Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Oren Ambarchi: «Σιχαίνομαι τη λέξη ‘συνθέτης’ και ο όρος ‘πειραματικός’ με ενοχλεί»

 


Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής, ο Oren Ambarchi είναι από τις πιο ξεχωριστές μορφές της σύγχρονης πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής.

Ενόψει της ζωντανής εμφάνισής του στο ΠΛΥΦΑ (18 Οκτωβρίου) μάς μιλά για τις καταβολές και για τη δουλειά του με οξυδέρκεια και χιούμορ.

Είσαι Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής. Με ποιον τρόπο έχει το πολιτισμικό σου υπόβαθρο επηρεάσει -συνειδητά ή μη- τις καλλιτεχνικές σου επιλογές;

Μεγάλωσα στην Αυστραλία ως Αυστραλός πρώτης γενιάς, καθώς η οικογένειά μου ήταν μεταναστευτικής προέλευσης.

Η μουσική ακουγόταν πάντα δυνατά στο σπίτι· η οικογένειά μου διέθετε μια ποικιλόμορφη συλλογή δίσκων, με κάθε είδους μουσική από όλο τον κόσμο.

Λάτρευαν τη μουσική - πάντα έπαιζαν δίσκοι και γίνονταν πολλές οικογενειακές γιορτινές συγκεντρώσεις.

Για τον λόγο αυτό, από πολύ μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με κάθε είδους μουσική στο σπίτι των γονιών και των παππούδων μου - διάφορα είδη «παγκόσμιας» μουσικής από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ελλάδα, τις λατινόφωνες χώρες κ.ά.

Χωρίς να παραλείπω την τζαζ, το κλασικό ροκ, το progressive rock και την easy listening μουσική.

Αυτό επηρέασε βαθιά την αγάπη μου για κάθε είδους μουσική, η οποία έχει καθορίσει ό,τι δημιουργώ.

Το ότι ήμουν Αυστραλός πρώτης γενιάς με έκανε να αισθάνομαι ξένος, και αργότερα, η ενασχόλησή μου με την παράξενη μουσική μέσα σε αυτό το περιβάλλον εδραίωσε αυτό το συναίσθημα.

Υπήρχε πολύς ρατσισμός και μου υπενθύμιζαν συνεχώς όπως ήμουν «διαφορετικός». Αυτό κάπως τροφοδότησε το πάθος μου για την τέχνη και τη μουσική που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα.

Ένιωθα ασφαλής κλεισμένος στο δωμάτιό μου, να χάνομαι στη μουσική των δίσκων και να φτιάχνω παράξενες κασέτες.

Η Αυστραλία της δεκαετίας του 1970 ήταν αρκετά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και η πρόσβαση σε πληροφορίες για μη εμπορική μουσική ήταν πολύ δύσκολη.

Έπρεπε, λοιπόν, να διαθέτεις πραγματικό πάθος και να έχεις κυριολεκτικά εμμονή για να ανακαλύψεις οτιδήποτε βρισκόταν εκτός των καθιερωμένων κυκλωμάτων.

Είναι πιθανό η δίψα μου γι’ αυτά τα πράγματα να τροφοδοτήθηκε από το γεγονός πως βρισκόμουν τόσο μακριά από το επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς και από τη δυσκολία που υπήρχε τότε στο να μάθει κανείς για οτιδήποτε δεν ήταν καθαρά εμπορικό.

Έτσι, από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να αποκτώ μια σχεδόν εμμονική ενασχόληση με κάθε είδους μουσική και τέχνη.

Είχα επίσης την τύχη να διαθέτει ο παππούς μου ένα κατάστημα που πουλούσε μεταχειρισμένα «παλιοπράγματα».

Από την ηλικία των οκτώ ή εννέα ετών μπορούσα να δανείζομαι από εκεί πεταλιέρες εφέ, μαγνητόφωνα μπομπίνας, διάφορα μουσικά όργανα και δίσκους.

Αυτό αποτέλεσε για μένα μια τεράστια πύλη, καθώς στάθηκα τυχερός να ανακαλύψω τόσα πολλά πράγματα που θα καθόριζαν τη ζωή μου.

Αρχικά ντράμερ της free jazz, στράφηκες στην κιθάρα τυχαία και έκτοτε αφιερώθηκες στη διερεύνηση των ηχητικών της δυνατοτήτων, αντιμετωπίζοντάς την περισσότερο ως αντικείμενο παρά ως συμβατικό όργανο, όπως έχεις δηλώσει.

