Ενόψει της εμφάνισης
των Βρετανών And
Also
The
Trees,
ενός από τα πιο αγαπημένα post-punk συγκροτήματα,
ως headliners
στη
δεύτερη μέρα του φετινού Death Disco Indoor Festival (Σάββατο 4 Απριλίου),
συνομιλούμε με τον Simon
Huw
Jones,
ιδρυτικό μέλος του γκρουπ.
Σε αντίθεση με τους
περισσότερους συγχρόνους σας στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι And Also The Trees «επηρεαστήκατε
σχεδόν αποκλειστικά από το τοπίο και την Ιστορία του αγροτικού περιβάλλοντος το
οποίο [σάς] περιέβαλλε».
Ο ρομαντισμός αποτελεί, επίσης,
βασική αναφορά.
Θα μπορούσες να πεις ότι αυτό
που που είμαστε, μουσικά ή καλλιτεχνικά, είναι συνέπεια του περιβάλλοντος στο
οποίο ζούσαμε ή ζούμε.
Μουσικά, μπορείς να
ακούσεις μια σύνδεση με την ύπαιθρο και την Ιστορία της σε μερικά από τα
τραγούδια μας - αρχικά. Δε νομίζω πως ήταν σκόπιμο. Περισσότερο υπήρξε επακόλουθο.
Στιχουργικά, αντλούσα
επιρροή από οτιδήποτε υπήρχε γύρω μου - το τοπίο, τα βιβλία, τα περιοδικά, τα
όνειρα.
Πώς συνέκλιναν, λοιπόν,
όλα αυτά; Διάβαζες πολύ εκείνη την εποχή;
Μόλις ανακάλυπτα βιβλία
και λογοτεχνία τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δεν είχα καμία μόρφωση
εκείνη την εποχή, πριν από τον σχηματισμό του συγκροτήματος.
Τα μόνα μου πραγματικά
ενδιαφέροντα ήταν τα κορίτσια, το ποδόσφαιρο και η φωτογραφία...
Στην πραγματικότητα, η
εισαγωγή μου στη λογοτεχνία ήταν όταν διάλεξα τυχαία ένα μυθιστόρημα του
Άλντους Χάξλεϊ από ένα κουτί και το διάβασα ή μιλούσα ή φώναζα αποσπάσματά του
με τη μουσική που έφτιαχναν οι Justin
and The Band.
Σύμφωνα με το βιογραφικό
σας, μαθαίνετε να παίζετε τα όργανά σας κατά τη διάρκεια της σύνθεσης. Τι έχετε
κερδίσει και τι μπορεί να έχετε χάσει επειδή δεν έχετε λάβει «επίσημη» μουσική
εκπαίδευση;
Πιθανότατα έχουμε
αποκτήσει έναν ήχο και ένα στιλ, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, μοναδικό.
Ήμασταν πολύ ενστικτώδεις στη δημιουργία και την ανάπτυξή μας και εξακολουθούμε
να είμαστε.
Είναι αδύνατο να ξέρουμε
τι θα είχε συμβεί αν είχαμε μουσική παιδεία... Θα ακουγόμασταν πολύ διαφορετικά
αν είχαμε σχηματίσει ένα συγκρότημα... Αλλά μπορεί να μην είχαμε σχηματίσει καν
συγκρότημα.
Παρόλα αυτά, ως
συγκρότημα ακουγόσασταν αρκετά πρωτότυποι και δυνατοί για να τραβήξετε την
προσοχή των The
Cure
και του Robert
Smith
προσωπικά.
Πώς θα περιέγραφες τη
γνωριμία σας εκείνη την εποχή, την αρχική σας συνεργασία και τη συνεχιζόμενη,
υποθέτω, σχέση σας;
Υποθέτω ότι ο Robert είδε και άκουσε κάτι μέσα μας που
άγγιξε μια χορδή - ίσως είδε κάτι από τον νεότερο εαυτό του στον Justin. Και είναι ο Justin που ήταν υπήρξε ο συνδετικός κρίκος
με τον Robert
και τους Cure.
