

Στην αρχή, πάντως, το να συμπράττετε στην υλοποίηση του καλλιτεχνικού οράματος του Θεόδωρου Τερζόπουλου θα πρέπει να υπήρξε μια εκφοβιστική εμπειρία, εντός και εκτός εισαγωγικών.

Όταν πρωτοείδα παράσταση στο Άττις, ένιωσα ένα χτυποκάρδι, ότι κάτι μου συνέβαινε. Κι όταν ο Τερζόπουλος μού πρότεινε να αναλάβω μεγάλο ρόλο, προσπάθησα να το αποφύγω, αλλά τελικά δεν το απέφυγα.

Δεν αποφεύγετε τις ευθύνες τις οποίες συνεπάγεται μια επιλογή, ακόμα κι αν είναι αυθόρμητη ή παρορμητική.

Δεν αποφεύγω τις ευθύνες, ανασκουμπώνομαι.

Σταδιακά, αισθανθήκατε πιο επαρκής ως ηθοποιός σε αυτό το πλαίσιο;

Δεν ξέρω τι ένιωθα, ούτε καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, επειδή επρόκειτο για κάτι μεγάλο.

Προσπαθούσα να ανταποκριθώ, ακόμα και σωματικά. Είχα «λιώσει» στην άσκηση, σε βαθμό που στο λεωφορείο μου πρόσφεραν να κάτσω, επειδή νόμιζαν πως ήμουν μεγαλύτερης ηλικίας!

Την επόμενη ημέρα στο θέατρο, ωστόσο, ήμουν άνετη, γιατί αυτήν την απόφαση είχα πάρει.

Σιγά σιγά χτιζόταν κι η αυτοπεποίθησή σας, ή είστε γενικά άνθρωπος με αυτοπεποίθηση;

Είχα αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό το οποίο έκανα.

Προβάλλοντας τον εαυτό σας στο μέλλον, τον βλέπατε περισσότερο συνδεδεμένο με αυτό το Θέατρο, με αυτόν τον άνθρωπο, με αυτόν τον τρόπο γραφής;

Δεν έβλεπα τον εαυτό μου στο μέλλον, ούτε ως παιδί. «Άνοιγε» ο χρόνος, και ζούσαμε σε οικογενειακό επίπεδο πολύ τη στιγμή. Βιώναμε το τώρα με πολλή ένταση και χαρά.

Ακόμα και σήμερα, δεν μπορώ να τον δω στο μέλλον, κι αυτό μου έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Από τότε που απέκτησα τον γιο μου τον Άγγελο προσπαθώ να έχω ένα σχέδιο, αλλά και πάλι μόνο στα πολύ βασικά. Μ’ αρέσει το στοιχείο της έκπληξης.

Χωρίς να τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ο Τερζόπουλος μού δίνει εντύπωση ανθρώπου σεμνού και χαμηλών τόνων.

Είναι πολύ σεμνός. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια, έζησε έντονα παιδικά χρόνια, άνοιξε τον δρόμο του μόνος του, μόνος του έφυγε από την Ελλάδα. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος «γειώθηκε» πολύ νωρίς.

Και αναγνωρίστηκε αρκετά ευρύτερα, πολύ όψιμα.

Στην Ελλάδα, κυρίως. Όταν πρωτομπήκα στο Άττις, ο Τερζόπουλος ήταν ήδη γνωστός στο εξωτερικό και οι παραστάσεις του Θεάτρου συμμετείχαν σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και μπροστά σε μεγάλο κοινό.

Δεν ταίριαζε, όμως, με τα εδώ δεδομένα. Στην Ελλάδα, λοιπόν, διεξαγόταν μία πάλη. Υπήρξαν παραστάσεις στις οποίες ήρθαν λίγοι άνθρωποι. Ίσως -για εκείνη την εποχή- να ήταν πολλοί.