Τι έχεις μάθει -ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος- μέσα από αυτήν τη δια βίου δημιουργική σχέση και ποιος είναι ο ρόλος τον οποίο έχει παίξει -και συνεχίζει να παίζει- το τυχαίο στη ζωή και την τέχνη σου;

Μεγάλωσα παίζοντας κυρίως ντραμς και άρχισα να πειραματίζομαι με την κιθάρα όταν ήμουν γύρω στα είκοσι. Πάντα με ενδιέφεραν τα ηλεκτρονικά και τα πετάλια εφέ, από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και πριν αρχίσω να παίζω κιθάρα.

Όταν άρχισα να παίζω κιθάρα, ήμουν ήδη βαθιά μυημένος στη free jazz ως ντράμερ, γεγονός που με οδήγησε να ανακαλύψω την πειραματική μουσική.

Ήταν λογικό να προσεγγίσω την κιθάρα με αντισυμβατικό τρόπο, καθώς άκουγα πολλή πειραματική μουσική και δεν είχα εκπαιδευτεί ως κιθαρίστας.

Υποθέτω πως «χρησιμοποιώ» την κιθάρα περισσότερο απ’ ό,τι την «παίζω», αν και τον τελευταίο καιρό απολαμβάνω το να εντάσσεται ο συμβατικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας στον ηχητικό μου κόσμο.

Το τυχαίο είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στο οποίο βασίζομαι για να διαμορφώσω τα έργα μου.

Συχνά αντιπαραβάλλω στοιχεία από διαφορετικές συνεδρίες ηχογράφησης που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.

Το κάνω για να δω πώς συνδυάζονται, ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι εμπνευσμένο και απρόσμενο, το οποίο θα μπορούσε να με οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που επιθυμώ να εξερευνήσω περαιτέρω.

Όταν ήμουν νέος, έπιανα στα χέρια μου όποιο όργανο έβρισκα και προσπαθούσα να φτιάξω μουσική.

Όταν κάνω ηχογραφήσεις, παίζω οτιδήποτε χρειαστεί για να «λειτουργήσει» το εγχείρημα. Με ενδιαφέρουν τα διάφορα ηχοχρώματα και οι υφές, γι’ αυτό και σε όλη μου τη ζωή πειραματίζομαι με διάφορα όργανα.

Θεωρείς τον εαυτό σου πειραματικό συνθέτη ή μουσικό; Αν ναι, πού εντοπίζεται η καινοτομία στην εποχή της πανταχού παρούσας Τεχνητής Νοημοσύνης;

Κάπως σιχαίνομαι τη λέξη «συνθέτης» και ακόμα και ο όρος «πειραματικός» με ενοχλεί.

Στις μέρες μας, τόση πολλή μουσική που χαρακτηρίζεται ως «πειραματική» μού φαίνεται εντελώς προβλέψιμη και ασφαλής, οπότε θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη για να περιγράψω αυτό το οποίο κάνω.

Οι καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως είδους, οφείλουν να ωθούν τον εαυτό τους να ανακαλύπτει νέα στοιχεία κάθε φορά που δημιουργούν ένα έργο και να μην παραμένουν ποτέ στάσιμοι.

Όταν δημιουργώ ένα νέο κομμάτι, δε μένω ποτέ ικανοποιημένος αν δεν ανακαλύπτω κάτι καινούργιο και απρόσμενο. Πιστεύω ότι αυτή η φιλοσοφία θα πρέπει να ισχύει για όλα τα είδη μουσικής.

Για μένα, μέρος της απόλαυσης στη δημιουργία μουσικής είναι η στιγμή κατά την οποία αυτή φτάνει σε ένα σημείο όπου γίνεται κάτι «άλλο» - ή όπου μοιάζει σχεδόν σαν να μην είμαι πια εγώ ο οποίος τη δημιουργώ, καθώς με κάποιον τρόπο υπερβαίνει την ιδέα ή την ίδια τη διαδικασία της μουσικής δημιουργίας και μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αυτό συμβαίνει σπάνια, αλλά είναι κάτι που επιδιώκω συνεχώς, τόσο στη δική μου μουσική όσο και ως ακροατής.

Η συνεισφορά σου στο άλμπουμ Black One των Sunn O))) σηματοδοτεί την πρώτη σου συνεργασία με αυτό το ιδιαίτερο συγκρότημα. Θα ήθελες να μιλήσεις περισσότερο για αυτήν τη συνάντηση;

Ο Stephen από τους Sunn O))) έπαιξε τη μουσική μου κατά τη διάρκεια της έκδοσης του 2004 στο CMJ Festival στη Νέα Υόρκη - το Corkscrew από το Grapes from the Estate.

Aυτό οδήγησε σε ενεργοποίηση συναγερμού πυρκαγιάς λόγω των συχνοτήτων και η πυροσβεστική αναγκάστηκε να εκκενώσει τον χώρο.

