Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Jérôme Reuter: «Δε φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την αδιαφορία»

 

Jérôme Reuter (Φωτογραφία: Walther Benedikt)

Συνδυάζοντας στοιχεία σκοτεινής (νεο)φολκ, post-punk, chanson, industrial και synth wave και βρίθοντας ιστορικών και λογοτεχνικών αναφορών, οι ROME είναι το προσωπικό όχημα του εκ Λουξεμβούργου ορμώμενου Jérôme Reuter.

Με αφορμή τις επικείμενες, επετειακές συναυλίες του γκρουπ σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα στις 16 και 17 Ιανουαρίου, αντίστοιχα, κουβεντιάζουμε με τον Jérôme Reuter.

Κατάγεσαι από το Λουξεμβούργο, μια μικροσκοπική χώρα ουσιαστικά άγνωστη στην πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών. Πώς θα περιέγραφες την πολιτιστική και πολιτική πραγματικότητα εκεί;

Ω, υπάρχει ένα ολόκληρο δοκίμιο το οποίο πρέπει να γραφτεί ως απάντηση στην ερώτησή σου. Από πού να ξεκινήσω;

Το Λουξεμβούργο είναι μια χώρα όπως όλες οι άλλες, καθώς έχουμε τα δικά μας προβλήματα, τη δική μας ιστορία και τις δικές μας μικρές παραξενιές. Αλλά όλα σε πολύ μικρότερη κλίμακα, προφανώς.

Έχουμε πολλά ενδιαφέροντα πολιτιστικά και ιστορικά ορόσημα στην περιοχή.

Και το πολιτικό τοπίο και η πραγματικότητα είναι κάπως συγκρίσιμα με μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης. Λατρεύω την πατρίδα μου. Δεν πρόκειται να την κατακρίνω. Πρέπει να την επισκεφτείς κάποια στιγμή.

Αρχικά, ένα προσωπικό εγχείρημα που συνδύαζε στοιχεία σκοτεινής (νεο)φολκ, post-punk, chanson, industrial και synth wave, οι ROME έχουν πλέον συμπεριλάβει και άλλα μέλη.

Σε ποιον βαθμό αποδέχεσαι την άποψη και των άλλων;

Οι ROME ζωντανά στη σκηνή ήταν πάντα ένα εξελισσόμενο ον.

Πήγαινε μπρος-πίσω. Ξεκινούσα σόλο προσθέτοντας μουσικούς πού και πού, μέχρι που μείναμε 5 άτομα στη σκηνή και μετά μειωνόμασταν και ξαναχτιζόταν η σύνθεση του σχήματος για να καταλήξουμε στην τωρινή τριμελή εκδοχή:

Με τον Yann Dalscheid στο μπάσο και τα backings και τον Michel Spithoven στα ντραμς και τα backings. Αυτό θα είναι και το line-up για τις επερχόμενες συναυλίες στην Ελλάδα.

Όταν όμως δουλεύω στο στούντιο, συνήθως μόνο εγώ και ένας μηχανικός ήχου καταλήγουμε να κάνουμε από κοινού την παραγωγή του δίσκου, επειδή εκτιμώ τη συμβολή τους.

Τα τελευταία 7 χρόνια αυτός ήταν ο Τοm Gatti στα Unison Studios στο Λουξεμβούργο. Πρέπει να πω ότι έχουμε γίνει μια αρκετά καλή ομάδα. Μου αρέσει πολύ να δουλεύω μαζί του.

Η πλούσια ηχογραφημένη σου παραγωγή ξεχειλίζει από ιστορικές, ποιητικές και λογοτεχνικές αναφορές, από τους τίτλους και τα εξώφυλλα αρκετών άλμπουμ μέχρι τους στίχους και τις γενικές θεματικές ανησυχίες.

Γιατί είναι τόσο σημαντική για εσένα η εμβάθυνση σε αυτά;

Για να είμαι ειλικρινής, ικανοποιώ μόνο τη δικιά μου περιέργεια.

Ενδιαφέρομαι για όλα αυτά. Θα μπορούσα πιθανώς να είμαι πιο επιτυχημένος από πολλές απόψεις αν η δουλειά που κάνω δεν ήταν τόσο μεθυστική και ερμητική, αλλά αυτό με ωθεί.

Και πάντα μου άρεσαν αυτοί οι τραγουδοποιοί που σε ταξιδεύουν μαζί τους και σε κάνουν να ανακαλύπτεις άλλους συγγραφείς, άλλους μουσικούς, φιλοσοφία και Ιστορία και άλλα πολλά.

Βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος μιας παράδοσης κατά κάποιον τρόπο. Οι τραγουδιστές και οι τροβαδούροι τους οποίους είχαμε παλιά... Δεν έχει σημασία να έχουμε τις απαντήσεις, αλλά το να μοιραζόμαστε τις ερωτήσεις που έχουμε όλοι.

«Ξέρουμε ότι ο σάπιος τάφος της Ευρώπης δεν έχει πλέον βωμό/ Αν δε φύγουμε ποτέ, δε θα είμαστε ποτέ σπίτι μας». (Give Your Heart to the Hawks).

