Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

DJ Krush: «Ατενίζω τη σιωπή που φωλιάζει ακριβώς κάτω από τον θόρυβο»

 


Μουσικός παραγωγός και DJ που έχει, εδώ και σαράντα χρόνια, καθορίσει όσο λίγοι το hip hop, το trip hop και την ambient μουσική, o Γιαπωνέζος DJ Krush εμφανίζεται ζωντανά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (20 και 21 Οκτωβρίου).

Συζητώντας μαζί του για τη ζωή, την τέχνη, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την πόλη και τη σιωπή.

Εγκαταλείψατε τη Γιακούζα (σημ.: τη γιαπωνέζικη Μαφία) για να εξελιχθείτε σταδιακά σε έναν σεβαστό DJ και μουσικό παραγωγό. Εκ των υστέρων, θεωρείτε ότι ήταν μια σοφή και (πιο) ανταποδοτική επιλογή;

Αισθάνεστε πιο «επικίνδυνος» ως καλλιτέχνης απ’ ό,τι ως μέλος συμμορίας; Πώς μπορεί, άραγε, η τέχνη να είναι επικίνδυνη στις μέρες μας - είτε πρόκειται για mainstream είτε για underground;

Τότε, με κινούσαν μόνο η νεανική ορμή και η παρόρμηση. Δεν ήξερα καν τι ακριβώς αναζητούσα. Η επιλογή του ήχου - αυτός ήταν, αναμφίβολα, ο σωστός δρόμος.

Η τέχνη δημιουργεί χώρο από το μηδέν και αγγίζει τα βαθύτερα σημεία του ανθρώπου. Το αίσθημα πληρότητας που προσφέρει είναι μοναδικό.

Ποιο είναι πιο επικίνδυνο; Υπάρχουν σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα. Μόνο η εξωτερική δύναμη δεν αρκεί για να πυροδοτήσει μια πραγματική μεταμόρφωση.

Όμως ο ήχος διαπερνά το σώμα, αγγίζοντας άμεσα το υποσυνείδητο. Δονεί εκείνα τα σημεία τα οποία οι λέξεις δεν μπορούν να φτάσουν, αφήνοντας ένα ήσυχο, ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μνήμη και την αντίληψη.

Αν η τέχνη είναι επικίνδυνη, είναι επειδή ανοίγει μια αθόρυβη χαραμάδα στην πραγματικότητα που οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένη. Δε χρειάζεται καμία εξήγηση.

Απλώς άφησε τις χαμηλές συχνότητες να χτυπήσουν στα σωθικά σου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο αλλάζει για πάντα. Αυτή είναι η πραγματική δύναμη του ήχου.

Ως καλλιτέχνης, έχετε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων σαράντα ετών στη διεύρυνση και την επαναχάραξη των ορίων ανάμεσα στο hip hop, το trip hop, την ambient μουσική και έναν ολόκληρο γαλαξία άλλων ειδών.

Ποια είναι η πιο συναρπαστική πτυχή αυτής της διαδικασίας;

Η πιο δυνατή στιγμή είναι όταν ένα τοπίο που δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα από τον ήχο.

Ένα σαμπλαρισμένο απόσπασμα, θόρυβος περιβάλλοντος, ένα μεμονωμένο χτύπημα τυμπάνου, η ακατέργαστη υφή του στατικού θορύβου - το καθένα υπάρχει ανεξάρτητα, ημιτελές.

Όμως, μέσα σε ένα και μόνο, θαυμαστό δευτερόλεπτο, ενώνονται απόλυτα, αρχίζουν να αναπνέουν σαν ένα και ζωγραφίζουν έναν κόσμο που κανείς δεν έχει ξαναδεί.

Ακόμα και μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια ενασχόλησης με τη μουσική, εκείνη ακριβώς η στιγμή εξακολουθεί να μου προκαλεί ανατριχίλα.

Δεν επεδίωξα ποτέ σκόπιμα να διευρύνω ή να καταρρίψω τα όρια των ειδών. Απλώς αναζητούσα τους συγκεκριμένους ήχους τους οποίους θεωρούσα βαθιά όμορφους και σκοτεινούς.

Όταν τελικά σήκωσα το βλέμμα μου, διαπίστωσα ότι βρισκόμουν εκτός των καθιερωμένων πλαισίων.

Το να δημιουργείς μουσική σημαίνει να ξεκινάς ένα ταξίδι - μια διαρκή ανακάλυψη των αθέατων κόσμων που κοιμούνται ακόμα βαθιά μέσα σου.

Σε ποιον βαθμό έχει επηρεαστεί το έργο σας από τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στην ιαπωνική κοινωνία - και έχει, κατά συνέπεια, μετατραπεί σε αντικατοπτρισμό τους;

Δεν έχω φτιάξει ποτέ μουσική για να προωθήσω μια πολιτική θέση ή ένα άμεσο μήνυμα.

Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι ζεις και αναπνέεις σε αυτήν την εποχή αρκεί ώστε οι ανεπαίσθητες κοινωνικές μεταβολές και η υποβόσκουσα ατμόσφαιρα να διαποτίζουν φυσικά την υφή και τη σιωπή του ήχου.

