Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Mathieu Goust: «Όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία»

 


Ισορροπώντας βαθιά πολιτικά ανάμεσα στη μαρτυρία, τις ηχογραφήσεις πεδίου και τη ζωντανή μουσική, η περφόρμανς του πολυπράγμονα Γάλλου καλλιτέχνη Mathieu Goust Στο μονοπάτι θέτει τη φωνή του Γιάννη Μάγγου στον πυρήνα της.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον καλλιτέχνη ενόψει της παρουσίασης της δουλειάς του στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στις 28 Οκτωβρίου.

Είσαι αυτοδίδακτος μουσικός και καλλιτέχνης δραστηριοποιούμενος σε πολλαπλά πεδία: κρουστά, ηλεκτρονική μουσική, τζαζ, θέατρο, τσίρκο, χορό και λογοτεχνικές αναγνώσεις.

Τι αναζητάς και τι βρίσκεις σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, και με ποιους τρόπους η διεπιστημονική σου προσέγγιση στην τέχνη συμβάλλει στην εξέλιξή σου τόσο ως ατόμου, όσο και ως καλλιτέχνη;

Σήμερα, είμαι πολύ πιο προσηλωμένος στη μορφή την οποία μπορεί να πάρει η μουσική, στη λειτουργία της - είτε μέσα σε ένα έργο, είτε στην κοινωνία. Το ύφος δεν έχει σημασία για μένα.

Προσπαθώ πάντα να κάνω πράγματα που δεν έχω ξανακάνει ποτέ και που δεν ξέρω πώς να κάνω.

Μου αρέσει να μαθαίνω, να λέω «ναι» και να βρίσκομαι με την πλάτη στον τοίχο. Μπορεί να είναι κάτι πολύ τεχνικό (ένα νέο όργανο, εργαλείο, αντικείμενο...), αλλά και πολύ εμπειρικό: η αναζήτηση μορφών έκφρασης που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη.

Επίσης, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον το να προσπαθώ να βρίσκομαι σε ένα «σωστό» σημείο κατά τη διάρκεια μιας δημιουργικής διαδικασίας:

Είτε αυτό αφορά τη σχέση με τους συνεργάτες μου είτε το τι μπορώ να προσφέρω καλλιτεχνικά, δίνω μεγάλη σημασία στο τελικό αποτέλεσμα του έργου, ενώ ελάχιστα με απασχολεί το πώς φαίνομαι την ώρα που εργάζομαι.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτό με οδήγησε στο να μην θέτω πλέον στον εαυτό μου κακές ερωτήσεις σχετικά με την αξία μου -ως άνδρας ή ως καλλιτέχνης- και να εστιάζω τη σημασία των πραγμάτων κάπου αλλού, πέρα ​​από τον εαυτό μου, κάτι που είναι ευχάριστο.

Ως εκ τούτου, η τέχνη μού έχει προσφέρει πολλά και με έχει διαπλάσει σημαντικά.

Νομίζω ότι όλα αυτά συνδέονται αναπόφευκτα με το γεγονός πως είμαι αυτοδίδακτος· για πολύ καιρό με απασχολούσε το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά σήμερα το ζήτημα αυτό δε με απασχολεί πλέον καθόλου.

Το Στο μονοπάτι, η περφόρμανς που αφορά τον βίαιο θάνατο του Βασίλειου Μάγγου στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας, βασίζεται σε μια ιδέα των ιδρυτών του ΚΕΤ, Δημήτρη Αλεξάκη και Φωτεινής Μπάνου.

Πώς εξελίχθηκε και μετασχηματίστηκε αυτή η ιδέα με την πάροδο του χρόνου;

Πράγματι, η αρχική ιδέα προέρχεται από το KET

Ο Δημήτρης Αλεξάκης και η Φωτεινή Μπάνου, αλλά και η Αγγελική Καράμπελα, φυσικά, συγκαταλέγονται σε εκείνους τους ανθρώπους που δρομολογούν καταστάσεις ή συναντήσεις, χωρίς να αποκομίζουν κανένα προσωπικό όφελος.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύτιμοι.

Πήγαμε, μαζί με τον Δημήτρη Αλεξάκη και τον γιο μου, για να καταγράψουμε τον Γιάννη κατά μήκος του μονοπατιού το οποίο χάραξε προς τιμήν του γιου του, Βασίλειου.

Η ανθρωπιά, η ειλικρίνεια και το βάθος όσων μας είπε ο Γιάννης -με τη μία, χωρίς να καταφύγει σε σημειώσεις ή ερωτήσεις-, η δύναμη της στιγμής και του τόπου όπου βρεθήκαμε, καθώς και η, δυστυχώς, δραματική διαχρονικότητα της αληθινής ιστορίας η οποία ξεδιπλώθηκε, μάς καθήλωσαν αμέσως.

Μας πήρε πολύ χρόνο να σκεφτούμε, να δοκιμάσουμε, προτού βρούμε τη μορφή η οποία προσπαθεί να δικαιώσει αυτήν την ιστορία.

Πώς να εκφράσει κάποιος αυτήν τη μαρτυρία; Πώς να τοποθετηθεί απέναντί της; Πώς να «σβήσει» τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο;

Όπως συμβαίνει συχνά, η μορφή προέκυψε σταδιακά και, σε κάποια φάση, μας φάνηκε αυτονόητη. Η μορφή αυτή μάς φαίνεται αρκετά εύστοχη σε σχέση με αυτό το οποίο επιδιώκει να εκφράσει.

Πρόκειται για ένα είδος «ζωντανού» podcast, όπου προσπαθώ να εξαφανιστώ ώστε να αφήσω τον ακροατή απέναντι σε αυτή την ιστορία, δίνοντάς του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία να την κάνει δική του.

Η ιδέα είναι πως, σε μια εποχή που οι πληροφορίες, οι ιστορίες και οι ήχοι βρίσκονται παντού γύρω μας, μπορούμε να ακούσουμε μία από αυτές -με όλες τις σημασίες τις οποίες εμπεριέχει- χάρη στη συνύπαρξή μας και στον χρόνο που αφιερώνουμε σε αυτήν τη στιγμή.

Πιθανότατα προσεγγίζουμε λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι αν δημιουργούσαμε ένα ηχητικό podcast που μπορεί να ακουστεί στο διαδίκτυο, αλλά με έναν πιο ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο.

Αυτή η επιλογή μορφής είναι, φυσικά, πολιτική.

Μόλις δημιουργήθηκε η περφόρμανς, ήθελα να την παρουσιάσω μπροστά στον Γιάννη, στο ΚΕΤ και στις Σταγιάτες, για να δω αν θα δεχόταν να συνεχίσω να την παίζω με αυτή τη μορφή.

