Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Λαρς Ρούντολφ: «Αντίσταση σημαίνει να εστιάζεις στην ομορφιά των ανθρώπων, της φύσης, του πολιτισμού»

 


Βασισμένη στο πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, Η μελαγχολία της αντίστασης, η εμβληματική ταινία του πρόωρα χαμένου Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες Βερκμάιστερ, κυκλοφορεί σε επανέκδοση στους κινηματογράφους.

Με αυτήν την αφορμή κουβεντιάζουμε με τον πρωταγωνιστή της, τον καταξιωμένο Γερμανό ηθοποιό του θεάτρου και του σινεμά, Λαρς Ρούντολφ.

Όντας τότε σχετικά άπειρος ηθοποιός του κινηματογράφου, επιλέχθηκες για τον πρωταγωνιστικό ανδρικό ρόλο στο αριστουργηματικό Οι αρμονίες Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ.

Μέχρι σήμερα, ο ρόλος αυτός υπήρξε ίσως ο πιο ολοκληρωμένος και, αναμφίβολα, ο πιο αξιομνημόνευτος της πορείας σου. Καταρχάς, ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Γιάνος Βάλουσκα;

Σε ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σου.

Από τη μία, ο Γιάνος Βάλουσκα είναι ένας άνδρας που διανέμει αλληλογραφία και εφημερίδες σε μια μικρή πόλη.

Από την άλλη, καθώς εμβαθύνεις στο υπέροχο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, Η μελαγχολία της αντίστασης, μεταμορφώνεται σε ένα είδος αγγέλου.

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνει καν την ανθρώπινη φύση, ωστόσο είναι ένας πολύ αθώος, νέος και καλός άνθρωπος.

Συνομιλεί με τον καθηγητή μουσικής Γκιόργκι Έστερ -τον οποίο υποδύεται ο αείμνηστος Πέτερ Φιτς- για τον Γερμανό οργανίστα, θεωρητικό της μουσικής και συνθέτη της εποχής του Μπαρόκ, Aντρέας Βερκμάιστερ, καθώς και για το χρωματικό σύστημα που εκείνος είχε επινοήσει.

Είναι επίσης ένας πολύ παθητικός άνθρωπος, μη ενεργά εμπλεκόμενος στην πολιτική.

Σε ποιον βαθμό η ενσάρκωσή του διαμόρφωσε την οπτική σου στην υποκριτική;

Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας Οι αρμονίες Βερκμάιστερ, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω σε φεστιβάλ και να συμμετάσχω σε οντισιόν, ακόμη και για ταινίες του Χόλιγουντ. Ωστόσο, ήμουν ακόμη ένας πολύ νέος και άπειρος ηθοποιός.

Είχα, πάντως, συνεργαστεί με άλλους σκηνοθέτες στο θέατρο, όπως ο Φρανκ Κάστορφ. Είχα επίσης λάβει το βραβείο Καλύτερου Νέου Ηθοποιού στη Γερμανία για το κινηματογραφικό ντεμπούτο μου, το Not A Love Song του Γιαν Ράλσκε.

Έμαθα πολλά για την υποκριτική βήμα προς βήμα, μέσα από εργαστήρια με Αμερικανούς εκπαιδευτές υποκριτικής. Αργότερα, έπαιξα επίσης στο θέατρο, στο Βερολίνο και τη Ζυρίχη, υπό τη διεύθυνση του Κριστόφ Μαρτάλερ.

Έτσι, σιγά-σιγά, κατά κάποιον τρόπο έγινα ηθοποιός.

Πώς θα περιέγραφες τον Tαρ ως σκηνοθέτη, τόσο στο πλατό όσο και εκτός αυτού;

Θα ήθελα να σου πω πώς γνώρισα αρχικά τον Μπέλα.

Δίδασκε στη Σχολή Κινηματογράφου του Βερολίνου. Εκείνη την εποχή ήμουν νέος ηθοποιός και συνεργαζόμουν με πολλούς συναδέλφους στη Σχολή.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας σκηνής ταινίας, το σενάριο προέβλεπε έναν άγριο καβγά ανάμεσα στον χαρακτήρα τον οποίο υποδυόμουν εγώ και σε εκείνον που ενσάρκωνε μια ηθοποιός.

Κατά λάθος, την χτύπησα πολύ δυνατά και της έσπασα το τύμπανο του αριστερού αυτιού. Χρειάστηκε να πάει στον γιατρό. Όλοι οι άλλοι συμφοιτητές με κατηγόρησαν γι’ αυτό. Λυπήθηκα πολύ.

Ο Μπέλα βρισκόταν ανάμεσα στους θεατές και ήταν ο μόνος ο οποίος μου είπε ότι δεν έφταιγα εγώ, αλλά πως εκείνη έφερε μέρος της ευθύνης, καθώς ήταν πολύ άκαμπτη ως ηθοποιός.

«Αν είσαι καλός ηθοποιός, μπορείς να διαχειριστείς ένα απρόοπτο», μου εξήγησε.

Στην πραγματικότητα, με παρακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Καταλάβαινα από τον τρόπο που με κοιτούσε ότι ήθελε να παίξω σε αυτήν τη φοιτητική ταινία.

Ίσως δύο χρόνια αργότερα, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Λαρς, έχω ένα σενάριο για σένα. Την ημέρα κατά την οποία σε βρήκα, κατάλαβα πως μπορούσα να γράψω μια ταινία με τον Kρασναχορκάι. Εσύ είσαι ο Βάλουσκα», κατέληξε.

Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, δεν ήξερα τίποτα για τον Μπέλα και τα φιλμ του.

Τα γυρίσματα της ταινίας Οι αρμονίες Βερκμάιστερ ξεκίνησαν, στην πραγματικότητα, μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα στη Βουδαπέστη με τη σκηνή του νοσοκομείου, όπου το εξαγριωμένο πλήθος ξυλοκοπά τους ηλικιωμένους ασθενείς σε μια ψυχιατρική πτέρυγα.

Σύμφωνα με τον Μπέλα, δεν υπήρχαν αρκετά ρολά φιλμ για τα γυρίσματα.

«Κόλλησε αυτά τα ρολά μεταξύ τους!» τον παρότρυνα. «Λαρς, δεν ξέρεις τις ταινίες μου;» με ρώτησε. «Όχι, δεν τις ξέρω», απάντησα ειλικρινά. «Δεν μπορούμε να πάμε σπίτι!» Κι όμως, πήγαμε σπίτι. Ήμουν πολύ θυμωμένος.

Πριν την επανέναρξη των γυρισμάτων, είδα το Sátántangó. Τότε κατάλαβα τις ταινίες του.

Χρειάστηκαν μερικοί μήνες για να ξεκινήσουμε από την αρχή και όλη η διαδικασία διήρκεσε τρία χρόνια λόγω διαφόρων προβλημάτων: πολλοί οπερατέρ ήταν μεθυσμένοι, ενώ ένας παραγωγός αυτοκτόνησε.