Το Τόκιο βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση μεταμόρφωσης. Καθώς η πόλη κατακλύζεται από πληροφορίες, οι ανθρώπινες σχέσεις αλλάζουν μορφή.

Πέρα από κάθε ευκολία, διαπιστώνω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους μια αόρατη, βαθιά μοναξιά.

Το TOKYØHUM δεν αποσκοπεί στο να εξηγήσει αυτές τις κοινωνικές αλλαγές. Είναι ένα ηχητικό τοπίο, διαμορφωμένο μέσα από τη συλλογή όσων εξακολουθούν να αντηχούν στις βαθύτερες σκιές της μητρόπολης.

Ανείπωτοι θόρυβοι, μνήμες που επιμένουν, ατόφιο συναίσθημα, η ίδια η ανάσα της πόλης - αυτά τα στρώματα, συμπεριλαμβανομένου του σκοταδιού πίσω από το φως νέον, αλληλοεπικαλύπτονται για να συνθέσουν τον αληθινό χτύπο της καρδιάς του σύγχρονου Τόκιο.

Δε δημιουργώ ήχο για να ορίσω την κοινωνία.

Απλώς αποτυπώνω τις λεπτές δονήσεις που πλανώνται στον αέρα και το σιωπηλό βάρος το οποίο κουβαλούν οι άνθρωποι, μετατρέποντάς τα σε ηχητική μνήμη. Οι πόλεις αλλάζουν και οι αξίες μεταβάλλονται.

Ωστόσο, η βαθιά ριζωμένη απομόνωση, οι εσωτερικές συγκρούσεις και τα αμυδρά ίχνη ελπίδας δε σβήνουν ποτέ πραγματικά.

Ίσως αυτό που αναζητούσα εξαρχής να μην είναι ο ήχος του ίδιου του «Τόκιο», αλλά ο ήσυχος, αδιάκοπος παλμός της ανθρώπινης ψυχής η οποία κρύβεται από κάτω. Απλώς ακούω.

Γνωρίζω ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες είναι γενικά διστακτικοί στο να αναγνωρίσουν το αποτύπωμά τους στο πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο, είτε σε εγχώριο είτε σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά όσο παραμένουν ενεργοί.

Εσείς πού εντοπίζετε ή πού μπορείτε να ακούσετε τον αντίκτυπο του έργου σας;

Το αν έχω αφήσει ή όχι το στίγμα μου στον πολιτισμό ή την κοινωνία - αυτό δεν εναπόκειται σε εμένα να το πω.

Αυτή η κρίση ανήκει στον χρόνο, στους ακροατές που δέχτηκαν τη μουσική και στην επόμενη γενιά δημιουργών η οποία ακολούθησε..

Αν, όμως, υπάρχει κάτι που πραγματικά απομένει, δε νομίζω πως είναι κάποιος συγκεκριμένος ήχος ή τεχνική προσέγγιση. Είναι απλώς η στάση τού να υπερασπίζεσαι ακλόνητα τη μουσική στην οποία πιστεύεις.

Δεν κυνήγησα ποτέ τις τάσεις. Επεδίωξα μόνο τους ακριβείς ήχους που είχα απεγνωσμένη ανάγκη να βγάλω από μέσα μου τη δεδομένη στιγμή.

Η μουσική δεν προορίζεται για μίμηση· είναι ένας τρόπος για να ανακαλύψει το κάθε άτομο τη δική του, μοναδική φωνή.

Τη στιγμή που ένα μουσικό κομμάτι φεύγει από τα χέρια μου, παύει να είναι δικό μου και γίνεται μέρος της ιστορίας του ακροατή.

Αν οι ήχοι τους οποίους έβγαλα στον κόσμο έχουν ριζώσει αθόρυβα μέσα σε κάποιον -κάπου βαθιά μέσα του-, αυτό είναι υπεραρκετό.

Σε κάθε περίπτωση, το ντεμπούτο άλμπουμ σας, με τον λιτό τίτλο Krush, έχει χαρακτηριστεί ορόσημο της σύγχρονης hip hop/trip hop σκηνής. Τι θυμάστε πιο έντονα από τη διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία του;

Εκείνη την εποχή, η Acid Jazz βρισκόταν στο απόγειό της και ένας εκλεπτυσμένος, άρτια επεξεργασμένος ήχος καθόριζε την ατμόσφαιρα της εποχής.

Όμως, μέσα σε όλα αυτά, αυτό που αναζητούσα δεν ήταν κάποια μορφή η οποία βρισκόταν στη μόδα. Αναζητούσα κάτι πολύ πιο βαθύ και σκοτεινό - ένα «βάθος χώρου» που βουλιάζει στα έγκατα του ήχου.

Στο πεδίο των οργανικών κομματιών χωρίς λόγια, ήθελα να δω πόσα από τις δικές μου αισθήσεις και την αισθητική μου θα μπορούσα να ενσωματώσω στις αντηχήσεις και τη σιωπή.

