Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

«Μια στιγμή στη ζωή της»: Συζητώντας με τον Νικόλα Κωστή και την Τζωρτζίνα Λιώση

 

Τζωρτζίνα Λιώση

Το πορτρέτο της Μυρτούς, μιας νεαρής γυναίκας διχασμένης ανάμεσα στα «θέλω» και τα «πρέπει» της, σκιαγραφεί ο Νικόλας Κωστής στην «Νταρντενική» μικρού μήκους ταινία του, Μια στιγμή στη ζωή της.

Το φιλμ απέσπασε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας και Γυναικείας Ερμηνείας (εξαιρετική η Τζωρτζίνα Λιώση) στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του φετινού Φεστιβάλ Δράμας. Συναντώντας τον Νικόλα και την Τζωρτζίνα.

Στη Δράμα μου είχες πει ότι εκτίμησες το γεγονός πως κάθε ταινία του φετινού Εθνικού Σπουδαστικού κουβαλούσε την αλήθεια της.

Ποια είναι, στην περίπτωση του Μια στιγμή στη ζωή της, η αλήθεια την οποία περισσότερο θέλατε να εξερευνήσετε και να αναδείξετε;

Νικόλας Κωστής: Η αλήθεια που θέλαμε να εξερευνήσουμε υπήρχε σε μεγάλο βαθμό ήδη μέσα μου.

Περνάω κάτι αντίστοιχο με όσα περνάει η Μυρτώ, η ηρωίδα, καθώς ο πατέρας μου πάσχει από τη νόσο του Πάρκινσον και χρειάζεται καθημερινή επαγγελματική φροντίδα.

Ήθελα, λοιπόν, να εκφράσω το συναίσθημα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε μια στιγμή της ζωής του κατά την οποία επιθυμεί να κάνει το «άλμα», αλλά κάτι τον εμποδίζει.

Από την άλλη, όμως, φέρει και μια ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο τον οποίο φροντίζει, οπότε βιώνει έναν συνδυασμό συναισθημάτων.

Το σημαντικό, ωστόσο, είναι πως η Μυρτώ τελικά πηγαίνει στην οντισιόν για την παράσταση του Θείου Βάνια. Κι αυτό είναι ελπιδοφόρο.

Τζωρτζίνα Λιώση: Έχω χάσει τους παππούδες μου και την μία γιαγιά μου, έχω δει ανθρώπους να νοσούν και να «φεύγουν».

Έχω δει, επίσης, και τον κλοιό εκείνων οι οποίοι προσπαθούν να προστατεύσουν τον ασθενή, να είναι δίπλα του και ταυτόχρονα να συνεχίσουν να έχουν μια ζωή.

Συζητώντας, λοιπόν, με τον Νικόλα γιατί έχει ανάγκη να κάνει την ταινία και αντλώντας από τα βιώματά μου κατάλαβα πολύ καλά για ποιο ζήτημα ήθελε να μιλήσει.


Τζωρτζίνα Λιώση


Σε δυσκόλεψε σεναριακά το γεγονός ότι καταπιάστηκες με έναν γυναικείο χαρακτήρα;

Ν.Κ.: Μια κοπέλα δυσκολεύεται, ακόμα, περισσότερο, Επιπλέον, έχει μέσα της το ένστικτο της φροντίδας.

Η Τζωρτζίνα κουβαλάει την αγνότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται, κι αυτό το συνειδητοποίησα μέσα από τις λιγοστές πρόβες. Χωρίς αυτήν δε θα υπήρχε η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη ηθοποιό να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Εσύ, από την πλευρά σου, πόσο εύκολα εντάχθηκες στο προϋπάρχον σεναριακό πλαίσιο;

Τ.Λ.: Ως ηθοποιός, η αναζήτηση νημάτων τα οποία με συνδέουν με έναν χαρακτήρα είναι το πρώτο πράγμα που προσπαθώ να κάνω.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από τα προσωπικά μου βιώματα, ο τρόπος προσέγγισης του Νικόλα μού επέτρεψε να «ανθίσω».

Δύο άνθρωποι απογυμνωμένοι από ένα κοινό όραμα δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Το ότι, επομένως, συνεννοηθήκαμε με τον Νικόλα ως προς τι ήθελε να πει μου επέτρεψε να είμαι ο καλύτερός μου εαυτός.

Δε θα αρκούσαν τα βιώματά μου αν δεν μπορούσα να «αναπνεύσω» μέσα στο σενάριο, φέρνοντας αυτό το αποτέλεσμα.

Ν.Κ.: Φαντάσου πως τα γυρίσματα διήρκεσαν δυόμισι μέρες, αλλά ήταν εντατικά. Υπήρξαμε, εξάλλου, τυχεροί που συνεργαστήκαμε με την Μυρτώ Αλικάκη, η οποία συντόνισε τα πάντα άψογα.