Μετά από εκείνο το περιστατικό, επικοινώνησε μαζί μου και είπε: «Πρέπει να συνεργαστούμε». Κάπως έτσι κατέληξα να δουλεύω στο άλμπουμ τους, το Black One.

To Tima Formosa σηματοδοτεί άλλη μια ξεχωριστή συνάντηση, η οποία αυτή τη φορά συγκεντρώνει τα συλλογικά ταλέντα του Keiji Haino, του Jim O’Rourke και εσένα.

Σε ποιον βαθμό αυτή η συνεργασία έχει επαναπροσδιορίσει την οπτική σου γύρω από τη σύνθεση;

Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος πώς έχει επηρεάσει τη συνθετική μου προσέγγιση, καθώς ό,τι κάνουμε είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού: τρία άτομα παίζουν ζωντανά μαζί, χωρίς κανένα απολύτως προσχέδιο.

Τις περισσότερες φορές (αν και όχι πάντα), παίζω ντραμς σε αυτό το πρότζεκτ. Είναι πιθανό αυτό να αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου για τον ρυθμό, ο οποίος αποτελεί αναμφίβολα κυρίαρχο στοιχείο σε πολλά από τα δικά μου άλμπουμ.

«Γεφυρώνοντας τον μινιμαλισμό, τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και το κλασικό ύφος της ECM, το ‘Shebang’ είναι αναμφίβολα έργο του Oren Ambarchi: με εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια, ακατάπαυστο ρυθμό και έναν χαρακτήρα που γιορτάζει τη μουσική δίχως δισταγμούς», διαβάζω για το Shebang.

Tι γιορτάζεις εδώ;

Δεν το έγραψα εγώ αυτό, χαχά.

Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια διασκεδάζω περισσότερο όταν φτιάχνω δίσκους. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αντισυμβατικότητας που μπαίνουν στο παιχνίδι.

Ο κόσμος είναι αρκετά σκοτεινός αυτές τις μέρες και ένα από τα πιο εύκολα πράγματα θα ήταν να φτιάξω «σκοτεινή» μουσική - κάτι το οποίο, για μένα, αποτελεί κλισέ.

Μεγάλο μέρος της πρόσφατης δουλειάς μου αποπνέει κάτι χαρούμενο ή μια αίσθηση κατάφασης στη ζωή - όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά το στοιχείο αυτό υπάρχει. Σίγουρα είμαι άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο.

Ένα ζεστό και υγρό πρωινό του Ιουλίου ξύπνησα ιδρωμένος από έναν εφιάλτη και ένιωσα αμέσως την ανάγκη να ακούσω το τελευταίο μέρος της καθηλωτικής τριλογίας σου Ghosted.

Εσύ πώς διαχειρίζεσαι τα φαντάσματα - τα δημιουργικά και τα άλλα;

Το όνομα Ghosted δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμάς· ήταν ένα αστείο όνομα το οποίο κάπως «κόλλησε». Συγγνώμη αν αυτό σε απογοητεύει, χαχά.

Όσον αφορά τη διαχείριση των «φαντασμάτων», μού έρχονται στο μυαλό δύο πράγματα.

Το ένα, είναι η επιρροή των παλαιότερων μεγάλων δασκάλων -που δε βρίσκονται πια στη ζωή-, τους οποίους είχα την τύχη να ακούσω ζωντανά πολλές φορές όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη, στα τέλη της εφηβείας μου.

Στάθηκα εξαιρετικά τυχερός που είδα αυτούς τους καλλιτέχνες να εμφανίζονται ζωντανά· αυτό άσκησε τεράστια επίδραση πάνω μου.

Για να μην αναφέρω την αχόρταγη και έντονη ακρόαση παλαιότερων δίσκων, στους οποίους βυθιζόμουν ασταμάτητα όσο μεγάλωνα στο Σίδνεϊ.

Όλα αυτά τα «φαντάσματα» πλανώνται διαρκώς γύρω μου, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας ό,τι κάνω.

Ένα άλλο «φάντασμα» είναι τα σφάλματα που ανακαλύπτω σε πολλές από τις πεταλιέρες μου - περιπτώσεις κατά τις οποίες ανακαλύπτω κάτι που το πετάλι δεν είχε σχεδιαστεί να κάνει και, με κάποιον τρόπο, αυτό το σφάλμα καταλήγει να αποτελεί τεράστιο κομμάτι της ηχητικής μου παλέτας.

Κάπως σαν ένα φάντασμα στη μηχανή το οποίο αναδεικνύεται και προβάλλεται.

