Διαπλέκοντας
αριστοτεχνικά το προσωπικό
με το συλλογικό και εμπνεόμενη από το βίωμα της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η μικρού μήκους ταινία animation
της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη
Παρασκευή αφηγείται την εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών
Αγρινίου από τους Ναζί στις 14 Απριλίου 1944.
Συναντηθήκαμε
με
την εξαιρετικά ταλαντούχα δημιουργό
στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς
Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.
Θα
ήθελα κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για την εσωτερική ανάγκη που σε έστρεψε στο animation και κατά πόσο, με την πάροδο των
ετών, έχεις εμβαθύνει σε αυτό ή/και έχει αλλάξει ο προσανατολισμός σου.
Προέρχομαι από τον χώρο
των κόμικς. Φτιάχνω κόμικς.
Με το animation άρχισα
να ασχολούμαι από μόνη μου. Πάντα, ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσω
του animation.
Ήξερα ότι επρόκειτο για
δύσκολο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά λίγο μετά το τέλος της
περιόδου του Covid
είχα αποφασίσει να γράψω ένα σενάριο.
Από παιδάκι ήθελα να πω
τη συγκεκριμένη ιστορία, την είχα ήδη στο μυαλό μου και θα ήταν μόνο animated.
Πηγάζει από ένα βίωμα της
γιαγιάς μου, το οποίο η ίδια μάς αφηγείτο με τρόπο αρκετά συγκαλυμμένο επειδή
τότε ήμασταν μικρά και ως τέτοια, το εκλαμβάναμε σαν παραμύθι.
Μεγαλώνοντας,
συνειδητοποίησα ότι αφορά στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός που συνέβη την
περίοδο της ναζιστικής Κατοχής στο κέντρο του Αγρινίου:
Tην εκτέλεση 120 κρατουμένων των
φυλακών έξω από το πατρικό της γιαγιάς μου, όπου και βρισκόταν η ενορία της
οικογένειάς μου.
Οι φυλακές, οι οποίες
αργότερα μετατράπηκαν σε σχολείο, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και το πατρικό
της γιαγιάς μου σχημάτιζαν χωροταξικά ένα τρίγωνο.
Έπρεπε να περάσουν χρόνια
μέχρι να συνδέσω την εκτέλεση με την ιστορία που μας είχε πει η γιαγιά.
Από παιδάκι, λοιπόν,
θεωρούσα πως το ίδιο το ιστορικό γεγονός είχε τεράστια κινηματογραφικότητα.
Γιατί;
Επειδή πρόκειται για μια
μαζική εκτέλεση τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής έξω από μια εκκλησία, ενώ
στο εσωτερικό της προτοίμαζαν τον Επιτάφιο ενόψει της Ανάστασης.
Σε συμβολικό επίπεδο η
Ανάσταση συντελείται κατόπιν, αλλά σε κυριολεκτικό κάποιοι άνθρωποι
εκτελέστηκαν και θάφτηκαν εκεί επιτόπου σε ομαδικούς τάφους.
Αυτό, από μόνο του, είναι
σινεμά. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήθελα να αφηγηθώ αυτήν τη μικρή προσωπική
ιστορία που συμβαίνει παράλληλα με
την Ιστορία.
Μια
από τις αφηγηματικές αρετές της ταινίας σου είναι, πράγματι, η διαπλοκή και
συνύφανση του προσωπικού με το συλλογικό. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα.
Ισχύει.
Θεωρώ, ωστόσο, πως είναι
αρκετά τίμιο το ότι επέλεξα να αφηγηθώ τη μικρή ιστορία αποκλειστικά υπό το
πρίσμα ενός μικρού παιδιού, πρίσμα το οποίο δομείται με βάση την αντίληψή του
για την πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές του.
Αν θυμάσαι πώς ήσουν σε
ηλικία πέντε χρονών καταλάβαινες τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.
Αυτήν την αίσθηση ήθελα
να αποδώσω και να καταστήσω αντιληπτό ότι τα όσα αποτυπώνονται δεν
ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα.
Τα πλήθη είναι απρόσωπα.
Οι γονείς, αντί να είναι φιγούρες που παρέχουν φροντίδα, είναι
αποστασιοποιημένοι. Η μητέρα έχει αναλάβει τον ρόλο του δυνάστη.