Θυμάμαι έντονα εκείνες τις στιγμές ησυχίας και έντασης μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, πλήρως αποκομμένος από τον θόρυβο του έξω κόσμου, καθώς εστίαζα με εμμονή σε ό,τι άφηνε ο ήχος πίσω του.

Ακόμη και καθώς στεκόμουν μέσα στο ορμητικό ρεύμα της εποχής, επεδίωκα στωικά μόνο τα σκοτεινά, πανέμορφα τοπία και ηχοτοπία τα οποία υπήρχαν στο δικό μου μυαλό.

Αυτό το ίχνος καθαρής εξερεύνησης έλαβε τελικά τη μορφή του Krush, το οποίο εξελίχθηκε οργανικά και αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως καθοριστικό στοιχείο στη θεμελίωση του trip-hop και του instrumental hip-hop.

Το Ζen, το έκτο άλμπουμ σας, παραπέμπει, ως προς τον τίτλο του, στη φιλοσοφία του Ζεν. Ποια είναι η σχέση σας με τη φιλοσοφία γενικότερα και με τον Βουδισμό ειδικότερα;

Για μένα, το πιο σημαντικό είναι να αντιμετωπίζω διαρκώς τον εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μου με απόλυτη ειλικρίνεια.

Ο τίτλος Zen προέκυψε από μια βαθιά σύνδεση με την ακινησία που ενυπάρχει στη φιλοσοφία Ζεν - την πρακτική τού να κοιτάζεις πέρα ​​από την επιφάνεια των πραγμάτων, ώστε να αντιληφθείς την αόρατη ουσία η οποία κρύβεται από κάτω.

Ωστόσο, δεν επιδίωξα ποτέ να εκπροσωπήσω κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή δόγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: δεν υπάρχει λόγος να γεμίζουμε κάθε χώρο με ήχο.

Μέσα στον αρνητικό χώρο -τη σιωπή και τους απόηχους ανάμεσα στις νότες- κρύβεται μια πυκνή συγκέντρωση συναισθήματος,

Αν υπάρχει κάτι το οποίο έχω αποκομίσει από τη βουδιστική σκέψη, αυτό είναι η πράξη της αποδέσμευσης από τις προσκολλήσεις, η αποδοχή της διαρκούς αλλαγής και η βαθιά εστίαση στον πυρήνα της ίδιας της ύπαρξης.

Πρόκειται για το να διαισθάνεσαι όχι μόνο ό,τι είναι ορατό ή ακούγεται, αλλά και τη σιωπηλή ατμόσφαιρα που πλανάται πίσω από αυτά. Αυτή η ήρεμη αντίληψη αποτελεί τον πυρήνα όσων δημιουργώ.

Το TOKYØHUM, το 14ο άλμπουμ σας -και ένα από τα πιο άρτια έργα σας-, είναι ένα θεματικό άλμπουμ βασιζόμενο στο μοτίβο του «καρδιοχτυπιού της πόλης».

Για ποιον λόγο το αστικό περιβάλλον ασκεί ανέκαθεν τόσο καθοριστική επίδραση στο δημιουργικό σας όραμα και στο φαντασιακό σας;

Για μένα, μια πόλη δεν είναι απλώς ένα σύνολο από κατασκευές από μπετόν· είναι ένας τεράστιος, ζωντανός οργανισμός, διαποτισμένος από τα μεταβαλλόμενα συναισθήματα και τις αναμνήσεις αμέτρητων ανθρώπων.

Ελπίδα, έντονη επιθυμία και, ακριβώς δίπλα τους, βαθιά απομόνωση και ανήσυχα κενά - αμέτρητες ζωές οι οποίες διασταυρώνονται. Πάντα με μαγνήτιζε ο μοναδικός ρυθμός και η ενέργεια που αναβλύζουν από τα βάθη εκείνου του χάους.

Δεν κοιτάζω την επιφάνεια -τα φώτα νέον ή την αρχιτεκτονική.

Ατενίζω τη σιωπή που φωλιάζει ακριβώς κάτω από τον θόρυβο, τη βαθιά μοναξιά η οποία πλανάται στους πολυσύχναστους δρόμους και τα διαχρονικά ανθρώπινα συναισθήματα που κρύβονται κάτω από τη διαρκή μεταβολή.

Το TOKYØHUM είναι ένα ηχητικό τοπίο το οποίο αποτυπώνει τον αόρατο, ανείπωτο παλμό κάθε ανθρώπου που ζει στα έγκατα της μητρόπολης.

Όσο κι αν αλλάζουν η εποχή ή το περιβάλλον, ο θεμελιώδης πυρήνας του ανθρώπινου συναισθήματος παραμένει αναλλοίωτος.

Απλώς αφουγκράστηκα προσεκτικά εκείνες τις αθέατες δονήσεις και τις ήσυχες ατμόσφαιρες, αποτυπώνοντάς τες στην ηχητική μνήμη.

Είχατε κάποια συγκεκριμένη πόλη κατά νου όταν δημιουργούσατε αυτά τα συγκεκριμένα μουσικά κολάζ;

Στο αρχικό στάδιο, η πόλη την οποία είχα στο μυαλό μου ήταν αναμφίβολα το Τόκιο - το μέρος όπου ζούσα για τόσο καιρό, νιώθοντας τον αέρα και τους ανεπαίσθητους κραδασμούς του κάθε μέρα.