«Διαποτισμένο από μια παμφάγα αγάπη για τη μουσική, όπου όλα είναι ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο, το ‘Cooked’ ίσως να είναι η πιο άγρια ​​διαδρομή στην οποία μας έχει παρασύρει μέχρι στιγμής ο Oren Ambarchi», διαβάζω στην παρουσίαση του εν λόγω άλμπουμ.

Ποιος είναι ο επόμενος προορισμός σου;

Η δημιουργία του Cooked διήρκεσε τρία χρόνια. Τον περισσότερο καιρό που δεν το δούλευα ενεργά, απλώς το σκεφτόμουν.

Αφού ολοκληρώσω έναν προσωπικό δίσκο στο στούντιο, αισθάνομαι κάπως εξαντλημένος και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα κάνω ποτέ άλλον.

Ωστόσο, κάποια στιγμή θα το ξανακάνω, καθώς είμαι ανήσυχο πνεύμα και -παρ’ όλο που η διαδικασία είναι βασανιστική- λατρεύω να δημιουργώ δίσκους.

Με την ευκαιρία, η αμερικανική δισκογραφική εταιρεία «Kou» πρόκειται να κυκλοφορήσει, αργότερα μέσα στο 2026, έναν πολύ ωμό δίσκο για σόλο κιθάρα με τίτλο Prophetic Perfect Tense.

Αυτός ο δίσκος είναι ένας από τους πιο άμεσους και λιτούς δίσκους κιθάρας τους οποίους έχω φτιάξει. Σχεδόν καθόλου εφέ ή overdubs και ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μέρα περίπου - το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από το Cooked.

Στην πολυαναμενόμενη συναυλία σου στην Αθήνα δε θα ερμηνεύσεις το Cooked. Έχεις πάντα εκ των προτέρων ξεκάθαρη εικόνα για το τι θα παίξεις σε κάθε συναυλία ή υπάρχει περιθώριο για το απρόοπτο, έστω και περιστασιακά;

Θα είναι μια αυτοσχέδια σόλο εμφάνιση με κιθάρα - δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα αγγίξει στοιχεία από τη δουλειά που κάνω τελευταία με το τρίο Ghosted και τον επερχόμενο δίσκο στην Kou.

Ελπίζω να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων.

Η φωτογραφία του Oren Ambarchi είναι του Τραϊανού Πακιουφάκη.

Ο Oren Ambarchi εμφανίζεται ζωντανά την Κυριακή 18 Οκτωβρίου στο ΠΛΥΦΑ, Κτίριο 7Α (Κορυτσάς 39, Βοτανικός).

Τη βραδιά ανοίγουν οι Tropical Geometry και Σάββας Μεταξάς. Ώρα έναρξης: 20:30.

Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.



Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Μπι Γκαν: «Στις μέρες μας, υπάρχει έλλειψη πίστης στον κινηματογράφο»

 


Η λεκτική περιγραφή του οραματικού, «άλλου» κινηματογράφου του Κινέζου Μπι Γκαν είναι μάλλον ανώφελη, όπως και κάθε απόπειρα ταξινόμησης της βραβευμένης πέρυσι στις Κάννες πιο πρόσφατης ταινίας του, Αναγέννηση.

Η κυκλοφορία της στις αίθουσες από τις 8 Οκτωβρίου, απτή απόδειξη ότι το σινεμά παραμένει ζωντανό και ζωτικό. Μια περιεκτική συνομιλία με τον σκηνοθέτη.

Έγινες κινηματογραφιστής χάρη στον Αντρέι Ταρκόφσκι και το εμβληματικό του έργο Στάλκερ. Τι εκτιμάς περισσότερο σε αυτόν τον δημιουργό και σε ποιον βαθμό λείπουν σήμερα διανοούμενοι του δικού του βεληνεκούς και οράματος;

Αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι οι μεταφυσικές του ποιότητες· στις μέρες μας, υπάρχει έλλειψη πίστης στον κινηματογράφο.

Είσαι, επίσης, ποιητής και φωτογράφος. Τι είδους ποίηση προτιμάς να διαβάζεις και να γράφεις, και ποιους φωτογράφους έχεις κυρίως ως πρότυπα;

Δεν υπάρχουν περιορισμοί ως προς το ίδιο το περιεχόμενο, αλλά τελευταία προτιμώ να γράφω με στυλό και χαρτί παρά να πληκτρολογώ σε iPad.

Η Αναγέννηση, η συναρπαστική από οπτική, υπαρξιακή και πολιτική άποψη πιο πρόσφατη ταινία σου, διαδραματίζεται σε ένα μέλλον όπου η ανθρωπότητα έχει πάψει να ονειρεύεται.