Οι The Cure δεν ήταν τότε το παγκοσμίως διάσημο
συγκρότημα το οποίο είναι τώρα φυσικά, αλλά τους θαυμάζαμε.
Ήμουν γεμάτος νεύρα,
ακόμα δεν πίστευα ότι ήμουν πραγματικά τραγουδιστής. Μετά - ε, θα έπρεπε να
μιλάω για πολλή ώρα για όλη την κοινή μας ιστορία...
Ο Robert και o Lol ήταν εξαιρετικά υποστηρικτικοί και
γενναιόδωροι απέναντί μας... Πέρασε ο καιρός και απομακρυνθήκαμε...
Αλλά ο Justin και ο Robert κράτησαν
επαφή και μόλις λίγες εβδομάδες μετά μάς κάλεσαν ως guests για
τρεις νύχτες στην υπέροχη Ρωμαϊκή Αρένα στη Νιμ - έτσι συνεχίζεται η ιστορία.
So this is silence και
Talk
without
words είναι οι τίτλοι των πρώτων τραγουδιών του
μυθικού ντεμπούτου άλμπουμ σας. Δεδομένης της αφοσίωσής σας στον (γραπτό) λόγο,
πώς συνδέεστε με τη σιωπή ως πηγή έμπνευσης;
Ποτέ δε σκέφτηκα τη σιωπή
ως πηγή έμπνευσης, αλλά βλέπω πώς θα μπορούσε να είναι και σίγουρα εκτιμώ τη
ζωτική της σημασία στη δημιουργία μουσικής ή οποιασδήποτε τέχνης.
Ξέρω ότι ως συγκρότημα
έχουμε αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της έννοιας του χώρου μέσα στη
μουσική μας - όπου η σιωπή σίγουρα παίζει ρόλο.
Με το EP A Room Lives in Lucy συστήνετε
τον ήχο της κιθάρας σας που θυμίζει μαντολίνο, ένα σήμα κατατεθέν σας από τότε.
Πώς προέκυψε;
Αυτός είναι ο ήχος του
Justin. Αν θυμάμαι καλά, αρχικά τον σκέφτηκε ως overdub στη B πλευρά εκείνου
του EP για το τραγούδι There was a man of double deed - και στη συνέχεια
τον ανέπτυξε από εκεί.
Ισχυρίζεστε ότι βρήκατε
την «ταυτότητά σας» με το Virus Meadow (1986). Τι συνέβη σε εσάς
(και τους θαυμαστές σας) με αυτό το άλμπουμ;
Αρχίσαμε να μεγαλώνουμε
λίγο και συνειδητοποιήσαμε ότι εκεί που βρισκόμασταν, στην επαρχία, και ποιοι
ήμασταν, ήταν το μέρος όπου μπορούσαμε να βρούμε την έμπνευση και την
προσωπικότητά μας.
Προσωπικά, δεν ήξερα
ποιος ήμουν πριν από εκείνο το άλμπουμ και περίπου εκείνη την εποχή τα πράγματα
άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Σιγά σιγά. Και όχι πάντα εύκολα, φυσικά.
Η κυκλοφορία του The Klaxon (1993)
προαναγγέλλει «ένα νέο κεφάλαιο» στην πορεία σας, τουλάχιστον ηχητικά. Τι σάς ώθησε σε αυτόν τον αναπροσανατολισμό;
Η «εικόνα» μας τη
δεκαετία του ’80 ήταν ασυνήθιστη και έντονη.
Ντυνόμασταν με ρούχα τα
οποία είχαμε βρει σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και καταστήματα μεταχειρισμένων
ειδών που μας έκαναν να μοιάζουμε σαν να ήμασταν σε κάποιο δράμα εποχής και ο
κόσμος νόμιζε ότι ζούσαμε σε κάστρο - ήταν ωραίο...
