Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Λουκία Τζωρτζοπούλου: «Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία»

 


Διαπλέκοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το συλλογικό και εμπνεόμενη από το βίωμα της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η μικρού μήκους ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή αφηγείται την εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών Αγρινίου από τους Ναζί στις 14 Απριλίου 1944.

Συναντηθήκαμε με την εξαιρετικά ταλαντούχα δημιουργό στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για την εσωτερική ανάγκη που σε έστρεψε στο animation και κατά πόσο, με την πάροδο των ετών, έχεις εμβαθύνει σε αυτό ή/και έχει αλλάξει ο προσανατολισμός σου.

Προέρχομαι από τον χώρο των κόμικς. Φτιάχνω κόμικς.

Με το animation άρχισα να ασχολούμαι από μόνη μου. Πάντα, ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσω του animation.

Ήξερα ότι επρόκειτο για δύσκολο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά λίγο μετά το τέλος της περιόδου του Covid είχα αποφασίσει να γράψω ένα σενάριο.

Από παιδάκι ήθελα να πω τη συγκεκριμένη ιστορία, την είχα ήδη στο μυαλό μου και θα ήταν μόνο animated.

Πηγάζει από ένα βίωμα της γιαγιάς μου, το οποίο η ίδια μάς αφηγείτο με τρόπο αρκετά συγκαλυμμένο επειδή τότε ήμασταν μικρά και ως τέτοια, το εκλαμβάναμε σαν παραμύθι.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι αφορά στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός που συνέβη την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής στο κέντρο του Αγρινίου:

Tην εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών έξω από το πατρικό της γιαγιάς μου, όπου και βρισκόταν η ενορία της οικογένειάς μου.

Οι φυλακές, οι οποίες αργότερα μετατράπηκαν σε σχολείο, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και το πατρικό της γιαγιάς μου σχημάτιζαν χωροταξικά ένα τρίγωνο.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι να συνδέσω την εκτέλεση με την ιστορία που μας είχε πει η γιαγιά.

Από παιδάκι, λοιπόν, θεωρούσα πως το ίδιο το ιστορικό γεγονός είχε τεράστια κινηματογραφικότητα.

Γιατί;

Επειδή πρόκειται για μια μαζική εκτέλεση τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής έξω από μια εκκλησία, ενώ στο εσωτερικό της προτοίμαζαν τον Επιτάφιο ενόψει της Ανάστασης.

Σε συμβολικό επίπεδο η Ανάσταση συντελείται κατόπιν, αλλά σε κυριολεκτικό κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν εκεί επιτόπου σε ομαδικούς τάφους.

Αυτό, από μόνο του, είναι σινεμά. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήθελα να αφηγηθώ αυτήν τη μικρή προσωπική ιστορία που συμβαίνει παράλληλα με την Ιστορία.

Μια από τις αφηγηματικές αρετές της ταινίας σου είναι, πράγματι, η διαπλοκή και συνύφανση του προσωπικού με το συλλογικό. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα.

Ισχύει.

Θεωρώ, ωστόσο, πως είναι αρκετά τίμιο το ότι επέλεξα να αφηγηθώ τη μικρή ιστορία αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός μικρού παιδιού, πρίσμα το οποίο δομείται με βάση την αντίληψή του για την πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές του.

Αν θυμάσαι πώς ήσουν σε ηλικία πέντε χρονών καταλάβαινες τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Αυτήν την αίσθηση ήθελα να αποδώσω και να καταστήσω αντιληπτό ότι τα όσα αποτυπώνονται δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα.

Τα πλήθη είναι απρόσωπα. Οι γονείς, αντί να είναι φιγούρες που παρέχουν φροντίδα, είναι αποστασιοποιημένοι. Η μητέρα έχει αναλάβει τον ρόλο του δυνάστη.

Είναι κακοποιητική, χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία.

Η βία τότε ήταν όχι απλά κανονικοποιημένη, αλλά -δυστυχώς- και επιθυμητή.

Οπότε, αυτό το παιδάκι σχηματίζει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.




Πόσο εύκολο ήταν να μπεις ή να ξαναμπείς στον ψυχισμό ενός παιδιού ή να υιοθετήσεις τη ματιά του; Ποια είναι η σχέση σου με την παιδική ηλικία, την παιδικότητα και τη φιλμική αποτύπωσή τους;

Δεν ξέρω κατά πόσο το κατάφερα.

Δε δυσκολεύτηκα, ωστόσο, να μπω στον κόσμο ενός παιδιού. Ουσιαστικά, «συνάντησα» νοερά τον εαυτό μου όταν ήταν έξι ή επτά χρονών που είχε φτιάξει τον δικό του κόσμο ακούγοντας την ιστορία της γιαγιάς.

Στον πυρήνα, κράτησα το πολύ προσωπικό και παιδικό. Αυτό προσπάθησα να μεταφέρω.

Πέρα από τους προφανείς οικονομικούς περιορισμούς οι οποίοι ίσως υπαγορεύουν  εν μέρει τη στιλιστική σου επιλογή, τι παραπάνω ή τι περισσότερο προσδίδει το animation στη φιλμική διαχείριση ενός ιστορικού γεγονότος ή ενός τραύματος;

Δε θα μπορούσα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία με όρους live action και σίγουρα θέλει ιδιαίτερα κότσια, περισσότερη μελέτη και έρευνα και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερο budget για να την αποδώσεις επαρκώς και ικανοποιητικά.

Το animation δίνει την ευκαιρία να παρουσιάσεις έναν κόσμο πολύ πιο δημιουργικά και χωρίς αφηγηματικές δεσμεύσεις. Ήταν το μέσο για να αποδοθεί το κοντράστ ανάμεσα στην υποκειμενική παιδική ματιά και την αντικειμενική Ιστορία.

Σε ενδιέφερε περισσότερο το συγκεκριμένο βίωμα υπό το πρίσμα ενός παιδιού στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ή σε απασχολεί γενικότερα και η τρέχουσα, ζώσα Ιστορία;

Είμαι «nerd» για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μελετώ πολύ αυτήν την περίοδο τόσο σε ιστορικό, όσο και σε καλλιτεχνικό πλαίσιο.