Αν και τεχνικά δεν αποτελεί έργο επιστημονικής φαντασίας, φέρει ορισμένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του είδους. Η εξερεύνηση δυστοπικών πλαισίων είναι ένα από αυτά. Ποια είναι η γνώμη σου για αυτό το είδος;

Για μένα, η επιστημονική φαντασία, πέρα ​​από την κυριολεκτική της σημασία ως φαντασία βασισμένη στην επιστήμη, εμπεριέχει επίσης τον φόβο για την υπερβολική εμμονή της ανθρωπότητας με τον ορθολογισμό.

Γιατί το ονείρεμα αποτελεί τόσο θεμελιώδες στοιχείο της κινηματογραφικής σου προσέγγισης; Πώς μπορούμε συλλογικά να ανακτήσουμε την πίστη μας στο όνειρο -είτε σε εγρήγορση είτε στον ύπνο-, η οποία φθίνει;

Το ίδιο το ονείρεμα αποτελεί μια μάλλον μη ευφυή ικανότητα, παρόμοια με τον κινηματογράφο, ο οποίος επίσης δεν είναι ιδιαίτερα ευφυής και υπόκειται σε διάφορους περιορισμούς.

Όταν ονειρευόμαστε, δεν έχουμε επίγνωση πως ονειρευόμαστε· όταν βλέπουμε μια ταινία, ξεχνάμε ότι είμαστε το κοινό.

Δεν νομίζω πως το ζήτημα σήμερα είναι η επαναφορά της πίστης στο όνειρο, αλλά μάλλον το ότι οδηγούμαστε σταδιακά στο να εγκαταλείψουμε τα σώματά μας.




Ο πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ένα τέρας το οποίο ψυχορραγεί και ενσαρκώνεται σε διαφορετικούς χαρακτήρες στην πορεία. Γιατί;

Μόνο μέσα από τη συνεχή μεταμόρφωση μπορούν οι πραγματικοί θεατές να συλλάβουν την ίδια την ουσία αυτού του τέρατος.

Η Αναγέννηση αποτελείται από έξι τμήματα, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε μία από τις έξι αισθήσεις της βουδιστικής παράδοσης.

Σε ποιον βαθμό η κοσμοθεωρία σου διαμορφώνεται από ό,τι ενδέχεται -ή και όχι- να εκτείνεται πέρα ​​από τη σφαίρα της ορθολογικής μας αντίληψης;

Ίσως πρόκειται για μια θεμελιώδη επιρροή, όπως ακριβώς πιστεύω ότι το πραγματικό νόημα μιας ταινίας βρίσκεται πέρα ​​από τις εικόνες στην οθόνη.




Όσον αφορά την πλοκή, η ταινία αυτή συχνά φαντάζει αινιγματική και ακατανόητη. Αμφισβητείς συνειδητά τη (στερεοτυπική) αντίληψη του κοινού, ακόμη και για τις ταινίες του λεγόμενου «arthouse» κινηματογράφου;

Κατά τη γνώμη μου, το να είναι κάτι δύσκολο στην κατανόηση δεν αποτελεί μειονέκτημα· αντίθετα, προσκαλεί το κοινό να αντλήσει από τις δικές του σύνθετες εμπειρίες σε βάθος, προκειμένου να συνδεθεί με την αφήγηση.

Γι’ αυτό, κατά βάθος, πιστεύω ότι αυτός είναι ένας τρόπος να δείξουμε μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό.

Ο ασιατικός κινηματογράφος -είτε αντιμετωπίζεται με όρους εξωτισμού είτε όχι- παραμένει «terra incognita» για πολλούς «Δυτικούς» θεατές, διατηρώντας έτσι τον αναζωογονητικά απρόβλεπτο χαρακτήρα του.

Πώς θα κωδικοποιούσες τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της πολυποίκιλης κινηματογραφικής παραγωγής;

Επιδιώκουμε πάντα να αντλούμε νέες γνώσεις από το άγνωστο -γι’ αυτό και μας ελκύουν τα θεάματα-, ωστόσο ο κινηματογράφος αφορά, στην ουσία του, την κοινή κατανόηση.

Κατά την άποψή μου, το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποικιλόμορφου κινηματογράφου έγκειται ακριβώς στα οικουμενικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν διαφορετικές διαστάσεις και περιοχές.

Ζούμε σε συνθήκες που αποκτούν όλο και περισσότερο πολεμικό χαρακτήρα - τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Γιατί έχει (ακόμη) σημασία να ασχολούμαστε με την τέχνη, με οποιονδήποτε τρόπο;

Αποτελεί -και αν ναι, γιατί- η καλλιτεχνική δημιουργία (ακόμη) πεδίο άσκησης πολιτικής;

Η σημασία της τέχνης ασφαλώς δεν έγκειται στην ικανότητά της να καθοδηγεί το εκκοσμικευμένο σύμπαν.