«Νηρηίδα», «αρχέγονη ρίζα» και «μαγική φωνή», σάς έχει αποκαλέσει η Κλειώ Φανουράκη, σκηνοθέτρια της ταινίας Ξα Μου, όπου πρωταγωνιστείτε, σε συνέντευξή της στην Αγγελική Στελλάκη.

Με ποιο στοιχείο της φύσης θα μπορούσατε να παρομοιάσετε τον εαυτό σας;

Ίσως η εξωτερική μου εμφάνιση παραπέμπει σε Νηρηίδα, ίσως και η αισιοδοξία και η ελαφρότητα που μου αρέσει να διατηρώ. Πολλές φορές, όμως, μπορεί μέσα μου να αισθάνομαι και τριακοσίων ετών.

Οι υπόλοιποι άνθρωποι -κυρίως οι ηλικιακά μεγαλύτεροι και οι όχι εν ζωή- που πέρασαν από το Άττις, πόσο σάς βοήθησαν στα πρώτα σας βήματα; Βιώσατε το κλίμα ως υποστηρικτικό;

Η Σοφία Μιχοπούλου υπήρξε μια καθοριστική μορφή.

Μου θύμιζε ελιά μανιάτικη, μια πέτρα. Ήταν ένα στέρεο, φυσικό, αναγνωρίσιμο και απόλυτα αναγνώσιμο και καθαρό σημείο αναφοράς. Μου δημιουργούσε ασφάλεια, ησυχία και οικειότητα. Η Σοφία αποτέλεσε μια εγγύηση για εμένα.

Μοιράστηκα και το καμαρίνι μαζί της επί αρκετά χρόνια, καθώς συνήθως ήμασταν δυο κορίτσια στις παραστάσεις, η Σοφία και εγώ. Οι δύο Σοφίες! (Γέλιο).

Ήταν ένας πολύ διακριτικός, ανεξάρτητος άνθρωπος, καθόλου παρεμβατικός.

Κατά τις κατοπινές δεκαετίες στο Άττις, έχετε νιώσει κάποια ανασφάλεια -ακόμα και φόβο- σε σχέση με την υποκριτική επάρκειά σας σ’ αυτό το σύμπαν, στην οποία αναφέρθηκα και νωρίτερα;

Τον πρώτο καιρό αισθανόμουν πως έχω εκτεθεί. Με τα χρόνια, όμως, συνειδητοποίησα ότι στο θέατρο, όπως και σε άλλες μορφές τέχνης, το μεγάλο μάθημα είναι η έκθεση.

Όσο μεγαλώνω, γίνομαι πιο ψύχραιμη. Όπως συμβαίνει και στη ζωή, έτσι και όσον αφορά στο θέατρο λέω «Δεν πειράζει» σε σχέση με κάτι το οποίο δεν πήγε καλά. Συγχωρώ τον εαυτό μου που είναι μικρός και δεν τα κάνει όλα «σωστά».

Παρακολουθώντας την ξαναδουλεμένη θεατρική εκδοχή της Νόρας, η οποία παρουσιάζεται στο Άττις μέχρι και τις 5 Απριλίου, συνειδητοποίησα πόσο (πρωτο)φεμινιστικό κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί.

Έχει να κάνει με τη γυναικεία χειραφέτηση, ότι δηλαδή μια γυναίκα αποφασίζει να πάει κόντρα σε αυτό που ήταν προκαθορισμένο.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, με όλα τα μεγάλα κείμενα, όπως και με τις αρχαίες τραγωδίες, είναι πως πηγαίνουν πέρα από τα φύλα. Αφορούν στο ον, στον άνθρωπο, είναι βαθιά ανθρωποκεντρικά.

Με αυτήν την έννοια, η Νόρα θα μπορούσε να είναι και άντρας. Γι’ αυτό και τα οντολογικά έργα υπερβαίνουν το κοινωνικό πλαίσιο.

Εκτίμησα, εξάλλου, την αφαιρετική προσέγγιση, γεγονός κρίσιμο και αναγκαίο πλέον σε όλα τα επίπεδα - αισθητικό, πολιτικό, υπαρξιακό.