Νομίζω ότι ταξίδεψα αεροπορικώς στη Βουδαπέστη γύρω στις σαράντα φορές.

Μετά τον αρχικό μου θυμό για τον Μπέλα, δεν τσακωθήκαμε. Ήταν άνθρωπος καλόκαρδος και φερόταν πάντα ευγενικά σε μένα και στο υπόλοιπο συνεργείο. Διέθετε μεγάλη υπομονή.

«Απλώς περπάτα, Λαρς, μην κάνεις τίποτα άλλο. Απλώς γίνε ο Βάλουσκα», μου έλεγε. Προσπάθησα και τα κατάφερα.


Λαρς Ρούντολφ


Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι Η μελαγχολία της αντίστασης - «μια κωμωδία της αποκάλυψης, ένα βιβλίο για έναν Θεό που όχι μόνο απέτυχε, αλλά δεν εμφανίστηκε καν στην εξέταση», σύμφωνα με τον Τζέιμς Γουντ.

Πώς διάβασες το βιβλίο εκείνη την εποχή και σε ποιον βαθμό έχει εξελιχθεί αυτή η ανάγνωση έκτοτε;

Διάβασα το μυθιστόρημα για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και το αγάπησα πολύ.

Μετά τον θάνατο του Μπέλα, συμμετείχα σε κάποιες αναγνώσεις του βιβλίου με το μουσικό μου σχήμα στο Βερολίνο. Το εναρκτήριο απόσπασμα ήταν εξαιρετικό, όπως και οι πολλές αποχρώσεις του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή.

Μπορεί το μυθιστόρημα -όπως και η ταινία- να προσεγγιστούν ως κριτική του αυταρχισμού και των παγίδων -ή ακόμα και της αποτυχίας- της επανάστασης;

Νομίζω ότι αποτελούν κριτική επ’ αυτού. Ο Μπέλα, ο Κρασναχορκάι και ο Βάλουσκα πίστευαν στην ατομική ευθύνη.

Δες πώς ο Βαλούσκα νοιαζόταν για τους ηλικιωμένους στην ψυχιατρική πτέρυγα ή για τις εφημερίδες του, πώς τρομοκρατήθηκε από την επιθετικότητα του όχλου και πώς κατέληξε ανήμπορος και έγκλειστος σε ψυχιατρικό ίδρυμα.

Ο Μπέλα αγαπούσε τον κόσμο του Τόμας Μπέρνχαρντ και ο Βάλουσκα πίστευε στη σχέση με την οικογένεια, τους φίλους, τους ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να μιλήσεις, καθώς και με το κοινό.

Ο Μπέλα αγαπούσε επίσης τη διδασκαλία, ιδίως κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του.

«Παρατηρήστε τι υπάρχει εκεί, παρατηρήστε την αργή κίνηση», προέτρεπε τους μαθητές του. Το 2013 εγκαινίασε το πρόγραμμα «Film Factory» στο Σαράγεβο.

Η κηδεία του τελέστηκε τον Φεβρουάριο στη Βουδαπέστη. Οκτώ νεκροθάφτες έσπρωξαν το φέρετρο στο χώμα. Ο χρόνος έπαψε να υπάρχει για καμιά δεκαριά λεπτά. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του χώματος καθώς δεχόταν το φέρετρο.

Την ίδια βραδιά, κάναμε μια γιορτή μόνο με τους μαθητές του. Δεν τους γνώριζα όλους, αλλά ήταν πολύ όμορφο να τους γνωρίσω με εκείνη την αφορμή.

Από υπαρξιακή, ιστορική και πολιτική σκοπιά, γιατί η αντίσταση μπορεί να είναι μελαγχολική;

Στο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι υπάρχουν όλοι αυτοί οι παράξενοι, επιθετικοί άνδρες που ακολουθούν μια μυστική εντολή καταστροφής.

Η αντίσταση σε αυτήν συνιστά απλώς έναν μελαγχολικό και θλιβερό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος τελικά οδηγεί στην τρέλα.

Όπως διαβάζεις στις ειδήσεις, στην Ευρώπη εξακολουθεί να υπάρχει ένα δεξιό, συντηρητικό και ξενοφοβικό κλίμα. Τρελαίνεσαι αν ακούς ειδήσεις όλη μέρα, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς της ψυχωτικής πολιτικής.

Ωστόσο, η Ευρώπη υπήρξε ανέκαθεν ένα μίγμα ανθρώπων που έρχονται, φεύγουν και αλλάζουν. Αυτό είναι το ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τους ανθρώπους, την τέχνη και τις ιδέες: εξελίσσονται και αλλάζουν.

Αντίσταση σημαίνει να εστιάζεις στην ομορφιά των ανθρώπων, της φύσης, των πουλιών, των ζώων και του πολιτισμού.

Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι στις Άλπεις με φίλους και περπατάμε όλη μέρα, μέχρι να εξαντληθούν οι δυνάμεις μας.


Χάνα Σιγκούλα, Λαρς Ρούντολφ


Κατά τη γνώμη μου, η φάλαινα του φιλμ είναι ένα πλάσμα αφόρητα θλιμμένο - και πιθανότατα απείρως σοφό. Εσύ, τι πιστεύεις ότι συμβολίζει;

Η φάλαινα φέρει μέσα της ένα πνεύμα το οποίο, με κάποιον τρόπο, μεταμορφώνει τους ανθρώπους, την πόλη και τη χώρα. Από τη μία πλευρά, αυτή η αλλαγή είναι θανάσιμη και καταστροφική· από την άλλη, σηματοδοτεί τη γέννηση νέων ιδεών.

Ωστόσο, η ίδια η φάλαινα είναι ένα πολύ ήρεμο ζώο και συμβολίζει την ομορφιά μιας παράξενης, άγνωστης φύσης.

Έτσι, μια φάλαινα η οποία βρίσκεται μέσα σε μια πόλη προκαλεί εντονότερη αίσθηση σε σύγκριση με εκείνη που θα προκαλούσε αν ζούσε κοντά στη θάλασσα.

Πώς ορίζεις τον «κινηματογράφο τέχνης» στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τόσο στο ευρωπαϊκό πλαίσιο όσο και σε παγκόσμια κλίμακα;

Αποτελεί η αμφιλεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη εργαλείο απελευθέρωσης -ή, τουλάχιστον, πειραματισμού- ή υποταγής;

Υπάρχει πολλή ομορφιά στις ταινίες, στην ιστορία των ανθρώπων. Η τέχνη της αφήγησης είναι τόσο εκπληκτική, σχεδόν τόσο τέλεια όσο ένα όμορφο λουλούδι.

Καμιά φορά χρησιμοποιώ την τεχνητή νοημοσύνη για να ρωτήσω διάφορα πράγματα. Ξέρω ότι εξαιτίας της χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Το ανθρώπινο γένος πιθανότατα θα σβήσει κάποια μέρα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε. Δε θα ζήσουμε για πάντα. Καθώς γερνάω, είμαι τυχερός που δε θα γίνω μάρτυρας αυτού του τέλους.