Εξάλλου, βασική μου επιρροή γι’ αυτήν την ταινία ήταν μια παραγωγή του Studio «Ghibli», το Ο Τάφος των Πυγολαμπίδων (Grave of the Fireflies) του Ισάο Τακαχάτα.

Το φιλμ αφορά σε δύο παιδάκια στην Ιαπωνία λίγο πριν η χώρα συνθηκολογήσει και τις καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου στον άμαχο πληθυσμό.

Θεωρώ πως πρόκειται για μια από τις πιο σπαρακτικές ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά και στο animation και στο live action. Ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο τον οποίο βιώνουν τα μικρά παιδιά.

Φυσικά, με ενδιαφέρει και η τρέχουσα πραγματικότητα. Παρότι η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε το 2022, δυστυχώς κάθε χρόνο γινόταν τρομακτικά πιο επίκαιρη, σε σημείο που να μιλάει πια και για το παρόν.

Θα έβλεπες τον εαυτό σου να καταπιάνεται στο μέλλον με άλλα ζητήματα ιστορικής υφής;

Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία και να αφηγούμαι ιστορίες από αυτό χωρίς να το έχω βιώσει.

Στην πραγματικότητα, πάντως, ό,τι κι αν φτιάξω έχει άμεση σχέση με το παρόν. Έκανα μια ταινία για το παρελθόν στην προσπάθειά μου να αντιμετωπίσω την τρέχουσα κατάσταση.

Είναι σημαντικό για τους δημιουργούς να μιλήσουμε για ιστορίες εκτυλισσόμενες σε τραυματικές περιόδους προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το παρόν.

Δημιούργησα μια ιστορία με αντιφασιστικό περιεχόμενο επειδή έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον ζόφο της εποχής μας.

Όλη μας η καθημερινότητα φιασιστικοποιείται, ακόμα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός το οποίο μας αφορά άμεσα ως καλλιτέχνες.

Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει την ΤΝ εργαλείο του φασισμού. Ισοπεδώνει και ομογενοποιεί την αισθητική και την αντίληψή μας, κι αυτό είναι τρομακτικό.

Βάσει της προσωπικής εμπειρίας σου, είναι η κατάσταση στον χώρο του animation στην Ελλάδα ελπιδοφόρα;

Έχει συγκροτηθεί -και κάθε χρόνο μεγαλώνει- η κοινότητα των δημιουργών animation, μια διαδικασία που έχει τον δικό της πόνο και κουβαλά τη δικιά της ταλαιπωρία. Όλη αυτή η διαδικασία μάς φέρνει κοντά.

Η κατάσταση είναι ελπιδοφόρα, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα. Υπάρχει πολύ ταλέντο, πολλή όρεξη και πείσμα για δουλειά, παρά την εξάντληση και την έλλειψη πόρων.

Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχιση του κόπου τον οποίο καταβάλλουμε με τις αμοιβές που λαμβάνουμε.

Νιώθω ότι κάποιες φορές ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πόση δουλειά απαιτείται, ειδικά στην εποχή που ζούμε, κατά την οποία, πατώντας ένα κουμπί, μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα ίσως πολύ πιο άρτιο.

Προσωπικά, αφιέρωσα πολλές ώρες για ένα πλάνο τριών δευτερολέπτων, γι’ αυτό και οι animators έχουμε μεγαλύτερη ευαισθησία όταν γράφεται κάτι για τη δουλειά μας ελαφρά τη καρδία, και προσδοκούμε μεγαλύτερη θέρμη και στήριξη.

Κανένας θεατής δεν είναι, πάντως, υποχρεωμένος να λειτουργήσει έτσι.

Βιώνεις την ίδια αίσθηση κοινότητας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, για πρώτη φορά ως σκηνοθέτρια με ολοκληρωμένη δουλειά;

Αν και περίμενα να είμαι διαφορετικό «φρούτο», να σου πω την αλήθεια, ναι. Είμαι μία δημιουργός ανάμεσα στους άλλους. Και από το feedback που έχω πάρει, είμαι πολύ χαρούμενη.

Ελπίζω να συνεχίσει να υπάρχει αυτό το feedback.

Από μένα εξαρτάται.

Καλοτάξιδη εύχομαι να είναι η Μεγάλη Παρασκευή, όπου βρεθεί, επειδή αξίζει και αξίζεις. Και μακάρι να διατηρήσεις το κουράγιο, τη ζωτικότητα και την επιμονή σου, σε δύσκολους καιρούς.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Επιβάλλεται, θεωρώ, πλέον.

«Αντέχεις να κάνεις την επόμενη ταινία;» με ρωτάνε. Όχι απλά αντέχω, αλλά πρέπει να την κάνω. Μου βγαίνει ένα πείσμα. Οπότε ελπίζω να καταφέρω να δρομολογήσω σχετικά γρήγορα το επόμενο πρότζεκτ.

Η ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή προβλήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής (Αλέξανδρος Μίαρης).

Επόμενοι σταθμοί στο φεστιβαλικό ταξίδι της, το Διεθνές Φεστιβάλ Animation AnimaSyros (21-27 Σεπτεμβρίου) και το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας (30 Σεπτεμβρίου-11 Οκτωβρίου).




Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

49ο Διεθνές Φεστιβάλ Δράμας: Τι ξεχωρίσαμε από το Εθνικό Διαγωνιστικό

 


Με μια λιτή τελετή έναρξης στην κατάμεστη αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου της πόλης ξεκίνησε την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου το 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Η τελετή ολοκληρώθηκε με την προβολή του ντεμπούτου της πρόσφατα χαμένης σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και πολλά υποσχόμενης νεαρής δημιουργού, Μαρίας Τσιώλη, Ασίστ.

Η αξιέπαινη και συγκινητική επιλογή της διοργάνωσης έγινε θερμά δεκτή από κοινό και κριτικούς.

Το ίδιο βράδυ ξεκίνησαν και οι προβολές των ταινιών της «ναυαρχίδας» του Φεστιβάλ, του Εθνικού Διαγωνιστικού, στον ανακαινισμένο ιστορικό κινηματογράφο «Ολύμπια» και στον θερινό «Αλέξανδρο».

Το φετινό πρόγραμμά του διαρθρώνεται σε έξι επιμέρους ενότητες και αριθμεί 30 συνολικά φιλμ επιλεγμένα από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ, Γιώργο Αγγελόπουλο, με τη γνωμοδοτική συμβολή ολιγομελούς προκριματικής επιτροπής.

Το πρόγραμμα συνιστά ένα «πανόραμα» της εγχώριας «μικρομηκάδικης» παραγωγής, αναζητώντας, ανιχνεύοντας, εξερευνώντας και εντέλει αναδεικνύοντας ανάγκες, αντιφάσεις, επιθυμίες και τάσεις των δημιουργών.




Εμπνευσμένο από προσωπικά βιώματα, το μικρού μήκους ντεμπούτο της σκηνοθέτριας, φωτογράφου, βιντεογράφου και ηθοποιού Αλεξάνδρας Ντεληθέου, Holterline, είναι μια πυκνή, εικαστικά συναρπαστική «σπουδή»| στην απώλεια.

Κεντρικός χαρακτήρας του φιλμ είναι η Αγγελική (Αγγελική Παπούλια), η οποία, κλονισμένη από τον θάνατο του πατέρα της, κερδίζει ένα ταξίδι στον κόσμο του ασυνείδητου, χρησιμοποιώντας τη συσκευή μέτρησης παλμών Holter.

Υιοθετώντας τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, το γιασεμί και ρόδον του Κύπριου Σπύρου Χαραλάμπους εξερευνά την προοπτική της επανένωσης μέσα από την ιστορία της συνάντησης της Τουρκοκύπριας Ζεχρά και της Ελληνοκύπριας Μαρούλας.

Εξαιρετικές, πηγαία συγκινητικές οι ερμηνείες των Mine Teber και Γιάννας Λευκάτη στους αντίστοιχους ρόλους.

«Κάθε εποχή αγκαλιάζει το βαμπίρ που χρειάζεται», δηλώνεται ήδη από τους εναρκτήριους τίτλους του Κεριού, της τολμηρής δεύτερης μικρού μήκους ταινίας της Χρυσιάννας Παπαδάκη, μετά την πολυσυζητημένη Αρκουδότρυπα.

Πρόκειται για μια ατμοσφαιρικά φωτογραφημένη και εκτυλισσόμενη στη νυχτερινή Αθήνα κουίρ (βαμπιρική) ιστορία για την αγάπη, τον ερωτισμό και την περιποίηση, με αξιομνημόνευτες ερμηνείες από το Ηρώ Kraija και την Πάμελα Οικονομάκη.

Το πολυεπίπεδο -ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά, ταξικά, φιλοσοφικά- ζήτημα της άρνησης στράτευσης στη σύγχρονη Ελλάδα ιχνηλατεί η Αναστασία Γκίβαλου στους Αδέσποτους, το μικρού μήκους ντεμπούτο της.

Παρά τις σεναριακές αδυναμίες της, η ταινία αποτελεί μια έντιμη «γυναικεία» ματιά σε ένα φαινομενικά αμιγώς «αντρικό» θέμα. Αξιόλογες οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, με προεξάρχουσα εκείνη του Νικόλα Δροσόπουλου.

Η τρίτη ημέρα προβολών του Εθνικού Διαγωνιστικού, Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου, υπήρξε, συνολικά, η πιο ικανοποιητική μέχρι σήμερα.

Από τις πέντε ταινίες του προγράμματος, τουλάχιστον οι τρεις ξεχώρισαν σε ένα ή σε περισσότερα επίπεδα.




Δημιουργός κόμικς, storyboard artist και σκηνοθέτρια, η Λουκία Τζωρτζοπούλου παραδίδει με το animation Μεγάλη Παρασκευή μια από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές του φετινού Φεστιβάλ Δράμας.

Ιδωμένη υπό το πρίσμα της εξάχρονης Αναστασίας και εμπνευσμένη από αφηγήσεις της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η Μεγάλη Παρασκευή τοποθετείται χρονικά στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής στο Αγρίνιο.

Συνυφαίνοντας το προσωπικό και το συλλογικό με αξιοθαύμαστη ισορροπία, η ταινία εξιστορεί τον παιδικό έρωτα της μικρής Αναστασίας για έναν Ιταλό στρατιώτη που προσχώρησε στις τάξεις των ανταρτών.




Σε τραυματικά προσωπικά βιώματα βασίζεται και το δεύτερο, άρτια σκηνοθετημένο και σεναριογραφημένο μικρού μήκους φιλμ της Μαριάννα Μποζαντζόγλου, Sisters.

Σε ένα σχεδόν μυητικό ταξίδι ενηλικίωσης-«μυστική αποστολή», η δωδεκάχρονη Δέσποινα κατευθύνεται με την μικρή αδερφή της, Άννυ, στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς ένα αρχικά γνωστό τελικό προορισμό.

Oι πιτσιρίκες Εύη Σούλη και Σοφιάννα Χαρτάκη «λάμπουν» ερμηνευτικά.




Με στοιχεία από το σινεμά του φανταστικού, το The Great Organ του Μιχάλη Κίμωνα (σε συν-σκηνοθεσία με την Ρωξάνη Κριμίζη) αφηγείται τη συνάντηση και τον δύσκολο έρωτα δύο μοναχικών νευροδιαφορετικών ανθρώπων.

Οι ερμηνείες των Jef Maarawi και Θεανώς Μεταξά στους ιδιαιτέρως απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους είναι συνταρακτικές.




Παρακολουθήσαμε επίσης την πιο πρόσφατη μικρού μήκους ταινία της Αλεξάνδρας Ματθαίου, Free Eliza (Notes on an Anatomical Imperfection), η οποία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών» των Καννών.

Στο Φεστιβάλ της Δράμας συμμετέχει τόσο στο Διεθνές, όσο και στο Εθνικό Διαγωνιστικό.

Θυμίζοντας αρκετά όσον αφορά τον θεματικό του άξονα και τις κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες το Animal της Σοφίας Εξάρχου, αφηγείται την ιστορία της Ελίζας, εργαζόμενης σε ένα πολυτελές resort hotel, η οποία δεν μπορεί να χαμογελάσει.

Η Γρηγορία Μεθενίτη παραδίδει ρεσιτάλ ερμηνείας στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το 49ο Φεστιβάλ Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας ολοκληρώνεται την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου.

Όλες οι ταινίες (πλην του Free Eliza) οι οποίες συμμετέχουν σε διαγωνιστικά προγράμματα είναι διαθέσιμες δωρεάν στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Γκουσλαζί Μαλαντά: «Πρέπει να αφηγηθούμε τη βία του κόσμου»

 

Γκουσλαζί Μαλαντά (Φωτογραφία: Βαγγέλης Πατσιαλός)

Ένας νεαρός Γάλλος διαδηλωτής τραυματίζεται βαριά από σφαίρες αστυνομικών. Μια αξιωματικός αναζητά την αλήθεια. Η ταινία του Ντομινίκ Μολ Φάκελος 137 είναι μια σύνθετη «ανατομία» της κατασταλτικής λειτουργίας της αστυνομίας.

Μια συνάντηση με την εξαιρετική ηθοποιό Γκουσλαζί Μαλαντά, η οποία, παρά τον μικρό ρόλο της, συνιστά τον φορέα της αλήθειας στο φιλμ, που προβάλλεται από τις 10 Σεπτεμβρίου.

Σε καλωσορίζω για άλλη μια φορά στην Αθήνα, όπου είχες βρεθεί στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος το 2023 για την προβολή της ταινίας Σεντ Ομέρ.

Σε ευχαριστώ!

Πώς νιώθεις που επιστρέφεις στην πόλη; Σου είναι οικεία;

Ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Από τότε έχω ξαναβρεθεί αρκετές φορές εδώ.

Είναι μια πόλη την οποία όντως αγαπώ πολύ. Μάλιστα κάποια στιγμή σκεφτόμουν να μετακομίσω για να ζήσω σ’ αυτήν, αλλά τελικά έκανα άλλα πράγματα και πήγα αλλού.

Την τελευταία τριετία, ωστόσο, δεν έχω ξανάρθει. Επισκέφτηκα τη Θεσσαλονίκη πέρσι τον Νοέμβριο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Η Αθήνα μού φαίνεται κάπως διαφορετική σε σχέση με μια τριετία πριν. Ίσως λίγο πιο ήρεμη, χαλαρή.

Πλασματική είναι αυτή η εντύπωση.

Ξέρω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές δυσκολίες στον χώρο του πολιτισμού, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας κ.λπ., επειδή οι κυβερνήσεις πάντα περικόπτουν τις σχετικές χρηματοδοτήσεις.

Το ένιωσα πολύ αυτό και στη Θεσσαλονίκη. Θεωρώ πως είναι πολύ κρίμα και ότι είναι καταστροφικό σε μια εποχή κατά την οποία ζούμε μια εμπόλεμη κατάσταση, τόσο εγχωρίως όσο και διεθνώς, να γίνονται τέτοιες περικοπές.

Θα έπρεπε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: όταν όλα καταρρέουν, τότε θα έπρεπε, ακόμα περισσότερο, να κάνουμε ταινίες, να γράφουμε βιβλία και όλα αυτά να μπορούν να κυκλοφορούν στον κόσμο. Αυτή είναι η άποψή μου.

Με τόσο πλούτο που υπάρχει στην Ευρώπη, βρίσκουμε τον τρόπο να κάνουμε περικοπές αρχίζοντας από τον πολιτισμό.


Γκουσλαζί Μαλαντά (μέση)


Επί χρόνια απέρριπτες προτάσεις για συμμετοχή σε ταινίες, επειδή οι ρόλοι που σου προτείνονταν ήταν συνήθως στερεοτυπικοί.

Μήπως, τελικά, η γαλλική κοινωνία συνολικά δεν είναι τόσο ανεκτική όσο θα ήθελε να παρουσιάζεται προς τα έξω - για να μην πω ευθέως ρατσιστική;

Όλες οι χώρες ζουν με ένα αφήγημα, έναν μύθο. Υπάρχει το Αμερικανικό Όνειρο, ενώ η Γαλλία έχει τη Γαλλική Επανάσταση και το μότο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδερφότητα».

Αυτά δεν είναι ψέματα στο σύνολό τους.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια ορισμένη υποκρισία, η οποία σχετίζεται με την ταξική διαστρωμάτωση και πηγάζει από την Ιστορία της αποικιοκρατίας και το ταμπού του ανείπωτου, αυτού το οποίο δεν παραδεχόμαστε, της άρνησης.

Ολόκληρη η Ιστορία της ανθρωπότητας έχει γραφτεί μέσα από πολύ έντονα γεγονότα βίας και την απανθρωποποίηση του Άλλου.

Πρέπει, λοιπόν, να αφηγηθούμε τη βία του κόσμου και να μη μένουμε στην άρνηση ως κοινωνία.

Οι μύθοι είναι, φυσικά, κάτι ωραίο. Η σημασία τους για μένα συνίσταται στο ότι παρέχουν πρόσβαση στην ομορφιά και στο φαντασιακό.

Από την άλλη, καλό θα ήταν να μπορούμε να δούμε και την κοινωνική πραγματικότητα που μας περιβάλλει με ανοιχτά μάτια.

Εκεί τίθεται ο ρόλος της παιδείας. Όταν, λοιπόν, υπάρχει παιδεία σε μια κοινωνία, αυτή μάς βοηθά ν’ αναγνωρίσουμε τον διπλανό μας, το τι συμβαίνει, το τι θα μπορούσε να γίνει καλύτερα.

Πιστεύω πως η Γαλλία, παρότι κι εκεί υπάρχουν περιπτώσεις εξτρεμισμού όσον αφορά τη βία ή την πολιτική, είναι μια χώρα η οποία αντιστέκεται αρκετά:

Πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν πως μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μια κοινωνία, ότι δεν έχουν σαπίσει τα πάντα και θα καταρρεύσουν με πάταγο. Αυτή η αντίσταση προσφέρει μια ελπίδα. Αυτό μου αρέσει να σκέφτομαι, τουλάχιστον.

Μου αρέσει, επίσης, μια φράση που έχω διαβάσει, πως η κοινωνία προχωράει πολύ πιο γρήγορα από τους πολιτικούς οι οποίοι την εκπροσωπούν.

Μιας και στην εξαιρετική ταινία του Ντομινίκ Μολ Φάκελος 137, παρά τον μικρό σου ρόλο, είσαι ο φορέας της αλήθειας, είναι η αναζήτηση, η εύρεση και η βίωση της αλήθειας -φιλμικά, όσο και κοινωνικά- μια πράξη αντίστασης;

Έτσι νομίζω.

Αυτό που κάνει η Αλισιά, η ηρωίδα, είναι πραγματικά μια πράξη αντίστασης, με την έννοια ότι πάει κόντρα στην άρνηση. Για μένα, η άρνηση είναι η πιο απόλυτη μορφή βίας.

Αν ονοματίσεις κάτι ως βίαιο, μπορείς και να το διορθώσεις, να το θεραπεύσεις.

Η εθελοτυφλία έναντι της βίας, όμως, είτε πρόκειται για σεξιστική/σεξουαλική ή για ρατσιστική/ταξική, είναι αυτή που θα καταστρέψει την κοινωνία.

Η Αλισιά προβαίνει σε μια συνειδητοποιημένη πράξη που συμβάλλει στο να βρεθεί τι συνέβη την επίμαχη μέρα, αν και δεν είναι τόσο αθώα ή αφελής ώστε να πιστεύει ότι θα βρεθεί μια λύση και πως θα αποδοθεί δικαιοσύνη.


Λέα Ντρικέρ


Ως ηθοποιός, επιδιώκεις κι εσύ να αποδίδεις την αλήθεια του εκάστοτε χαρακτήρα τον οποίο υποδύεσαι;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν αναζητώ την αλήθεια του χαρακτήρα και δεν μπαίνω στη διαδικασία να ψάχνω την ψυχολογία του, κάτι το οποίο πολλές και πολλοί ηθοποιοί κάνουν

Η πολλαπλότητα, οι αποχρώσεις του χαρακτήρα μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο από την αλήθεια του.

Η Αλισιά είναι μια γυναίκα συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, ξέρει πού βρίσκεται, τι δουλειά κάνει, δεν αφήνεται να εντυπωσιαστεί, διαθέτει αντιστάσεις. Φοβάται, όμως, επίσης την Αστυνομία. Είναι ένας χαρακτήρας ο οποίος ξεδιπλώνεται σιγά σιγά.

Επί επτά χρόνια δε δέχτηκα κανέναν ρόλο και συνέχισα να σπουδάζω Ιστορία της Τέχνης, ακριβώς επειδή δε μ’ ενδιαφέρουν οι αμετακίνητοι χαρακτήρες, εκείνοι που δεν εξελίσσονται.

Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί κιόλας.

Σε φοβίζει κάτι στην υποκριτική;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Σίγουρα είναι τρομακτικό να είναι ένας άνθρωπος ηθοποιός. Το βιώνω κι εγώ.

Και πιο πολύ αυτό διάστημα, επειδή είναι το πρώτο στην επαγγελματική μου ζωή κατά το οποίο συμμετέχω σε πολλές ταινίες συγχρόνως, γεγονός καταπληκτικό για την καριέρα μου.

Από την άλλη, πρέπει κάθε φορά να βρίσκω τον τρόπο να επιστρέψω στον εαυτό μου, να ξαναβρεθώ στη δική μου καθημερινότητα και να προστατευτώ από το μοιρασμα σε πολλούς ρόλους.

Η ενσάρκωση τόσων πολλών διαφορετικών ρόλων, ωστόσο, με κάνει να έχω μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και κατανόηση, να ανοίγομαι προς ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους σκέψης και πράξης. Το γεγονός αυτό με εξανθρωπίζει.

Είναι, όμως, και δίκοπο μαχαίρι, ακριβώς επειδή πρέπει να βρω τον τρόπο να επιστρέψω στην κοινότοπη καθημερινότητά μου.

Όταν ως ηθοποιός μοιράζεσαι ανάμεσα σε πολλούς ρόλους, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις και πολύ μισάνθρωπος. Πρέπει, επομένως, να βρίσκεις μια ισορροπία.

Προσωπικά, προς το παρόν αισθάνομαι πολύ ανθρώπινη, νιώθω να με γεμίζει ενσυναίσθηση η υποκριτική και θα προσπαθήσω να διατηρήσω αυτόν τον τρόπο στην επαγγελματική μου ζωή.

Η συνέντευξη με την Γκουσλαζί Μαλαντά πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.

Ευχαριστώ θερμά την Σταματίνα Στρατηγού, Υπεύθυνη Τύπου του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος, για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της.

Την ευχαριστώ, επίσης, για την παραχώρηση της φωτογραφίας της ηθοποιού (credit: Βαγγέλης Πατσιαλός).

Η ταινία του Ντομινίκ Μολ Φάκελος 137 προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 10 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Rosebud.21.



Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Διαμαντής Διαμαντίδης: «Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας»

 

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή (Φωτογραφία: Τζωρτζίνα Πατεράκη)

Γιορτάζοντας 20 χρόνια «αναδύσεων», το πολυμελές σχήμα ηλεκτροακουστικής φολκ-ποπ-σόουλ Μητέρα Φάλαινα Τυφλή μάς προσκαλεί σε μια «επετειακή» συναυλία το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στο «Κύτταρο».

Ενόψει της βραδιάς κουβεντιάζουμε με τον Διαμαντή Διαμαντίδη, εκ των ιδρυτικών μελών του σχήματος, κιθαρίστα και τραγουδιστή.

Mητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια πριν: γιατί Φάλαινα, γιατί Μητέρα και γιατί Τυφλή; Τι σας συμβαίνει όταν βυθίζεστε στο υγρό στοιχείο και τι όταν «ναυαγείτε» στη στεριά;

Η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή αναδύθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη του 2006 στη μικροσκοπική σκηνή -και κάτω απ’ αυτή- του μυθικού πια Μικρού Μουσικού Θεάτρου της Βεΐκου στο Κουκάκι, ως ένα πολυμελές «ωδικό» κήτος, μια folk-soul-rock πολυμελής μπάντα με πρωτότυπα διηγηματικά τραγούδια και με διάθεση για παρέα, αντάμωμα, σύμπραξη και συνεργασία σε δυτικότροπες ατραπούς τραγουδοποιίας.

Ίσως είναι γνωστό πια πως το όνομα της μπάντας είναι εμπνευσμένο από το τραγούδι του Brian Eno με τίτλο Mother Whale Eyeless από το άλμπουμ του Taking Tiger Mountain (By Strategy) του 1974.

Έντονες επιρροές έχουν ασκήσει Το ταξίδι της φάλαινας των Στέρεο Νόβα και το παραμύθι του Πινόκιο. 

Σχετικά με το «υγρό στοιχείο», η ρευστότητα της ζωής κόντρα στον στέρεο ρεαλισμό της καθημερινότητας, ας πούμε «της στεριάς», είναι δυο συνθήκες που βιώνουμε όλο και πιο έντονα και όλο και πιο συνειδητά καθώς μεγαλώνουμε, δημιουργούμε, αποτυγχάνουμε με πάταγο ή πετυχαίνουμε κάτι ανεπαίσθητο, γλυκά και ταπεινά, σχεδόν από τότε που έχουμε αντίληψη περίπου του ποιες/ποιοι είμαστε.

Αν είμαστε κάτι, ειδικά μεταξύ μας, είναι φίλοι και, μετά, συνδημιουργοί και συμπαίκτες.

Τέλος, το «υγρό στοιχείο» βοηθάει τα πράγματα να κυλάνε, ενώ τα Ναυάγια στη στεριά είναι μία κατάσταση γνώριμη πια, με τις δυσκολίες και τα μαθήματά της.

Ο τίτλος αυτός πάντως, ν’ αναφέρουμε πως είναι εμπνευσμένος από το Έι καπετάνιε του όψιμου ρεπερτορίου του Στέλιου Καζαντζίδη (μουσική: Τάκης Σούκας, στίχοι: Σώτια Τσώτου).

Eίστε μια ακανόνιστα ανακαταδυόμενη μουσική παρέα. Τι καθορίζει τις κατά καιρούς αναδύσεις σας στο μουσικό προσκήνιο, τι σας καλεί να καταδυθείτε στο (όχι απαραίτητα μουσικό) παρασκήνιο και τι συντελείται στο μεταξύ;

Στο μεταξύ ζούμε, δουλεύουμε, μεγαλώνουμε, παντρευόμαστε, χωρίζουμε, κάνουμε οικογένειες, βιώνουμε μικρές και μεγάλες νίκες και ήττες, δημιουργούμε και γκρεμίζουμε, μοιραζόμαστε και κρυβόμαστε, τα καταφέρνουμε και σπάμε τα μούτρα μας, συναντιόμαστε, χανόμαστε, αγαπάμε και αγαπιόμαστε και πάμε παρακάτω.

Έχουμε ν’ αναδυθούμε ως Μητέρα Φάλαινα Τυφλή από την πραγματικά αξιομνημόνευτη εμφάνισή μας στην Πλατεία Βαρνάβα, στο πλαίσιο της Γιορτής της Μουσικής -που παρεμπιπτόντως εμείς τη γιορτάζουμε κάθε μέρα, αλλά άλλη συζήτηση αυτή- το καλοκαίρι του 2017.

Τώρα, κλείνουμε 20 χρόνια αναδύσεων-καταδύσεων και μουσικών αναζητήσεων, και ήταν καλή αφορμή να ξαναβρεθούμε.

Τραγούδια και ιδέες υπάρχουν στο μεταξύ, όμως κάποια μέλη μένουν εκτός Αττικής και Ελλάδος, άρα όλα είναι σχέδια «επί χάρτου». Ένας τέτοιος «χάρτης» μάς ξαναφέρνει κοντά το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026 στο Κύτταρο.

Ποιος είναι ο ρόλος που οι παρέες διαδραματίζουν στην καλλιτεχνική -και όχι μόνο- δημιουργία; Τι ισχύει στην περίπτωσή σας; Μας λείπει το ανιδιοτελές «μαζί» στις μέρες μας;

Σίγουρα από κάπου ξεκινάνε όλα.

Όταν έπαιξα τα πρώτα τραγούδια της Φάλαινας κάπου στα 2005 στα δύο ιδρυτικά μέλη της μπάντας, στον Μιχάλη Κραουνάκη (σαξόφωνο, πιάνο) και τη Τζωρτζίνα Κοκκινάκη (βιολί, τραγούδι), είχα ανάγκη σίγουρα να τα σκαλίσουμε και να τα δουλέψουμε μαζί.

Ήθελα, όμως, να κάνουμε και περισσότερη παρέα, να γνωριστούμε, να μοιραστούμε και να κάνουμε από κοινού, κάτι πιο πολύ δικό μας, παρά δικό μου.

Έγραψα εγώ τα τραγούδια, βοήθησε ανεκτίμητα ο Μιχάλης και τα υπόλοιπα παιδιά όπως μπορούσαν, και μέσα σε 5-6 χρόνια ηχογραφήσαμε 26-27 τραγούδια.

Το «ανιδιοτελές» μαζί, είναι μεγάλη κουβέντα: όλοι θέλουν κάτι για πάρτη τους, ακόμη κι αν αυτό είναι η μοιρασιά, η προσφορά, η ομαδική ψυχοθεραπεία, το δόσιμο και η παρέα. Κι αυτό ιδιοτελές είναι, ακόμη κι αν περιλαμβάνει το «μαζί».

Το ό,τι περάσαμε καλά, και ακόμη περνάμε δηλαδή, έχουμε αληθινή και παιδική αγάπη, ακόμη κι αν χανόμαστε, μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, είναι το μόνο σίγουρο.

Όταν βρεθήκαμε τον περασμένο Μάρτιο για την πρώτη πρόβα μας μετά από καιρό, ήταν υπέροχα, πραγματικά λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα.

Πάντως, και σήμερα, υπάρχουν παρέες και ομάδες, με δικούς τους κώδικες και επιθυμίες, παγκόσμια, διαταξικά και σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, και μεγαλουργούν σε όλα τα πεδία της δημιουργίας, της έκφρασης και της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Είστε ποπ, αλλά και φολκ, με μια ελαφράδα και συνάμα σοβαρότητα. Τι σημαίνει «ποπ» και «φολκ» εν έτει 2026;

Σημαίνει πολλά σε πολλούς, δεν μπορώ να πω για τους άλλους.

Εμένα μου αρέσουν πολύ αυτά που συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τα τελευταία 30-40 χρόνια, με όλη αυτήν την Alt Country/Folk παραγωγή, αλλά και παλαιότερα, εξερευνώντας και μαθαίνοντας για καλλιτέχνες και μπάντες καθώς μεγαλώνουμε.

Το «ποπ» τώρα είναι άλλη υπόθεση. Αν έχει διεισδυτικότητα και απεύθυνση ένα ή περισσότερα τραγούδια, έχει να κάνει και με τα κανάλια και τους διαύλους επικοινωνίας, της δυνατότητες που έχει ένα καλλιτέχνης κ.λπ.

Τώρα βλέπεις τι γίνεται: πλατφόρμες και μάγκες.

Αυτό νομίζω που λείπει πραγματικά είναι τα live, οι μικρές σκηνές όπως ο Πυρήνας, το Καφέ «Αλάβαστρον», το ΜΜΘ, τα μπαρ και οι μικροί χώροι των 80-120 ατόμων όπου παίζαμε, συναντιόμασταν, δημιουργούσαμε, μοιραζόμασταν, βριζόμασταν, αλληλεπιδρούσαμε.

Π.χ., τα χρόνια από το 2009 στο 2013 στο «Αλάβαστρον» είναι για μένα η πιο δημιουργική περίοδος.

Όχι μόνο τις βραδιές που βρισκόμασταν για τα acoustic sessions με τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή και πληθώρα σημαντικών καλεσμένων.

Και οι υπόλοιπες βραδιές της εβδομάδας, ήταν «φωτιά», κάθε βραδιά.

Αγαπάτε τον Βαγγέλη Γερμανό, αλλά και τον Διονύση Σαββόπουλο. Και τον Δήμο Μούτση. Και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πείτε μου για τα ακούσματα τα οποία σας ενέπνευσαν.

Σίγουρα, όταν ξεκινήσαμε, αυτά που αναφέρεις μας/με καθόριζαν, με είχαν επηρεάσει πάρα πολύ.

Επιπλέον, τραγουδοποιοί όπως ο Sufjan Stevens, o Dave Matthews, ο Iron & Wine, μπάντες όπως οι Arcade Fire, οι Calexico και οι Δανοί Cody, ήταν στο καθημερινό playlist και κάτι έφερναν στον τρόπο που έγραφα και ενορχηστρώναμε τα τραγούδια.

Όμως και οι μπάντες εδώ, όπως οι Κόρε. Ύδρο., οι Magic de Spell, οι Υπεραστικοί και οι Lost Bodies, αλλά και οι τραγουδοποιοί μας, ο Moa Bones, ο Σπύρος Γραμμένος, o Simon Bloom, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Ορέστης Ντάντος:

Όλοι, με τον τρόπο τους και τα τραγούδια τους, μάς ενέπνευσαν και συνεχίζουν να το κάνουν, ώστε ν’ ακολουθούμε την άκρη του νήματος για τα τραγούδια που αναδύονται από μέσα μας και χάρη στη Φάλαινα.

Πόσο σημαντικές είναι η ελαφράδα και η σοβαρότητα, και πόσο σας ενοχλεί η σοβαροφάνεια;

Όπως λέει και ο Ghost Dog στην ομώνυμη ταινία του ΘΕΟΥ Τζιμ Τζάρμους: «Διαχειρίσου τα σοβαρά με ελαφρότητα» - ή κάτι τέτοιο.

Γενικώς, το χιούμορ μάς καθορίζει και μας δείχνει τον δρόμο, όλα τ’ άλλα είναι «ρέστα για παγωτά» που λέει και ο Γιωργάκης από το Ρελαντί.

Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας.

Γενικώς, μεγαλώσαμε πια (όχι πολύ, αλλά όσο χρειάζεται) για να μην ασχολούμαστε με το δήθεν και την πόζα. Άρα, μάλλον διάγουμε βίο γελαστό, αυθόρμητο -όσο γίνεται- μα και αξιοπρεπή -επίσης, όσο γίνεται-.

Εκεί που θα ζήσω: Ένα ερωτικό, «οραματικό» τραγούδι. Πού -και πώς- θα θέλατε να ζήσετε; Ή το ζείτε ήδη αυτό το «πού» και το «πώς»;

Αυτό το τραγούδι, από τα πρώτα της Φάλαινας, έχει να κάνει περισσότερο με τις συνθήκες της καθημερινότητας. «Ερωτικό» δεν είναι ακριβώς, όπως ας πούμε η Άγρια Γιατρειά ή το Πάλι εσύ εδώ, είναι περισσότερο «οραματικό» όπως το λες.

Ας πούμε, το να καταφέρει κανείς να ζήσει σε ένα φυσικό περιβάλλον αντί ανάμεσα στα μπετά και στα καυσαέρια, είναι επίτευγμα πια και όραμα αληθινό, με ουσία.

Ε, οι περισσότεροι από εμάς, λίγο έως πολύ, το πετυχαίνουμε από καιρού εις καιρόν, ή και μόνιμα, να ζήσουμε κάπου πιο όμορφα απ’ ό,τι ζούσαμε μέχρι τώρα.

Αστραδενή: Ατενίζετε καθόλου και τα αστέρια; Συνομιλείτε μαζί τους;

Εδώ η αναφορά είναι λογοτεχνική (στο βιβλίο Αστραδενή της Ευγενίας Φακίνου), όμως σίγουρα τ’ αστέρια, αφού πέφτουν μπροστά στα μάτια μας, όλο και κάποια ευχή θα κάνουμε.

Κι αφού καθρεφτίζονται σε ωκεανούς και σε πηγάδια, κάπως τελικά είναι μέρος και του δικού μας μουσικού σύμπαντος.

Το κενό: Το φοβάστε;

Το κενό δεν υπάρχει, είναι η ανασφάλεια που τρέφουμε από παιδιά και όταν δε φεύγουμε απ’ αυτήν την κατάσταση, κάπως διαιωνίζεται.

Όταν το καταλάβουμε, νιώθουμε πλήρεις. Ορισμένες φορές δε, πιο πλήρεις απ’ όσο θα θέλαμε, και προσπαθούμε ν’ αδειάσουμε.

Είδες αυτή την ταινία, το Backrooms; Ε, κάπως έτσι. Ο φόβος είναι ίσως το μόνο που πραγματικά φοβόμαστε, α και η μοναξιά. Και η αγάπη και η παρέα, τελικά, όλα τα μπορούν. Love No Fear, κατά τον Neil Young.

«Κι αν έμεινες αξύριστοςΚι αν έχεις γίνει χώμαΣκέψου πως τα χειρότερα δεν ήρθανεΑκόμα»: Διαχρονικό σχόλιο για την εγχώρια (σίγουρα) κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Πώς τα πάτε με την πολιτική;

Ποιητικός στίχος του φίλου τραγουδοποιού και αδερφού Σπύρου Γραμμένου, πραγματικά διαχρονικός.

Δεν μπορώ να πω για όλες και όλους στη Φάλαινα, για μένα το πολιτικό στίγμα είναι απαραίτητο, «which side are you on?» δηλαδή.

Δε χωνεύω και δεν αποζητώ τις ίσες αποστάσεις και το απολιτίκ σε καμία περίπτωση, αλλά στα τραγούδια μας, αν και όποτε υπάρχει, δίδεται κυρίως υποδόρια, μέσα από την αισθητική, το στίχο, τις θεματικές και τα νοήματα που αναδεικνύουμε.

Αν εξαιρέσεις το Μέρες από Ατσάλι από τα Ναυάγια στη Στεριά (2014) το οποίο είναι ένα στρατευμένο πολιτικά τραγούδι και μιλάει για την απεργία των Χαλυβουργών το 2011, τα περισσότερα τραγούδια της Φάλαινας έχουν στοιχεία πολιτικά, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται από το πολιτικό τους στίγμα.

Ίσως υπάρχει ανάγκη για περισσότερα στρατευμένα πολιτικά τραγούδια, όμως έχουμε τους Υπεραστικούς, τους Κοινούς Θνητούς, τους Ρεβάνς και άλλους.

«Είναι που η συνήθεια σού κλέβει τη σιωπήΜια σιωπή που ίσως ποτέ δεν είχες φανταστεί». Σας φοβίζει η σιωπή;

Η σιωπή είναι μια ενεργητική, άκρως δυναμική και κινητική διαδικασία, τουλάχιστον έτσι όπως την έχω ορίσει. Η μόνη σιωπή που φοβίζει, είναι η νεκρική. Πώς να δημιουργήσει κανείς κάτι όμορφο ή έστω αξιοπρεπές στον θόρυβο;

Εντός της σιωπής γεννιούνται κόσμοι. Σαν το Κλειστό δωμάτιο των Κατσιμιχαίων. (Και) εκεί θα μας βρεις.

Πλοία της γόνιμης γραμμής. Από τα καλύτερα τραγούδια που (δεν) έχει τραγουδήσει ο Βαγγέλης Γερμανός. Εν πλω «συνελήφθη» η ιδέα;

Αν αυτό το τραγούδι ήταν καράβι, επιβιβασμένοι και παρέα στο κατάστρωμα θα ήταν σίγουρα ο Βαγγέλης, ο Mike Scott από τους Waterboys, ο Tom Petty, ο Ben Harper και ο Βασίλης Καζούλης.

Πολλές οι διαδρομές τα τελευταία χρόνια για Κυκλάδες και Κρήτη, πως να μην επηρεαστούμε; Η Αμοργός, η Ικαρία, η Γαύδος, η Κρήτη, η Ανάφη, μάς σημάδεψαν και μας «γονιμοποίησαν». Γι’ αυτό και τις τραγουδάμε ακόμα…

«Όπου εσύ αγαπάςΕίναι εκεί που νιώθεις σπίτι». Ποιο είναι αυτό το «σπίτι» για σένα/εσάς;

«Σπίτι» είναι οι άνθρωποί μας. Οι φίλοι μας, η οικογένειά μας, η μπάντα μας, οι αγαπημένοι μας, οι παρέες μας, οι κώδικές μας, τα βιβλία και οι δίσκοι μας, τα μέρη μας, απάγκιο και καταφύγιό μας.

Όχι τα ντουβάρια, η συνήθεια και το «comfort zone», που λένε και οι ινφλουένσερς.

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια μετά, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, «Κύτταρο». Τι άλλαξε κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν, τι κρατάτε, τι αφήνετε στην άκρη και με ποιο «φως» φαντάζεστε το μέλλον (σας);

Έχουν αλλάξει όλα, για να μπορούν να μείνουν τα ίδια.

Και συνεχίζουν ν’ αλλάζουν, ώστε να μπορούμε ν’ ανταμώνουμε, ν’ αγκαλιαζόμαστε, να μοιραζόμαστε και να ξαναγαπιόμαστε από την αρχή, τόσο μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, όσο κι η μπάντα με το κοινό της.

Μαζί μεγαλώνουμε και μαζί τα φάγαμε... τα μούτρα μας!

Να που, όμως, ξανασηκωνόμαστε και «αναδυόμαστε». Όλα όσα έχουμε ζήσει, τα κρατάω γιατί μας καθόρισαν, καλά και λιγότερο καλά.

Το «φως» είναι το ίδιο το μέλλον, κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό, κάτι άλλο, κάτι καλύτερο για όλους. Με παρέα, νομίζω, γίνεται καλύτερα.

Ραντεβού στο «Κύτταρο», παιδιά!

Ευχαριστώ θερμά τον Διαμαντή Διαμαντίδη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του γκρουπ.

Παρέα με εκλεκτούς προσκεκλημένους και εκλεκτές προσκεκλημένες, η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή «αναδύεται» στο «Κύτταρο» Live Club (Ηπείρου 48 & Αχαρνών) το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.