Έτσι μπορείς να κινηθείς κοντά σε ή γύρω από την ουσία. Αλλιώς, σε «τρώει» ο υπερκαταναλωτισμός.

Πώς καταλήξαμε να είμαστε καταναλωτές και να μην έχουμε πια τον χρόνο και τον χώρο να εμβαθύνουμε, να στοχαστούμε, να ζήσουμε, να υπάρξουμε; Φοβερό!

Η διάθεση και το μοίρασμα του χρόνου είναι δυνητικά αγχογόνος διαδικασία;

Αν δεν «ανοίγει» ο χρόνος στο τώρα, είμαστε πραγματικά για λύπηση, όντως δε ζούμε τη ζωή. Όταν ζεις στο τώρα, ο χρόνος διευρύνεται, είναι αιώνιος.

Το θέατρο σού δίνει τη δυνατότητα να είσαι 100% στο εδώ. Οι ασθένειες, ο πόνος, οι απώλειες μεταφέρονται στη σκηνή και όλα μεταμορφώνονται.

Μπορεί, έστω και για εβδομήντα λεπτά, να μεταμορφωθεί και η ζοφερή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, εγχώρια και διεθνής;

Ξαφνικά ανοίγει ένας χώρος ο οποίος δεν κουβαλάει το άγχος και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν τα χωράει.

Εσάς, όμως, δεν παύουν να σάς απασχολούν. Είστε άνθρωπος που ανησυχεί για το τρέχον κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Οι καλλιτέχνες ήταν πάντα οι άνθρωποι οι οποίοι μιλούσαν, διαμαρτύρονταν και υπερασπίζονταν το δίκιο που πίστευαν. Τώρα, ίσως ζούμε μια αρκετά συντηρητική εποχή της τέχνης.

Γίναμε κι εμείς φίλοι και ομοτράπεζοι της εξουσίας; Μάς αγαπάνε; Δεν ξέρω.

Δε σας «κόβω», πάντως, για συνδαιτυμόνα της εξουσίας.

Η εξουσία είναι κάτι που απεχθάνομαι. Στο σπίτι υπέφερα έχοντας, ως γονιός, έναν ρόλο πιο εξουσιαστικό, επειδή κι η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ελεύθερος και δημοκρατικός άνθρωπος.

Και στο θέατρο, αντίστοιχα, είναι πάρα πολύ εύκολο ο σκηνοθέτης ή ο δάσκαλος να ασκήσουν εξουσία στον ή στην ηθοποιό επί σκηνής, που είναι πολύ ευάλωτος/-η και σου δίνεται ψυχή τε και σώματι. Είμαι πολύ μακριά από κάτι τέτοιο.

Δεν υπάρχει μία αρχή, η οποία πολλές φορές είναι και κακοποιητική. Όσο πρέπει η ομάδα να υπακούει τον μέντορα, αυτόν που σέρνει το «κάρο», άλλο τόσο πρέπει και εκείνος να υπακούει τον βοηθό ή τον άνθρωπο που φτιάχνει τον καφέ.

Ελπίζετε, γενικά, ως άνθρωπος;

Aκόμα κι αν όλα είναι χαμένα, πρέπει να ελπίζεις, γιατί έρχονται κι οι νέοι. Τι βλέμμα θα τους δώσεις;

Βλέπεις τους ανθρώπους της Παλαιστίνης. Θα έπρεπε να βιώνουν την απελπισία. Κι όμως, βρίσκουν την ελπίδα.

Κατά περιόδους, τροφοδοτούν και τον υπόλοιπο κόσμο με δύναμη και κουράγιο. Θέλω, λοιπόν, να ελπίζω ότι θα έρθει μια μεγάλη άνοιξη.

Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Χιλλ για τον χρόνο της και για την ουσιαστική κουβέντα.