Ωστόσο, τον Αύγουστο γίνεσαι 60.

Ανατρέχοντας σε μια σεμνή πορεία εκτεινόμενη σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, τι έχεις απολαύσει περισσότερο, τι -ίσως- σου διέφυγε και τι θα ήθελες να εξερευνήσεις πληρέστερα στο μέλλον;

Ως τρομπετίστας και μουσικός ο ίδιος, ασχολούμαι πολύ με τον αυτοσχεδιασμό στη μουσική αυτόν τον καιρό. Επίσης, έχω ενταχθεί σε μια θεατρική ομάδα στο Βερολίνο, η οποία ξεκινά τη δραστηριότητά της τον Σεπτέμβριο.

Συνεχίζω να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο και τις τηλεοπτικές σειρές, όταν μου αρέσουν ο ρόλος ή ο χαρακτήρας που μου προτείνονται. Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές οι χαρακτήρες μού αρέσουν.

Ευχαριστώ θερμά τον Λαρς Ρούντολφ για τον χρόνο του, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Μπέλα Ταρ Οι αρμονίες Βερκμάιστερ προβάλλεται από τις 16 Ιουλίου στους κινηματογράφους σε επανέκδοση από τη νεοσύστατη εταιρεία διανομής «Amarcord».



Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ερίκ Σακούρ: «Δε με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η αληθινή ομοιότητα»

 

Ερίκ Σακούρ (Φωτογραφία: Justine Latour)

Μια τρυφερή «ωδή» στην αγάπη με φόντο τη γαλλόφωνη λεβαντίνικη κοινότητα της Αιγύπτου, το μυθιστόρημα του αιγυπτιακής καταγωγής Καναδού Ερίκ Σακούρ Όσα ξέρω για σένα είναι ένα από τα πιο στέρεα ντεμπούτα των τελευταίων ετών.

Συναντήσαμε τον συγγραφέα στην Αθήνα στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου του, και μιλήσαμε εκτενώς για την εφηβεία και τη διαχρονική σημασία της.

Διαβάζοντας το μυθιστορηματικό σου ντεμπούτο Όσα ξέρω για σένα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, αν και πρωτοεμφανιζόμενος, τα κατάφερες εξαιρετικά.

Σε ευχαριστώ.

Αναρωτιόμουν πώς θα μπορέσω να αφηγηθώ την όμορφη ιστορία που έχω στο μυαλό μου με τον καλύτερο τρόπο όταν δεν το έχω σπουδάσει, ούτε το έχω κάνει ποτέ.

Λίγο πριν ξεκινήσει η συνάντησή μας πληροφορήθηκα, μάλιστα, ότι αποφάσισες να εγκαταλείψεις μια πολύ ασφαλέστερη -και πιθανόν πιο προσοδοφόρα- καριέρα στον οικονομικό τομέα για χάρη της συγγραφής. Γιατί;

Ενάμιση χρόνο μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, δε θα ήθελα να αναλογίζομαι εκ των υστέρων πως απλά άφησα το «τρένο» να περάσει.

Είναι μερικές φορές που χρωστάς κάτι στον εφηβικό εαυτό σου, αυτόν που ήσουν στα δεκαπέντε σου.

Πολλές φορές θέλω να θυμάμαι τους φόβους και τις προτιμήσεις εκείνων των χρόνων. Τι θα έλεγε εκείνος ο εαυτός αν του αποκάλυπτα ότι τώρα συνομιλώ με έναν Έλληνα δημοσιογράφο για το βιβλίο μου; Θα τρόμαζε, θα ένιωθε πολλή ευτυχία, περηφάνεια;

Είναι, νομίζω, σημαντικό να παραμένεις πιστός στον άνθρωπο ο οποίος υπήρξες εκείνο τον καιρό.

Ο αφηγητής υποστηρίζει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, οι λέξεις αποτελούν ένα σύμπτωμα, ενώ στη χειρότερη ένα πρόσχημα. Τι σημαίνουν οι λέξεις για σένα, αρχικά ως αναγνώστη και -σταδιακά- ως συγγραφέα;

Ειλικρινά, ουδέποτε ονειρευόμουν να γίνω μυθιστοριογράφος.

Το όνειρό μου ως παιδί ήταν να ανοίξω το ραδιόφωνο και να ακούσω έναν αγαπημένο τραγουδιστή να τραγουδάει ένα τραγούδι τους οποίου του στίχους θα είχα συνθέσει. Ήθελα να γίνω στιχουργός, δεν ήξερα όμως πώς, ούτε γνώριζα κάποιο όργανο.

Αν, λοιπόν, ήθελα να κρατήσω τις λέξεις στη ζωή μου, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος ήταν, επομένως, ένα καλό εναλλακτικό σχέδιο. Η συγγραφή ήταν για μένα πάντα ένας τρόπος να βάζω τις λέξεις στη σωστή σειρά.

Όταν ήμουν έφηβος, ένιωθα πολύ ειρηνεμένος και ανακουφισμένος γράφοντας, και από την άποψη των συναισθημάτων είχα σχηματίσει την εντύπωση πως είχα βιώσει τα πάντα, αν και αυτό δεν ίσχυε.

Σε αυτήν την ηλικία έχεις ερωτευτεί, έχεις -σε πολλές περιπτώσεις- βιώσει θλίψη, έχεις υπάρξει ευτυχισμένος, αλλά και απελπισμένος, με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι σε όλη την υπόλοιπη ζωή σου.

Με ενδιαφέρει, επομένως, η συγκεκριμένη περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου. Κι ένα από τα συμβάντα που με εξέπληξαν όσον αφορά την πορεία του βιβλίου ήταν πως κάποια από τα βραβεία τα οποία έλαβε προέρχονταν από άτομα εφηβικής ηλικίας.

Κι εσύ, πάντως, νέος άνθρωπος είσαι από ηλικιακής άποψης, συγκρινόμενος με άλλους συγγραφείς, οπότε δε με εκπλήσσει και τόσο το ότι το βιβλίο σου έχει απήχηση σε νεαρά άτομα.

Ένα από τα μέλη μιας νεανικής επιτροπής, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, είχε δηλώσει πως είχαν επιλέξει το βιβλίο επειδή ήταν μια τόσο όμορφη «ωδή» στην αγάπη.

Όντως αφορά σε σχέσεις αγάπης, γενικώς και ειδικώς.

Ποτέ δεν τολμούσα να το πω ότι ήθελα να γράψω μια ερωτική ιστορία, όμως.

Γιατί;

Το βιβλίο είναι γραμμένο στα γαλλικά. Με ρωτούσαν, λοιπόν, οι Γάλλοι δημοσιογράφοι αν ήθελα να επανεφεύρω το λεβαντίνικο μυθιστόρημα. Δεν ήξερα καν τι είναι το λεβαντίνικο μυθιστόρημα! Και δεν ήθελα να ακουστώ ανόητος.