Το ταξίδι στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα ήταν υψίστης σημασίας.

Μπόρεσα να παίξω σε μέρη που συνδέονται με ισχυρές αξίες -ιδίως όσον αφορά τους πολιτικούς αγώνες-, μαζί με ανθρώπους αφοσιωμένους στην αναζήτηση τρόπων ζωής πέρα ​​από τις πιέσεις του καπιταλισμού.

Πρόκειται, όπως φαίνεται, για ένα έργο βαθιά ανθρωπιστικό και, ταυτόχρονα, με κοινωνική και πολιτική συνείδηση, το οποίο βασίζεται στη συνάντησή σου με τον Γιάννη Μάγγο, τον πατέρα του Βασίλειου.

Θα ήθελες να αναφερθείς εκτενέστερα στη σχέση σου με τον Γιάννη;

Δεν είναι η δουλειά που είναι βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα κοινωνικά και πολιτικά συνειδητή: ο Γιάννης Μάγγος είναι.

Είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω πολλές φορές, αρχικά για την ηχογράφηση και και κατόπιν για να του παρουσιάσω το Στο μονοπάτι. Προφανώς ήθελα να συμφωνήσει στον τρόπο αφήγησης της ιστορίας, με τη φωνή του.

Κουβεντιάζουμε από καιρού εις καιρόν και ελπίζω να μπορέσω να τον δω μόλις ξανάρθω στην Ελλάδα.

Είναι η καλλιτεχνική δημιουργία, ανεξάρτητα από το είδος ή τη μορφή, μια εγγενώς πολιτική διαδικασία/εργαλείο και, αν ναι, τη χρησιμοποιείς συχνά ως τέτοια;

Στα μάτια μου, όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία:

Για παράδειγμα, το να θέλει κάποιος να δημιουργήσει ένα έργο καθαρής ψυχαγωγίας αποτελεί πολιτική επιλογή, την οποία, παρεμπιπτόντως, δεν καταδικάζω απαραίτητα.

Εξαρτάται από την πρόθεση που κρύβεται από πίσω. Για μένα, η πρόθεση είναι θεμελιώδης. Γιατί κάνουμε πράγματα, είτε είναι καλλιτεχνικά είτε όχι;

Η επιλογή της μορφής είναι αναγκαστικά και πολιτική, αλλά δεν είναι η ίδια η μορφή που είναι πολιτική, είναι το τι κάνουμε εμείς με αυτήν:

Το θέατρο δρόμου μπορεί να είναι άνευ νοήματος, ενώ μια συναυλία σε μια παραδοσιακή αίθουσα μπορεί να είναι εξαιρετικά δυνατή.

Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράγματα -ο τρόπος δημιουργίας και παρουσίασης του έργου κάποιου- είναι, φυσικά, επίσης πολιτικός:

Πώς δουλεύει κανείς σε ομάδα; Με ποιους; Ποια είναι η θέση του καθενός πάνω στη σκηνή; Ποια είναι η σχέση με το κοινό και πού το τοποθετούμε (όπως φυσικά τοποθετούμε και τους εαυτούς μας);

Επομένως, ό,τι κάνω στη μουσική αποτελεί μέρος αυτού του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων και, στα μάτια μου, έχει πολιτική σημασία, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πάντα εμφανές με την πρώτη ματιά.

Υπάρχει το περιεχόμενο ενός έργου, η μορφή του, αλλά και η διαδικασία δημιουργίας του, η οποία είναι επίσης πολιτικά:

Μπορεί να υπάρχει μια προσπάθεια χαρακτηριζόμενη από μεγάλη αφοσίωση, που όμως έχει στηθεί με έναν πολύ σκληρό, αυταρχικό τρόπο -ή με σκοπό την ικανοποίηση του εγώ ή της δίψας για εξουσία κάποιου-, και μια άλλη φαινομενικά λιγότερο αφοσιωμένη, η οποία, όμως, δομικά έχει αναπτύξει πολύ δικαιότερες κοινωνικές σχέσεις...

Όλα είναι περίπλοκα και διαρκώς αλληλένδετα, και για άλλη μια φορά σκέφτομαι πως η πρόθεση είναι κάτι πρωταρχικό.

Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι η τέχνη του ηχοτοπίου σπάνια εμβαθύνει στην κοινωνική πραγματικότητα;

Δεν ξέρω. Αυτό συνδέεται με το ερώτημα γιατί ένας καλλιτέχνης δημιουργεί ηχοτοπία. Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους ίδιους.

Το όριο μεταξύ τέχνης και ψυχαγωγίας είναι πορώδες, σε όλους τους τομείς. Σε κάθε περίπτωση, δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω κάποια αλήθεια· το πολύ-πολύ μια άποψη, ενστικτώδη ή στοχαστική.

«Η δύναμη του έργου πηγάζει από την ίδια τη χειρονομία που το γέννησε. Με το μονοπάτι που άνοιξε, ο Γιάννης Μάγγος μετατρέπει το πένθος σε μια διαδρομή ανοιχτή σε όλες και όλους και σε έναν τόπο συνάντησης των ανθρώπων με τη φύση», διαβάζω στο Δ.Τ.

Με ποιους τρόπους το πένθος, πέρα ​​από το ότι συμβάλλει στη διαχείριση μιας απώλειας από το άτομο, μπορεί να μετατραπεί και σε μια συλλογική πολιτική πράξη;

Η απάντηση δίνεται από τον Γιάννη Μάγγο· βρίσκεται σε όσα κάνει και λέει. Τα λόγια του, τα οποία προβάλλω κατά τη διάρκεια της περφόρμανς, είναι ουσιώδη.

Αυτό είναι επίσης το ζητούμενο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς - αλλά όχι μόνο αυτό, καθώς το πλαίσιο είναι πολύ ανοιχτό. Προσπαθώ να συνεχίσω αυτήν την πορεία, χρησιμοποιώντας τα δικά μου μέσα.

Το Στο μονοπάτι βρίσκεται σε διάλογο με το Different Trains του Steve Reich και τους ηχητικούς περιπάτους της Janet Cardiff. Με ποια έννοια έργα όπως αυτά λειτούργησαν για εσένα ως σημείο αναφοράς;

Σε καμία περίπτωση. Για να είμαι ειλικρινής, δε γνώριζα αυτά τα έργα, αλλά σε ευχαριστώ που μου τα έδειξες και θα τα ακούσω με μεγάλη προσοχή.

Κατά τη διάρκεια αυτής της δουλειάς, το μόνο που μας απασχολούσε πραγματικά ήταν να βρισκόμαστε στο σωστό μέρος για τον Γιάννη, τον Βασίλειο, τη φύση και τον αγώνα.