Ευχαριστώ, επίσης, τον Άγγελο Χιλλ για τη φωτογραφία του που συνοδεύει το κείμενο.

Η παράσταση Νόρα, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου και με πρωταγωνίστρια την Σοφία Χιλλ, παρουσιάζεται στο Θέατρο Άττις (Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο) μέχρι και τις 5 Απριλίου.

Ημέρες και Ώρες παραστάσεων:

Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15.

Κυριακή στις 19.15.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Φελίς Τόπη: «Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς»

 


Θεατρικός μονόλογος εμπνευσμένος τόσο από αυτοβιογραφικά βιώματα όσο και από εμπειρίες από τις κοινότητες του μποξ, η Andy παρουσιάζεται μέχρι και τις 31 Μαρτίου στο θέατρο «ΦΙΑΤ».

Κουβεντιάζοντας με την επί σκηνής πρωταγωνίστρια και συν-συγγραφέα του έργου, Φελίς Τόπη.

Ο θεατρικός μονόλογος Andy, ο οποίος παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» μέχρι και τις 31 Μαρτίου, είναι εμπνευσμένος «από αυτοβιογραφικές ιστορίες και εμπειρίες από τις κοινότητες του box και της street κουλτούρας».

Πώς βιώνεις τον μονόλογο ως θεατρικό είδος, θεατρική σύμβαση και θεατρική εμπειρία; Σε απελευθερώνει, σε κρατάει σε εγρήγορση, σε ταράζει;

Η αλήθεια είναι ότι απολαμβάνω πολύ περισσότερο το να είμαι πάνω στη σκηνή με παρτενέρ. Eίναι το μόνο μου παράπονο σε αυτό το project.

Eπιλέξαμε αυτό το format για να μπορούμε να ταξιδεύουμε με μεγαλύτερη ευκολία στο εξωτερικό και την επαρχία.

Μου φαίνεται πολύ πιο διασκεδαστικό το να μοιράζεσαι τις εμπειρίες. Tο να μιλάει ένας άνθρωπος μόνος του, το να μην ακουμπάνε κάπου οι λέξεις για να έρχονται πίσω μού προκαλεί κάτι σαν θλίψη.

Οπότε ψάχνω συνέχεια με τι θα ανοίξω διάλογο. Ψάχνω συνέχεια έναν παρτενέρ στην αφήγησή μου.

Ο άμεσος στη δομή αυτής της δραματουργίας είναι ο θεατής· εκεί τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις έρμαιο των διαθέσεων του κοινού, αλλά υπάρχει και η αδρεναλίνη του ότι ο συνομιλητής αυτός αλλάζει κάθε βράδυ.

Είναι βέβαια και ο Γιάννης Διδασκάλου μόνιμος σιωπηλός συναφηγητής πάνω στη σκηνή· ο προπονητής, ο πατέρας, ο σκηνοθέτης.

Καταλήγω, λοιπόν, να μη το διαχειρίζομαι όλο αυτό ως μονόλογο, αλλά ως διάλογο με συνομιλητή υπό μόνιμη αναζήτηση.

Γράψατε το κείμενο από κοινού με τον Γιάννη Διδασκάλου, τον σκηνοθέτη της παράστασης, με τον οποίο σε συνδέει πολύχρονη φιλία. Πώς μια φιλική σχέση μπορεί να εξελιχθεί σε μια παραγωγική επαγγελματική συνεργασία;

Ο Γιάννης ήταν ο εμψυχωτής της πρώτης μου θεατρικής ερασιτεχνικής ομάδας, δεν ήταν δηλαδή ότι γνωριστήκαμε στο σχολείο, στο πάρκο ή σε κάποιο μπαρ.

Συνδεθήκαμε από την αρχή επειδή μιλούσαμε κοινή γλώσσα στο σύμπαν που κινούμαστε τώρα επαγγελματικά.

Είχαμε και κοινές καταβολές, κοινό αξιακό σύστημα, είμαστε και οι δύο παιδιά της επαρχίας, από οικογένειες δεμένες πολύ, που μας στηρίζουν.