Όταν, ωστόσο, ο συγκεκριμένος έφηβος έδωσε αυτήν την απάντηση, αισθάνθηκα πως μου επιτρεπόταν να εκφραστώ έτσι.

Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ένας φόρος τιμής σε μια χώρα -στη χώρα καταγωγής σου-, όπου, πάντως, ουδέποτε έχεις ζήσει. Γιατί, λοιπόν, θέλησες να τοποθετήσεις την αφήγησή σου στο αιγυπτιακό πλαίσιο;

Έχω βρεθεί στην Αίγυπτο γύρω στις δεκαπέντε με είκοσι φορές. Η Αίγυπτος την οποία βλέπω στις επισκέψεις μου δεν έχει καμία σχέση με εκείνη που περιγράφω στο βιβλίο μου, επειδή ως χώρα έχει αλλάξει πολύ.

Πρώτα απ’ όλα, η Αίγυπτος του μυθιστορήματός μου είναι εκείνη της κυρίως χριστιανικής και γαλλόφωνης λεβαντίνικης κοινότητας, η οποία προέρχεται από την Συρία και τον Λίβανο.

Και οι δύο γονείς μου μιλούσαν γαλλικά πριν μάθουν αραβικά.

Μεγάλωσα με τις ιστορίες που άκουγα στα ατέλειωτα οικογενειακά τραπέζια ή, αργότερα, από τον πατέρα μου σχετικά, για παράδειγμα, με την γιαγιά μου, που ψώνιζε από ένα μαγαζί με την επιγραφή «Όλα για την γυναίκα» (στα γαλλικά).

Αν επισκεφτείς το Κάιρο σήμερα, δεν μπορείς να φανταστείς πως είχε και αυτές τις πτυχές. Τις είχε, όμως.

Ήθελα, λοιπόν, να ανασυστήσω την Αίγυπτο όπου είχα μεγαλώσει.

Στον πυρήνα, ωστόσο, του λογοτεχνικού σου εγχειρήματος είναι η αναδημιουργία του κλίματος αγάπης, στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, ανεξαρτήτως του είδους ή του χαρακτήρα της κάθε σχέσης.

Σε ευχαριστώ που το επισημαίνεις. Έχεις δίκιο. Είναι ένα βιβλίο για την αγάπη. Τη γλυκιά αγάπη μεταξύ της Μίρα και του Ταρέκ, την απαγορευμένη ανάμεσα στον Ταρέκ και τον Αλί, την αδερφική μεταξύ του Ταρέκ και της Νεσρίν.

Αν ζητείτο από την τεχνητή νοημοσύνη να συνοψίσει το βιβλίο μου, θα αναφερόταν στη χαμένη αγάπη ή στον θάνατο. Εγώ, όμως, ήθελα να προσθέσω μια «πινελιά» χιούμορ, λίγη τρυφερότητα, αλλά και λίγη αγάπη.

Μας λείπουν αυτές οι σχέσεις αγάπης στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σου; Tις έχουμε εντονότερη ανάγκη;

Ίσως. Ειλικρινά, όταν έγραψα το βιβλίο, αισθάνθηκα ότι είναι πολύ παλιομοδίτικο: αγάπη, η παλιά Αίγυπτος, οι παραδόσεις. Αλλά αν ο έφηβος από εκείνη την επιτροπή εντόπισε το στοιχείο της αγάπης, τότε ίσως υπάρχουν καλές στιγμές μπροστά μας.

Μου αρέσει η ιδέα να προσφέρω ανακούφιση στους ανθρώπους μέσα από τη γραφή μου, αν και δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου.

Αντλείς πολλά από το υπόβαθρό σου. Όσα μπορείς να ανακαλέσεις, τουλάχιστον. Παρόλα αυτά, συνθέτεις μυθοπλασία. Πώς, λοιπόν, λειτουργεί η μνημονική διαδικασία για σένα, μιας και δεν έχεις ζήσει στην Αίγυπτο;

Δε με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η αληθινή ομοιότητα.

Κάποιος, κάποτε μου πρότεινε να γράψω για τη ζωή του, επειδή ήταν απίστευτη. «Γιατί να θέλει κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκα. Είναι ήδη τόσο δύσκολο να γράφεις κάτι πιστευτό από το αναγνωστικό κοινό.

Η μυθοπλασία δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, αλλά για κάτι το οποίο, διαβάζοντάς το, πιστεύεις ότι είναι αληθινό. Εκεί έγκειται η μαγεία της λογοτεχνίας. Μου αρέσει όταν οι άνθρωποι πιστεύουν αυτό που έχω γράψει.

Όταν μερικές εβδομάδες νωρίτερα ήμουν σε μια βιβλιοθήκη, η βιβλιοθηκονόμος με ρώτησε: «Είσαι συγγραφέας;» «Ναι», απάντησα. «Άρα δεν είσαι πλέον γιατρός;» απόρησε. «Ποτέ δεν υπήρξα», διευκρίνισα. Οι άνθρωποι κάνουν προβολές, όμως.

«Υπάρχουν πολύ λίγοι πραγματικοί ενήλικες. Κανείς δεν αποτινάσσει ποτέ εντελώς τους αρχικούς του φόβους, τα εφηβικά του κόμπλεξ, την ανεκπλήρωτη ανάγκη του να πάρει εκδίκηση για τις πρώτες του ταπεινώσεις», ισχυρίζεται ο αφηγητής.

Πότε ενηλικιωνόμαστε, τελικά; Ή μήπως η ίδια η έννοια της ενηλικίωσης είναι μια αυταπάτη;

Εμπνεύστηκα αυτό το παράθεμα από το τραγούδι της Σελίν Ντιόν On ne change pas.

Στην πραγματικότητα, δεν αλλάζεις ποτέ. Είσαι πάντα το ίδιο παιδί, με τους ίδιους φόβους, τις ίδιες αμφιβολίες. Ίσως αναζητάς το γονεϊκό βλέμμα που δεν εισέπραξες ποτέ, ίσως ως παιδί βίωσες πράγματα τα οποία δε θα έπρεπε να έχεις βιώσει.

Η εσωτερική μάχη την οποία δίνεις ως ενήλικας είναι η ίδια που έδινες ως παιδί. Οπότε ναι, δε νομίζω ότι αλλάζουμε ποτέ. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη περίοδος της ζωής μας είναι σημαντική.

Είναι, τελικά, το ζητούμενο να παραμένουμε, ως άνθρωποι, προσανατολισμένοι στις δυνατότητες που διανοίγει η παιδική ηλικία;

Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο να περνάω μια ολόκληρη συνέντευξη ανατρέχοντας στη συγκεκριμένη περίοδο. Ακούγοντας, όμως, τις ερωτήσεις σου, συνειδητοποίησα πως πολλές από τις προθέσεις μου συνδέονταν με αυτήν.

Είναι, λοιπόν, σημαντικό να παραμένουμε συνεπείς στον εαυτό μας.

Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη (Εκδόσεις Μεταίχμιο) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της διά ζώσης συνέντευξης με τον συγγραφέα, στο πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψής του σε Αθήνα και Χανιά.