Συνίσταται μάλλον στο γεγονός ότι λειτουργεί ως καθρέφτης για την ανθρωπότητα, αντικατοπτρίζοντας τη χαοτική μας πραγματικότητα και υπενθυμίζοντάς μας τον εαυτό που χάνουμε.

Στην εποχή μας, η κυριαρχία της Τεχνητής Νοημοσύνης επεκτείνεται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας των περισσότερων ανθρώπων.

Πώς οραματίζεσαι τον καλλιτεχνικό κινηματογράφο του μέλλοντος - και τη δική σου θέση σε αυτόν;

Μέσα στον καταιγισμό υπερβολικών, αντιδιαισθητικών και εντυπωσιοθηρικών πληροφοριών στο διαδίκτυο, δυσκολεύομαι να δω αντικειμενικά τον αντίκτυπο της Tεχνητής Nοημοσύνης στον κινηματογράφο.

Με άλλα λόγια, η έντονη αντίδραση του κόσμου απέναντι στην Tεχνητή Nοημοσύνη έχει πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο στον κινηματογράφο από την ίδια την Tεχνητή Nοημοσύνη.

Ως σκηνοθέτης του σινεμά του δημιουργού -είτε στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον- οι ταινίες μου θα ακολουθούν πάντα τις αγώνες της ανθρώπινης καρδιάς.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ευάννα Βενάρδου (Weird Wave) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Μπι Γκαν Αναγέννηση προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 8 Οκτωβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Doro Pesch: «Το heavy metal είναι η ελευθερία να κάνω ό,τι νιώθω»

 


Η Doro Pesch, η αδιαφιλονίκητη «βασίλισσα» του heavy metal, καταφθάνει στην Ελλάδα με το σχήμα της για δυο μοναδικές συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (9 και 10 Οκτωβρίου, αντίστοιχα).

Με αυτήν την αφορμή, συνομιλούμε μαζί της, και εμπνεόμαστε από την χειμαρρώδη θετική ενέργεια που αποπνέει.

Με χαροποιεί και με τιμά το γεγονός ότι κουβεντιάζουμε. Λάμπεις! Πώς τα καταφέρνεις;

Όταν κουβεντιάζω για μουσική, αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένη και ο ερχομός μας στην Ελλάδα είναι κάτι πολύ συναρπαστικό!

Ας επιστρέψουμε, όμως, λιγάκι στο παρελθόν. Πώς πρωτομπήκες στον κόσμο του heavy metal, κυρίως; Ποιο υπήρξε το αρχικό ερέθισμα;

Ήμουν τριών χρονών όταν άκουγα, ξανά και ξανά, ένα τραγούδι σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχε ακόμα heavy metal - ένα τραγούδι δυνατό, γεμάτο ενέργεια: το Lucille του Little Richard. Με ενέπνευσε, όπως και πολλούς άλλους.

Σε ηλικία τριών ετών, λοιπόν, ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Κι όταν έφτασα στα δεκαπέντε ή δεκαέξι, η metal σκηνή αναπτυσσόταν σιγά σιγά και σχημάτισα την πρώτη μου μπάντα, τους Snakebite.

Mε τους οποίους παίζατε garage.

Αρχίζαμε να μαθαίναμε να παίζουμε όργανα. Το λάτρεψα, και ήξερα ότι αυτό ήθελα να κάνω για την υπόλοιπη ζωή μου.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η πρώτη συναυλία που παρακολούθησα ήταν των Whitesnake. Ήταν εκπληκτική. Η επόμενη ήταν των Judas Priest με σαπόρτ τους Accept. Η τρίτη ήταν του θρυλικού Ronny James Dio.

Σταδιακά, συμμετείχα σε διάφορα συγκροτήματα, ένα από τα οποία ήταν οι Warlock. Υπήρχε μαγεία!

Ηχογραφήσαμε το πρώτο μας ντέμο και αποκτήσαμε ένα μικρό φαν κλαμπ. Στη Γερμανία την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μουσικά έντυπα για το heavy metal, όπως συνέβαινε στη Μεγάλη Βρετανία ή την Ολλανδία, αλλά φανζίν.

Στην ψηιφιακή εποχή μας μού λείπει η αίσθηση, η μυρωδιά και η αυθεντικότητα του μουσικού εντύπου.

Έχεις απόλυτο δίκο, Γιάννη. Διασκεδάζαμε τόσο, σε καθημερινή βάση.