Είναι
κακοποιητική, χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία.
Η βία τότε ήταν όχι απλά
κανονικοποιημένη, αλλά -δυστυχώς- και επιθυμητή.
Οπότε, αυτό το παιδάκι
σχηματίζει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.
Πόσο
εύκολο ήταν να μπεις ή να ξαναμπείς στον ψυχισμό ενός παιδιού ή να υιοθετήσεις
τη ματιά του; Ποια είναι η σχέση σου με την παιδική ηλικία, την παιδικότητα και
τη φιλμική αποτύπωσή τους;
Δεν ξέρω κατά πόσο το
κατάφερα.
Δε δυσκολεύτηκα, ωστόσο,
να μπω στον κόσμο ενός παιδιού. Ουσιαστικά, «συνάντησα» νοερά τον εαυτό μου
όταν ήταν έξι ή επτά χρονών που είχε φτιάξει τον δικό του κόσμο ακούγοντας την
ιστορία της γιαγιάς.
Στον πυρήνα, κράτησα το
πολύ προσωπικό και παιδικό. Αυτό προσπάθησα να μεταφέρω.
Πέρα
από τους προφανείς οικονομικούς περιορισμούς οι οποίοι ίσως υπαγορεύουν εν μέρει τη στιλιστική σου επιλογή, τι
παραπάνω ή τι περισσότερο προσδίδει το animation στη φιλμική διαχείριση ενός
ιστορικού γεγονότος ή ενός τραύματος;
Δε θα μπορούσα να αφηγηθώ
αυτήν την ιστορία με όρους live
action και
σίγουρα θέλει ιδιαίτερα κότσια, περισσότερη μελέτη και έρευνα και ασφαλώς πολύ
μεγαλύτερο budget
για να την αποδώσεις επαρκώς και ικανοποιητικά.
Το animation δίνει
την ευκαιρία να παρουσιάσεις έναν κόσμο πολύ πιο δημιουργικά και χωρίς
αφηγηματικές δεσμεύσεις. Ήταν το μέσο για να αποδοθεί το κοντράστ ανάμεσα στην
υποκειμενική παιδική ματιά και την αντικειμενική Ιστορία.
Σε
ενδιέφερε περισσότερο το συγκεκριμένο βίωμα υπό το πρίσμα ενός παιδιού στη
δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ή σε απασχολεί γενικότερα και η τρέχουσα, ζώσα
Ιστορία;
Είμαι «nerd» για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μελετώ
πολύ αυτήν την περίοδο τόσο σε ιστορικό, όσο και σε καλλιτεχνικό πλαίσιο.
Εξάλλου, βασική μου
επιρροή γι’ αυτήν την ταινία ήταν μια παραγωγή του Studio «Ghibli», το Ο Τάφος των Πυγολαμπίδων (Grave of the Fireflies) του Ισάο Τακαχάτα.
Το φιλμ αφορά σε δύο
παιδάκια στην Ιαπωνία λίγο πριν η χώρα συνθηκολογήσει και τις καταστροφικές
επιπτώσεις του πολέμου στον άμαχο πληθυσμό.
Θεωρώ πως πρόκειται για
μια από τις πιο σπαρακτικές ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά και στο animation και
στο live
action.
Ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο τον οποίο βιώνουν τα μικρά παιδιά.
Φυσικά, με ενδιαφέρει και
η τρέχουσα πραγματικότητα. Παρότι η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε το 2022,
δυστυχώς κάθε χρόνο γινόταν τρομακτικά πιο επίκαιρη, σε σημείο που να μιλάει
πια και για το παρόν.
Θα
έβλεπες τον εαυτό σου να καταπιάνεται στο μέλλον με άλλα ζητήματα ιστορικής
υφής;
Μου αρέσει το παρελθόν
στη μυθοπλασία και να αφηγούμαι ιστορίες από αυτό χωρίς να το έχω βιώσει.
Στην πραγματικότητα,
πάντως, ό,τι κι αν φτιάξω έχει άμεση σχέση με το παρόν. Έκανα μια ταινία για το
παρελθόν στην προσπάθειά μου να αντιμετωπίσω την τρέχουσα κατάσταση.