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, η Ευρώπη είναι νεκρή και πώς μπορεί να ξαναγεννηθεί; Την αισθάνεσαι ακόμα ως (το) «σπίτι σου»;

Ναι, είναι σε μεγάλο βαθμό το σπίτι μου και όσο μακριά κι αν τολμήσω να πάω, το κάλεσμά του γίνεται όλο και πιο δυνατό.

Όχι, η Ευρώπη δεν είναι νεκρή, αλλά έχει περάσει πράγματι δύσκολες στιγμές. Αλλά πιστεύω ότι έχουμε ακόμα αρκετή ανθεκτικότητα για να τη σώσουμε. Τίποτα δεν έχει χαθεί.

Οδεύουμε προς ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι τώρα και, απ’ όσο μπορώ να δω, τα επόμενα 5 με 15 χρόνια θα είναι τα πιο ενδιαφέροντα (με την κακή έννοια) τα οποία έχουμε ζήσει εδώ και καιρό.

«Παρακολουθούμε κάθε λέξη σας, ψιθυριστή ή τυπωμένη (Parlez-Vous Hate;) / Θα την κάψουμε όλη και θα την ονομάσουμε πρόοδο εκ νέου (Parlez-Vous Hate;) / Θα σας βάλουμε όλους σε αλυσίδες και θα την ονομάσουμε/ ελευθερία, ναι (Parlez-Vous Hate;)».

Βάζεις στο στόχαστρό σου τη μάστιγα της πολιτικής ορθότητας εδώ ή τον ανερχόμενο φασισμό; Ή και τα δύο;

Λοιπόν, η αυταρχική λογοκρισία εμφανίζεται σε πολλές μορφές· όπως και οι εχθροί της δημοκρατίας.

Πιστεύω ότι είναι καθήκον μας να υπερασπιστούμε τη δημοκρατική μας κληρονομιά, το δικαίωμά μας να ψηφίζουμε, να μιλάμε ανοιχτά, να συναθροιζόμαστε και να λατρεύουμε.

Αλλά αυτό θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο καθώς ο πόλεμος εξαπλώνεται και μάς διαλύει.

«Η θλίψη θα μιλήσει και η φωτιά θα κάψει/ Στους εχθρούς το σπαθί, στη θλίψη λόγια/ Ναι, η θλίψη θα μιλήσει και η φωτιά θα κάψει/ Στους εχθρούς το σπαθί, στη θλίψη λόγια δίνουμε/ Και αύριο ζούμε», τραγουδάς στο Tomorrow we live από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των ROME, Civitas Solis.

Μπορούν οι λέξεις να απαλύνουν πραγματικά τη θλίψη; Και πώς ορίζεις τη «ζωή» σε έναν κόσμο στα πρόθυρα ενός γενικευμένου/παγκοσμιοποιημένου πολέμου;

Δε νομίζω ότι την απαλύνουν εντελώς. Αλλά σίγουρα τα λόγια μπορούν να βοηθήσουν. Η θλίψη που μοιράζεται είναι η θλίψη που μειώνεται στο μισό. Είμαστε κοινωνικά ζώα. Μπορούμε να βοηθήσουμε το ένα το άλλο σχεδόν σε όλα.

Αν οι Ουκρανοί και οι Ουκρανές με έχουν διδάξει ένα πράγμα, είναι σίγουρα ότι η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να συνεχιστεί και θα συνεχιστεί. Δε φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την αδιαφορία.

Έχεις εκφράσει την υποστήριξή σου στον αγώνα των Ουκρανών κατά της ρωσικής εισβολής με πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της ηχογράφησης ολόκληρων άλμπουμ και των συχνών ζωντανών εμφανίσεων στο Κίεβο.

Από πού πηγάζει η αλληλεγγύη σου;

Κάνω περιοδείες στην Ουκρανία σχετικά τακτικά από το 2015. Το ίδιο ίσχυε και για τη Ρωσία, παρεμπιπτόντως.

Έτυχε να παίξω στην Οδησσό και το Κίεβο λίγες μόνο μέρες πριν από τη γενικευμένη εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022. Και διατήρησα επαφή με τους φίλους μου εκεί αφού άκουσα τα καταστροφικά νέα.

Έτσι, ήταν φυσικό να πάω ξανά εκεί και να τους στηρίξω με όποιον τρόπο μπορώ.

Αυτήν τη στιγμή (τέλη Νοεμβρίου 2025), η προοπτική ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας φαίνεται να είναι πιο κοντά από ποτέ.

Από στρατιωτικής άποψης, η ρωσική πλευρά φαίνεται να έχει κερδίσει και η ουκρανική να έχει χάσει. Και από τις δύο πλευρές, ωστόσο, οι (αντιφρονούντες) άμαχοι είναι τα κύρια θύματα.

Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτού του πολέμου;

Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω σχετικά με αυτό το ερώτημα. Κυρίως επειδή μεγάλο κομμάτι του φαίνεται να τίθενται με λάθος τρόπο εξαρχής.

Αν έτσι μοιάζει η νίκη, διαφωνώ κάθετα. Και η ειρήνη δε μου φαίνεται πιο κοντά τώρα από ό,τι πριν από τρία χρόνια.

Το να σε εκφοβίζουν για παραχωρήσεις δε θα φέρει την ειρήνη. Και πώς μπορείς να συγκρίνεις τις απώλειες αμάχων και από τις δύο πλευρές; Αυτό είναι αρκετά γελοίο.

Δεν είμαι ούτε ιστορικός ούτε μέντιουμ, οπότε πώς μπορώ να προβλέψω τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ενός συνεχιζόμενου πολέμου; Όσον αφορά στη μεγαλύτερη εικόνα: όλα αυτά μόλις ξεκινούν!

Τον Ιανουάριο επιστρέφεις στην Ελλάδα μετά από 10 χρόνια για να γιορτάσεις τα 25 χρόνια των RΟΜΕ. Πώς νιώθεις για τις επετείους;

Αυτή η επέτειος με έκανε να αναπολήσω ετούτα τα 20 χρόνια, πράγματι - κάτι που δε μου αρέσει και πολύ να κάνω. Πάντα ζω στο επόμενο τραγούδι, στον επόμενο δίσκο.

Δε μου αρέσει να μένω ακίνητος και να σκέφτομαι πού έχω πάει. Με ενδιαφέρει περισσότερο το πού πηγαίνω. Σίγουρα δεν αισθάνομαι πως έχω καταφέρει κάτι ακόμα. Αλλά εντάξει, είμαι εδώ τώρα και δεν είναι όλα άσχημα.

Ευχαριστώ θερμά το μάνατζμεντ των ROME για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον Jérôme Reuter, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Οι ROME εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα) και το Σάββατο 17 Ιανουαρίου στην Αθήνα στο Gazarte- Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).



Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Σι-Τσινγκ Τσου: «Δε θεωρώ τον κοινωνικό ρεαλισμό τόσο ως προσέγγιση όσο ως θέση»

 


Επί χρόνια συνεργάτιδα του Σον Μπέικερ, η Ταϊβανέζα και κάτοικος Νέας Υόρκης, Σι-Τσινγκ Τσου, στρέφει το βλέμμα της με την πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της, Το αριστερό μου χέρι, στους απόκληρους της σύγχρονης ταϊβανέζικης κοινωνίας.

Με αφορμή την έξοδο της ταινίας της στους κινηματογράφους στις 8 Ιανουαρίου, είχαμε μια περιεκτική συζήτηση με την σκηνοθέτρια.

Στην καλύτερη παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, το Αριστερό μου χέρι, η πρώτο σόλο μεγάλου μήκους ταινία σου, συνιστά μια συμπονετική και προσωπική ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της Ταϊβάν, κυρίως μέσα από την οπτική γωνία των βασικών γυναικείων χαρακτήρων του.

Γιατί η προσέγγιση του κοινωνικού ρεαλισμού είναι η καταλληλότερη για την έκφραση των αισθητικών, πολιτικών και κοινωνικών σου ανησυχιών;

Δε θεωρώ τον κοινωνικό ρεαλισμό τόσο ως προσέγγιση όσο ως θέση. Είναι η θέση μου σε σχέση με τον κόσμο. Δε νιώθω άνετα να μιλάω για ανθρώπους από απόσταση. Προτιμώ να μένω κοντά, να παρατηρώ και να αφήνω τις αντιφάσεις να υπάρχουν.

Μεγαλώνοντας στην Ταϊβάν και αργότερα ζώντας στη Νέα Υόρκη, έμαθα ότι οι περισσότερες πολιτικές στιγμές συμβαίνουν συχνά ήσυχα: στο τραπέζι, στον χώρο εργασίας, στον τρόπο που τα χρήματα ή η εξουσία κινούνται μέσα σε μια οικογένεια.

Ο κοινωνικός ρεαλισμός μού επιτρέπει να μένω σε αυτές τις στιγμές χωρίς να τις εξηγώ ή να τις μετατρέπω σε σύμβολα.

Γιατί σε ελκύουν χαρακτήρες ανήκοντες σε κοινότητες εργατικής τάξης ή μεταναστών, οι οποίοι συχνά, όπως οι κύριοι χαρακτήρες αυτού του φιλμ, βιώνουν οικονομική πίεση και επισφάλεια σε μια χώρα κατά τα άλλα περιγραφόμενη ως «ανεπτυγμένη»;

Με ελκύουν οι άνθρωποι που προσαρμόζονται συνεχώς, που φέρουν ευθύνες χωρίς πολλά περιθώρια λάθους.

Αυτές δεν είναι περιθωριακές ζωές. Είναι κεντρικής σημασίας για τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, κι όμως όσοι και όσες τις βιώνουν συχνά είναι αόρατοι και αόρατες.