Ο τύπος από το φαν κλαμπ μας, λοιπόν, έστειλε το ντέμο μας, και σε μερικές εβδομάδες είχαμε προσφορές από ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες.

Τα περισσότερα μέλη της μπάντας λάτρευαν την ιδέα να βγάλουμε δίσκο, κι έτσι προέκυψε το ντεμπούτο των Warlock το 1983-84. Έκτοτε, όπως πιθανόν ξέρεις, ακολούθησαν και άλλοι δίσκοι. Βρεθήκαμε στον σωστό χρόνο στο σωστό μέρος.

Ανέκαθεν ήθελα να δημιουργώ ενδυναμωτική μουσική με πολλή ενέργεια.. Για μένα, το heavy metal είναι η ελευθερία να κάνω ό,τι νιώθω και θέλω να πω, χωρίς να συγκρατούμαι.

Υπήρξαμε κομμάτι της heavy metal σκηνής χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Απλώς κάναμε αυτό το οποίο θέλαμε. Ήθελα δυνατές, θορυβώδεις, ψυχωμένες καταστάσεις που να καλύπτουν όλο το εύρος της ανθρώπινης φύσης.

Θεωρώ αξιοθαύμαστο το ότι κατάφερες να διεκδικήσεις και να κατακτήσεις τον χώρο σου ως γυναίκα σε ένα πολύ ανδροκρατούμενο μουσικό είδος και σε μια εξαιρετικά ανδροκρατούμενη βιομηχανία.

Πού αποδίδεις αυτήν την έκβαση, αυτό το επίτευγμα από πλευράς σου σε εκείνη, την πρώτη περίοδο, αλλά και στα κατοπινά χρόνια;

Γιάννη, ποτέ δε σκέφτηκα πως ήμουν κοπέλα, Ήμουν απλώς η τραγουδίστρια των Warlock, έκανα ό,τι αισθανόμουν και πάντα έδινα το 110% των δυνάμεών μου.

Ήταν πολύ δύσκολο να παλέψεις για να βγάλεις έναν δίσκο, να πας σε περιοδεία. Απαιτούσε σκληρή δουλειά.

Ως γυναίκα, πάντα με υποστήριζαν ένας σωρός σπουδαίοι άνθρωποι, όπως ο Lemmy ή o Dio. Η πρώτη μου περιοδεία ήταν με τους Judas Priest.

Μόνο πολύ αργότερα εντυπωσιάστηκα όταν διάφοροι άνθρωποι μου επεσήμαναν ότι ήμουν η πρώτη γυναίκα τραγουδίστρια heavy metal συγκροτήματος επί σκηνής.

Το να είσαι μουσικός είναι πάντα ένας αγώνας. Δεν έχει σημασία αν είσαι άντρας ή γυναίκα ή ποια είναι η καταγωγή σου. Με κάθε τραγούδι, κάθε δίσκο, κάθε περιοδεία βάζεις το κεφάλι σου στον ντορβά.

Επιπλέον, πάντα είχα εξαιρετική σχέση με τους φαν.

Θα στο ρωτούσα, επειδή ακριβώς μπορεί αυτή η σχέση να σε βοήθησε να διασφαλίσεις τη θέση σου.

Θα σου πω μια μικρή ιστορία.

Όταν κάναμε πρόβες με τους Snakebite, τα μισά μέλη τους με ήθελαν ως τραγουδίστρια. Αυτό ήθελαν και οι φαν οι οποίοι άραζαν στον χώρο των προβών και τον κατέκλυζαν, διασκέδαζαν και έκαναν head-banging.

Ο χώρος αυτός βρισκόταν σε ένα παλιό εργοστάσιο, όπου επίσης έκαναν πρόβες πεντακόσια συγκροτήματα.

Κι έτσι, έγινα η τραγουδίστρια της πρώτης μου μπάντας. Μεταπείστηκαν, επίσης, και τα μέλη των Snakebite τα οποία είχαν αρχικά αντίθετη γνώμη. Μόνο για δύο ημέρες χρειάστηκε να αποδείξω ποια ήμουν.

Είναι, εξάλλου, διασκεδαστικό να αποδέχεσαι την πρόκληση και να δίνεις όλο σου το είναι.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο συναίσθημα, το καλύτερο στον κόσμο. Έπειτα, μπορείς να κοιμηθείς καλά, επειδή δούλεψες σκληρά όλη την ημέρα - για τον εαυτό σου, για την μπάντα, για μια συναυλία. Εξουθενωμένος, αλλά αυτή είναι η ανταμοιβή σου.