Καθόλου το αν θα αποτελούσαμε μέρος ενός καλλιτεχνικού κινήματος ή αν θα αποδεσμευόμασταν από αυτό.

Σε γενικές γραμμές, τα σημεία αναφοράς μου απέχουν πολύ από το να είναι αποκλειστικά καλλιτεχνικά.

Μπορεί να οφείλεται στη στάση ενός ατόμου, στην ισορροπία και τη δύναμη ενός χώρου, σε έναν τρόπο μαγειρέματος, σε ένα συναίσθημα ή σε μια μυρωδιά.I

Παρεμπιπτόντως, ακούω το Different Trains καθώς σου απαντώ, έχοντας διαβάσει λίγα πράγματα γι’ αυτό - σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο.

Tην Τετάρτη 28 Οκτωβρίου θα μοιραστείς το Στο μονοπάτι με το αθηναϊκό κοινό.

Σε ποιον βαθμό εμπλουτίζεται το έργο σου όταν μοιράζεται με ένα κοινό, και μάλιστα όταν αυτό ενδέχεται να διαθέτει κοινωνική/πολιτική συνείδηση ​​και να είναι ενεργό;

Η ίδια η ουσία αυτού του έργου έγκειται στο να μοιράζεται ζωντανά. Αυτή τη στιγμή, δεν έχει κανέναν άλλον λόγο ύπαρξης. Η ένταση κατά τη διάρκειά του είναι ζωτικής σημασίας.

Η περφόρμανς τρέφεται από αυτές τις συναντήσεις, θέτει ερωτήματα στον εαυτό της και εξελίσσεται διαρκώς. Μετά από αυτήν, υπάρχει πάντα μια στιγμή συζήτησης σχετικά με την επικαιρότητα αυτής της ιστορίας.

Ο Γιάννης έχει μιλήσει συχνά, για παράδειγμα ενημερώνοντάς μας για την πορεία της δίκης, αλλά και για τον πολιτικό της αντίκτυπο και άλλους αγώνες, του παρελθόντος ή του παρόντος:

Αυτή η περφόρμανς αποτελεί επίσης έναν διαφορετικό τρόπο διακίνησης πληροφοριών, έναν τρόπο διαμοιρασμού τους - σίγουρα σε μικρότερη κλίμακα, αλλά πιο ανθρώπινο, πρόσωπο με πρόσωπο.

Και εδώ, πρόκειται για πολιτική επιλογή.

Σχεδόν πάντα παρουσίαζα αυτήν την παράσταση σε χώρους και με ανθρώπους κοινωνικά και πολιτικά πιο ευαισθητοποιημένοι και δραστήριοι.

Από εκεί γεννήθηκαν πολιτικές συζητήσεις, όπως ανέφερα, αλλά και καλλιτεχνικές.

Υπήρξαν αρκετές αντιπαραθέσεις σχετικά με το αν είναι απαραίτητη η χρήση βίντεο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς· οι απόψεις και των δύο πλευρών ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Προς το παρόν, δεν υπάρχει βίντεο.

Μου επιτρέπει επίσης να ανακαλύπτω άλλους καλλιτέχνες ή έργα, όπως -για παράδειγμα- κατά τη διάρκεια αυτής της συνέντευξης.

Συζητώ πολύ με τους ανθρώπους για τη μορφή, για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί, καθώς και για τους χώρους όπου έχω ήδη εμφανιστεί· νιώθω κάπως σαν μια μικρή μέλισσα η οποία έχει την ευκαιρία να συναντήσει διάφορα λουλούδια.

Υπάρχουν πολλά μέρη και άτομα με γενναιότητα, ανθρωπιά και ζωντάνια, και είναι πάντα δυνατή εμπειρία να μοιράζεσαι μια αληθινή στιγμή με άλλους.

Το KET είναι, από αυτήν την άποψη, ένας αξιοσημείωτος χώρος:

Συνδυάζει την καλλιτεχνική απαίτηση με μια ανθρώπινη ζεστασιά, σπάνια για τα θέατρα - τουλάχιστον για εκείνα που γνωρίζω στη Γαλλία, στο πλαίσιο του επιχορηγούμενου θεάτρου.

Αυτό το θέατρο είναι, επίσης, πολιτικό και ανθρώπινο.

Για άλλη μια φορά, επανέρχομαι στην πρόθεση πίσω από τις πράξεις: το KET δεν αποτελεί μια στάση, αλλά μια πραγματική κοινωνική και πολιτική δέσμευση. Αυτά τα στοιχεία γίνονται ιδιαίτερα αισθητά όταν φτάνεις σε έναν χώρο για να τα υλοποιήσεις.

Σε τέτοια μέρη διακυβεύονται περισσότερα από την κοινωνική ή οικονομική αναγνώριση.

Το πιο σημαντικό όμως είναι να συνεχίσουμε να γνωστοποιούμε ότι άλλοι άνθρωποι σκοτώνουν παιδιά για να διασφαλίσουν την οικονομική κυριαρχία - σήμερα, στην Ελλάδα και αλλού. Τι κάνουμε με αυτό;

Oι φωτογραφίες είναι του Δημήτρη Αλεξάκη.

Η περφόρμανς του Mathieu Goust Στο μονοπάτι παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου.

Ώρα προσέλευσης: 20:30. Ώρα έναρξης: 21:00.



Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

«Αδέσποτοι»: Συναντώντας την Αναστασία Γκίβαλου και τον Νικόλα Δροσόπουλο

 


Mια έντιμη ματιά στο φλέγον και επίκαιρο ζήτημα της άρνησης στράτευσης μέσα από την ιστορία της φιλίας μιας αντροπαρέας, η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι συζητήθηκε ιδιαίτερα στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας.

Το φιλμ κέρδισε τα βραβεία σκηνοθεσίας και αντρικής ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού. Συναντώντας την Αναστασία και τον Νικόλα.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό και επείγον για σένα, Αναστασία, να εστιάζεις στην πολιτική και ταξική διάσταση στη δημιουργία ταινιών - εν προκειμένω μέσα από τους Αδέσποτους, την πρώτη μικρού μήκους δουλειά σου;

Αναστασία Γκίβαλου: Ο κινηματογράφος είναι κάτι θετικό, επειδή είναι ένα μέσο το οποίο παίρνουμε στα χέρια μας και άνθρωποι που υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα μπορούσαμε.

Γνωρίζουμε, εξάλλου, πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση με τις χρηματοδοτήσεις και πόσοι παλεύουν επί χρόνια για να τις εξασφαλίσουν.