Την ευχαριστώ, επίσης, για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Ερίκ Σακούρ Όσα ξέρω για σένα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη.



Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Dance with Invisible Partners: «Η μεγάλη πρόκληση είναι να κάνεις τα ρομπότ να δακρύσουν»

 

Dance with Invisible Partners

Με έδρα την Αθήνα και την Αμοργό, οι Dance with Invisible Partners, ένα σχήμα κινούμενο ανάμεσα στην electronica, την art pop και τον κινηματογραφικό ήχο, ξεκίνησαν ως ένα ατομικό πρότζεκτ του Κωστή Γαρδίκη.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου συμπράττουν συναυλιακά με τους Marva Von Theo και τους Moonmoth στον Λόφο Νυμφών. Συζητώντας με τον Κωστή Γαρδίκη.

Αν δεν κάνω λάθος, οι Dance with Invisible Partners ξεκίνησαν πριν από μια δεκαετία ως ατομικό σου πρότζεκτ και ως «αισθαντικός φόρος τιμής στην πραγματικότητα εντός της πραγματικότητας [κ.ο.κ.]»

Πώς ορίζεις την «πραγματικότητα»;

Η πραγματικότητα είναι για εμένα μία διάσταση μέσα στην οποία λειτουργούμε, εκφραζόμαστε, γελάμε, πονάμε, μισούμε, ερωτευόμαστε.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα υπάρχει μία άλλη, εξίσου υπαρκτή, αλλά λιγότερο ορατή και απτή πραγματικότητα, μία ποιητική διάσταση των πραγμάτων:

O κόσμος του μυστηρίου, των σκιών, του ανεξήγητου - ο οποίος και αισθαντικά αλλά και καλλιτεχνικά με ενδιαφέρει απόλυτα.

Η μουσική είναι για εμένα το πεδίο εξερεύνησης αυτού του (μη) τόπου.

Aν ο ορατός «παρτενέρ» στην μουσική σου «εξίσωση» είναι το αναλογικό σύμπαν με ό,τι αυτό κουβαλάει -ιστορικά, πολιτισμικά, συναισθηματικά, υπαρξιακά-, ο «αόρατος» είναι το ψηφιακό. Πού έγκειται η γοητεία την οποία σού ασκεί;

Η μεγάλη γοητεία του ψηφιακού κόσμου είναι η απειλή καταστροφής που εμπεριέχει. Μία καταστροφή που δεν τη θεωρώ a priori αρνητική.

Η ανθρωπότητα έχει αποφασίσει, σχετικώς συνειδητά, την ανταλλαγή της αβεβαιότητας του συναισθήματος με την προβλεψιμότητα των δεδομένων και της προσομοίωσης.

Η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος είναι να κάνεις τα ρομπότ να δακρύσουν - αφού οι άνθρωποι, που κάποτε δακρύζαμε, αποφασίσαμε να γίνουμε ρομπότ.

Χωρίς να τείνω στην πλήρη υιοθέτηση του «Νέο-Λουδισμού», αντιμετωπίζω τις ψηφιακές τεχνολογίες με καχυποψία και σκεπτικισμό, και κυρίως ως εργαλείο διεύρυνσης της καταστολής σε όλα τα επίπεδα. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.

Οπωσδήποτε. Το ίδιο όμως ισχύει για τη φωτιά, τον τροχό, τον ηλεκτρισμό.

Όλα απλά εργαλεία είναι, μία υλοποίηση της ατελείωτης ανθρώπινης φαντασίας. Με το ίδιο κατσαβίδι βιδώνεις την κούνια του μωρού και ξεκοιλιάζεις αυτόν που σε έβρισε στο φανάρι.

Μοιάζουμε να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από τα ένστικτα της επιθετικότητας και της καταστροφής.

Aπλά, ο ψηφιακός κόσμος μπορεί να λειτουργήσει ως ένας απόλυτα διεισδυτικός ιός, από τον οποίο νοσείς σε ύστερο χρόνο, ενώ αρχικά δημιουργεί ένα αίσθημα απελευθέρωσης. Μία συνθήκη πολύ ύπουλη.

Για εμένα τα πράγματα είναι απλά. Aν δεν μπορείς να χαθείς στη μαγεία ενός ήλιου που δύει, τότε σταδιακά μετατρέπεσαι σε pixel. Εξάλλου, οι άνθρωποι διψάμε για σκλαβιά. Και πιο πολύ από όλους, οι εξουσιαστές.

Το πρώτο ηχογραφημένο άλμπουμ του σχήματος ηταν το Μαύρο Φως, μουσική από την ομώνυμη θεατρική παράσταση. Ποιο είναι το σημείο τομής της θεατρικής πρακτικής και της μουσικής σύνθεσης και στιχοπλοκίας υπό το πρίσμα σου;

Η εμπειρία μου στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο, με ανάγκασε να εγκλείσω τη φαντασία μου στον κόσμο που έχει συλλάβει κάποιος άλλος.

Αυτός ο περιορισμός είναι από τα πιο απελευθερωτικά κομμάτια της δημιουργίας καθώς αναγκάζεσαι να ανακαλύψεις νέους κόσμους μέσα σου σε ένα πλαίσιο συγκεκριμένης αισθητικής.

Σα να έχεις ένα μικρό κομμάτι γης και να σκάβεις να βρεις τι υπάρχει στον πυρήνα εκείνης της γης. Αυτή η προς τα κάτω διεύρυνση είναι ένα εξαιρετικό εφόδιο για την τραγουδοποιϊα.

Το άλμπουμ #artificial συνιστά προϊόν της δημιουργικής αξιοποίησης των προαναφερθεισών ψηφιακών τεχνολογιών, σε συνομιλία με θραύσματα εμβληματικών κειμένων στο πλαίσιο της περιόδου του συλλογικού εγκλεισμού.

Τι «απέσταξες» από τη συγκεκριμένη περίοδο και μέσα από ποια εσωτερική ανάγκη/διαδικασία προέκυψε αυτή η συνομιλία;

Αυτή η -πρωτόλεια- συνομιλία με τα ρομπότ προέκυψε από την ανάγκη επαφής, που στην καραντίνα ήταν πρακτικά αδύνατη.

Ένα ερευνητικό πρότζεκτ για τα όρια της δημιουργίας χωρίς προκατάληψη δυστοπίας, όπως παίζει ένα παιδί που δεν έχει μνήμη με ένα παιχνίδι - μια απόπειρα απάντησης στο αν η ατελείωτη ευτέλεια του κόσμου μπορεί να μεταμορφωθεί σε μουσική.

Αυτό που με εντυπωσίασε, γι αυτό και αποφασίσαμε να κυκλοφορήσουμε το δίσκο, είναι πως η αλληλεπίδραση αυτή είχε και στοιχεία συγκίνησης, κάτι ανεξήγητο.

Ι will trade the air you breathe for my crown είναι από τους πιο καίριους στίχους που έχω διαβάσει, και έχουν γραφτεί από ρομπότ – πράγμα ανεξήγητο.

Και αυτό το ανεξήγητο είναι τόσο στον πυρήνα των Dance with Invisible Partners, όσο και ο σκοτεινός νυχτερινός ουρανός ή τα αναλογικά συνθεσάιζερ.

Με την πάροδο των ετών, το σχήμα απέκτησε συλλογική υπόσταση, καθώς εντάχθηκαν ορατοί/ορατές συνεργάτες/συνεργάτριες. Πώς το γεγονός αυτό εμπλούτισε/διεύρυνε την οπτική σου στη δημιουργία;

Με έναν εντελώς αυθόρμητο τρόπο -και σχετικώς μαγικό για εμένα- δημιουργήθηκε μία ομάδα μουσικών, με τους οποίους πάνω από γίναμε φίλοι και απολαμβάνουμε να μοιραζόμαστε τη μουσική.

Με κοινή βάση αλλά και εντελώς διαφορετικές επιρροές. Αυτό έχει δημιουργήσει μία ρευστή ταυτότητα στο project, το οποίο βρίσκω εξαιρετικά δημιουργικό.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Nagasaki, το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές του 2025, «στήνει έναν χορό με τις σκιές, τα ουράνια τόξα, τα σύννεφα - και όλες τις ποιότητες που ο πραγματισμός δεν μπορεί να διαφθείρει».

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τις προσωπικές και συλλογικές ποιότητες οι οποίες σε εμπνέουν και να μου εξηγήσεις γιατί δεν μπορούν να διαφθαρούν από τον πραγματισμό;

Πώς μπορείς να βομβαρδίσεις το ουράνιο τόξο; Ή να συντρίψεις την αγάπη;

Είναι κάποια πράγματα που είναι από τη φύση τους άφθαρτα, και εμείς κυνηγάμε την εξουσία και την αθανασία σε στοιχεία εντελώς μηδαμινά μέσα σε αυτό το σοφό απέραντο χάος στο οποίο βρεθήκαμε απρόσκλητοι τουρίστες.

Σκάβουμε, λοιπόν, στο Nagasaki για απομεινάρια τέτοιων ποιοτήτων. Ό τι βρούμε από ό,τι έχει απομείνει.

Σ’ αυτό το άλμπουμ, βρίσκεστε σε «μια αποστολή να ξεθάψετε θραύσματα ομορφιάς από τη Γάζα, το Ντονμπάς, το Ναγκασάκι, το Δίστομο, το Τσέρνομπιλ».

Τι είδους ομορφιά -και τέχνη- ενδέχεται να αναδύονται από τα ερείπια; Είναι τα ερείπια αντανάκλαση της κυρίαρχης εκδοχής του Δυτικού πολιτισμού στις μέρες μας;

Η βασική έμπνευση των Dance with Invisible Partners είναι ο ουρανός της Αμοργού, το βράδυ μετά τον βοριά.

Που βλέπεις πεντακάθαρα τις απεριόριστες διαστάσεις της ομορφιάς  και τη μηδαμινότητα όλων αυτών που μας απασχολούν στην καθημερινότητα. Αν έχεις χαθεί μέσα σε αυτό τον ουρανό πώς είναι δυνατό να μην αναπνέεις μόνο για την αγάπη;

Τα ερείπια, τα οποία όλοι θαυμάζουμε στις πρωτεύουσες του κόσμου, είναι πέτρες που τοποθετήθηκαν με το αίμα ανθρώπων, ζώων και φυτών, αλλά κυρίως με την ύβρη ανθρώπων οι οποίοι πίστευαν πως είναι θεοί. Και με τον ίδιο τρόπο καταστράφηκαν.

Με την έννοια αυτή, τα ερείπια -και ό,τι θαμμένο σε αυτά- έχουν για εμένα μία τεράστια γοητεία.

Είναι μία διαρκής υπενθύμιση της φθοράς, αλλά και αυτού που είναι πραγματικά σημαντικό σε αυτή τη σύντομη απόδρασή μας από το χάος:

Η σύνδεση, η τέχνη, η απόλαυση των μικρών μικρών πραγμάτων, ό,τι ξεφεύγει από το ασφυκτικό όριο ανταλλαγής και χρήσης του πολιτισμού - στοιχεία που απλώνονται τόσο κατακλυσμιαία μπροστά μας που δεν μπορούμε να τα δούμε.

Το invisible, στον τίτλο του project.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου συμμετέχετε σε μια συναυλία σε έναν πολύ ξεχωριστό τόπο, μαζί με τους Marva Von Theo και τους Moonmoth.

Ανοιγόμαστε -έστω και ασυνείδητα- ως οντότητες όταν βρισκόμαστε σε τέτοιους χώρους, κατά τη γνώμη σου;

Τα αστέρια είναι η μητέρα μας, καθόλου ποιητικά, απολύτως επιστημονικά και κυριολεκτικά. Όσο πατάμε στη γη και έχουμε το βλέμμα μας στον ουρανό η ποιητική της οντολογίας γίνεται σώμα, χειροπιαστό.

Οι άνθρωποι δεν είμαστε απλά όντα με περιέργεια για το άγνωστο - αναζητούμε το σπίτι μας. Με ένα τηλεσκόπιο, με ένα φιλί, με τη μουσική. Σε αυτή τη συναυλία θα στείλουμε μαζί με αγαπημένες μας μπάντες ένα τηλεγράφημα στο σπίτι.

Ευχαριστώ θερμά τον Κωστή Γαρδίκη (Dance with Invisible Partners) για τη συμβολή του στην κουβέντα και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του σχήματος.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου, οι Marva Von Theo, Moonmoth και Dance with Invisible Partners εμφανίζονται ζωντανά στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών - Κέντρο Επισκεπτών Θησείου, Λόφος Νυμφών.

Πόρτες: 20:00. Έναρξη: 20:20.



Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Κάρλα Σιμόν: «Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή»

 

Κάρλα Σιμόν (Φωτογραφία: David Ruano)

Η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα και η κάθαρση συγκροτούν την αφηγηματική «ραχοκοκαλιά» της ημι-αυτοβιογραφικής -και πιο ώριμης- ταινίας της Ισπανίδας Κάρλα Σιμόν, Ρομερία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 25 Ιουνίου.

Στις περισσότερες ταινίες σου -μικρού ή μεγάλου μήκους- συνυφαίνεις στοιχεία της προσωπικής και της (ευρύτερης) οικογενειακής σου ιστορίας με μυθοπλαστικά, μια επιλογή που τους προσδίδει σπάνια ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Πώς ερμηνεύεις αυτήν την επιλογή;

Πρώτα απ’ όλα, σε ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου και ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα να απαντήσω, καθώς βρίσκομαι εν μέσω μετακόμισης, δουλειάς, ταξιδιών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Δύσκολη ερώτηση, λοιπόν. Συμβαίνει με οργανικό τρόπο.