Ενδιαφέρομαι για την ευφυΐα τους, το χιούμορ τους και τις ήσυχες στρατηγικές τις οποίες χρησιμοποιούν για να συνεχίσουν.

Πόσο ευρύ είναι το ταξικό χάσμα στην Ταϊβάν; Υπάρχουν αγώνες για να γεφυρωθεί από την πλευρά των κοινωνικών ή πολιτικών δυνάμεων/κινημάτων στη χώρα;

Το χάσμα είναι πραγματικό, αλλά δεν είναι πάντα προφανές. Φαίνεται στη στέγαση, την εκπαίδευση και στο πόσο ρίσκο μπορεί να αναλάβει μια οικογένεια.

Πολλές ανισότητες κληρονομούνται, ακόμα κι αν οι άνθρωποι δεν μιλούν για το ζήτημα με αυτόν τον τρόπο.

Υπάρχουν πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που πιέζουν για αλλαγή, ειδικά μεταξύ των νεότερων γενεών, αλλά η διαδικασία είναι αργή.

Αυτό που με συναρπάζει είναι το πώς η ταξική διαφορά διαμορφώνει τη συμπεριφορά πολύ πριν γίνει πολιτική συζήτηση.




Κατάλοιπα πατριαρχικής νοοτροπίας φαίνεται να υπάρχουν και στην κοινωνία της Ταϊβάν, όπως για παράδειγμα η ιεράρχηση των ανδρών μελών μιας οικογένειας σε θέματα κληρονομιάς. Έχει υποχωρήσει αυτή η νοοτροπία τα τελευταία χρόνια;

Έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Οι νόμοι μπορούν να αλλάξουν πιο γρήγορα από τις οικογενειακές συνήθειες. Σε πολλά σπίτια, οι παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο και την κληρονομιά εξακολουθούν να καθοδηγούν σιωπηλά τις αποφάσεις.

Αυτό που είναι διαφορετικό τώρα είναι ότι οι άνθρωποι, ειδικά οι γυναίκες, έχουν μεγαλύτερη επίγνωση αυτών των μοτίβων. Στην ταινία, δε με ενδιέφερε να προβώ σε κάποια κρίση. Ήθελα να δείξω πώς αυτές οι αξίες μεταδίδονται σχεδόν ασυνείδητα.

Η μικρή Νίνα Γιε, στον ρόλο της Ι-Τζινγκ, είναι η παλλόμενη «καρδιά» της ταινίας.

Πώς κατάφερες να «αποσπάσεις» μια τόσο εκπληκτική ερμηνεία, χωρίς (κρίνοντας από το αποτέλεσμα στην οθόνη) ούτε να την κάνεις να φαίνεται νήπιο, ούτε να την αντιμετωπίζεις ως μεγαλύτερη από όσο είναι στην πραγματικότητα;

Η Νίνα κατάλαβε καλά την ιστορία και τις ατάκες της, με την υποστήριξη της μητέρας της, η οποία την καθοδήγησε επίσης. Στο πλατό, κρατήσαμε τα πράγματα παιχνιδιάρικα και της επιτρέψαμε να αντιδρά φυσικά.

Ο ρόλος μου ήταν να δημιουργήσω έναν ασφαλή χώρο όπου θα μπορούσε απλώς να είναι ο εαυτός της.

Το Αριστερό μου χέρι φέρει το «στίγμα» του Σον Μπέικερ στο μοντάζ, την παραγωγή και το σενάριο, ωστόσο ουσιαστικά παραμένει η δική σου ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της Ταϊβάν.

Τι εκτιμάς περισσότερο στην πολύχρονη συνεργασία σας;

Και οι δύο πιστεύουμε ότι τα φιλμ προέρχονται από την παρατήρηση, όπως και οι καλές ιστορίες.

Αυτή η ιστορία είναι βαθιά ριζωμένη στην εμπειρία μου από την Ταϊβάν, και η ακρίβεια του έργου του Σον στο μοντάζ βοήθησε στην βελτιστοποίηση της ταινίας, επιτρέποντάς της παράλληλα να παραμείνει βαθιά προσωπική.




Το φιλμ σου είναι γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε iPhone.

Ποια, κατά τη γνώμη σου, είναι τα κύρια πλεονεκτήματα αυτού του εργαλείου και πώς βλέπεις τη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, στη διαδικασία δημιουργίας ταινιών;

Το iPhone μάς επέτρεψε να ενσωματωθούμε στην πραγματική ζωή και να γυρίσουμε σε δημόσιους χώρους χωρίς να διαταράξουμε τον φυσικό τους ρυθμό. Αυτή η οικειότητα ήταν απαραίτητη για το φιλμ μας.

Όσο για την Τεχνητή Νοημοσύνη, είμαι επιφυλακτική.

Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη διαδικασία, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση. Ο κινηματογράφος βασίζεται στην ανθρώπινη μνήμη και εμπειρία και αυτό το κομμάτι δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχες προγραμματίσει να ξεκινήσεις αυτό το ταξίδι στον χώρο του κινηματογράφου, σκοπεύεις τώρα να σχεδιάσεις τις επόμενες κινήσεις σου; Ή είσαι ακόμα ανοιχτή στην απόλαυση του αγνώστου;

Έχω μεγαλύτερη επίγνωση της φωνής μου τώρα, οπότε ναι, δίνω μεγαλύτερη προσοχή στις ιστορίες που θέλω να πω.

Δε θέλω, ωστόσο, να αποκοπώ από την αβεβαιότητα. Μερικές από τις πιο σημαντικές στροφές στη ζωή μου προήλθαν από πράγματα τα οποία δεν είχα σχεδιάσει. Νομίζω πως η κινηματογράφηση απαιτεί τόσο δέσμευση όσο και ανοιχτό πνεύμα.

Η ταινία της Σι-Τσινγκ Τσου Το αριστερό μου χέρι κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από τις 8 Ιανουαρίου σε διανομή του Cinobo.



Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Decius: «Ό,τι κάνουμε είναι DIY. Πάντα έτσι ήταν. Δεν ξέρουμε άλλον τρόπο»

 

Decius (Φωτογραφία: Liam May)

Με όνομα το οποίο παραπέμπει σε έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα, οι Βρετανοί Decius παίζουν χορευτική μουσική για τον 21ο αιώνα.

Ο Luke May, εκ των μελών του σχήματος, αναλαμβάνει να ρίξει λίγο φως στη διαδρομή και τον τρόπο λειτουργίας των Decius ενόψει του λάιβ τους στο An Club το Σάββατο 10 Ιανουαρίου.

Πήρατε το όνομά σας από τον Τραϊανό Δέκιο, έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα που κυβέρνησε για μόλις δύο χρόνια πριν σκοτωθεί από τους Γότθους στη μάχη της Αβρίττου.

Η δική σας «βασιλεία» φαίνεται να έχει διαρκέσει περισσότερο από τη δική του. Γιατί, όμως, επιλέξατε αυτό το όνομα εξαρχής;

Το όνομα Δέκιος μάς ήρθε σε ένα όνειρο. Θα μπορούσε κάποιος να πει... ως ένα όραμα. Έτσι, αν και μοιραζόμαστε ένα παρόμοιο παρατσούκλι με τον άτυχο Χριστιανό σφαγέα αυτοκράτορα, δεν έχουμε πάρει το όνομά του.

Και, παρόλο που υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι μπορεί να αμφισβητήσουν τη σωστή, λατινική προφορά, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ, ΚΑΘΑΡΗ προφορά του ονόματός μας είναι η εξής: DEE-SEE-USS.

Οι Decius είναι ένα είδος supergroup. Τι έφερε -και κρατά- τα μέλη του μαζί, τι αναζητάτε μέσω της μουσικής, είτε ηχογραφείται είτε παίζεται ζωντανά; Eίστε αρκετά γενναίοι για να βγείτε από την/τις ασφαλή/ές σας (μουσική/ές) ζώνη/ες;

Βαθιά, ακλόνητη παθητικότητα. Η παθητικότητα είναι ο μόνος τρόπος...

Πώς συνδέεστε με τη σύγχρονη παγκόσμια χορευτική σκηνή, ανεξάρτητα από τις ταμπέλες;

Νιώθετε κατά καιρούς ότι κυριαρχείται από μια κοινοτοπία εταιρικού στιλ ή έλλειψη εφευρετικότητας ή, αντίθετα, πως «ψήνεται» κάτι ιδρωμένο και αιχμηρό;

Δεν έχουμε σχεδόν καμία ιδέα τι συμβαίνει στην μέινστριμ σκηνή.

Αλλά ναι - βλέπουμε νέους ανθρώπους να χορεύουν σε σκοτεινά, ιδρωμένα δωμάτια, χωρίς να ανησυχούν για το αν θα τραβήξουν βίντεο για το Instagram. Απόλυτα ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ.

Αυτό «ψήνεται» αυτήν τη στιγμή, αυτήν τη στιγμή που μιλάμε... Απλά πρέπει να ξέρεις πού να ψάξεις...

Και ποια είναι η γνώμη σου για τη βρετανική χορευτική σκηνή, ειδικότερα; Ποιο συγκρότημα ή άτομα θα αναφέρατε ως τον «πλησιέστερο συγγενή» σας;

Και πάλι, δε δίνουμε αρκετή προσοχή.

Τα συγκροτήματα που θεωρούμε τους πιο κοντινούς μας συγγενείς, στην πραγματικότητα ΕΙΝΑΙ οι πιο κοντινοί μας συγγενείς, διακινδυνεύοντας να πούμε το προφανές: Fat White Family/Paranoid London κ.λπ.

Αν και γνωρίσαμε πρόσφατα τους Make A Dance, και τους θεωρούμε υπέροχους.

We Carry Our Flamboyance As A Warning, δηλώνετε Decius Vol II. Με ποια έννοια είστε επιδειξιομανείς και γιατί αυτή η «επιδειξιομανία» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προειδοποίηση; Και προς ποιον;

Οποιαδήποτε επιτήδευση αποτελεί προειδοποίηση...