Αλλά έπρεπε να ξεφύγουμε
από την εικόνα του «ποιμενικού ρομαντικού» χαρακτήρα, καθώς ήταν πολύ
περιοριστική και αισθανόμασταν πως είχαμε περισσότερα να πούμε. Θέλαμε να
προχωρήσουμε και το Klaxon
ήταν η αρχή αυτής της ανησυχίας.
Τα χρόνια μεταξύ 1998 και
2003 ήταν χρόνια «αλλαγής και περισυλλογής». Πώς κι έτσι; Τι προέκυψε από εκείνη την περίοδο;
Συνέβησαν πράγματα στην
προσωπική μας ζωή που επέφεραν αλλαγές. Μετακόμισα στην Ελβετία για να είμαι με
την κοπέλα μου και γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί... Τέτοια πράγματα... Γεννήσεις,
θάνατοι και όλα τα σχετικά.
Τι προέκυψε δημιουργικά;
Λοιπόν, αφήσαμε τα πάντα στην άκρη για λίγο, και όταν αποφασίσαμε ότι θα
συνεχίσουμε ως συγκρότημα, είχαμε διαφορετική στάση.
Είχαμε επίσης έναν
διαφορετικό ντράμερ και αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί, καθώς ο Paul Hill είναι ένα σημαντικό μέρος των AATT.
Αλλά εκτός από το ότι
είχαμε ένα «νέο» μέλος στο συγκρότημα, νιώσαμε κάπως απελευθερωμένοι από πολλές
από τις μαλακίες οι οποίες μάς «στεγνώνουν» ενεργειακά και συνοδεύουν την
ενασχόληση με τη μουσική βιομηχανία.
Αρχίσαμε να κυκλοφορούμε
τους δικούς μας δίσκους και πραγματικά οι μόνοι άνθρωποι που μας ένοιαζε να
ευχαριστήσουμε εκείνη τη στιγμή ήμασταν εμείς οι ίδιοι.
Κινηθήκαμε προς μια ακόμα
πιο underground
κατεύθυνση,
σε ένα μουσικό κλίμα το οποίο ούτως ή άλλως άλλαζε ραγδαία - από
επιχειρηματικής άποψης, εννοώ...
Δεν ξέραμε αν υπήρχε
κάποιος εκεί έξω που ήθελε να μας ακούσει πια, αλλά στην πραγματικότητα είχε να
κάνει μόνο με τη μουσική εκείνη τη στιγμή.
Περιγράφετε το Further From The Truth (2003) ως «μια
αναγέννηση που εξελίχθηκε σε μια πραγματική αναδημιουργία με το ‘(listen for) The Rag and Bone Man’».
Με ποια έννοια μπορεί να
θεωρηθεί «αναγέννηση», ακολουθούμενη από «αναδημιουργία»;
Λοιπόν, επιστρέψαμε στις
ρίζες μας με το Further
from
the
truth.
Και ανακαλύψαμε ότι πολλοί από τους ανθρώπους οι οποίοι μας άκουγαν τη δεκαετία
του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν ακόμα μαζί μας. Αυτό μάς έδωσε κουράγιο.
Το (listen for) The Rag and Bone Man αποδείχθηκε
ένα πολύ δυνατό άλμπουμ και έτυχε πολύ καλής υποδοχής από τον Τύπο και τους
οπαδούς μας.
Αισθανθήκαμε πολύ
παρακινημένοι και εμπνευσμένοι από την επιτυχία αυτού του άλμπουμ και η
αντίδραση απέναντί μας είχε αλλάξει - ήταν πολύ θετική και νιώθαμε σαν
επιζώντες.
Η δεκαετία του ’90 ήταν
μια πολύ δύσκολη περίοδος για τα συγκροτήματα που θεωρούνταν συγκροτήματα της
δεκαετίας του ’80... Αυτό είναι φυσιολογικό στον κόσμο της μουσικής και της
μόδας, και μόνο οι δυνατοί επιβιώνουν.