Στην πορεία ζήσαμε και εκατό ζωές μαζί, έχουμε πράγματα να αφηγηθούμε πια, έχουμε ιστορίες να μας δένουν, είναι σημαντικό αυτό.

Η μεταξύ μας επικοινωνία μου φαίνεται οργανική και αβίαστη, κάποια πράγματα είναι πια δεδομένα - και καλώς είναι δεδομένα.

Και να διαφωνήσουμε σε κάτι, θα κλείσουμε με δύναμη την πόρτα του δωματίου και μετά θα την ξανανοίξουμε και θα πούμε: «Λέω να παραγγείλω, πεινάς;»

Η Andy θα μπορούσε να είναι και μια μυθολογική ηρωίδα, που όμως δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις. Ποια είναι η σχέση σου με τους μύθους - αρχαίους και σύγχρονους;

Εσύ, ως ηθοποιός και συγγραφέας, τις βρίσκεις, τελικά, αυτές τις λέξεις;

Η σύνδεση της συγκεκριμένης ιστορίας με τους αρχαίους μύθους ήταν πρόταση του Γιάννη, έχει μια αδυναμία στην αρχαία μυθολογία.

Η Αταλάντη ήταν η σκέψη του όταν εγώ αναρωτήθηκα αν θα είχε ενδιαφέρον να βρούμε ένα όνομα που να στέκεται και ως τίτλος όπως στις αρχαίες τραγωδίες: Αντιγόνη, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Μήδεια. 

Η ηρωίδα μας συγκρούεται με τη μοίρα όπως όλοι οι τραγικοί χαρακτήρες, ανοίγει κουβέντες με το θείο, κάπως της άξιζε να έχει το δικό της ηρώο.

Η μόνη μου ένσταση ήταν ότι Αταλάντη δεν θα λεγόταν ένα κορίτσι που κάνει μποξ σε λαϊκή γειτονιά. Και η Αταλάντη έγινε Άντη.

Με αφορά το βάθος στα πράγματα, δεν έχω υπάρξει αερικό, όσο ζηλευτή και αν μου είναι αυτή η συνθήκη ζωής. Είμαι στέρεη, χτίζω.

Η αρχή, η βάση, χτίζεται από τις ρίζες, την ιστορία, τους μύθους, τις βιογραφίες αυτών που τα ζήσανε ήδη, τον τρόπο που γράψανε άλλοι, το προσωπικό βίωμα, ό,τι έχει ο καθένας στα μπαγκάζια. Εκεί είναι το δύσκολο, όταν ψάχνεις στο πορτ μπαγκάζ.

Οι λέξεις έρχονται μετά από αυτήν την προεργασία. Από λέξεις είμαστε καλυμμένοι, θεωρώ ότι -όπως και η αφηγήτρια- τις βρίσκω αβίαστα.

Προπονείσαι ως μποξέρ εδώ και πέντε χρόνια. Τι κοινό έχουν το μποξ και η υποκριτική τόσο ως ψυχοσωματική, όσο και ως διανοητική εμπειρία/άσκηση;

Ξεκίνησα μποξ την περίοδο που αποφάσισα να πάρω απόσταση από το θέατρο, το χρησιμοποίησα δηλαδή ως υποκατάστατο. Αντιλαμβάνομαι τη βάση τους ως κοινή:

Αν χάσεις τη συγκέντρωση σου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στη σκηνή, ο χρόνος διαστέλλεται, αισθάνεσαι πως έχασες ένα τέταρτο πραγματικού χρόνου, σου κόβονται τα πόδια, μπορεί να χάσεις τη σύνδεση με τον θεατή, την ροή αφήγησής σου.

Στον αγώνα, μάλλον θα καταλήξει στο ότι θα φας μπουνιά.

Το τυχερό μου ήταν πως ο προπονητής μου παίζει μποξ, όπως εγώ παίζω θέατρο.

Δίνει οδηγίες συνέχεια στον εαυτό του, διαβάζει τον αντίπαλο όπως εμείς τον θεατή, προκαλεί λάθη και μετά επιστρέφει στο σωστό, πάει να ξεχαστεί να βολευτεί σε έναν ρυθμό και τραβάει το χαλί μόνος του κάτω από τα πόδια του.




Και πόσο έχει αλλάξει την οπτική σου στο θέατρο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα;

Μου είναι πολύ πιο εύκολο πια να μη φέρω την όποια συναισθηματική μου κατάσταση από την εκάστοτε καθημερινότητα στην σκηνική αφήγηση. Αν δεν έχεις ψυχραιμία και μπεις συναισθηματικά φορτισμένος σε sparring, θα φας ξύλο εγγυημένα.

Και διαβάζω το δωμάτιο πολύ πιο γρήγορα. Υπολογίζω από πού θα έρθει το κροσέ και έχω κάνει ήδη αποφυγή, επιλέγω πιο στοχευμένα με τι ρυθμό θα μπω, τι πρέπει να κάνω για να κρατήσω το ενδιαφέρον.

Το μποξ είναι άθλημα που βασίζεται στο alert και στο show off.

«Ο έρωτας είναι πολιτική θέση», λέει η Andy. Είναι και το θέατρο μια ερωτική χειρονομία με πολιτική διάσταση, κατά τη γνώμη σου;

Αυτό το λέει η αφηγήτρια, όχι η Andy. Η Andy απλά τα ζει, χωρίς να τα σκέφτεται παραπάνω, δεν ξέρει από πολιτικές θέσεις.

Έτσι όπως αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα, και ο έρωτας και το θέατρο εκπροσωπούν καταστάσεις που διαρκούν όσο ένα πυροτέχνημα.

Επενδύεις και πιστεύεις θρησκευτικά σε κάτι που θα διαρκέσει μία στιγμή. Αλλά αυτή η μία στιγμή μπορεί να είναι φαντασμαγορική. Σοβαρά ρομαντική διαδικασία. Το κυνήγι πυροτεχνημάτων είναι μια μορφή αντίστασης στο πεζό, στη βαρύτητα.

Αν όλο αυτό γίνεται με τη συνείδηση της επιλογής κατ’ εξακολούθηση, ε ναι, εκπροσωπεί το πώς βλέπεις την ζωή, το πώς υπάρχεις στον κόσμο, είναι πολιτική θέση.

Πόσο σημαντική είναι η επανα-πολιτικοποίηση της καθημερινότητας σε μια εποχή κατά την οποία η εξουσία επιχειρεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στο υπάρχον;

Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς, στην οποία ο χρόνος δε διαστέλλεται, η χρονογραμμή της είναι αναμενόμενη, ο δοθείς αλγόριθμος δεν επεξεργάζεται. Το βόλεμα δε με αντιπροσωπεύει. Το «έλα μωρέ τώρα».

Αν ξέρουμε ήδη πως τα πράγματα είναι όπως είναι, και θα μείνουν εκεί αμετακίνητα, ότι έχουμε έρθει να ζήσουμε όλοι την ίδια ιστορία, από πού να βρούμε δηλαδής όρεξη να συνεχίσουμε;

Δεν ξέρω αν επιλέχτηκε ή σας προτάθηκε, πάντως ο χώρος ο οποίος φιλοξενεί την παράσταση δε θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός. Πώς, κάθε φορά, ως αθλήτρια και ως ηθοποιός, κατορθώνεις να κατοικείς τους χώρους όπου δρας;

Ο χώρος επιλέχθηκε, έψαχνα μήνες. Ψάχναμε μία αποθήκη να είναι όντως σαν γυμναστήριο μποξ, να παρασέρνουμε τον κόσμο σε ταινία με το που μπαίνει να καθίσει, να μην τον κρατάει σε απόσταση κάποια θεατρική σύμβαση.