Μου αρέσει ιδιαίτερα το Quick Reliefs από το ντεμπούτο άλμπουμ σας. Τι σας προσφέρει ανακούφιση στις μέρες μας - γρήγορη ή όχι;

Και πάλι, η παθητικότητα σε όλες τις μορφές της...

Θα προτιμούσα να μη σκέφτομαι πολύ τι είχε στο μυαλό του ο guest τραγουδιστής Fats McCourt όταν τραγουδούσε αυτόν τον στίχο.

Η χορευτική μουσική και -κατά συνέπεια- οι μουσικοί οι οποίοι συνθέτουν/ερμηνεύουν χορευτική μουσική συχνά θεωρούνται απολίτικοι/αντιπολιτικοί. Πού στέκεστε πολιτικά;

Μέσα από ποια μονοπάτια διαμορφώνεται η (πολιτική) συνείδηση ​​και στη χορευτική πίστα;

Είμαστε μη δυαδικά άτομα - καλλιτεχνικά, και επομένως πολιτικά. Πολιτική συνείδηση ​​που διαμορφώνεται στη χορευτική πίστα; Ναι: ενότητα.

Ίσως το ξέρεις (ή και όχι), αλλά στις 10 Ιανουαρίου θα εμφανιστείτε σε έναν από τους πιο ιστορικούς underground (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αθηναϊκούς χώρους συναυλιών, το An Club, το οποίο συνδέεται κυρίως με alternative rock, πανκ και μέταλ σχήματα.

Σε ποιον βαθμό η μουσική που συνθέτετε, ερμηνεύετε ή σας αρέσει να ακούτε φέρει κάποια από την «τζαζεμένη» DIY αισθητική και αίσθηση για τις οποίες το πανκ ροκ είναι διάσημο;

Είναι πραγματικά τιμή μας που παίζουμε στο θρυλικό An Club. Ό,τι κάνουμε είναι DIY. Πάντα έτσι ήταν. Δεν ξέρουμε άλλον τρόπο.

Ευχαριστώ τον Luke May για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Oι Decius ανεβαίνουν (ή μάλλον κατεβαίνουν) στη σκηνή του An Club (Σολωμού 13, Εξάρχεια) το Σάββατο 10 Ιανουαρίου μετά τις 9 το βράδυ. Opening acts: Modern Ruin και Degear0001.

Διοργάνωση: Πώρωση.



Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ross Daly: «Οι μουσικοί οφείλουμε να είμαστε υπηρέτες της ιερής τέχνης της μουσικής»

 

Ross Daly (Φωτογραφία: April Renae)

Για περισσότερα από πενήντα χρόνια, ο ιρλανδικής καταγωγής μάστορας της κρητικής λύρας, Ross Daly, αποτελεί σημείο αναφοράς της κρητικής πολιτιστικής ζωής και του ανθρώπινου τοπίου του νησιού.

Μια συνομιλία μαζί του ενόψει της εμφάνισής του με την Κέλυ Θωμά στο Theatre of the NO την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου.

«Η μουσική είναι η γλώσσα του διαλόγου μου με αυτό που αντιλαμβάνομαι ως ιερό», δηλώνετε. Ποιος είναι ο ορισμός σας για την «ιερότητα» τόσο από πνευματική όσο και από καλλιτεχνική άποψη - ειδικά σε σχέση με τη μουσική;

Εκείνο που είναι ιερό για μένα είναι αυτό που αποκαλύπτει την ενότητα πίσω από την ψευδαίσθηση του διαχωρισμού. Η μουσική, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι μια γλώσσα περιγραφικού ή αναπαραστατικού χαρακτήρα.

Αντίθετα, επικαλείται την παρουσία των αρχετύπων σε σχέση με ένα υπόβαθρο καθαρής συνειδητότητας. Είναι ακριβώς αυτή η συνειδητότητα που μας ενώνει όλους, καθώς αποτελεί τον ίδιο τον πυρήνα του είναι καθενός και καθεμιάς από εμάς.

Ταυτόχρονα υποτιμητικός, γενικός, απλοϊκός και χαλαρά λειτουργικός, ο όρος «World Music» μπορεί να εφαρμόζεται και στο δημιουργικό σας έργο. Πόσο μακριά -ή κοντά σε- αυτήν την έννοια βρίσκεστε;

Δε θεωρώ τον όρο «World Music» σχετικό με τη μουσική που με αφορά.

Πάντα ήταν ένας κάπως αδέξιος όρος, ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, εξυπηρετούσε κυρίως ανθρώπους της «μουσικής βιομηχανίας» που είχαν ανάγκη από μια σύντομη και εύηχη ετικέτα για λόγους μάρκετινγκ.

Δυστυχώς, φέρει επίσης ένα όχι και τόσο διακριτικό ρατσιστικό υπόβαθρο.