Στο Hunter not the hunted (2012) επιστρέφετε στη
φύση για έμπνευση. Σας είχε λείψει αυτή η βασική εμπειρία/ορίζοντας;
Δεν ήταν ότι μας είχε λείψει,
αλλά μάλλον ήταν καλό που επιστρέψαμε από μια διαφορετική οπτική γωνία.
Το Born into the waves, το δέκατο τρίτο
στούντιο άλμπουμ σας, περιλαμβάνει κιθαριστικά κομμάτια σχεδιασμένα ως «τραγούδια
αγάπης από όλο τον κόσμο».
Φαίνεται πως έχουμε
ξεμείνει ως είδος από συναισθήματα/σχέσεις αγάπης στις μέρες μας. Τι πιστεύεις;
Νομίζω ότι όλα αυτά τα
συναισθήματα είναι ακόμα μέσα μας.
Υπάρχουν περισσότεροι
περισπασμοί τώρα, περισσότερη σύγχυση. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, δεν έχω
ιδέα αν η ανθρώπινη κατάσταση γενικά έχει αλλάξει με αυτόν τον τρόπο ή όχι.
Ελπίζω όχι - και αν έχει
αλλάξει, φαντάζομαι πως αυτά τα συναισθήματα θα επιστρέψουν, ή ίσως απλώς θα
αλλάξουν μορφή.
Το Mother-of-Pearl-Moon, ο προηγούμενό σας
άλμπουμ, είναι αναμφίβολα από τα πιο επιτυχημένα σας, στιχουργικά και μουσικά:
Μελαγχολικό, λογοτεχνικό
χωρίς καμία επιτήδευση, ποιητικό μέχρι το μεδούλι, κατά καιρούς μοιάζοντας με
λαϊκή μουσική δωματίου. Είναι αυτό το τέλος ενός κύκλου, ένας εμπλουτισμός του
καλλιτεχνικού σας ταξιδιού ή η αρχή κάτι νέου;
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ μας,
The
Devils
Door,
είναι το τέλος ενός κύκλου για εμάς.
Το Mother-of-Pearl moon ήταν
ένα ξεχωριστό άλμπουμ. Όλα, βέβαια, είναι ξεχωριστά με τον τρόπο τους, αλλά
αυτό ήταν λίγο διαφορετικό, καθώς αρχικά προοριζόταν να είναι ένα άλμπουμ των Brothers of the Trees.
Οπότε, κυρίως ο Justin και ο Colin παίζουν κιθάρα και κλαρινέτο κι εγώ
συνοδεύω στα φωνητικά.
Αλλά εξελίχθηκε καθώς
προστέθηκαν πιάνο και κρουστά και τελικά συνειδητοποιήσαμε ότι είχε γίνει ένα
άλμπουμ των ΑΑΤΤ, αλλά η προσέγγιση ήταν διαφορετική. Άρεσε σε όλους και ήταν
μια καλή επιτυχία για εμάς.
Θα ήθελα να πω ότι δε με
νοιάζει αν αρέσει στον κόσμο το The Devils Door ή
όχι, αλλά φυσικά ελπίζω να αρέσει. Βασίζεται περισσότερο στη ροκ μουσική και
είμαι σχεδόν σίγουρος πως είναι ένα καλό έργο. Μου αρέσει πολύ.
Το The child in you, ειδικότερα, είναι ίσως
η αγαπημένη μου σύνθεση. Διατηρείς κάποιες παιδικές πτυχές μέσα σου - και αν
ναι, πώς εκδηλώνονται;
Νομίζω ότι έχω μια
ολόκληρη σειρά από παιδικές πτυχές μέσα μου οι οποίες έρχονται στην επιφάνεια
πού και πού, αλλά ταυτόχρονα έχω χάσει πολλές - αυτή την οποία πρέπει να
καλλιεργήσω περισσότερο υποθέτω είναι το αίσθημα του θαυμασμού.