Βασικά, όταν προσπαθώ να χτίσω μια ιστορία βασισμένη στην προσωπική ζωή μου, είμαι πολύ συνδεδεμένη με αυτήν.

Ζητούμενο, επομένως, είναι να προσπαθήσω να ακούσω προσεκτικά τόσο τα δικά μου συναισθήματα, όσο και εκείνα της οικογένειάς μου, και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων των μελών της οικογένειας, για να καταλάβω τις επιλογές τους.

Αυτή η διαδικασία μού επιτρέπει να αποκτώ βαθιά γνώση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους και επιχειρώ να τους/τα αποτυπώσω με ενσυναίσθηση.

Στις οικογένειες -αλλά και γενικότερα-, καθένας και καθεμία βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο τους. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση.

Το ότι, εξάλλου, αγαπάω αυτούς τους χαρακτήρες επιτρέπει στο κοινό να τους προσεγγίζει με ενσυναίσθηση.

Προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Λέγεται πως σε τέτοιες οικογένειες οι λύπες επιμερίζονται και οι χαρές πολλαπλασιάζονται. Όμορφη παροιμία και αληθινή.

Όταν μοιράζεσαι δύσκολες καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να τις αντιμετωπίσεις.

Το Ρομερία, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι, μάλλον, η πιο «αυτοβιογραφική» και ώριμη από κάθε άποψη.

Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ταινία σχετικά με την αναζήτηση -και την επαναδιεκδίκηση- της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας;

Ναι, σίγουρα.

Προέκυψε από την απογοήτευση την οποία μου προξενούσε το γεγονός ότι δεν ήξερα από πού προερχόμουν.

Το φιλμ μου έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία να δημιουργήσω την εικόνα των γονιών μου και της ερωτικής ιστορίας τους, που μου έλειπε.

Χρησιμοποίησα το σινεμά για να «αναστήσω» τους νεκρούς γονείς μου και να δημιουργήσω μια αφήγηση.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από μια αφήγηση σχετικά με την καταγωγή του, έτσι δεν είναι; Αυτή δημιουργεί την ταυτότητά μας.

Το ότι, λοιπόν, δεν μπορούσα να ανασυνθέσω την ιστορία των γονιών μου μέσω της αφήγησης άλλων χαρακτήρων, καθώς οι αναμνήσεις τους ήταν στιγματισμένες από το ταμπού του AIDS και της εξάρτησης από την ηρωίνη, μου προκαλούσε θλίψη.

Η δημιουργία της ταινίας υπήρξε, άρα, μια απελευθερωτική διαδικασία και ένιωσα πολύ απελευθερωμένη μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης. Όσο πιο κοντά είναι η αφήγηση αυτή στην αλήθεια, τόσο το καλύτερο.

Επέτρεψα, ωστόσο, στον εαυτό μου να επινοήσω και κάποια στοιχεία, γεμίζοντας τα κενά όπου δεν είχα αρκετές πληροφορίες. Κι αυτό είναι εντάξει.

Στην τελική, η μνήμη είναι κάτι πολύ επιλεκτικό και υποκειμενικό.




Είναι η Ρομερία ένα υπαρκτό μέρος, ένας ουτοπικός θύλακας η μια κατάσταση του μυαλού;  

Θα έλεγα πως είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι.

Το ίδιο το νόημα της λέξης, άλλωστε, στον ισπανικό Νότο έχει θρησκευτικές και μυστικιστικές υποδηλώσεις. Εν προκειμένω, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί η Μαρίνα, η πρωταγωνίστρια, προκειμένου να ανακαλύψει τις καταβολές της.

Ταυτόχρονα, είναι και μια τοποθεσία, εφόσον εκτυλίσσεται στο Βίγο, όπου οι γονείς της/μου έζησαν την ερωτική ιστορία τους.

Βασικά, όμως, είναι ένα ταξίδι το οποίο της επιτρέπει να συνδεθεί με τους γονείς της, να βρει έναν κοινό χώρο με αυτούς.

Είναι αστείο που αυτή η λέξη στον Βορρά της Ισπανίας σημαίνει «τοπική γιορτή». (Γέλιο).

Κι αυτό έχει σημασία για την ταινία μου, καθώς τελικά αποτελεί έναν εορτασμό της γενιάς των γονιών μου και όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο.

Έγιναν ενήλικοι κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αγκάλιασαν την ελευθερία όσο και όπως μπορούσαν και βίωσαν μια πραγματικά όμορφη νιότη, αλλά δυστυχώς και τις συνέπειες του AIDS και της χρήσης ηρωίνης, τις οποίες αγνοούσαν.

Δεν έχουμε γιορτάσει αρκετά τους συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι άλλαξαν τις αξίες της καθολικής, συντηρητικής ισπανικής κοινωνίας και έφεραν στο προσκήνιο πιο προοδευτικές ιδέες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το κάνουμε.

Η ταινία εξερευνά επίσης τα μυστικά, τα ψέματα και την υποκρισία που ταλανίζουν τις περισσότερες οικογένειες.

Κατά τη γνώμη σου, αποτελεί ο κινηματογράφος έναν τρόπο αποκάλυψης -και, κατ’ επέκταση, αντιμετώπισης-, ή μήπως απόκρυψης ή μετονομασίας αυτών των μυστικών, των ψεμάτων και της υποκρισίας;

Πραγματικά καταλαβαίνω γιατί η ιστορία των γονιών μου έμεινε κρυφή.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον θάνατό τους. Ήταν κάτι πολύ επώδυνο γι’ αυτούς/αυτές.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα σχετικά με την ηρωίνη και το AIDS, οπότε επέλεξαν τη σιωπή ως τρόπο διαχείρισης του πόνου.

Αστείο πράγμα η μνήμη: δε θυμόμαστε το ίδιο το γεγονός, αλλά την τελευταία φορά κατά την οποία το θυμηθήκαμε.

Μετασχηματίζουμε, λοιπόν, τις αναμνήσεις μας διαρκώς χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ανάλογα με το πώς διακείμεθα συναισθηματικά έναντι αυτών.

Όποτε όταν οι παππούδες/γιαγιάδες μου μού μιλούσαν για τους γονείς μου, το έκαναν έτσι ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την ανάμνησή τους.

Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης.

Η γενιά των παππούδων/γιαγιάδων μου ήταν επιβαρυμένη με λέξεις οι οποίες δεν της ανήκαν, καθώς και με ενοχή, ντροπή και μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Υπήρξαν κι εκείνοι θύματα.

Στην Ισπανία, άλλωστε, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την εισαγωγή της ηρωίνης στη χώρα, επειδή οι νέοι δε θα ασχολούνταν με την πολιτική, αν εθίζονταν στα ναρκωτικά. Κι αυτό βγάζει νόημα.

Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις παλαιότερες γενιές υπό ένα άλλο πρίσμα.

Το τραύμα και η σιωπή είναι επίσης διαρκώς παρόντα, όπως έχουμε ήδη συζητήσει. Τα διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της (δικής σου) τέχνης;

Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή. Είναι ένας υγιής και οργανικός τρόπος να τα βάλω σε τάξη.