Μετά, έχεις έμπνευση και κίνητρο να βγεις στη σκηνή την επόμενη ημέρα και να τα πας καλύτερα, να δίνεις το καλύτερο σόου κάθε βραδιά.

Δεν ταιριάζει, όμως, σε όλους αυτή η συνθήκη. Είναι πολύ απαιτητική για το μυαλό και για το σώμα σου.

Κάποια μέλη ενός από τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχα μου είπαν σε κάποια φάση ότι δεν αντέχουν άλλο, πως ήθελαν να γυρίσουν σπίτι τους για να ξεκουραστούν.

Εγώ, ωστόσο, ζω για τη μουσική και ποτέ δεν είχα την πρόθεση να κάνω οικογένεια.

Δε σου έχει λείψει κάτι τέτοιο;

Όχι.

Οι φαν, το συγκροτήματα το συνεργείο της περιοδείας είναι η οικογένειά μου, και τους φροντίζω. Μου λείπουν τα κατοικίδια, όμως. Λατρεύω τα άλογα και τα σκυλιά. Έχω και πολλούς φίλους, ενώ συνδράμω διάφορες οργανώσεις.

Έχοντας κυκλοφορήσει τουλάχιστον είκοσι άλμπουμ μέχρι σήμερα, ποια είναι η μεγαλύτερη δημιουργική πρόκληση την οποία έχεις αντιμετωπίσει όλα αυτά τα χρόνια;

Θεωρούσα πως το heavy metal θα είχε πάντα ανοδική πορεία, οπότε η ανάληψη των ηνίων από το grunge τη δεκαετία του 1990 αποτέλεσε ένα σοκ.

Πήγα, λοιπόν, σε μια αμερικανική δισκογραφική εταιρεία με υλικό για έναν δίσκο, πολλές ιδέες για βίντεο, και θεωρώντας ότι θα προέκυπταν πολλά χιτ σινγκλ.

«Θα είναι grunge, όμως;» με ρώτησαν. Η μονολεκτική μου απάντηση ήταν «όχι». «Επομένως, δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε τον δίσκο», μου είπαν. «Θα πρέπει να τον ακούσετε», αντέδρασα.

«Αν δεν ηχεί σαν grunge, δεν μπορούμε να τον βγάλουμε», επέμειναν.

Κατά τη γνώμη σου ως μουσικού, τραγουδίστριας και ακροάτριας, έχει στις μέρες μας το heavy metal κάτι -ή πολλά- να προσφέρει;

Από το 2000 και εξής βρίσκεται ξανά σε ανοδική πορεία, είναι πλέον σχεδόν όσο σπουδαίο ήταν στη δεκαετία του ’80.και είναι εκπληκτικό να είμαι κομμάτι του. Όλα τα metal φεστιβάλ είτε είναι sold out, είτε πηγαίνουν πολύ καλά.

Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι ακόμα. Το Warriors of the Sea, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σου, είναι εμπνευσμένο από τους/αφιερωμένο στους πειρατές.

Πού οφείλεται η τρυφερότητά σου απέναντι στους πειρατές και τους πολεμιστές, γενικότερα;

Πάντοτε διαπνεόμουν από μαχητικό πνεύμα, από την ανάγκη να μάχομαι για όσα πιστεύω, για όσα αξίζουν τον κόπο.

Ανέκαθεν, επίσης, ήθελα να διοργανώσω μια heavy metal κρουαζιέρα, κάτι το οποίο κατάφερα για πρώτη φορά πέρυσι στον Ρήνο, στη Γερμανία. Ντυθήκαμε, μάλιστα, με πειρατικές στολές, όπως και κάποιοι και κάποιες από τους/τις φαν.

Το καινούριο μου άλμπουμ, το οποίο θα τιτλοφορείται Wild at heart, θα κυκλοφορήσει στις 11 Δεκεμβρίου και σίγουρα θέλω να παίξω κάποια από τα τραγούδια του και στις συναυλίες στην Ελλάδα. Πρώτα, όμως, θα κυκλοφορήσουν κάποια σινγκλ.

Τα λέμε στην Ελλάδα, λοιπόν.

Θα έρθεις σε κάποια από τις συναυλίες;

Ζω στην Αθήνα, οπότε θα έρθω στις 9 Οκτωβρίου.

Ευχαριστώ θερμά τον Markus Müller, μάνατζερ της Doro Pesch, για την καθοριστική συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η Doro Pesch εμφανίζεται ζωντανά την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου στο Fuzz Club (Πειραιώς 209 & Πατριάρχου Ιωακείμ 1, Ταύρος).

Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου «μετακομίζει» στη Θεσσαλονίκη, στο Principal Mylos Complex (Ανδρέα Γεωργίου 56).