Τις εξωτερικές λήψεις τις γυρίσαμε σε ένα take. Το δεύτερο πιο πολύ το έκανα για τον ηχολήπτη. Κι όχι επειδή υπήρχε πίεση, απλώς ένιωθα ότι «το έχουμε», και πηγαίναμε παρακάτω.

Η Μυρτώ δεν ηρεμεί ποτέ, όπως μας λέει και η ίδια σε μια κομβική ατάκα του φιλμ. Πώς καταφέρνουμε να ηρεμήσουμε, τελικά, υπό τις δεδομένες ευρύτερες συνθήκες;

Τ.Λ.: Για μένα το ζόρι είναι να αποδεχτείς την κατάσταση, κι αυτό μου το είπε ο ψυχολόγος μου.

Μιλούσα για κάτι το οποίο με απασχολούσε και με βασάνιζε και του ζητούσα συγγνώμη επειδή με έπιαναν τα κλάματα. Μου είπε, λοιπόν: «Τι πειράζει που έχεις ανάγκη να βάλεις τα κλάματα όταν συζητάς γι’ αυτό;»

Από τότε συνειδητοποίησα πως τις στιγμές κατά τις οποίες πάω να ξεχειλίσω από συναίσθημα, που κατακλύζομαι από όσα μου συμβαίνουν, παίρνω μια ανάσα και λέω: «Οκ, τώρα δεν είμαι καλά». Κι αυτό με απελευθερώνει πάρα πολύ και με ηρεμεί.

Δίνω, έτσι, χώρο στον εαυτό μου να παραδεχτεί ότι αυτό το οποίο του συμβαίνει με υπερβαίνει.

Ν.Κ.: Αυτό που λέει η Τζωρτζίνα το έκανε με τα μάτια της στο τέλος της ταινίας. Είναι σαν να αφήνεται. Μετά, έρχεται κι η μαγεία του σινεμά.

Εκτός από μαγεία, τι άλλο είναι το σινεμά;

Ν.Κ.: Υπάρχει η μαγεία του σεναρίου, του μοντάζ, της προβολής. Πολλές μαγείες!

Μ’ αρέσει μια ατάκα του Νίκου Νικολαΐδη: «Κάνουμε σινεμά για να ξαναζήσουμε αυτά που έχουμε ζήσει ή για να ζήσουμε αυτά που δε ζήσαμε».

Τ.Λ.: Πάρα πολύ ωραία!

Ν.Κ.: «Έχει σημασία να κάνεις κάτι όταν ξέρεις τι θες, αλλά δεν ξέρεις πώς γίνεται», είχε πει ο Γιώργος Πανουσόπουλος. Για μένα, αυτό είναι τρομερό κίνητρο.

Στο φιλμ έκανα αυτό το οποίο άρεσε σε εμένα, βγήκα από την παγίδα του τι θα άρεσε στο κοινό.

Εμπιστεύομαι το μοντάζ. Κάτι έχεις στο μυαλό σου, και κάτι άλλο γεννιέται στη διάρκειά του.

Ο Γκοντάρ έλεγε ότι το μοντάζ είναι η αγαπημένη του τέχνη. Λατρεύω τη Νουβέλ Βαγκ και το Γουικέντ είναι ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ με το σινεμά.

Για σένα, Τζωρτζίνα, πού συνίσταται η μαγεία -ή το ότι άλλο- του σινεμά;

Τ.Λ.: Μου αρέσει να λέω ιστορίες και να παίζω. Η υποκριτική με διατηρεί συνδεδεμένη με μια παιδικότητα. Όταν λέω σε φίλους μου πως έχω να πάω στη δουλειά, είμαι χαρούμενη γι’ αυτό.

Μέσα από όσα μου χαρίζονται ανακαλύπτω και κομμάτια του εαυτού μου. Καλούμαι, δηλαδή, να ανατρέξω σε προηγούμενες στιγμές ή εκδοχές του εαυτού μου. Αυτό περικλείεται στην ατάκα του Νικολαΐδη.


Τζωρτζίνα Λιώση


Ο Τσέχοφ και ο Θείος Βάνιας του πώς εμπλέκονται σ’ αυτήν τη μαγεία;

Ν.Κ.: Έχω δει αρκετά θεατρικά τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν είμαι ειδικός στο θέατρο. Το συγκεκριμένο έργο με συγκινεί πάρα πολύ, και συνδέεται με όσα περνάει η ηρωίδα.

Εσένα, τι σου γεννάει ο Τσέχοφ;

Τ.Λ.: Η επιλογή του συγκεκριμένου αποσπάσματος από τον Θείο Βάνια φωτίζει ακόμα καλύτερα την ιστορία που θέλαμε να πούμε. Σαν να επαυξάνει την ήδη υπάρχουσα ζωή την οποία βλέπουμε.

Ν.Κ.: Προσπάθησα να διατηρήσω μια αφηγηματική οικονομία και ο παραλληλισμός με το έργο του Τσέχοφ ταίριαξε πολύ ωραία, πολλαπλασιάζοντας, όπως λέει και η Τζωρτζίνα, τα όσα βιώνει η ηρωίδα.