Το Ρομερία δεν υπήρξε απελευθερωτικό μόνο για μένα, όπως προείπα, αλλά και για την οικογένειά μου, επειδή μάς έδωσε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, να θέσουμε τα πάντα επί τάπητος και να στοχαστούμε πάνω σε αυτά με έναν άλλο τρόπο.

Όντας μητέρα, είναι πολύ σημαντικό να συνομιλώ με τα παιδιά μου. Η ιδέα τού να εκφράζουμε τα συναισθήματά μου, η οποία είναι κοινή στις μέρες μας, δεν ήταν και τόσο σε προηγούμενες γενιές.

Είναι με τη σειρά της ένας τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος και της σιωπής.




Οι αναμνήσεις από γεγονότα του παρελθόντος σχετικά με τους βιολογικούς γονείς της πρωταγωνίστριας διαφέρουν -ενίοτε σημαντικά- στις αφηγήσεις των διαφόρων χαρακτήρων.

Μήπως τελικά επινοούμε εμείς τις αναμνήσεις ή επινοούμαστε από αυτές;

Συμπληρωματικά σε όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά, δεν είναι τόσο ότι επινοούμε τις αναμνήσεις, όσο ότι αυτές μετασχηματίζονται στο μυαλό μας.

Αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί και τους ρωτούσα πώς ήταν η ερωτική ιστορία τους, πιθανόν δε θα ταίριαζαν οι εκδοχές του καθενός, σε περίπτωση που προσπαθούσα να τις συνθέσω.

Κανενός ανθρώπου οι αναμνήσεις δεν είναι πιστές στην πραγματικότητα ή πολύ αξιόπιστες. Γι’ αυτό και δε χρειάζεται να παίρνουμε τέτοιες ιστορίες πολύ στα σοβαρά.

Από την άλλη, χρειάζεται να τις κρατάμε ζωντανές από γενιά σε γενιά, επειδή αυτές μάς ορίζουν.

Ένας εκπληκτικός γάτος, που λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοπομπού, ωθεί την αφήγηση προς τη φαντασιακή μεταμόρφωση της Μαρίνας στην μητέρα της. Θα ήθελες να αναπτύξεις το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του γάτου;

Ο γάτος έχει συναισθηματική σημασία, καθώς οι γονείς μου είχαν έναν γάτο, τον Φερνάντεθ, και η μαμά μου έγραφε πολλά γι’ αυτόν στα γράμματα τα οποία έστελνε σε φιλικά πρόσωπα και στην οικογένεια.

Έβγαζε για μένα νόημα πως είχαν έναν γάτο και ότι αυτό αποτελούσε το όχημα μέσω του οποίου η Μαρίνα μεταφερόταν από τον κόσμο της πραγματικότητας σε εκείνον της φαντασίας.

Επίσης, στην παλιά πόλη του Βίγο υπήρχαν πολλά αδέσποτα γατιά. Τα αγαπώ και τα βρίσκω πολύ μυστηριώδη ζώα.

Είναι δύσκολο να τα σκηνοθετείς, ωστόσο, κι είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ γατιά επιτυχημένα σε ταινία μου. Επιπλέον, είμαι αλλεργική σ’ αυτά, οπότε δεν μπορώ να κάνω και πολλά μαζί τους στο πλατό!

Το γατί του φιλμ ήρθε από τη Βαρκελώνη, αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Γαλικία.

Το Ρομερία κυριαρχείται από τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο, γενικότερα. Ποιος είναι ο ρόλος της θάλασσας στη ζωή σου;

Η θάλασσα είναι κάτι το οποίο συνδέω με τους γονείς μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Οι λίγες φωτογραφίες των γονιών μου που έχω στην κατοχή μου είναι από το ιστιοπλοϊκό σκάφος του πατέρα μου και από την παραλία.

Το Βίγο κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν το μέρος όπου έπρεπε κάποιος να πάει, γεμάτο ενδιαφέροντα πολιτιστικά κινήματα, μουσική και πάρτι - και περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα.

Μετά από δύο ταινίες μου γυρισμένες στην αγροτική Καταλονία, το Ρομερία έπρεπε να γυριστεί κοντά στη θάλασσα.

Κι ήταν ωραία, επειδή δεν μπορούσα να την ελέγξω. Μια μέρα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε drone για τις λήψεις. Δυστυχώς, είχε αέρα και το drone κατέληξε στη θάλασσα. Καταστροφή!

Από άλλες απόψεις, τα γυρίσματα στη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Και τη λάτρεψα!




Η Llúcia Garcia είναι εντυπωσιακά πειστική ως πρωταγωνίστρια, τόσο ως η Μαρίνα όσο και ως η μητέρα της, αποδίδοντας όλη τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη αμηχανία και την αθωότητα της ηλικίας του χαρακτήρα - αλλά και τη δική της.

Ποια ήταν η εντύπωσή σου όταν την συνάντησες για πρώτη φορά και πώς διαμορφώθηκε σταδιακά η συνεργασία σας; Δεδομένης της νεαρής ηλικίας της, ήταν πιο εύκολο για σένα να την «πλάσεις» στον ρόλο της Μαρίνας;

Η ανακάλυψη της Λουσία ήταν εκπληκτική. Η επιλογή της ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Υπήρχαν ηθοποιοί κατάλληλες για τον ρόλο της Μαρίνα, και άλλες για τον ρόλο της μητέρας της. Η εύρεση μίας που θα μπορούσε να υποδυθεί και τους δύο χαρακτήρες ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε κάπου 3.000 κοπέλες στο κάστινγκ. Τρελό!

Όταν την πρωτοείδα, συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν σε μια πολύ όμορφη ηλικία: έμοιαζε ταυτόχρονα πολύ αθώα και περίεργη για τον κόσμο και ωρίμαζε, καθώς ενηλικιωνόταν.

Επειδή δεν είχε ξαναπαίξει οπουδήποτε, έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα.

Πρώτα, της έδωσα τα γράμματα τα οποία έγραφε η μητέρα μου, προκειμένου να καταλάβει την ιστορία.

Ύστερα, αρχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε στιγμές που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πριν την έναρξη της κινηματογραφικής αφήγησης στα 1980.

Έπειτα, αυτοσχεδιάσαμε στιγμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη δεκαετία των 2000, όταν συναντούσε μέλη της ευρύτερης οικογένειας.

Λίγο λίγο, χτίσαμε τις οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτό κατέστησε ευκολότερη την προετοιμασία από πλευράς της.

Ακολουθήσαμε το σενάριο, αλλά έδωσα και λίγο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Λειτούργησε, επειδή ανήκε στον κόσμο που δημιουργήσαμε από κοινού με την Λουσία.

Ευχαριστώ θερμά την Ainhoa Vilardell (Elastica Films) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της σκηνοθέτριας.

Η ταινία της Κάρλα Σιμόν Ρομερία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.