Ονειρευόμασταν να είναι εκείνη, μικρή σε μια γιγάντια αποθήκη, σαν κλεισμένη μέσα στο γυμναστήριο αιώνες μέχρι να διαχειριστεί αυτό που της συνέβη. Να βγει από εκεί μόνο όταν είναι έτοιμη.

Και βρίσκουμε αυτόν τον χώρο, ο οποίος πέρα από όλα τα άλλα, έχει και αυτήν την reception που είναι σαν booth προπονητή από αμερικάνικη ταινία. Βλέπεις από το παράθυρο μέσα τον Clint Eastwood να διαβάζει εφημερίδα.

Οπότε σε αυτό το ανέβασμα εγώ απλά πατάω στο πραγματικό του χώρου, δε χρειάζεται να κάνω και πολλά, είναι σαν να με έχουν βάλει σε ένα σετ και να με τραβάνε με κάμερες. Κλεψιά.

Το πεδίο της τέχνης (εντός και εκτός εισαγωγικών) είναι, ως γνωστόν, ανθρωποφαγικό. Του (πρωτ)αθλητισμού διαφέρει σε κάποιον βαθμό; Και αν ναι, σε ποιον;

Με την υποκριτική δεν ασχολούμαι καθόλου σε πλαίσιο καριερίστα ή πρωταθλητισμού. Το απέρριψα πολύ γρήγορα μετά τη σχολή, βλέποντας να διαβρώνονται άνθρωποι και να χάνουν τελείως και την επαφή με την τέχνη τους.

Και στον αθλητισμό είμαι ερασιτέχνης, οπότε δεν μπορώ να πάρω θέση για το επαγγελματικό γίγνεσθαι εκεί, δεν κατεβαίνω σε αγώνες στο μποξ.

Με ενδιαφέρει ο συναγωνισμός, το να έχεις γύρω σου ανθρώπους που σε κάνουν να θες να πας κι εσύ παρακάτω. Θέλω να έχω κάτι να θαυμάζω.

Έχουμε καλέσει πολλούς ανθρώπους με τους οποίους θα θέλαμε να ανοίξουμε διάλογο με την πρόταση που κάνουμε με την Andy: καλλιτέχνες τους οποίους εκτιμάμε, φοιτητές της τέχνης που είναι ακόμα στην αρχή και έχουν ματιά πιο άγραφτη και αθώα.

Ονειρευόμαστε να είναι πραγματικό work in progress αυτή η παράσταση, να αλλάζει με τις συναντήσεις.

Ποιες εσωτερικές αντιστάσεις και ηθικές ποιότητες απαιτούνται, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μην καταντήσεις σαν αυτό που εχθρεύεσαι;

Νομίζω ότι χρειάζονται βάσεις και σταθερές, οικογένεια, φίλοι καλοί, άνθρωποι να σε κρατάνε στέρεο, να έχεις να επιστρέφεις για να μη χαθείς. Να εξελίσσεσαι, να μετακινείσαι και να ταξιδεύεις, αλλά να έχεις να επιστρέφεις.

Πώς φαντάζεσαι/φαντασιώνεσαι τον εαυτό σου στο απώτερο μέλλον, ως μποξέρ, ηθοποιό, δασκάλα υποκριτικής και casting associate;

Θα ήθελα συνεχίσω να έχω τη δύναμη της ελευθερίας, να μπορώ να επιλέγω τις περιπέτειες που με αφορούν και να έχω όρεξη να παραμένω πυροτεχνουργός.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι της Μαίρης Λεονάρδου.

Η παράσταση Andy, σε δραματουργία-κείμενο Γιάννη Διδασκάλου-Φελίς Τόπη, σκηνοθεσία Γιάννη Διδασκάλου με πρωταγωνίστρια την Φελίς Τόπη, παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» (Φαλήρου 97, Κουκάκι) κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 μέχρι και τις 31 Μαρτίου.