Είναι μια ταινία πολυεπίπεδη και ταυτόχρονα κοινωνικά γειωμένη όσο -δυστυχώς- λίγες εγχώριες μικρού μήκους δουλειές. Θεωρείτε ότι λείπει -και αν ναι, γιατί- αυτή η διάσταση;

Ν.Κ.: Μια κοπέλα η οποία αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα και παράλληλα θέλει να υλοποιήσει τα όνειρά της έχει αρκετή στήριξη; Αυτό είναι ένα πολιτικό σχόλιο που διατυπώνεται μέσα από την ταινία.

Ζούμε σε μια χώρα όπου οι άνω των 70 είναι ένα τεράστιο ποσοστό και απουσιάζει η πολιτική στήριξης και φροντίδας των ηλικιωμένων.

Το ότι μια θεραπεία για τη νόσο του Πάρκινσον θα δοθεί σε ορισμένο αριθμό ασθενών ανάλογα με το budget το οποίο μπορούν να διαθέσουν είναι κάτι που με απασχολεί ηθικά.

Εσύ, Τζωρτζίνα, εντοπίζεις κάποιο έλλειμμα στη σύνδεση των (μικρού μήκους) ταινιών με την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα;

Τ.Λ.: Συμφωνώ με τον Νικόλα. Τι συμβαίνει σε ένα σπίτι όταν υπάρχει κάποιος άνθρωπος ο οποίος δεν μπορεί να μείνει μόνος του, κι ο άλλος πρέπει να δουλέψει για να φέρει φαγητό, άρα να λείψει κάποιες ώρες;

Άλυτος γρίφος και ντόμινο που δημιουργεί ένα μη λειτουργικό «οικοσύστημα». Δε βγαίνουν τα μαθηματικά.

Μέσα σε αυτό το χάος, προσπαθείς να χωρέσεις και κάτι το οποίο αγαπάς. Περνάει μια ακόμα μέρα και είσαι ζωντανός; Δεν αρκεί αυτό. Είναι δυσβάσταχτη συνθήκη.

Ν.Κ.: Πιστεύω, πάντως, ότι φέτος -σε αντίθεση με πέρυσι- υπήρξαν περισσότερες ταινίες που προσπάθησαν να πουν κάτι βαθύτερο για την τρέχουσα συνθήκη, χωρίς να υποτιμώ την οποιαδήποτε δουλειά.

Μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του φιλμ στη Δράμα και τις προγραμματισμένες προβολές του στο πλαίσιο των 32ων «Νυχτών Πρεμιέρας» και στη συνέχεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τι έπεται;

Ν.Κ : Η βράβευση είναι μια ευγενική υπενθύμιση πως είμαστε στον σωστό δρόμο.

Το έχουμε στείλει σε ορισμένα φεστιβάλ. Ελπίζουμε να το πάρουν σε κάποιο, κι ας μην είναι στην πρώτη δεκάδα των καλύτερων!

Ευχαριστώ τον Νικόλα Κωστή και την Τζωρτζίνα Λιώση για την ουσιαστική κουβέντα και τον Νικόλα για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η ταινία του Νικόλα Κωστή Μια στιγμή στη ζωή της έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας (Νικόλας Κωστής) και Γυναικείας Ερμηνείας (Τζωρτζίνα Λιώση).




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Franz Treichler (The Young Gods): «Είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση»

 

The Young Gods

Πρωτοπόροι του industrial rock, οι Ελβετοί The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά για πρώτη φορά στην Ελλάδα την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στη σκηνή του Gazarte.

Με αυτήν την αφορμή, έχουμε μια εγκάρδια συνομιλία με το ιδρυτικό μέλος τους, κιθαρίστα και πολυπράγμονα καλλιτέχνη, Franz Treichler.

Αν και ξέρω ότι η επιλογή του ονόματος του συγκροτήματος δε συνδέεται με τη θρησκεία, ποια είναι τα αισθήματά σου γι’ αυτήν;

Ποια είναι η θρησκεία μου, εννοείς;

Καθόλου. Πώς βλέπεις το ζήτημα της θρησκείας, της πίστης, της πνευματικότητας - της μεταφυσικής, γενικότερα; Πιο πολύ σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Βασικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι νεαροί θεοί και νεαρές θεές. Δεν έχουμε ανάγκη του θεούς, επειδή έχουμε μέσα μας αυτό το δυναμικό και βρισκόμαστε στη Γη για να μάθουμε πράγματα, να βιώσουμε την ανάταση και να ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας.

Είχα καθολική ανατροφή, αλλά σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία όταν ήμουν έντεκα ή δώδεκα χρονών, νομίζω. Δεν μπορούσα να σχετιστώ με το δόγμα.

Αν και έμαθα κάποια καλά πράγματα μέσα από τη θρησκευτική μου ανατροφή, αυτό που βλέπω να παράγουν οι θρησκείες στο παρελθόν και στο παρόν είναι πόλεμοι και μισαλλοδοξία.

Οπότε προτιμάς να μένεις μακριά τους.

Απολύτως!

Καλό είναι να μάθεις κάποιες βασικές θρησκευτικές αρχές. Όταν, όμως, οι θρησκείες πέσουν στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι αποζητούν την εξουσία, εκφυλίζονται όπως και οτιδήποτε άλλο.

Υπήρξε για σένα η μουσική -κυρίως το πανκ- ένας τρόπος αυτοέκφρασης, ανακάλυψης και εξερεύνησης του εαυτού σου;

Όταν ήμουν πολύ νέος, στάθηκα τυχερός επειδή είχα έναν μεγαλύτερο αδερφό που έφερνε στο σπίτι μουσική των όψιμων σίξτις. Ήταν τα πρώτα βινύλια τα οποία άκουσα ποτέ - κυρίως ψυχεδελική μουσική.

Είχα, λοιπόν, την εντύπωση πως είχα κι άλλα μεγαλύτερα αδέρφια ανά τον κόσμο, που μιλούσαν μια μουσική γλώσσα την οποία καταλάβαινα.

Πολλές φορές καθόμουν, λοιπόν, στο σαλόνι του σπιτιού ακούγοντας αυτούς τους δίσκους, γεγονός που με βοήθησε να ωριμάσω.

Σε μια τέτοια ηλικία είναι καλό να έχεις ερεθίσματα τα οποία δεν είναι συντηρητικά.

Έτσι, όταν ξέσπασε το πανκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αγκάλιασα την ενέργειά του, επειδή θεωρούσα ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής της εποχής γινόταν απρόσιτο. Το ροκ είχε απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους.

Είχε γίνει ελιτίστικο.

Θα μπορούσες να το πεις.

Στο πλαίσιο του πανκ, ο καθένας μπορούσε να παίξει ή να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει. Ή, βασικά, να παρτάρει! (Γέλιο).

Το εγκατέλειψες, όμως. Τι «απέσταξες» από αυτό -μουσικά και πολιτισμικά- ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης σε εξέλιξη; Ο αρχικός ήχος των The Young Gods, πάντως, δεν είχε πολλή σχέση με το πανκ.

Για δυο-τρία χρόνια το πανκ κίνημα ήταν κάτι καλό. Κατόπιν, ωστόσο, έγινε μόδα.

Το DIY πνεύμα, η πίστη σε και το πάθος για ό,τι κάνω είναι αυτά τα οποία πιθανόν παραμένουν μέσα μου από εκείνη την εποχή.

Σάμπλαρα, εξάλλου, υλικό από πανκ μπάντες, επειδή αυτές μου άρεσαν.

Ανατρέχοντας, πάντως, στη γέννηση του ήχου των The Young Gods, ήταν ένας συνδυασμός της ψυχεδελικής μουσικής που άκουγα στα πρώιμα σέβεντις, της πανκ ενέργειας και της επιρροής των πρώιμων ευρωπαϊκών industrial συγκροτημάτων.

Η επιρροή των Neubauten είναι από τις πιο αισθητές.

Ασφαλώς. Μάς είχαν προσκαλέσει πολλές φορές να παίξουμε μαζί τους και ήταν πάντα πολύ καλοί απέναντί μας. Ήταν φαντασική μπάντα επί σκηνής - κι ακόμα είναι.

Θα ήθελα, ωστόσο, να επιστρέψουμε λίγο στη διαδικασία του σάμπλινγκ. Πώς αποφάσισες να εμπλακείς σ’ αυτήν;

Ήταν μια κάπως οραματική, αλλά και πρακτική επιλογή.

Πριν τους The Young Gods, συμμετείχα σε μια άλλη μπάντα, η οποία διαλύθηκε εξαιτίας διαφορετικών φιλοδοξιών και καλλιτεχνικών κατευθύνσεων.

Είχα κουραστεί να συμβιβάζομαι σχετικά με το περιεχόμενο της μουσικής. Οπότε, όταν το πρώτο φτηνό σάμπλινγκ βγήκε στην αγορά, μπορούσα να προσποιηθώ ότι ήμουν ένα συγκρότημα!

Φαντάσου πως μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν. Τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές, αποθηκευτική μνήμη στα διάφορα μηχανήματα ή ψηφιοποίηση. Ούτε καν midi πρωτόκολλα.

Περνούσα, λοιπόν, ώρες ακούγοντας βινύλια, εξάγοντας λούπες από ντραμς ή κιθαριστικές εισαγωγές και συνθέτοντας ηχητικά κολάζ με μια τετρακάναλη κασέτα. Το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν να είχε ήδη υποστεί κάποια παραγωγή.

Εκείνη την εποχή, αν ήθελες να έχεις έναν καλό ήχο, έπρεπε να πας σε ακριβό στούντιο. Έτσι, άδειαζα και ανακύκλωνα υλικό το οποίο είχε ήδη ηχογραφηθεί. Ήταν κι αυτή μια κάπως πανκ στάση.

Έπειτα, δεν ήθελα βέβαια να είμαι μόνος μου στη σκηνή κι έτσι ζήτησα από τον συγκάτοικό μου και συνιδρυτικό μέλος των The Young Gods, Cesare Pizzi, να βάλει ένα χεράκι.

Στην αρχή ήθελε να με βοηθάει μόνο στα τεχνικά ζητήματα, μετά κάναμε μια συναυλία μόνο οι δυο μας και στη συνέχεια αποφασίσαμε πως θα ήταν καλό να έχουμε έναν ντράμερ, επειδή θα συνδεόταν οργανικά με τα μηχανήματα.

Έτσι ξεκινήσαμε.

Ένα μέρος του κοινού μάς μισούσε, επειδή ήταν αμφιλεγόμενο και σκανδαλώδες να παίζεις ροκ χωρίς να χρησιμοποιείς λάιβ κιθάρα.

Θα ένιωθε ίσως εξαπατημένο ακούγοντας -αλλά όχι βλέποντας- κιθάρες.

Θα εκπλήσσονταν τουλάχιστον!

Μετά τα πρώτα δύο άλμπουμ -ιδίως το δεύτερο, για μένα-, ορόσημα του είδους, συνέχισες να εξερευνάς άλλες κατευθύνσεις, περισσότερο προσανατολισμένες στην ηλεκτρονική μουσική. Το Second Nature σηματοδοτεί αυτήν την περίοδο.

Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη δημιουργική ανησυχία.

Τα πρώτα άλμπουμ των The Young Gods έγιναν αποκλειστικά με τη χρήση samples από κιθάρες, κλασική μουσική, αλλά και μουσική από καμπαρέ.

Κατόπιν, σκεφτήκαμε να κάνουμε μουσική που να αποτελεί φόρο τιμής στα γκρουπ τα οποία αγαπούσαμε: Stooges, Doors, Pink Floyd.

Από την αρχή, ωστόσο, ενδιαφερόμουν για την ηλεκτρονική μουσική.

Κι όταν πια οι υπολογιστές είχαν γίνει πολύ προσιτοί και καθώς ενδιαφερόμασταν πολύ για την καινούρια τεχνολογία, ήταν σημείο των καιρών να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας να σκεφτούμε και συνθέσουμε μουσική διαφορετικά.

Στα πολύ μεταγενέστερα χρόνια, ως συγκρότημα καταπιαστήκατε και με άλλον έναν γίγαντα της σύγχρονης μουσικής, τον Terry Riley. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη σχέση σου με τη μουσική του, την οποία τόσο οραματικά προσέγγισες;

Το In C, ιδίως, είναι ένα ορόσημο με όλες τις λούπες, τις επαναλήψεις και τα πολυρυθμικά στοιχεία του που γεννήθηκαν από το «τρελό» μυαλό ενός μαστουρωμένου νεαρού συνθέτη στα πρώιμα σίξτις.

Όταν, το 2019, μάς προσέγγισε μια πολυμελής μπάντα πνευστών προτείνοντάς μας να το παίξουμε μαζί σε ένα τεράστιο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, το θεώρησα σπουδαία ιδέα. Δεν ήταν δική μας απόφαση ως The Young Gods.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία εκτέλεσης του In C. Μου άρεσε ο ημι-αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της και το γεγονός πως κάθε μουσικός γινόταν μαέστρος. Ήταν μια συλλογική διαδικασία.

Μετά από αυτήν την εμπειρία, ερωτευτήκαμε το In C και θελήσαμε να συνθέσουμε την δική μας εκδοχή. Κι έτσι συνέβη, οργανικά.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Appear Disappear, είναι επίσης σπουδαίο. Είναι ένα είδος σύνοψης της καριέρας σας ως μπάντας; Πώς το βιώνεις;

Σύνοψη; Αν το καταλαβαίνω σωστά, σημαίνει κάποιος είδος περίληψης.

Ναι - τόσο μουσικά, όσο και στιλιστικά.

Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία από λες τις περιόδους των The Young Gods, αλλά παουσιασμένα με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο.

Πολύ λείο και μεθυστικό!

Ηλεκτρονικά, ζωντανά ντραμς, ζωντανές κιθάρες, σαμπλαρισμένες κιθάρες. Κανένας περιορισμός. Καλή, θετική ενέργεια, θα έλεγα.

Γιατί αισθάνεσαι «σαν συστηματοποιημένος», όπως αναφέρεται σε μια από τις συνθέσεις του άλμπουμ;

Στις μέρες μας πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να αποτελείς μέρος της κοινωνίας. Σε ορισμένες χώρες δεν μπορείς να πληρώσεις με μετρητά.

Όντως!

Πρέπει να ανοίγεις το τηλέφωνο ή τον υπολογιστή σου για να κάνεις τις καθημερινές δουλειές. Γίνεσαι όλο και περισσότερο μέρος ενός συστήματος. Ήμασταν πιο ελεύθεροι όταν τα τηλέφωνα ήταν στερεωμένα στον τοίχο.

Μου αρέσει η τεχνολογία, πάντως. Αλλά όχι όταν αναγκάζομαι να τη χρησιμοποιώ.

Μιας και αναφέρθηκες στην τεχνολογία, σε προβληματίζει, σε ενθουσιάζει ή σε τρομάζει η αμφιλεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη σίγουρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά στα χέρια της βιομηχανίας αποτελεί απλώς ένα μέσο για να βγάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα εις βάρος όλων.

Ως μουσικός, δεν τη χρησιμοποιώ για δύο λόγους. Καταστρέφει τον πλανήτη από οικολογική άποψη.

Αγαπώ, εξάλλου, τη δημιουργική διαδικασία, τον χρόνο που αφιερώνω στην αναζήτηση και την ανάπτυξη ιδεών. Δε θέλω να αφήσω αυτό το κομμάτι της δουλειάς σε μια μηχανή.

Η διαδικασία είναι απολαυστική. Η σύνταξη μιας εντολής μπορεί να είναι δημιουργική, αλλά μέχρι τώρα τη βρίσκω βαρετή.

Ζούμε σε έναν ζοφερό κόσμο, γενικά - πόλεμοι και γενοκτονίες μαίνονται. Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να μας κρατήσει ψυχικά υγιείς - και σε εγρήγορση;

Ναι, αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ασχολούμαι με την τέχνη. Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε την ανθρωπιά μας.

Το να είσαι άνθρωπος - ένα σπάνιο εγχείρημα στις μέρες μας.

Λέω πως είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση.

Πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμή μας, δεν πρέπει να υποκύψουμε. Γι’ αυτό δεχόμαστε καταιγισμό αρνητικών ειδήσεων. Μας κάνουν να νιώθουμε άχρηστοι και θύματα.

Ανυπομονώ να παρακολουθήσω τη συναυλία σας τον Οκτώβριο, εδώ στην Αθήνα, για να μοιραστώ λίγη από την ενέργεια και την ανθρωπιά σας. Νομίζω ότι δεν έχετε δώσει ποτέ συναυλία στην πόλη.

Πρώτη φορά στην Ελλάδα! Ανυπομονώ κι εγώ πάρα πολύ. Μετά από τόσο καιρό... Είναι απίστευτο που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως!

Μοιάζει να πέρασε μια ολόκληρη ζωή από τότε που ξεκινήσατε - αλλά, πράγματι, ποτέ δεν είναι αργά!

Είμαστε όλοι νεαροί θεοί.

Από δημιουργικής άποψης, εξακολουθείς να είσαι ένας τέτοιος. Τα λέμε τον Οκτώβριο, λοιπόν. Να είσαι καλά, να παραμένεις δημιουργικός και σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση!

Παρακαλώ. Εύχομαι τα καλύτερα σε εσένα και τους αγαπημένους σου. Τα λέμε τον Οκτώβριο.

Ευχαριστώ θερμά τον Christian Fighera (Two Gentlemen) από το μάνατζμεντ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Οι The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου.




Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Λουκία Τζωρτζοπούλου: «Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία»

 


Διαπλέκοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το συλλογικό και εμπνεόμενη από το βίωμα της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η μικρού μήκους ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή αφηγείται την εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών Αγρινίου από τους Ναζί στις 14 Απριλίου 1944.

Συναντηθήκαμε με την εξαιρετικά ταλαντούχα δημιουργό στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για την εσωτερική ανάγκη που σε έστρεψε στο animation και κατά πόσο, με την πάροδο των ετών, έχεις εμβαθύνει σε αυτό ή/και έχει αλλάξει ο προσανατολισμός σου.

Προέρχομαι από τον χώρο των κόμικς. Φτιάχνω κόμικς.

Με το animation άρχισα να ασχολούμαι από μόνη μου. Πάντα, ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσω του animation.

Ήξερα ότι επρόκειτο για δύσκολο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά λίγο μετά το τέλος της περιόδου του Covid είχα αποφασίσει να γράψω ένα σενάριο.

Από παιδάκι ήθελα να πω τη συγκεκριμένη ιστορία, την είχα ήδη στο μυαλό μου και θα ήταν μόνο animated.

Πηγάζει από ένα βίωμα της γιαγιάς μου, το οποίο η ίδια μάς αφηγείτο με τρόπο αρκετά συγκαλυμμένο επειδή τότε ήμασταν μικρά και ως τέτοια, το εκλαμβάναμε σαν παραμύθι.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι αφορά στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός που συνέβη την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής στο κέντρο του Αγρινίου:

Tην εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών έξω από το πατρικό της γιαγιάς μου, όπου και βρισκόταν η ενορία της οικογένειάς μου.

Οι φυλακές, οι οποίες αργότερα μετατράπηκαν σε σχολείο, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και το πατρικό της γιαγιάς μου σχημάτιζαν χωροταξικά ένα τρίγωνο.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι να συνδέσω την εκτέλεση με την ιστορία που μας είχε πει η γιαγιά.

Από παιδάκι, λοιπόν, θεωρούσα πως το ίδιο το ιστορικό γεγονός είχε τεράστια κινηματογραφικότητα.

Γιατί;

Επειδή πρόκειται για μια μαζική εκτέλεση τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής έξω από μια εκκλησία, ενώ στο εσωτερικό της προτοίμαζαν τον Επιτάφιο ενόψει της Ανάστασης.

Σε συμβολικό επίπεδο η Ανάσταση συντελείται κατόπιν, αλλά σε κυριολεκτικό κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν εκεί επιτόπου σε ομαδικούς τάφους.

Αυτό, από μόνο του, είναι σινεμά. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήθελα να αφηγηθώ αυτήν τη μικρή προσωπική ιστορία που συμβαίνει παράλληλα με την Ιστορία.

Μια από τις αφηγηματικές αρετές της ταινίας σου είναι, πράγματι, η διαπλοκή και συνύφανση του προσωπικού με το συλλογικό. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα.

Ισχύει.

Θεωρώ, ωστόσο, πως είναι αρκετά τίμιο το ότι επέλεξα να αφηγηθώ τη μικρή ιστορία αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός μικρού παιδιού, πρίσμα το οποίο δομείται με βάση την αντίληψή του για την πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές του.

Αν θυμάσαι πώς ήσουν σε ηλικία πέντε χρονών καταλάβαινες τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Αυτήν την αίσθηση ήθελα να αποδώσω και να καταστήσω αντιληπτό ότι τα όσα αποτυπώνονται δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα.

Τα πλήθη είναι απρόσωπα. Οι γονείς, αντί να είναι φιγούρες που παρέχουν φροντίδα, είναι αποστασιοποιημένοι. Η μητέρα έχει αναλάβει τον ρόλο του δυνάστη.

Είναι κακοποιητική, χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία.

Η βία τότε ήταν όχι απλά κανονικοποιημένη, αλλά -δυστυχώς- και επιθυμητή.

Οπότε, αυτό το παιδάκι σχηματίζει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.




Πόσο εύκολο ήταν να μπεις ή να ξαναμπείς στον ψυχισμό ενός παιδιού ή να υιοθετήσεις τη ματιά του; Ποια είναι η σχέση σου με την παιδική ηλικία, την παιδικότητα και τη φιλμική αποτύπωσή τους;

Δεν ξέρω κατά πόσο το κατάφερα.

Δε δυσκολεύτηκα, ωστόσο, να μπω στον κόσμο ενός παιδιού. Ουσιαστικά, «συνάντησα» νοερά τον εαυτό μου όταν ήταν έξι ή επτά χρονών που είχε φτιάξει τον δικό του κόσμο ακούγοντας την ιστορία της γιαγιάς.

Στον πυρήνα, κράτησα το πολύ προσωπικό και παιδικό. Αυτό προσπάθησα να μεταφέρω.

Πέρα από τους προφανείς οικονομικούς περιορισμούς οι οποίοι ίσως υπαγορεύουν  εν μέρει τη στιλιστική σου επιλογή, τι παραπάνω ή τι περισσότερο προσδίδει το animation στη φιλμική διαχείριση ενός ιστορικού γεγονότος ή ενός τραύματος;

Δε θα μπορούσα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία με όρους live action και σίγουρα θέλει ιδιαίτερα κότσια, περισσότερη μελέτη και έρευνα και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερο budget για να την αποδώσεις επαρκώς και ικανοποιητικά.

Το animation δίνει την ευκαιρία να παρουσιάσεις έναν κόσμο πολύ πιο δημιουργικά και χωρίς αφηγηματικές δεσμεύσεις. Ήταν το μέσο για να αποδοθεί το κοντράστ ανάμεσα στην υποκειμενική παιδική ματιά και την αντικειμενική Ιστορία.

Σε ενδιέφερε περισσότερο το συγκεκριμένο βίωμα υπό το πρίσμα ενός παιδιού στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ή σε απασχολεί γενικότερα και η τρέχουσα, ζώσα Ιστορία;

Είμαι «nerd» για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μελετώ πολύ αυτήν την περίοδο τόσο σε ιστορικό, όσο και σε καλλιτεχνικό πλαίσιο.

Εξάλλου, βασική μου επιρροή γι’ αυτήν την ταινία ήταν μια παραγωγή του Studio «Ghibli», το Ο Τάφος των Πυγολαμπίδων (Grave of the Fireflies) του Ισάο Τακαχάτα.

Το φιλμ αφορά σε δύο παιδάκια στην Ιαπωνία λίγο πριν η χώρα συνθηκολογήσει και τις καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου στον άμαχο πληθυσμό.

Θεωρώ πως πρόκειται για μια από τις πιο σπαρακτικές ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά και στο animation και στο live action. Ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο τον οποίο βιώνουν τα μικρά παιδιά.

Φυσικά, με ενδιαφέρει και η τρέχουσα πραγματικότητα. Παρότι η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε το 2022, δυστυχώς κάθε χρόνο γινόταν τρομακτικά πιο επίκαιρη, σε σημείο που να μιλάει πια και για το παρόν.

Θα έβλεπες τον εαυτό σου να καταπιάνεται στο μέλλον με άλλα ζητήματα ιστορικής υφής;

Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία και να αφηγούμαι ιστορίες από αυτό χωρίς να το έχω βιώσει.

Στην πραγματικότητα, πάντως, ό,τι κι αν φτιάξω έχει άμεση σχέση με το παρόν. Έκανα μια ταινία για το παρελθόν στην προσπάθειά μου να αντιμετωπίσω την τρέχουσα κατάσταση.

Είναι σημαντικό για τους δημιουργούς να μιλήσουμε για ιστορίες εκτυλισσόμενες σε τραυματικές περιόδους προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το παρόν.

Δημιούργησα μια ιστορία με αντιφασιστικό περιεχόμενο επειδή έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον ζόφο της εποχής μας.

Όλη μας η καθημερινότητα φιασιστικοποιείται, ακόμα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός το οποίο μας αφορά άμεσα ως καλλιτέχνες.

Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει την ΤΝ εργαλείο του φασισμού. Ισοπεδώνει και ομογενοποιεί την αισθητική και την αντίληψή μας, κι αυτό είναι τρομακτικό.

Βάσει της προσωπικής εμπειρίας σου, είναι η κατάσταση στον χώρο του animation στην Ελλάδα ελπιδοφόρα;

Έχει συγκροτηθεί -και κάθε χρόνο μεγαλώνει- η κοινότητα των δημιουργών animation, μια διαδικασία που έχει τον δικό της πόνο και κουβαλά τη δικιά της ταλαιπωρία. Όλη αυτή η διαδικασία μάς φέρνει κοντά.

Η κατάσταση είναι ελπιδοφόρα, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα. Υπάρχει πολύ ταλέντο, πολλή όρεξη και πείσμα για δουλειά, παρά την εξάντληση και την έλλειψη πόρων.

Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχιση του κόπου τον οποίο καταβάλλουμε με τις αμοιβές που λαμβάνουμε.

Νιώθω ότι κάποιες φορές ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πόση δουλειά απαιτείται, ειδικά στην εποχή που ζούμε, κατά την οποία, πατώντας ένα κουμπί, μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα ίσως πολύ πιο άρτιο.

Προσωπικά, αφιέρωσα πολλές ώρες για ένα πλάνο τριών δευτερολέπτων, γι’ αυτό και οι animators έχουμε μεγαλύτερη ευαισθησία όταν γράφεται κάτι για τη δουλειά μας ελαφρά τη καρδία, και προσδοκούμε μεγαλύτερη θέρμη και στήριξη.

Κανένας θεατής δεν είναι, πάντως, υποχρεωμένος να λειτουργήσει έτσι.

Βιώνεις την ίδια αίσθηση κοινότητας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, για πρώτη φορά ως σκηνοθέτρια με ολοκληρωμένη δουλειά;

Αν και περίμενα να είμαι διαφορετικό «φρούτο», να σου πω την αλήθεια, ναι. Είμαι μία δημιουργός ανάμεσα στους άλλους. Και από το feedback που έχω πάρει, είμαι πολύ χαρούμενη.

Ελπίζω να συνεχίσει να υπάρχει αυτό το feedback.

Από μένα εξαρτάται.

Καλοτάξιδη εύχομαι να είναι η Μεγάλη Παρασκευή, όπου βρεθεί, επειδή αξίζει και αξίζεις. Και μακάρι να διατηρήσεις το κουράγιο, τη ζωτικότητα και την επιμονή σου, σε δύσκολους καιρούς.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Επιβάλλεται, θεωρώ, πλέον.

«Αντέχεις να κάνεις την επόμενη ταινία;» με ρωτάνε. Όχι απλά αντέχω, αλλά πρέπει να την κάνω. Μου βγαίνει ένα πείσμα. Οπότε ελπίζω να καταφέρω να δρομολογήσω σχετικά γρήγορα το επόμενο πρότζεκτ.

Η ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή προβλήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής (Αλέξανδρος Μίαρης).

Επόμενοι σταθμοί στο φεστιβαλικό ταξίδι της, το Διεθνές Φεστιβάλ Animation AnimaSyros (21-27 Σεπτεμβρίου) και το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας (30 Σεπτεμβρίου-11 Οκτωβρίου).