Ένας ουτίστας από το Κάιρο ή ένα ντουέτο λύρας/λαούτου από την Κρήτη θεωρούνται «World Music», ενώ ο Μπετόβεν ή ο Τσαϊκόφσκι, όχι. Πρόκειται απλώς για μια ακόμη εκδοχή του σχήματος «εμείς» και «οι άλλοι».

Αν και ιρλανδικής καταγωγής, αποτελείτε σημείο αναφοράς της κρητικής πολιτιστικής ζωής και του ανθρώπινου τοπίου για περισσότερα από πενήντα χρόνια.

Τι σας τράβηξε εξαρχής στην Κρήτη και, επιπλέον, στην κρητική λύρα; Ήταν ένα είδος εσωτερικού καλέσματος;

Έχω απαντήσει σε αυτή την ερώτηση τουλάχιστον δέκα χιλιάδες φορές στη διάρκεια της πενηντάχρονης παραμονής μου εδώ στην Κρήτη.

Μετά από όλο αυτό τον χρόνο, ειλικρινά δεν αισθάνομαι ούτε την ανάγκη ούτε την επιθυμία να απαντήσω για άλλη μια φορά στο ερώτημα αυτό.

Αισθάνεστε ευθυγραμμισμένος με τα περισσότερα χαρακτηριστικά/ήθη του «μέσου» Κρητικού ατόμου ή υπάρχουν ακόμα συμπεριφορές και κανόνες που δεν μπορείτε να κατανοήσετε/υιοθετήσετε πλήρως;

Δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να υιοθετήσω τα χαρακτηριστικά του μέσου Κρητικού, ούτε κανενός άλλου λαού.

Οι συνθήκες της ζωής μου ήταν τέτοιες που δε γεννήθηκα ούτε μεγάλωσα στο πλαίσιο κάποιας συγκεκριμένης εθνικής ταυτότητας, και ποτέ δε μου φάνηκε ιδιαίτερα καλή ιδέα να υιοθετήσει κανείς μια τέτοια ταυτότητα ως ενήλικας.

Έτσι, είμαι ένα κράμα επιρροών από τα διάφορα περιβάλλοντα στα οποία έζησα, και αισθάνομαι απολύτως καλά με αυτό. Πιστεύω ότι αυτή η «ταυτότητα» με βοηθάει να προσαρμοστώ ως αυτός που είμαι, όπου βρεθώ.

Είστε ή -με τη σειρά σας- υπήρξατε συνθέτης, ερμηνευτής, δάσκαλος και μαθητής. Πώς βιώνετε καθεμία από αυτές τις ικανότητες στο πλαίσιο της δια βίου ενασχόλησής σας με την κρητική λύρα;

Αυτές τις ιδιότητες τις βιώνω τόσο σε σχέση με ορισμένα συγκεκριμένα όργανα, όπως η κρητική λύρα, όσο και σε σχέση με τη μουσική γενικότερα.

Είναι η μουσική εκείνη που ενοποιεί αυτές τις φαινομενικά διακριτές ιδιότητες. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούν να υπάρξουν ως ξεχωριστές. Για μένα, εμείς οι μουσικοί οφείλουμε να είμαστε υπηρέτες της ιερής τέχνης της μουσικής.

Σε ποιο βαθμό ενδυναμώνεται, εμπλουτίζεται, εδραιώνεται ή/και «αμφισβητείται» η δική σας δεξιοτεχνία/καλλιτεχνία μέσω της αλληλεπίδρασής σας με γνωστούς δασκάλους και νεότερους μαθητές και μαθήτριες;

Η μουσική είναι κατεξοχήν μια διαδραστική τέχνη. Μαθαίνουμε από άλλους ανθρώπους και άλλοι άνθρωποι μαθαίνουν από εμάς.

Όλοι μας είμαστε ταυτόχρονα δάσκαλοι και μαθητές και, στον βαθμό που «δινόμαστε» σε αυτούς τους ρόλους, έχουμε περισσότερα πράγματα τόσο να προσφέρουμε όσο και να δεχτούμε.

Ολόκληρος ο μουσικός μας κόσμος περνά μέσα από τη σχέση μας με τους δασκάλους μας, τους μαθητές μας και τους ανθρώπους που μας κάνουν την τιμή να μας ακούν.

Το 1982 ιδρύσατε το πλέον διάσημο Μουσικό Εργαστήρι «Λαβύρινθος».

Σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, νιώθετε ότι έχετε πετύχει τους περισσότερους από τους στόχους που είχατε αρχικά θέσει ή οι οποίοι τέθηκαν στην πορεία, ή υπάρχουν ακόμα ανοιχτοί λογαριασμοί;

Έχουμε επιτύχει πολλούς από τους στόχους που είχαμε θέσει αρχικά, άλλους που προέκυψαν στην πορεία και ακόμη και κάποιους που δε γνωρίζαμε καν ότι επιδιώκαμε. Ωστόσο, κάθε μέρα μάς φέρνει νέους στόχους και νέες προκλήσεις.