Το ότι, όμως, υπάρχουν ιστορίες οι οποίες αφορούν την τάξη μας και ειπώνονται από ανθρώπους πιο κοντά σε μάς είναι, τελικά, πιο σημαντικό από την αρτιότητα του ίδιου του φιλμ.

Ας είναι, λοιπόν, «κουτσή» μια ταινία, αλλά ας ειπωθούν, τουλάχιστον, κάποια πράγματα από ανθρώπους που δεν μπορούν να τα εκφράσουν, επειδή δεν έχουν 20.000 Ευρώ στην άκρη.

Τι σε οδήγησε, λοιπόν, να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία, ανάμεσα σε άλλες ιστορίες οι οποίες έχουν την ίδια διάσταση;

Α.Γ.: Υπάρχουν δύο επίπεδα, το εξωτερικό και το εσωτερικό.

Το εξωτερικό αφορά στις συνθήκες οι οποίες επικρατούν αυτήν τη στιγμή, όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη, σε φέρνουν αντιμέτωπο με την εποχή σου και σου θέτουν το ερώτημα: «Τι θα έκανα αν ο πόλεμος ερχόταν εδώ;»

Έτσι προκύπτει το εσωτερικό επίπεδο, το οποίο συνδέεται με το τι θα έκανε κάθε άτομο ξεχωριστά σε μια τέτοια συνθήκη.

Στην Ελλάδα, υπάρχει υποχρεωτική στράτευση για τους άντρες -οσονούπω και για τις γυναίκες-, ενώ η άρνηση στράτευσης, η οποία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα για το οποίο πολλοί παλεύουν επί χρόνια, ενέχει ρομαντισμό κι συμβολισμό.

Ως ζήτημα, με ενδιέφερε και επειδή είμαι έξω από αυτό, και γι’ αυτό μπορούσα να θέσω κάποια ζητήματα με μεγαλύτερη ψυχραιμία.

Εσύ, Νικόλα, που στο φιλμ υποδύεσαι τον Ορέστη, έναν νεαρό αρνητή στράτευσης, πώς διάκεισαι έναντι του ζητήματος της στράτευσης - και της άρνησής της;

Νικόλας Δροσόπουλος: Προσωπικά, έχω πάρει Ι5. Το πήρα συνειδητά, δεν ήθελα και δεν μπορούσα να πάω στρατό.

Είναι ταξικό το ζήτημα: θα έφευγα έναν χρόνο από τη δουλειά μου, θα έμπαινα «μέσα» οικονομικά και θα με χαρτζιλίκωναν οι γονείς μου χωρίς να διαθέτουν χρήματα, για να μου λέει κάποιος: «Κάνε δέκα κάμψεις».

Ταυτόχρονα, αυτό που πιο πολύ με ακουμπάει στην ταινία δεν είναι η εστίαση στον στρατό, αλλά στην εποχή.

Είμαστε μια γενιά η οποία ιδεολογικοποιήθηκε άγαρμπα το 2008 και συνάμα το ίδιο το σύστημα και η ίδια η κοινωνία μάς αποτρέπουν από την πίστη στην ιδεολογία.

Στρέφοντάς μας στην αναζήτηση της προσωπικής λύσης.

Ν.Δ.: Στο τέλος της βραδιάς, η αποϊδεολογικοποίηση και η έλλειψη πίστης στην πίστη μάς κάνουν να καταντούμε ένα κομματάκι των σόσιαλ μίντια.

Οι εκατό «τρελοί» που ζουν στο Άγιο Όρος, οι θρησκευόμενοι, οι κομμουνιστές συντηρούν και για μένα που δεν πιστεύω την έννοια της πίστης. Συντηρούν κάτι. Κι αυτό το κάτι, χρειάζεται.

Nωρίτερα, μου έλεγες ότι το να κάνεις σινεμά είναι το όνειρό σου. Ως ηθοποιός, τι βρίσκεις στο σινεμά, το θέατρο και την τέχνη, γενικότερα;

Ν.Δ.: Όπως με γοητεύει το θέατρο, επειδή κάθε παράσταση είναι διαφορετική, έτσι με γοητεύει και το σινεμά, επειδή το κάνουμε μία φορά, αλλά μπορούμε να ανασυνθέτουμε τα κομμάτια του σαν παζλ για καιρό.

Βλέπω μια συμπόρευση καλλιτεχνών όλων των ιδιοτήτων, από τον σκηνοθέτη μέχρι τον μοντέρ και τον ηχολήπτη, που φτιάχνουν και ξαναφτιάχνουν κάτι, καθένας με βάση το υλικό του.

Εσένα, Αναστασία, ως πρωτοεμφανιζόμενη -σε σκηνοθετικό/σεναριακό επίπεδο- στο κινηματογραφικό πεδίο, τι σε γοητεύει πιο πολύ στο συγκεκριμένο μέσο;

Α.Γ.: Συμφωνώ με την έννοια του παζλ και στο πώς συγκεντρώνεις ψηφίδες συνθέτοντας πραγματικότητες και περιβάλλοντα, ιστορίες που κουβαλούν κομμάτι της αλήθειας σου.

Στην περίπτωση των Αδέσποτων, μια τέτοια αλήθεια είναι η φιλία ανάμεσα στους χαρακτήρες.




Το σενάριο υπήρξε πρωτοβουλία σου ή δέχτηκες σχόλια, συμβουλές και υποδείξεις;

Α.Γ.: Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου του Γιώργου Τελτζίδη, ο οποίος με βοήθησε να προχωρήσω.

Με τους ηθοποιούς συζητήσαμε πολύ επί του σεναρίου - με τον Νικόλα διαφωνούσαμε, μέχρι την τελευταία στιγμή.

Ποιος κέρδισε;

Α.Γ.: Εγώ, αλλά μπορεί τελικά να έχασα και ο Νικόλας να είχε δίκιο. Ήμουν γενικά δεκτική, αλλά είχα μπει σε τριπάκια από τα οποία δεν μπορούσα να απεμπλακώ. Υπήρχαν πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία στις σκηνές.

Ν.Δ.: Υπήρχε συνδιαμόρφωση, που είναι πολύ συγκινητική, καθώς συνδέεται με το συλλογικό πνεύμα, αλλά -πολύ καλώς- η Αναστασία ήταν η «καπετάνισσα».Συμβαίνει αυτό στην τέχνη, δε γίνεται αλλιώς.

Ο σκηνοθέτης έχει ευθύνες. Αν, στο τέλος της βραδιάς, εγώ δεν παίξω καλά, θα ξεχαστώ σύντομα. Το όνομα του σκηνοθέτη, όμως, θα χαραχτεί στη μνήμη.