Το Τόκιο σφύζει από μια καταιγιστική ενέργεια, κι όμως, ακριβώς δίπλα της, κυριαρχεί μια απόλυτη ησυχία και απομόνωση που σε τυλίγουν.

Πάντα με ελκύει βαθιά εκείνη η μοναδική υφή όπου αυτές οι αντικρουόμενες δυνάμεις σμίγουν.

Ωστόσο, καθώς εμβάθυνα στη διαδικασία του ηχητικού κολάζ, συνειδητοποίησα ότι δεν επρόκειτο πλέον για μια ιστορία περιοριζόμενη αυστηρά στο Τόκιο.

Φυσικά, κάθε μητρόπολη διαθέτει το δικό της ξεχωριστό τοπίο και τη δική της ιστορία.

Ωστόσο, κάτω από αυτήν την επιφανειακή όψη -στις μνήμες που επιμένουν, στο ατόφιο ανθρώπινο συναίσθημα και στα βαριά στρώματα του συσσωρευμένου χρόνου- υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί κοινό βίωμα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό που επιδίωξα να δημιουργήσω με αυτόν τον δίσκο δεν ήταν ποτέ ένα σάουντρακ για μια συγκεκριμένη γεωγραφική τοποθεσία. Είναι ο αόρατος, εσωτερικός παλμός του ζωντανού οργανισμού τον οποίο ονομάζουμε «πόλη».

Το Asphalt Lament, ειδικότερα, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα trip hop. Με ποια έννοια θα μπορούσε να θρηνεί η άσφαλτος; Τι θα μπορούσε να σας κάνει να θέλετε να κλάψετε;

Το Asphalt Lament είναι ένα κομμάτι στο οποίο μετέτρεψα απευθείας σε ήχο τις δονητικές μνήμες που έχουν ποτίσει την επιφάνεια της πόλης.

Η ίδια η άσφαλτος δεν αρθρώνει λέξεις.

Ωστόσο, απορροφά σιωπηλά τον άπειρο χρόνο κατά τον οποίο οι άνθρωποι τη διέσχισαν, τις στιγμές που χάθηκαν και τα συναισθήματα τα οποία έμειναν πίσω.

Ακριβώς μέσα σε αυτή την ήσυχη σιωπή και τον αρνητικό χώρο είναι που νιώθω μια πραγματική αντήχηση.

Η πόλη δεν κραυγάζει από φανερή θλίψη. Αντιθέτως, η ίδια η πόλη αναπνέει ήσυχα και βαθιά μέσα από το αχανές πέρασμα του χρόνου που την έχει διαποτίσει.

Το να αφουγκράζεσαι προσεκτικά αυτή την απαλή ανάσα - αυτό είναι, για μένα, η ουσία του Asphalt Lament.

Για μένα, η παρόρμηση να δακρύσω δεν πηγάζει μόνο από τη θλίψη.

Συμβαίνει όταν ανασύρονται ξαφνικά μνήμες προ πολλού ξεχασμένες, ή όταν έρχομαι απροσδόκητα αντιμέτωπος με μια ομορφιά τόσο συγκλονιστική, που τα λόγια δεν αρκούν για να την αποδώσουν.

Είναι ακριβώς εκείνο το φευγαλέο ρίγος συγκίνησης που θέλω να αποτυπώσω και να διατηρήσω στον ήχο.

Στις 20 και 21 Οκτωβρίου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Καθώς περνούν τα χρόνια, παραμένετε εξίσου πρόθυμος να εξερευνήσετε απάτητα μονοπάτια μαζί με το κοινό σας;

Όσα χρόνια ή ορόσημα κι αν συγκεντρώνω, η δίψα για εξερεύνηση στα έγκατα της ύπαρξής μου δε σβήνει ποτέ.

Για μένα, η μουσική δεν αφορά την ασφαλή αναπαραγωγή όσων έχω δημιουργήσει στο παρελθόν. Είναι ένα όχημα για να εισέλθω σε αχαρτογράφητες περιοχές.

Όταν στέκομαι στη σκηνή, δε βρίσκομαι εκεί για να δώσω μια έτοιμη απάντηση.

Η ατμόσφαιρα του χώρου, η ανάσα του πλήθους, οι χαμηλόσυχνες δονήσεις οι οποίες συγκλονίζουν το στήθος - μόνο όταν όλα αυτά τα στοιχεία συναντώνται σε μια μοναδική, ακριβή στιγμή, αναδύεται ένας εντελώς νέος κόσμος.

Είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε οπουδήποτε αλλού στη Γη, αυτή η αλήθεια παραμένει η ίδια.

Εξακολουθώ να αναζητώ αδιάκοπα τους ακριβείς ήχους που θα μας μεταφέρουν στο επόμενο επίπεδο. Για μένα, μια ζωντανή εμφάνιση είναι μια κοινή τελετουργία εξερεύνησης - ένα διαρκές ταξίδι στο άγνωστο, μαζί με το κοινό.

Τι κρύβεται πίσω από εκείνη την πόρτα; Ούτε εγώ το ξέρω ακόμα. Όμως, για να φτάσω σε εκείνο το βαθύ σημείο, θα συνεχίσω να ωθώ τον ήχο προς τα εμπρός.

Eυχαριστώ θερμά το τιμ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό και την υλοποίηση της συνέντευξης.

O DJ Krush εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 20 Οκτωβρίου στην Αθήνα στο ARCH, (Κρήτης 1 & Πέτρου Ράλλη 29, Ταύρος) και την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη στο Rover Bar (Σαλαμίνος 6).



Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Jamie Duffy: Ο πολλά υποσχόμενος Ιρλανδός συνθέτης λάιβ στην Αθήνα (16 Οκτωβρίου)

 


Καταγόμενος από το μικρό συνοριακό χωριό Glaslough, ο μόλις 25 χρονών -και θεωρούμενος «παιδί θαύμα»- Jamie Duffy έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο υποσχόμενους και περιζήτητους νεαρούς Ιρλανδούς καλλιτέχνες.

Όχι τυχαία, ο Duffy προέρχεται από μουσική οικογένεια. Οι παππούδες του, μάλιστα, συμμετείχαν σε μπάντες από τη δεκαετία του 1960 και εξής, ενώ συνέβαλαν στη δημιουργία της τοπικής μουσικής κοινότητας.

Η μέχρι τώρα δισκογραφία του είναι μικρή, αλλά ενδεικτική του πλούσιου ταλέντου του.

Σ’ αυτήν, συγκεράζονται αρμονικά φολκ, κλασικότροπες και σύγχρονες μουσικές αναφορές, συνθέτοντας ένα άκρως σαγηνευτικό σύνολο, διαπνεόμενο από κινηματογραφική αισθητική.

Το ντεμπούτο σινγκλ του Duffy, Solas, γνώρισε τεράστια επιτυχία, πραγματοποιώντας εκατομμύρια streams στις μουσικές πλατφόρμες.

Ακολούθησε, το 2024, η κυκλοφορία του ντεμπούτου EP του On A Wing, με sold out την παρθενική ατομική περιοδεία του στην Ιρλανδία, ενώ έκανε σαπόρτ στους Andrea Bocelli και Hans Zimmer στο BST Hyde Park.

Τον Οκτώβριο του 2025 κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ του, το οποίο ηχογραφήθηκε σε διάφορες τοποθεσίες της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας με τη βοήθεια του βραβευμένου με BAFTA Ισλανδού συνθέτη, Atli Örvarsson.

Ένα άλμπουμ-ολόγραμμα, αντανακλά τις ρίζες, τις αγωνίες και τις αναφορές του νεαρού συνθέτη, ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο απόκοσμο και συνάμα γαλήνιο τοπίο -ανθρωπογενές και φυσικό- της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας.

Οι -δηλωμένες από τον ίδιο- επιρροές από Ludovico Einaudi και Enya μετασχηματίζονται σε έναν ήχο βαθιά προσωπικό, και ταυτόχρονα οικείο.

Στο περιθώριο της ενασχόλησής με το άλμπουμ του, ο Duffy συνέθεσε τη μουσική για τη μεγάλου μήκους ταινία 500 Miles, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Bill Nighy και Maisie Williams.

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής περιοδείας του Jamie Duffy, όπου όχι τυχαία περιγράφεται διττά ως «flaneur» -γητευτής και περιπλανώμενος, δηλαδή-, θα δώσει την πρώτη συναυλία του στην Ελλάδα την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου στον Πολιτιστικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα).

Aς τον υποδεχτούμε!

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Oren Ambarchi: «Σιχαίνομαι τη λέξη ‘συνθέτης’ και ο όρος ‘πειραματικός’ με ενοχλεί»

 


Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής, ο Oren Ambarchi είναι από τις πιο ξεχωριστές μορφές της σύγχρονης πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής.

Ενόψει της ζωντανής εμφάνισής του στο ΠΛΥΦΑ (18 Οκτωβρίου) μάς μιλά για τις καταβολές και για τη δουλειά του με οξυδέρκεια και χιούμορ.

Είσαι Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής. Με ποιον τρόπο έχει το πολιτισμικό σου υπόβαθρο επηρεάσει -συνειδητά ή μη- τις καλλιτεχνικές σου επιλογές;

Μεγάλωσα στην Αυστραλία ως Αυστραλός πρώτης γενιάς, καθώς η οικογένειά μου ήταν μεταναστευτικής προέλευσης.

Η μουσική ακουγόταν πάντα δυνατά στο σπίτι· η οικογένειά μου διέθετε μια ποικιλόμορφη συλλογή δίσκων, με κάθε είδους μουσική από όλο τον κόσμο.

Λάτρευαν τη μουσική - πάντα έπαιζαν δίσκοι και γίνονταν πολλές οικογενειακές γιορτινές συγκεντρώσεις.

Για τον λόγο αυτό, από πολύ μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με κάθε είδους μουσική στο σπίτι των γονιών και των παππούδων μου - διάφορα είδη «παγκόσμιας» μουσικής από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ελλάδα, τις λατινόφωνες χώρες κ.ά.

Χωρίς να παραλείπω την τζαζ, το κλασικό ροκ, το progressive rock και την easy listening μουσική.

Αυτό επηρέασε βαθιά την αγάπη μου για κάθε είδους μουσική, η οποία έχει καθορίσει ό,τι δημιουργώ.

Το ότι ήμουν Αυστραλός πρώτης γενιάς με έκανε να αισθάνομαι ξένος, και αργότερα, η ενασχόλησή μου με την παράξενη μουσική μέσα σε αυτό το περιβάλλον εδραίωσε αυτό το συναίσθημα.

Υπήρχε πολύς ρατσισμός και μου υπενθύμιζαν συνεχώς όπως ήμουν «διαφορετικός». Αυτό κάπως τροφοδότησε το πάθος μου για την τέχνη και τη μουσική που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα.

Ένιωθα ασφαλής κλεισμένος στο δωμάτιό μου, να χάνομαι στη μουσική των δίσκων και να φτιάχνω παράξενες κασέτες.

Η Αυστραλία της δεκαετίας του 1970 ήταν αρκετά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και η πρόσβαση σε πληροφορίες για μη εμπορική μουσική ήταν πολύ δύσκολη.

Έπρεπε, λοιπόν, να διαθέτεις πραγματικό πάθος και να έχεις κυριολεκτικά εμμονή για να ανακαλύψεις οτιδήποτε βρισκόταν εκτός των καθιερωμένων κυκλωμάτων.

Είναι πιθανό η δίψα μου γι’ αυτά τα πράγματα να τροφοδοτήθηκε από το γεγονός πως βρισκόμουν τόσο μακριά από το επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς και από τη δυσκολία που υπήρχε τότε στο να μάθει κανείς για οτιδήποτε δεν ήταν καθαρά εμπορικό.

Έτσι, από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να αποκτώ μια σχεδόν εμμονική ενασχόληση με κάθε είδους μουσική και τέχνη.

Είχα επίσης την τύχη να διαθέτει ο παππούς μου ένα κατάστημα που πουλούσε μεταχειρισμένα «παλιοπράγματα».

Από την ηλικία των οκτώ ή εννέα ετών μπορούσα να δανείζομαι από εκεί πεταλιέρες εφέ, μαγνητόφωνα μπομπίνας, διάφορα μουσικά όργανα και δίσκους.

Αυτό αποτέλεσε για μένα μια τεράστια πύλη, καθώς στάθηκα τυχερός να ανακαλύψω τόσα πολλά πράγματα που θα καθόριζαν τη ζωή μου.

Αρχικά ντράμερ της free jazz, στράφηκες στην κιθάρα τυχαία και έκτοτε αφιερώθηκες στη διερεύνηση των ηχητικών της δυνατοτήτων, αντιμετωπίζοντάς την περισσότερο ως αντικείμενο παρά ως συμβατικό όργανο, όπως έχεις δηλώσει.

Τι έχεις μάθει -ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος- μέσα από αυτήν τη δια βίου δημιουργική σχέση και ποιος είναι ο ρόλος τον οποίο έχει παίξει -και συνεχίζει να παίζει- το τυχαίο στη ζωή και την τέχνη σου;

Μεγάλωσα παίζοντας κυρίως ντραμς και άρχισα να πειραματίζομαι με την κιθάρα όταν ήμουν γύρω στα είκοσι. Πάντα με ενδιέφεραν τα ηλεκτρονικά και τα πετάλια εφέ, από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και πριν αρχίσω να παίζω κιθάρα.

Όταν άρχισα να παίζω κιθάρα, ήμουν ήδη βαθιά μυημένος στη free jazz ως ντράμερ, γεγονός που με οδήγησε να ανακαλύψω την πειραματική μουσική.

Ήταν λογικό να προσεγγίσω την κιθάρα με αντισυμβατικό τρόπο, καθώς άκουγα πολλή πειραματική μουσική και δεν είχα εκπαιδευτεί ως κιθαρίστας.

Υποθέτω πως «χρησιμοποιώ» την κιθάρα περισσότερο απ’ ό,τι την «παίζω», αν και τον τελευταίο καιρό απολαμβάνω το να εντάσσεται ο συμβατικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας στον ηχητικό μου κόσμο.

Το τυχαίο είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στο οποίο βασίζομαι για να διαμορφώσω τα έργα μου.

Συχνά αντιπαραβάλλω στοιχεία από διαφορετικές συνεδρίες ηχογράφησης που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.

Το κάνω για να δω πώς συνδυάζονται, ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι εμπνευσμένο και απρόσμενο, το οποίο θα μπορούσε να με οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που επιθυμώ να εξερευνήσω περαιτέρω.

Όταν ήμουν νέος, έπιανα στα χέρια μου όποιο όργανο έβρισκα και προσπαθούσα να φτιάξω μουσική.

Όταν κάνω ηχογραφήσεις, παίζω οτιδήποτε χρειαστεί για να «λειτουργήσει» το εγχείρημα. Με ενδιαφέρουν τα διάφορα ηχοχρώματα και οι υφές, γι’ αυτό και σε όλη μου τη ζωή πειραματίζομαι με διάφορα όργανα.

Θεωρείς τον εαυτό σου πειραματικό συνθέτη ή μουσικό; Αν ναι, πού εντοπίζεται η καινοτομία στην εποχή της πανταχού παρούσας Τεχνητής Νοημοσύνης;

Κάπως σιχαίνομαι τη λέξη «συνθέτης» και ακόμα και ο όρος «πειραματικός» με ενοχλεί.

Στις μέρες μας, τόση πολλή μουσική που χαρακτηρίζεται ως «πειραματική» μού φαίνεται εντελώς προβλέψιμη και ασφαλής, οπότε θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη για να περιγράψω αυτό το οποίο κάνω.

Οι καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως είδους, οφείλουν να ωθούν τον εαυτό τους να ανακαλύπτει νέα στοιχεία κάθε φορά που δημιουργούν ένα έργο και να μην παραμένουν ποτέ στάσιμοι.

Όταν δημιουργώ ένα νέο κομμάτι, δε μένω ποτέ ικανοποιημένος αν δεν ανακαλύπτω κάτι καινούργιο και απρόσμενο. Πιστεύω ότι αυτή η φιλοσοφία θα πρέπει να ισχύει για όλα τα είδη μουσικής.

Για μένα, μέρος της απόλαυσης στη δημιουργία μουσικής είναι η στιγμή κατά την οποία αυτή φτάνει σε ένα σημείο όπου γίνεται κάτι «άλλο» - ή όπου μοιάζει σχεδόν σαν να μην είμαι πια εγώ ο οποίος τη δημιουργώ, καθώς με κάποιον τρόπο υπερβαίνει την ιδέα ή την ίδια τη διαδικασία της μουσικής δημιουργίας και μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αυτό συμβαίνει σπάνια, αλλά είναι κάτι που επιδιώκω συνεχώς, τόσο στη δική μου μουσική όσο και ως ακροατής.

Η συνεισφορά σου στο άλμπουμ Black One των Sunn O))) σηματοδοτεί την πρώτη σου συνεργασία με αυτό το ιδιαίτερο συγκρότημα. Θα ήθελες να μιλήσεις περισσότερο για αυτήν τη συνάντηση;

Ο Stephen από τους Sunn O))) έπαιξε τη μουσική μου κατά τη διάρκεια της έκδοσης του 2004 στο CMJ Festival στη Νέα Υόρκη - το Corkscrew από το Grapes from the Estate.

Aυτό οδήγησε σε ενεργοποίηση συναγερμού πυρκαγιάς λόγω των συχνοτήτων και η πυροσβεστική αναγκάστηκε να εκκενώσει τον χώρο.

Μετά από εκείνο το περιστατικό, επικοινώνησε μαζί μου και είπε: «Πρέπει να συνεργαστούμε». Κάπως έτσι κατέληξα να δουλεύω στο άλμπουμ τους, το Black One.

To Tima Formosa σηματοδοτεί άλλη μια ξεχωριστή συνάντηση, η οποία αυτή τη φορά συγκεντρώνει τα συλλογικά ταλέντα του Keiji Haino, του Jim O’Rourke και εσένα.

Σε ποιον βαθμό αυτή η συνεργασία έχει επαναπροσδιορίσει την οπτική σου γύρω από τη σύνθεση;

Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος πώς έχει επηρεάσει τη συνθετική μου προσέγγιση, καθώς ό,τι κάνουμε είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού: τρία άτομα παίζουν ζωντανά μαζί, χωρίς κανένα απολύτως προσχέδιο.

Τις περισσότερες φορές (αν και όχι πάντα), παίζω ντραμς σε αυτό το πρότζεκτ. Είναι πιθανό αυτό να αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου για τον ρυθμό, ο οποίος αποτελεί αναμφίβολα κυρίαρχο στοιχείο σε πολλά από τα δικά μου άλμπουμ.

«Γεφυρώνοντας τον μινιμαλισμό, τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και το κλασικό ύφος της ECM, το ‘Shebang’ είναι αναμφίβολα έργο του Oren Ambarchi: με εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια, ακατάπαυστο ρυθμό και έναν χαρακτήρα που γιορτάζει τη μουσική δίχως δισταγμούς», διαβάζω για το Shebang.

Tι γιορτάζεις εδώ;

Δεν το έγραψα εγώ αυτό, χαχά.

Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια διασκεδάζω περισσότερο όταν φτιάχνω δίσκους. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αντισυμβατικότητας που μπαίνουν στο παιχνίδι.

Ο κόσμος είναι αρκετά σκοτεινός αυτές τις μέρες και ένα από τα πιο εύκολα πράγματα θα ήταν να φτιάξω «σκοτεινή» μουσική - κάτι το οποίο, για μένα, αποτελεί κλισέ.

Μεγάλο μέρος της πρόσφατης δουλειάς μου αποπνέει κάτι χαρούμενο ή μια αίσθηση κατάφασης στη ζωή - όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά το στοιχείο αυτό υπάρχει. Σίγουρα είμαι άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο.

Ένα ζεστό και υγρό πρωινό του Ιουλίου ξύπνησα ιδρωμένος από έναν εφιάλτη και ένιωσα αμέσως την ανάγκη να ακούσω το τελευταίο μέρος της καθηλωτικής τριλογίας σου Ghosted.

Εσύ πώς διαχειρίζεσαι τα φαντάσματα - τα δημιουργικά και τα άλλα;

Το όνομα Ghosted δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμάς· ήταν ένα αστείο όνομα το οποίο κάπως «κόλλησε». Συγγνώμη αν αυτό σε απογοητεύει, χαχά.

Όσον αφορά τη διαχείριση των «φαντασμάτων», μού έρχονται στο μυαλό δύο πράγματα.

Το ένα, είναι η επιρροή των παλαιότερων μεγάλων δασκάλων -που δε βρίσκονται πια στη ζωή-, τους οποίους είχα την τύχη να ακούσω ζωντανά πολλές φορές όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη, στα τέλη της εφηβείας μου.

Στάθηκα εξαιρετικά τυχερός που είδα αυτούς τους καλλιτέχνες να εμφανίζονται ζωντανά· αυτό άσκησε τεράστια επίδραση πάνω μου.

Για να μην αναφέρω την αχόρταγη και έντονη ακρόαση παλαιότερων δίσκων, στους οποίους βυθιζόμουν ασταμάτητα όσο μεγάλωνα στο Σίδνεϊ.

Όλα αυτά τα «φαντάσματα» πλανώνται διαρκώς γύρω μου, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας ό,τι κάνω.

Ένα άλλο «φάντασμα» είναι τα σφάλματα που ανακαλύπτω σε πολλές από τις πεταλιέρες μου - περιπτώσεις κατά τις οποίες ανακαλύπτω κάτι που το πετάλι δεν είχε σχεδιαστεί να κάνει και, με κάποιον τρόπο, αυτό το σφάλμα καταλήγει να αποτελεί τεράστιο κομμάτι της ηχητικής μου παλέτας.

Κάπως σαν ένα φάντασμα στη μηχανή το οποίο αναδεικνύεται και προβάλλεται.

«Διαποτισμένο από μια παμφάγα αγάπη για τη μουσική, όπου όλα είναι ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο, το ‘Cooked’ ίσως να είναι η πιο άγρια ​​διαδρομή στην οποία μας έχει παρασύρει μέχρι στιγμής ο Oren Ambarchi», διαβάζω στην παρουσίαση του εν λόγω άλμπουμ.

Ποιος είναι ο επόμενος προορισμός σου;

Η δημιουργία του Cooked διήρκεσε τρία χρόνια. Τον περισσότερο καιρό που δεν το δούλευα ενεργά, απλώς το σκεφτόμουν.

Αφού ολοκληρώσω έναν προσωπικό δίσκο στο στούντιο, αισθάνομαι κάπως εξαντλημένος και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα κάνω ποτέ άλλον.

Ωστόσο, κάποια στιγμή θα το ξανακάνω, καθώς είμαι ανήσυχο πνεύμα και -παρ’ όλο που η διαδικασία είναι βασανιστική- λατρεύω να δημιουργώ δίσκους.

Με την ευκαιρία, η αμερικανική δισκογραφική εταιρεία «Kou» πρόκειται να κυκλοφορήσει, αργότερα μέσα στο 2026, έναν πολύ ωμό δίσκο για σόλο κιθάρα με τίτλο Prophetic Perfect Tense.

Αυτός ο δίσκος είναι ένας από τους πιο άμεσους και λιτούς δίσκους κιθάρας τους οποίους έχω φτιάξει. Σχεδόν καθόλου εφέ ή overdubs και ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μέρα περίπου - το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από το Cooked.

Στην πολυαναμενόμενη συναυλία σου στην Αθήνα δε θα ερμηνεύσεις το Cooked. Έχεις πάντα εκ των προτέρων ξεκάθαρη εικόνα για το τι θα παίξεις σε κάθε συναυλία ή υπάρχει περιθώριο για το απρόοπτο, έστω και περιστασιακά;

Θα είναι μια αυτοσχέδια σόλο εμφάνιση με κιθάρα - δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα αγγίξει στοιχεία από τη δουλειά που κάνω τελευταία με το τρίο Ghosted και τον επερχόμενο δίσκο στην Kou.

Ελπίζω να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων.

Η φωτογραφία του Oren Ambarchi είναι του Τραϊανού Πακιουφάκη.

Ο Oren Ambarchi εμφανίζεται ζωντανά την Κυριακή 18 Οκτωβρίου στο ΠΛΥΦΑ, Κτίριο 7Α (Κορυτσάς 39, Βοτανικός).

Τη βραδιά ανοίγουν οι Tropical Geometry και Σάββας Μεταξάς. Ώρα έναρξης: 20:30.

Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.