Αυτό που έχει σημασία για εμάς είναι να παραμένουμε πάντοτε ευέλικτοι και ανοιχτοί σε νέες προκλήσεις, παραμένοντας ταυτόχρονα πιστοί στις πολύ συγκεκριμένες και απλές αξίες που οδήγησαν στη δημιουργία του Λαβύρινθου.

Έχετε μια μεγάλη συλλογή από παραδοσιακά όργανα. Τι σκοπεύετε να κάνετε με αυτά τα επόμενα χρόνια;

Αυτήν τη στιγμή εκτίθενται στο κτίριό μας στο χωριό Χουδέτσι.

Παράλληλα, εγκαινιάζουμε ένα διαδικτυακό μουσείο οργάνων, το οποίο δεν θα περιλαμβάνει μόνο τη δική μου συλλογή, αλλά και όργανα από μια ποικιλία συλλεκτών από όλο τον κόσμο, οι οποίοι έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να συνεργαστούν μαζί μας.

Μαζί με την συνεργάτριά σας, Κέλυ Θωμά, παίζετε ζωντανά για πρώτη φορά στη σκηνή του Theatre of the ΝO την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου στις 21:00.

Εκεί, θα παρουσιάσετε ένα πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία ενός νέου μουσικού είδους, το οποίο περιγράφετε ως «Σύγχρονη Τροπική Μουσική». Θα θέλατε να διευκρινίσετε πού έγκειται η καινοτομία αυτού του είδους;

Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, με την ανάδυση της έννοιας του έθνους-κράτους στην ευρύτερη περιοχή μας, καθένα από αυτά τα νεοσύστατα κράτη -πολλά νεότερα ακόμη και από την Αυστραλία, αλλά με πανάρχαια ονόματα (Ελλάδα, Αίγυπτος, Περσία, Συρία, Ισραήλ, Ινδία κ.ά.)- βρέθηκε αντιμέτωπο με την πρόκληση να συνδέσει τη σύγχρονη πολιτισμική του ταυτότητα με το μακρινό και συχνά ένδοξο παρελθόν του.

Σε πολλές περιπτώσεις, δυστυχώς, αυτή η διαδικασία εκλήφθηκε και ως ανάγκη «καθαρισμού» και εξάλειψης «ξένων» ή «μολυσματικών» επιρροών που προέρχονταν από γειτονικούς πολιτισμούς.

Ως αποτέλεσμα, δόθηκε υπερβολική έμφαση στην εθνική ή εθνοτική διάσταση κάθε πολιτισμού, παρά το γεγονός ότι ο πλούτος του οφειλόταν ακριβώς στις χιλιετίες αλληλεπίδρασης και ανταλλαγής με άλλους πολιτισμούς της περιοχής.

Η σύγχρονη τροπική μουσική επιδιώκει να ενθαρρύνει τους σημερινούς συνθέτες να προσεγγίζουν αυτό που συνηθίζεται να ονομάζεται «παραδοσιακή» μουσική με έναν πολύ πιο ανοιχτό τρόπο.

Το γεγονός ότι ένας συνθέτης μπορεί να προέρχεται από μια συγκεκριμένη χώρα δε θα έπρεπε να τον περιορίζει στο να αντλεί επιρροές αποκλειστικά από τη δική της πολιτισμική παράδοση.

Όλοι έχουμε τη δυνατότητα να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον και να επηρεαζόμαστε αμοιβαία στο δημιουργικό μας έργο, χωρίς να υψώνουμε σύνορα ανάμεσά μας.

Σε έναν κόσμο όπου μαίνονται γενοκτονίες, πόλεμοι, κλιματική καταστροφή και ανισότητες, ποια είναι η χρησιμότητα της τέχνης, τελικά; Nα δημιουργήσει συνείδηση, να προσφέρει ενδυνάμωση, να μοιραστεί παρηγοριά;

Πιστεύω ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά στο «κέντρο» τους και στην αληθινή τους φύση.

Πολλά από τα προβλήματα του κόσμου σήμερα πηγάζουν ακριβώς από την απομάκρυνση των ανθρώπων από αυτήν την ουσιώδη και αληθινή τους φύση.

Αναδύονται κάθε λογής αντιπερισπασμοί, καθένας από τους οποίους προσπαθεί να δελεάσει τους ανθρώπους να ταυτιστούν μαζί του, να προσκολληθούν σε αυτόν ή να του παραδοθούν.

Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να διατηρούν και να βιώνουν τη ζωή μέσα από το πρίσμα του αληθινού τους εαυτού.

Πιστεύω βαθιά ότι η μουσική και, γενικότερα, οι τέχνες μπορούν να διαδραματίσουν έναν καθοριστικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους σε αυτήν την πορεία.

Ευχαριστώ θερμά την Ελευθερία Σακαρέλη, υπεύθυνη Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων, για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Ο Ross Daly και η Κέλυ Θωμά εμφανίζονται ζωντανά στη σκηνή του Theatre of the NO (Κων. Παλαιολόγου 3, Αθήνα) την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου, 21:00.

Κέλυ Θωμά και Ross Daly