Σε τι ακριβώς συνίσταται, αν υπάρχει, η έμφυλη οπτική στο σινεμά και κάτα πόσο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις το εκάστοτε υλικό;

Και δε μιλάω τόσο για το αν «πρέπει» ή αν «δικαιούσαι» να καταπιαστείς με ένα «αντρικό» θέμα.

Α.Γ.: Είναι πιο σύνηθες οι άντρες να μην επικοινωνούν προβλήματα που μπορεί να έχουν, αυτά να συσσωρεύονται και να δημιουργούν νευρώσεις.Το έχω παρατηρήσει να συμβαίνει, ήθελα να το θίξω και το έκανα.

Ήθελα η αδυναμία επικοινώνησης των προβλημάτων σε μια αντρική παρέα και η υπαρκτή ματσίλα να «σπάνε» από μια τρυφερότητα, κάτι το οποίο πετύχαμε μαζί με τα παιδιά.

Για σένα, Νικόλα, υπάρχουν ρόλοι τους οποίους θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν  καλύτερα άνθρωποι που φέρουν μια συγκεκριμένη έμφυλη ταυτότητα;

Ν.Δ.: Θεωρώ πως μια γυναίκα είναι πιο κοντά και στις δύο ματιές -χωρίς και την αντρική δεν μπορεί να επιβιώσει- από ό,τι ένας άντρας.

Οι άντρες δυσκολευόμαστε να «μαλακώσουμε» και να αγκαλιάσουμε τη θηλυκή πλευρά μας, την οποία έχουμε και δεν έχουμε.

Και να γίνουμε πιο ολοκληρωμένοι άνθρωποι.

Ν.Δ.: Να γίνουμε, βασικά, άνθρωποι. Δε χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο συνέχεια.

Από μικρά παιδιά, μαθαίνουμε να κλαίμε με σφιγμένα δόντια μόνο στις κηδείες ή μπροστά στην ερωτική μας σύντροφο, προκειμένου -τουλάχιστον αυτή- να μας ερωτευτεί.

Την αδυναμία ερωτευόμαστε, οπότε διαλέγουμε να τη δείχνουμε εκεί που μας συμφέρει.

Σπάνια οι άντρες μιλάνε για την «κακία» τους ως άντρες, αντί να αναγνωρίζουν το τραύμα τους ως τέτοιοι, ενώ πολύ εύκολα, ως δημιουργοί, συνθέτουν γυναικείους χαρακτήρες που βασανίζονται, στενάζουν και υποδουλώνονται.




Πόσο αισθάνεστε κομμάτι «αδέσποτων» κοινοτήτων κάποιου τύπου;

Α.Γ.: Αν και δεν έχω ζήσει τις δεκαετίες του 1980 ή του 1990, οπότε μπορεί να τις ωραιοποιώ, νιώθω πως τότε υπήρχε μια πιο «καθαρή» ιδεολογική γραμμή που ένωνε τους ανθρώπους πιο εύκολα από ό,τι σήμερα.

Είμαστε άνθρωποι οι οποίοι αναζητάμε καταφύγιο ο ένας στον άλλο, απλώς δεν ξέρουμε πια πώς να το βρούμε, επειδή έχουμε χάσει την ειλικρίνεια και την επαφή με τον εαυτό μας.

Θα μπορούσε η ενασχόληση με την τέχνη να είναι ένα καταφύγιο;

Ν.Δ.: Για να υπάρξουν το σινεμά και το θέατρο, πρέπει να μάθεις να μοιράζεσαι και να εκτίθεσαι. Η τέχνη είναι ομαδικό άθλημα.

Ο τρόπος δημιουργίας των Αδέσποτων είναι ο ορισμός της πίστης στο συλλογικό. Χαίρομαι για τα βραβεία της ταινίας ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.

Μέσα σε έναν ζόφο, μια ομάδα πενήντα νέων ανθρώπων χωρίς προνόμια έφτιαξε ένα φιλμ «από τα κάτω» με πάρτυ, αγάπη και φροντίδα, κόντρα σε ένα κατεστημένο που μας ταλαιπωρεί και δεν αγαπάει τους καλλιτέχνες. Κι αυτό είναι κάτι.

Μετά από αυτήν την αρχή, πώς βλέπεις τη δικιά σου συνέχεια, Αναστασία;

Α.Γ.: Δεν περίμενα τίποτα.

Το βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας αυξάνει την πίστη σου τόσο στις δικιές σου δυνατότητες, όσο και σε εκείνες των συλλογικών εγχειρημάτων;

Α.Γ.: Σίγουρα.

Είναι από τις ευκαιρίες που συμβαίνουν πολύ σπάνια στη ζωή και πρέπει να τις αρπάξεις. Μου άρεσε πολύ η δουλειά με τη συγκεκριμένη ομάδα, και θέλω να ζήσω κάτι ανάλογο και στην επόμενη.

Ό,τι ιστορίες σκέφτομαι, ωστόσο, δε με ικανοποιούν όσο αυτή των Αδέσποτων.

Επειδή, επίσης, οι Αδέσποτοι ήταν ένα μη ολοκληρωμένο έργο με πολύ «ψωμί», θα μου άρεσε να το αναπτύξω σε μια ταινία μεγάλου μήκους, εστιάζοντας στην περίοδο μεταξύ 2008 και καραντίνας μέσα από την ιστορία αυτής της παρέας.

Εσύ, Νικόλα, θα ήσουν διατεθειμένος να επιβιβαστείς εκ νέου στο ίδιο «τρένο»;

Ν.Δ.: Η πίστη πως συλλογικά μπορούν να συμβούν ωραία πράγματα είναι αυτή που με κάνει να εκκινώ να είμαι μέρος ενός κόσμου. Οπότε, προφανώς θα ήμουν μέρος αυτού του κόσμου.

Η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας και Ανδρικής Ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Επόμενος σταθμός στις προβολές της, το 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου).



Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

DJ Krush: «Ατενίζω τη σιωπή που φωλιάζει ακριβώς κάτω από τον θόρυβο»

 


Μουσικός παραγωγός και DJ που έχει, εδώ και σαράντα χρόνια, καθορίσει όσο λίγοι το hip hop, το trip hop και την ambient μουσική, o Γιαπωνέζος DJ Krush εμφανίζεται ζωντανά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (20 και 21 Οκτωβρίου).

Συζητώντας μαζί του για τη ζωή, την τέχνη, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την πόλη και τη σιωπή.

Εγκαταλείψατε τη Γιακούζα (σημ.: τη γιαπωνέζικη Μαφία) για να εξελιχθείτε σταδιακά σε έναν σεβαστό DJ και μουσικό παραγωγό. Εκ των υστέρων, θεωρείτε ότι ήταν μια σοφή και (πιο) ανταποδοτική επιλογή;

Αισθάνεστε πιο «επικίνδυνος» ως καλλιτέχνης απ’ ό,τι ως μέλος συμμορίας; Πώς μπορεί, άραγε, η τέχνη να είναι επικίνδυνη στις μέρες μας - είτε πρόκειται για mainstream είτε για underground;

Τότε, με κινούσαν μόνο η νεανική ορμή και η παρόρμηση. Δεν ήξερα καν τι ακριβώς αναζητούσα. Η επιλογή του ήχου - αυτός ήταν, αναμφίβολα, ο σωστός δρόμος.

Η τέχνη δημιουργεί χώρο από το μηδέν και αγγίζει τα βαθύτερα σημεία του ανθρώπου. Το αίσθημα πληρότητας που προσφέρει είναι μοναδικό.

Ποιο είναι πιο επικίνδυνο; Υπάρχουν σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα. Μόνο η εξωτερική δύναμη δεν αρκεί για να πυροδοτήσει μια πραγματική μεταμόρφωση.

Όμως ο ήχος διαπερνά το σώμα, αγγίζοντας άμεσα το υποσυνείδητο. Δονεί εκείνα τα σημεία τα οποία οι λέξεις δεν μπορούν να φτάσουν, αφήνοντας ένα ήσυχο, ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μνήμη και την αντίληψη.

Αν η τέχνη είναι επικίνδυνη, είναι επειδή ανοίγει μια αθόρυβη χαραμάδα στην πραγματικότητα που οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένη. Δε χρειάζεται καμία εξήγηση.

Απλώς άφησε τις χαμηλές συχνότητες να χτυπήσουν στα σωθικά σου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο αλλάζει για πάντα. Αυτή είναι η πραγματική δύναμη του ήχου.

Ως καλλιτέχνης, έχετε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων σαράντα ετών στη διεύρυνση και την επαναχάραξη των ορίων ανάμεσα στο hip hop, το trip hop, την ambient μουσική και έναν ολόκληρο γαλαξία άλλων ειδών.

Ποια είναι η πιο συναρπαστική πτυχή αυτής της διαδικασίας;

Η πιο δυνατή στιγμή είναι όταν ένα τοπίο που δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα από τον ήχο.

Ένα σαμπλαρισμένο απόσπασμα, θόρυβος περιβάλλοντος, ένα μεμονωμένο χτύπημα τυμπάνου, η ακατέργαστη υφή του στατικού θορύβου - το καθένα υπάρχει ανεξάρτητα, ημιτελές.

Όμως, μέσα σε ένα και μόνο, θαυμαστό δευτερόλεπτο, ενώνονται απόλυτα, αρχίζουν να αναπνέουν σαν ένα και ζωγραφίζουν έναν κόσμο που κανείς δεν έχει ξαναδεί.

Ακόμα και μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια ενασχόλησης με τη μουσική, εκείνη ακριβώς η στιγμή εξακολουθεί να μου προκαλεί ανατριχίλα.

Δεν επεδίωξα ποτέ σκόπιμα να διευρύνω ή να καταρρίψω τα όρια των ειδών. Απλώς αναζητούσα τους συγκεκριμένους ήχους τους οποίους θεωρούσα βαθιά όμορφους και σκοτεινούς.

Όταν τελικά σήκωσα το βλέμμα μου, διαπίστωσα ότι βρισκόμουν εκτός των καθιερωμένων πλαισίων.

Το να δημιουργείς μουσική σημαίνει να ξεκινάς ένα ταξίδι - μια διαρκή ανακάλυψη των αθέατων κόσμων που κοιμούνται ακόμα βαθιά μέσα σου.

Σε ποιον βαθμό έχει επηρεαστεί το έργο σας από τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στην ιαπωνική κοινωνία - και έχει, κατά συνέπεια, μετατραπεί σε αντικατοπτρισμό τους;

Δεν έχω φτιάξει ποτέ μουσική για να προωθήσω μια πολιτική θέση ή ένα άμεσο μήνυμα.

Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι ζεις και αναπνέεις σε αυτήν την εποχή αρκεί ώστε οι ανεπαίσθητες κοινωνικές μεταβολές και η υποβόσκουσα ατμόσφαιρα να διαποτίζουν φυσικά την υφή και τη σιωπή του ήχου.

Το Τόκιο βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση μεταμόρφωσης. Καθώς η πόλη κατακλύζεται από πληροφορίες, οι ανθρώπινες σχέσεις αλλάζουν μορφή.

Πέρα από κάθε ευκολία, διαπιστώνω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους μια αόρατη, βαθιά μοναξιά.

Το TOKYØHUM δεν αποσκοπεί στο να εξηγήσει αυτές τις κοινωνικές αλλαγές. Είναι ένα ηχητικό τοπίο, διαμορφωμένο μέσα από τη συλλογή όσων εξακολουθούν να αντηχούν στις βαθύτερες σκιές της μητρόπολης.

Ανείπωτοι θόρυβοι, μνήμες που επιμένουν, ατόφιο συναίσθημα, η ίδια η ανάσα της πόλης - αυτά τα στρώματα, συμπεριλαμβανομένου του σκοταδιού πίσω από το φως νέον, αλληλοεπικαλύπτονται για να συνθέσουν τον αληθινό χτύπο της καρδιάς του σύγχρονου Τόκιο.

Δε δημιουργώ ήχο για να ορίσω την κοινωνία.

Απλώς αποτυπώνω τις λεπτές δονήσεις που πλανώνται στον αέρα και το σιωπηλό βάρος το οποίο κουβαλούν οι άνθρωποι, μετατρέποντάς τα σε ηχητική μνήμη. Οι πόλεις αλλάζουν και οι αξίες μεταβάλλονται.

Ωστόσο, η βαθιά ριζωμένη απομόνωση, οι εσωτερικές συγκρούσεις και τα αμυδρά ίχνη ελπίδας δε σβήνουν ποτέ πραγματικά.

Ίσως αυτό που αναζητούσα εξαρχής να μην είναι ο ήχος του ίδιου του «Τόκιο», αλλά ο ήσυχος, αδιάκοπος παλμός της ανθρώπινης ψυχής η οποία κρύβεται από κάτω. Απλώς ακούω.

Γνωρίζω ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες είναι γενικά διστακτικοί στο να αναγνωρίσουν το αποτύπωμά τους στο πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο, είτε σε εγχώριο είτε σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά όσο παραμένουν ενεργοί.

Εσείς πού εντοπίζετε ή πού μπορείτε να ακούσετε τον αντίκτυπο του έργου σας;

Το αν έχω αφήσει ή όχι το στίγμα μου στον πολιτισμό ή την κοινωνία - αυτό δεν εναπόκειται σε εμένα να το πω.

Αυτή η κρίση ανήκει στον χρόνο, στους ακροατές που δέχτηκαν τη μουσική και στην επόμενη γενιά δημιουργών η οποία ακολούθησε..

Αν, όμως, υπάρχει κάτι που πραγματικά απομένει, δε νομίζω πως είναι κάποιος συγκεκριμένος ήχος ή τεχνική προσέγγιση. Είναι απλώς η στάση τού να υπερασπίζεσαι ακλόνητα τη μουσική στην οποία πιστεύεις.

Δεν κυνήγησα ποτέ τις τάσεις. Επεδίωξα μόνο τους ακριβείς ήχους που είχα απεγνωσμένη ανάγκη να βγάλω από μέσα μου τη δεδομένη στιγμή.

Η μουσική δεν προορίζεται για μίμηση· είναι ένας τρόπος για να ανακαλύψει το κάθε άτομο τη δική του, μοναδική φωνή.

Τη στιγμή που ένα μουσικό κομμάτι φεύγει από τα χέρια μου, παύει να είναι δικό μου και γίνεται μέρος της ιστορίας του ακροατή.

Αν οι ήχοι τους οποίους έβγαλα στον κόσμο έχουν ριζώσει αθόρυβα μέσα σε κάποιον -κάπου βαθιά μέσα του-, αυτό είναι υπεραρκετό.

Σε κάθε περίπτωση, το ντεμπούτο άλμπουμ σας, με τον λιτό τίτλο Krush, έχει χαρακτηριστεί ορόσημο της σύγχρονης hip hop/trip hop σκηνής. Τι θυμάστε πιο έντονα από τη διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία του;

Εκείνη την εποχή, η Acid Jazz βρισκόταν στο απόγειό της και ένας εκλεπτυσμένος, άρτια επεξεργασμένος ήχος καθόριζε την ατμόσφαιρα της εποχής.

Όμως, μέσα σε όλα αυτά, αυτό που αναζητούσα δεν ήταν κάποια μορφή η οποία βρισκόταν στη μόδα. Αναζητούσα κάτι πολύ πιο βαθύ και σκοτεινό - ένα «βάθος χώρου» που βουλιάζει στα έγκατα του ήχου.

Στο πεδίο των οργανικών κομματιών χωρίς λόγια, ήθελα να δω πόσα από τις δικές μου αισθήσεις και την αισθητική μου θα μπορούσα να ενσωματώσω στις αντηχήσεις και τη σιωπή.

Θυμάμαι έντονα εκείνες τις στιγμές ησυχίας και έντασης μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, πλήρως αποκομμένος από τον θόρυβο του έξω κόσμου, καθώς εστίαζα με εμμονή σε ό,τι άφηνε ο ήχος πίσω του.

Ακόμη και καθώς στεκόμουν μέσα στο ορμητικό ρεύμα της εποχής, επεδίωκα στωικά μόνο τα σκοτεινά, πανέμορφα τοπία και ηχοτοπία τα οποία υπήρχαν στο δικό μου μυαλό.

Αυτό το ίχνος καθαρής εξερεύνησης έλαβε τελικά τη μορφή του Krush, το οποίο εξελίχθηκε οργανικά και αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως καθοριστικό στοιχείο στη θεμελίωση του trip-hop και του instrumental hip-hop.

Το Ζen, το έκτο άλμπουμ σας, παραπέμπει, ως προς τον τίτλο του, στη φιλοσοφία του Ζεν. Ποια είναι η σχέση σας με τη φιλοσοφία γενικότερα και με τον Βουδισμό ειδικότερα;

Για μένα, το πιο σημαντικό είναι να αντιμετωπίζω διαρκώς τον εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μου με απόλυτη ειλικρίνεια.

Ο τίτλος Zen προέκυψε από μια βαθιά σύνδεση με την ακινησία που ενυπάρχει στη φιλοσοφία Ζεν - την πρακτική τού να κοιτάζεις πέρα ​​από την επιφάνεια των πραγμάτων, ώστε να αντιληφθείς την αόρατη ουσία η οποία κρύβεται από κάτω.

Ωστόσο, δεν επιδίωξα ποτέ να εκπροσωπήσω κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή δόγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: δεν υπάρχει λόγος να γεμίζουμε κάθε χώρο με ήχο.

Μέσα στον αρνητικό χώρο -τη σιωπή και τους απόηχους ανάμεσα στις νότες- κρύβεται μια πυκνή συγκέντρωση συναισθήματος,

Αν υπάρχει κάτι το οποίο έχω αποκομίσει από τη βουδιστική σκέψη, αυτό είναι η πράξη της αποδέσμευσης από τις προσκολλήσεις, η αποδοχή της διαρκούς αλλαγής και η βαθιά εστίαση στον πυρήνα της ίδιας της ύπαρξης.

Πρόκειται για το να διαισθάνεσαι όχι μόνο ό,τι είναι ορατό ή ακούγεται, αλλά και τη σιωπηλή ατμόσφαιρα που πλανάται πίσω από αυτά. Αυτή η ήρεμη αντίληψη αποτελεί τον πυρήνα όσων δημιουργώ.

Το TOKYØHUM, το 14ο άλμπουμ σας -και ένα από τα πιο άρτια έργα σας-, είναι ένα θεματικό άλμπουμ βασιζόμενο στο μοτίβο του «καρδιοχτυπιού της πόλης».

Για ποιον λόγο το αστικό περιβάλλον ασκεί ανέκαθεν τόσο καθοριστική επίδραση στο δημιουργικό σας όραμα και στο φαντασιακό σας;

Για μένα, μια πόλη δεν είναι απλώς ένα σύνολο από κατασκευές από μπετόν· είναι ένας τεράστιος, ζωντανός οργανισμός, διαποτισμένος από τα μεταβαλλόμενα συναισθήματα και τις αναμνήσεις αμέτρητων ανθρώπων.

Ελπίδα, έντονη επιθυμία και, ακριβώς δίπλα τους, βαθιά απομόνωση και ανήσυχα κενά - αμέτρητες ζωές οι οποίες διασταυρώνονται. Πάντα με μαγνήτιζε ο μοναδικός ρυθμός και η ενέργεια που αναβλύζουν από τα βάθη εκείνου του χάους.

Δεν κοιτάζω την επιφάνεια -τα φώτα νέον ή την αρχιτεκτονική.

Ατενίζω τη σιωπή που φωλιάζει ακριβώς κάτω από τον θόρυβο, τη βαθιά μοναξιά η οποία πλανάται στους πολυσύχναστους δρόμους και τα διαχρονικά ανθρώπινα συναισθήματα που κρύβονται κάτω από τη διαρκή μεταβολή.

Το TOKYØHUM είναι ένα ηχητικό τοπίο το οποίο αποτυπώνει τον αόρατο, ανείπωτο παλμό κάθε ανθρώπου που ζει στα έγκατα της μητρόπολης.

Όσο κι αν αλλάζουν η εποχή ή το περιβάλλον, ο θεμελιώδης πυρήνας του ανθρώπινου συναισθήματος παραμένει αναλλοίωτος.

Απλώς αφουγκράστηκα προσεκτικά εκείνες τις αθέατες δονήσεις και τις ήσυχες ατμόσφαιρες, αποτυπώνοντάς τες στην ηχητική μνήμη.

Είχατε κάποια συγκεκριμένη πόλη κατά νου όταν δημιουργούσατε αυτά τα συγκεκριμένα μουσικά κολάζ;

Στο αρχικό στάδιο, η πόλη την οποία είχα στο μυαλό μου ήταν αναμφίβολα το Τόκιο - το μέρος όπου ζούσα για τόσο καιρό, νιώθοντας τον αέρα και τους ανεπαίσθητους κραδασμούς του κάθε μέρα.

Το Τόκιο σφύζει από μια καταιγιστική ενέργεια, κι όμως, ακριβώς δίπλα της, κυριαρχεί μια απόλυτη ησυχία και απομόνωση που σε τυλίγουν.

Πάντα με ελκύει βαθιά εκείνη η μοναδική υφή όπου αυτές οι αντικρουόμενες δυνάμεις σμίγουν.

Ωστόσο, καθώς εμβάθυνα στη διαδικασία του ηχητικού κολάζ, συνειδητοποίησα ότι δεν επρόκειτο πλέον για μια ιστορία περιοριζόμενη αυστηρά στο Τόκιο.

Φυσικά, κάθε μητρόπολη διαθέτει το δικό της ξεχωριστό τοπίο και τη δική της ιστορία.

Ωστόσο, κάτω από αυτήν την επιφανειακή όψη -στις μνήμες που επιμένουν, στο ατόφιο ανθρώπινο συναίσθημα και στα βαριά στρώματα του συσσωρευμένου χρόνου- υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί κοινό βίωμα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό που επιδίωξα να δημιουργήσω με αυτόν τον δίσκο δεν ήταν ποτέ ένα σάουντρακ για μια συγκεκριμένη γεωγραφική τοποθεσία. Είναι ο αόρατος, εσωτερικός παλμός του ζωντανού οργανισμού τον οποίο ονομάζουμε «πόλη».

Το Asphalt Lament, ειδικότερα, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα trip hop. Με ποια έννοια θα μπορούσε να θρηνεί η άσφαλτος; Τι θα μπορούσε να σας κάνει να θέλετε να κλάψετε;

Το Asphalt Lament είναι ένα κομμάτι στο οποίο μετέτρεψα απευθείας σε ήχο τις δονητικές μνήμες που έχουν ποτίσει την επιφάνεια της πόλης.

Η ίδια η άσφαλτος δεν αρθρώνει λέξεις.

Ωστόσο, απορροφά σιωπηλά τον άπειρο χρόνο κατά τον οποίο οι άνθρωποι τη διέσχισαν, τις στιγμές που χάθηκαν και τα συναισθήματα τα οποία έμειναν πίσω.

Ακριβώς μέσα σε αυτή την ήσυχη σιωπή και τον αρνητικό χώρο είναι που νιώθω μια πραγματική αντήχηση.

Η πόλη δεν κραυγάζει από φανερή θλίψη. Αντιθέτως, η ίδια η πόλη αναπνέει ήσυχα και βαθιά μέσα από το αχανές πέρασμα του χρόνου που την έχει διαποτίσει.

Το να αφουγκράζεσαι προσεκτικά αυτή την απαλή ανάσα - αυτό είναι, για μένα, η ουσία του Asphalt Lament.

Για μένα, η παρόρμηση να δακρύσω δεν πηγάζει μόνο από τη θλίψη.

Συμβαίνει όταν ανασύρονται ξαφνικά μνήμες προ πολλού ξεχασμένες, ή όταν έρχομαι απροσδόκητα αντιμέτωπος με μια ομορφιά τόσο συγκλονιστική, που τα λόγια δεν αρκούν για να την αποδώσουν.

Είναι ακριβώς εκείνο το φευγαλέο ρίγος συγκίνησης που θέλω να αποτυπώσω και να διατηρήσω στον ήχο.

Στις 20 και 21 Οκτωβρίου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Καθώς περνούν τα χρόνια, παραμένετε εξίσου πρόθυμος να εξερευνήσετε απάτητα μονοπάτια μαζί με το κοινό σας;

Όσα χρόνια ή ορόσημα κι αν συγκεντρώνω, η δίψα για εξερεύνηση στα έγκατα της ύπαρξής μου δε σβήνει ποτέ.

Για μένα, η μουσική δεν αφορά την ασφαλή αναπαραγωγή όσων έχω δημιουργήσει στο παρελθόν. Είναι ένα όχημα για να εισέλθω σε αχαρτογράφητες περιοχές.

Όταν στέκομαι στη σκηνή, δε βρίσκομαι εκεί για να δώσω μια έτοιμη απάντηση.

Η ατμόσφαιρα του χώρου, η ανάσα του πλήθους, οι χαμηλόσυχνες δονήσεις οι οποίες συγκλονίζουν το στήθος - μόνο όταν όλα αυτά τα στοιχεία συναντώνται σε μια μοναδική, ακριβή στιγμή, αναδύεται ένας εντελώς νέος κόσμος.

Είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε οπουδήποτε αλλού στη Γη, αυτή η αλήθεια παραμένει η ίδια.

Εξακολουθώ να αναζητώ αδιάκοπα τους ακριβείς ήχους που θα μας μεταφέρουν στο επόμενο επίπεδο. Για μένα, μια ζωντανή εμφάνιση είναι μια κοινή τελετουργία εξερεύνησης - ένα διαρκές ταξίδι στο άγνωστο, μαζί με το κοινό.

Τι κρύβεται πίσω από εκείνη την πόρτα; Ούτε εγώ το ξέρω ακόμα. Όμως, για να φτάσω σε εκείνο το βαθύ σημείο, θα συνεχίσω να ωθώ τον ήχο προς τα εμπρός.

Eυχαριστώ θερμά το τιμ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό και την υλοποίηση της συνέντευξης.

O DJ Krush εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 20 Οκτωβρίου στην Αθήνα στο ARCH, (Κρήτης 1 & Πέτρου Ράλλη 29, Ταύρος) και την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη στο Rover Bar (Σαλαμίνος 6).