Είναι σημαντικό για τους
δημιουργούς να μιλήσουμε για ιστορίες εκτυλισσόμενες σε τραυματικές περιόδους
προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το παρόν.
Δημιούργησα μια ιστορία
με αντιφασιστικό περιεχόμενο επειδή έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον ζόφο
της εποχής μας.
Όλη μας η καθημερινότητα
φιασιστικοποιείται, ακόμα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός το
οποίο μας αφορά άμεσα ως καλλιτέχνες.
Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει
την ΤΝ εργαλείο του φασισμού. Ισοπεδώνει και ομογενοποιεί την αισθητική και την
αντίληψή μας, κι αυτό είναι τρομακτικό.
Βάσει
της προσωπικής εμπειρίας σου, είναι η κατάσταση στον χώρο του animation στην Ελλάδα ελπιδοφόρα;
Έχει συγκροτηθεί -και κάθε
χρόνο μεγαλώνει- η κοινότητα των δημιουργών animation, μια διαδικασία που έχει
τον δικό της πόνο και κουβαλά τη δικιά της ταλαιπωρία. Όλη αυτή η διαδικασία
μάς φέρνει κοντά.
Η κατάσταση είναι
ελπιδοφόρα, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα. Υπάρχει πολύ ταλέντο, πολλή όρεξη και
πείσμα για δουλειά, παρά την εξάντληση και την έλλειψη πόρων.
Δεν υπάρχει πλήρης
αντιστοίχιση του κόπου τον οποίο καταβάλλουμε με τις αμοιβές που λαμβάνουμε.
Νιώθω ότι κάποιες φορές ο
κόσμος δεν καταλαβαίνει πόση δουλειά
απαιτείται, ειδικά στην εποχή που ζούμε, κατά την οποία, πατώντας ένα κουμπί,
μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα ίσως πολύ πιο άρτιο.
Προσωπικά, αφιέρωσα
πολλές ώρες για ένα πλάνο τριών δευτερολέπτων, γι’ αυτό και οι animators έχουμε
μεγαλύτερη ευαισθησία όταν γράφεται κάτι για τη δουλειά μας ελαφρά τη καρδία,
και προσδοκούμε μεγαλύτερη θέρμη και στήριξη.
Κανένας θεατής δεν είναι,
πάντως, υποχρεωμένος να λειτουργήσει έτσι.
Βιώνεις
την ίδια αίσθηση κοινότητας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, για πρώτη φορά ως
σκηνοθέτρια με ολοκληρωμένη δουλειά;
Αν και περίμενα να είμαι
διαφορετικό «φρούτο», να σου πω την αλήθεια, ναι. Είμαι μία δημιουργός ανάμεσα
στους άλλους. Και από το feedback
που
έχω πάρει, είμαι πολύ χαρούμενη.
Ελπίζω
να συνεχίσει να υπάρχει αυτό το feedback.
Από μένα εξαρτάται.
Καλοτάξιδη
εύχομαι να είναι η Μεγάλη Παρασκευή,
όπου βρεθεί, επειδή αξίζει και αξίζεις. Και μακάρι να διατηρήσεις το κουράγιο,
τη ζωτικότητα και την επιμονή σου, σε δύσκολους καιρούς.
Ευχαριστώ πάρα πολύ!
Επιβάλλεται, θεωρώ,
πλέον.
«Αντέχεις να κάνεις την επόμενη ταινία;» με ρωτάνε. Όχι απλά αντέχω,
αλλά πρέπει να την κάνω. Μου βγαίνει
ένα πείσμα. Οπότε ελπίζω να καταφέρω να δρομολογήσω σχετικά γρήγορα το επόμενο
πρότζεκτ.
Η ταινία animation της
Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη
Παρασκευή προβλήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου
Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης
Μουσικής (Αλέξανδρος Μίαρης).
Επόμενοι σταθμοί στο φεστιβαλικό ταξίδι της, το Διεθνές Φεστιβάλ Animation AnimaSyros (21-27 Σεπτεμβρίου) και το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ
Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας (30 Σεπτεμβρίου-11 Οκτωβρίου).
.png)

%20(1).png)
%20(1).jpg)









.jpg)