Το The Rifleman's wedding περιλαμβάνει το
εκφραστικό βιολί της Catherine
Graindorge,
ενισχύοντας περαιτέρω τον εκλεπτυσμένο, πλούσιο, στοχαστικό ήχο των AATT. Θα ήθελες να μου μιλήσεις
γι’ αυτήν τη δημιουργική συνάντηση;
Πριν από μερικά χρόνια,
συνεργάστηκα με την Catherine
σε ένα πρότζεκτ που ονομαζόταν Songs for the dead, το οποίο ακούγεται πολύ
πιο ζοφερό από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
Επικοινώνησε με τους AATT και ρώτησε αν θα με ενδιέφερε και η Kirsten, η οποία είναι μέλος της
ομάδας management
μας, είδε το email
και είπε: «Νομίζω πώς πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά... Η τελευταία
συνεργασία της ήταν με τον Iggy Pop».
Τέλος πάντων, ήταν μια
υπέροχη εμπειρία για μένα, είναι μια καταπληκτική μουσικός και ένας υπέροχος
άνθρωπος και είχα την ευκαιρία να γράψω στίχους και να τραγουδήσω... Ή να
αφηγηθώ με μερικούς άλλους πολύ καλούς μουσικούς.
Κάναμε ένα άλμπουμ,
περιοδεύσαμε και ο Justin
είχε την ιδέα να την ρωτήσει αν θα προσπαθούσε να προσθέσει ένα είδος φωνητικών
για ένα ή δύο κομμάτια. Εκείνη πρόσθεσε μερικά μέρη βιολιού. Πολύ διακριτικά,
αλλά πολύ ωραία.
Το Shared fate είναι επίσης εξαιρετικό -
και τόσο συγκινητικό. Ποια είναι η «κοινή μοίρα» για την οποία τραγουδάς; Έχει αυτή η αναφορά ευρύτερες συνδηλώσεις;
Δε μου αρέσει να εξηγώ πώς
κατανοώ ή οραματίζομαι αυτό το είδος στίχων, πιστεύω ότι πρέπει να εναπόκειται
στον ακροατή να αποφασίσει μόνος του, αν το επιθυμεί.
Οι στίχοι προέρχονται από
εμένα, αλλά τους βρίσκω αρκετά συχνά στη μουσική... Πολύ συχνά ο ακροατής ο
οποίος επιλέγει να συλλογιστεί έναν στίχο θα βρει κάτι διαφορετικό από τον
ακριβή τρόπο που τον έχω καταλάβει εγώ.
Εφόσον αυτό δεν είναι
πολύ εκτός πραγματικότητας και δεν αποτελεί πλήρη παρεξήγηση, χαίρομαι να αφήνω
τους ανθρώπους να δημιουργήσουν τις δικές τους ερμηνείες και να καταλήξουν στα
δικά τους συμπεράσματα.
Αν επρόκειτο να απαντήσω
ευθέως στο δεύτερο μισό της ερώτησής σου, η απάντησή μου θα ήταν, ειλικρινά: εξαρτάται
από τη διάθεσή μου!
Το Σάββατο
4 Απριλίου θα σάς καλωσορίσουμε ξανά στην Αθήνα στο πλαίσιο του Death Disco Indoor Festival. Τι θα έχετε για εμάς;
Θα παίξουμε λίγο από όλα,
αλλά θα επικεντρωθούμε φυσικά στον νέο μας δίσκο... Είναι, επίσης, η 40ή
επέτειος του Virus
meadow,
οπότε θα στραφούμε και σ’ αυτόν.
Οι And Also The Trees επιστρέφουν στην Αθήνα ως headliners στη δεύτερη μέρα του φετινού Death Disco Indoor Festival, το Σάββατο 4 Απριλίου, στο Gazarte - Ground Stage
(Βουτάδων 32-34, Γκάζι).
Ακολουθεί
το lineup
του
Φεστιβάλ:
Παρασκευή 3 Απριλίου 2026
Selofan | Riki | Days of Sorrow | Ghost Cop
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
And Also The Trees | Escape With Romeo | Desinteresse | Convex
Model

%20(3).jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου