Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Jonathan Donahue: «Η αλήθεια της μουσικής αφορά μια εσωτερική γεωγραφία»

 


Γιορτάζοντας τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου-ορόσημου της ψυχεδελικής ποπ, All Is Dream, οι Βορειοαμερικανοί Mercury Rev εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου.

Συνομιλώντας με τον Jonathan Donahue, τραγουδιστή και κιθαρίστα του συγκροτήματος.

Ας ξεκινήσουμε με κάτι κάπως προσωπικό: Πρόσφατα έκλεισες τα 60 (εγώ τα 50!) Ανατρέχοντας στη ζωή σου -καλλιτεχνική ή άλλη-, θα έλεγες ότι το «ισοζύγιο» είναι, σε γενικές γραμμές, θετικό;

Μια υπέροχη ερώτηση: Καθώς όλοι μας βλέπουμε τα χρόνια να διασχίζουν τον προσωπικό μας ουρανό σαν σύννεφα, δεν είναι άραγε όμορφο το πώς τα τοπία γύρω μας μεταβάλλονται, περνώντας από το εξωτερικό στο εσωτερικό;

Όπως πολύ σωστά επισημαίνεις, σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής η αντίληψή μας για το ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας μετασχηματίζεται:

Η νεανική επιθυμία για προβολή του εαυτού στον «εξωτερικό κόσμο» δίνει τη θέση της σε μια πιο ουσιαστική ανάγκη για ενδοσκόπηση, που αφορά τον «εσωτερικό κόσμο».

Το ίδιο το Σύμπαν φαίνεται να ευνοεί αυτήν τη μεταμόρφωση στη Φύση, επομένως είναι λογικό ότι κι εμείς -ως όντα εντός αυτής της Φύσης- οφείλουμε να ακολουθήσουμε.

Το Σύμπαν σε δράση μέσα στον καθένα μας.

Οι Mercury Rev σχηματίστηκαν το 1989, με αρχικό στόχο τη σύνθεση μουσικής για τις φοιτητικές ταινίες των μελών του συγκροτήματος.

Μιας και το 1989 υπήρξε χρονιά-ορόσημο -υπό την έννοια ότι σηματοδότησε την κατάρρευση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης-, πώς το βιώσατε εσείς; Και τι, συγκεκριμένα, σας προσέλκυσε στον κινηματογράφο;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, εγώ, ο David Baker και ο Grasshopper καθόμασταν για ώρες στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, παρακολουθώντας παλιές ταινίες για τη φύση που προβάλλονταν αργά το βράδυ στο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι.

Εκείνη την εποχή ήμασταν πολύ φτωχοί ως φοιτητές, οπότε είχαμε μόνο ένα κλαρινέτο (Grasshopper), μερικά σκεύη μαγειρικής, ένα μικρό αρμόνιο Casio (David Baker), ενώ εγώ συνέδεα την κιθάρα μου στο πίσω μέρος του ηχείου της τηλεόρασης, καθώς δεν είχαμε ενισχυτή.

Και παρόλο που οι μουσικές μας ικανότητες ήταν πολύ πρωτόγονες, το πάθος μας για δημιουργία βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο που είχε φτάσει ποτέ.

Στα πολύ παλιά χρόνια, η ιδέα να φτιάξουμε ένα ροκ συγκρότημα δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα.

Διασκεδάζαμε με το να παίζουμε μουσική συνοδεύοντας πολικές αρκούδες και πλατύποδες που προβάλλονταν στην τηλεόραση, καθώς εκείνα κινηματογραφούνταν στο φυσικό τους περιβάλλον.

Νομίζω πως ορισμένες από τις πρώιμες ηχογραφήσεις μας σε κασέτα είχαν πολύ μεγάλη διάρκεια. Ο David έβγαζε πού και πού κάποιους φωνητικούς ήχους, αλλά όλα αυτά εντάσσονταν στη λογική της «ροής της συνείδησης».

Ακόμα και κατά την ηχογράφηση του Yerself Is Steam, πιθανότατα χρειάστηκε να αφαιρέσουμε μερικά λεπτά από ορισμένα τραγούδια, απλώς και μόνο για να χωρέσουν στη μία πλευρά ενός δίσκου βινυλίου.

Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί, ωστόσο, ότι τόσο ο Grasshopper όσο και ο David Baker υπήρξαν μαθητές του χαρισματικού δημιουργού ταινιών και μουσικού Tony Conrad εκείνη την περίοδο, γεγονός το οποίο σίγουρα πρέπει να άσκησε μεγάλη επίδραση στις αντιλήψεις τους για τη σύγχρονη μουσική.

Τόσο το Yerself Is Steam όσο και το Boces (προσωπικά θεωρώ το πρώτο ως έναν από τους τρεις καλύτερους δίσκους σας, μαζί με τα All Is Dream και Deserter’s Songs) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως shoegaze μουσική εξαιρετικής ποιότητας.

Τι υπαγόρευσε τον αρχικό προσανατολισμό του συγκροτήματος και τι συνέβαλε στη ριζική μεταστροφή των κατοπινών δίσκων προς μια πιο εκλεπτυσμένη ποπ κατεύθυνση;

Το Yerself Is Steam ήταν πραγματικά σαν να συγκρούονταν μεταξύ τους 6 πολύ ισχυρά σωματίδια.

Εκείνη την εποχή, είχαμε στην ομάδα 6 πολύ δυναμικές και αποφασισμένες προσωπικότητες. Από πού προέκυψε η μουσική, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια - πέρα, ίσως, από τις ίδιες αυτές συγκρούσεις υψηλής ενέργειας.

Εξακολουθείς να θεωρείς το τρίτο άλμπουμ των MR, See You on the Other Side, το αγαπημένο σου;

Μιλώντας μόνο για τον εαυτό μου: Στην πραγματικότητα, το θεωρώ το «πραγματικό» Deserter’s Songs. Εμπεριέχει ένα σπουδαίο εσωτερικό στοχαστικό πνεύμα παρόμοιο με εκείνο του άλμπουμ του 1998, αλλά δε βρήκε κοινό οπουδήποτε στον κόσμο.

Από εμπορικής άποψης, όντως τα πήγε άσχημα, κι αυτό επέτεινε/επιτάχυνε την αποσύνθεση του γκρουπ εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με προβλήματα πιο προσωπικής φύσης.

Έχοντας κυκλοφορήσει το 1995, στο απόγειο της Britpop -με τα δράματα των Oasis και των Blur, καθώς και τους σύντομους, τρίλεπτους δυναμικούς ύμνους με τις κιθάρες που αντηχούσαν έντονα- δεν είχε ποτέ πραγματικά καμία ελπίδα.

Αυτό άφησε πάνω μου, προσωπικά, μια πολύ μεγάλη συναισθηματική ουλή, την οποία τελικά διοχέτευσα στη δημιουργία του Deserter’s Songs χρόνια αργότερα.

Έχεις αναφέρει ότι επρόκειτο για προϊόν «ενός συγκεκριμένου βαθμού πόνου». Με ποιους τρόπους μπορεί ο πόνος και το τραύμα, οποιασδήποτε μορφής, να μετατραπούν σε μια δημιουργική δύναμη που βοηθά το άτομο να επιβιώσει, τόσο βιολογικά όσο και δημιουργικά;

Κατά τη γνώμη σου, γιατί είναι σημαντικό να είναι κανείς «λιποτάκτης» της ζωής και της τέχνης - έστω και περιστασιακά;

Την εποχή της σύνθεσης και της ηχογράφησης του Deserter’s Songs, με κυρίευε επανειλημμένα ένα δυσάρεστο συναίσθημα:

Ένιωθα πως, με κάποιον τρόπο, είχα απομακρυνθεί από έναν σκοπό που δεν αισθανόμουν πλέον δικό μου - ή έστω έναν σκοπό με τον οποίο μπορούσα να ταυτιστώ.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα μουσικά «νερά» στα οποία έπλεα άρχισαν να φουσκώνουν με μια κάπως εθνικιστική αίσθηση, τόσο από την πλευρά της Americana όσο και από εκείνη της Britpop.

Κάθε πλοίο στη θάλασσα (εννοώντας πολλά συγκροτήματα) μοιάζει να κυνηγά τη μεγάλη λευκή φάλαινα των ποπ τραγουδιών, σαν να ελπίζει να καρφώσει με καμάκι μια εμπορική επιτυχία και να τη σύρει πίσω στην ακτή.

Εμένα, αυτή η μεγάλη λευκή φάλαινα μού έδινε πάντα την αίσθηση ότι ήταν γεμάτη λίπος και πάχος.

Έχω την αίσθηση πως κάτι μέσα μου εγκατέλειψε εντελώς εκείνο το κυνήγι φαλαινών.

Κατά τη δημιουργία του Deserter’s Songs, ήταν σαφές σε εμένα, τον Grasshopper και τον Dave Fridmann ότι τα μεγάλης διάρκειας τραγούδια -με όμποε, κλασικές ενορχηστρώσεις και ελάχιστα ντραμς- θα αποτύγχαναν παταγωδώς (εμπορικά), ακριβώς όπως είχε συμβεί λίγα χρόνια νωρίτερα με το See You On The Other Side.

Όταν ολοκληρώσαμε το άλμπουμ στο στούντιο, φτιάξαμε ουσιαστικά μόνο μερικές κασέτες, σκεπτόμενοι ότι θα τις δίναμε μόνο σε φίλους, καθώς το άλμπουμ δεν επρόκειτο ποτέ να κυκλοφορήσει...

Χαίρομαι που πέσαμε όλοι ευχάριστα έξω, δεδομένης της επιτυχίας την οποία σημείωσε το άλμπουμ.

Το All Is Dream είναι, κατά τη γνώμη μου, την κορυφαία στιγμή στην καριέρα των MR - ένα απολαυστικό ψυχεδελικό ποπ δημιούργημα. «Ποτέ δε φαντάστηκα πως θα σε έχανα / Στα όνειρά μου είμαι πάντα δυνατός / (...) Όμως τα όνειρα δεν κρατούν για πολύ», τραγουδάς στο The Dark Is Rising.

Πώς σχετίζεσαι με τα όνειρα, τόσο δημιουργικά όσο και βιολογικά, και σε ποιον βαθμό φοβάσαι το «σκοτάδι» το οποίο στις μέρες μας όχι μόνο διογκώνεται, αλλά διαποτίζει κάθε πόρο της ύπαρξής μας;

Έχω την αίσθηση ότι ο Κόσμος των Ονείρων δεν είναι λιγότερο «σημαντικός» ή πραγματικός από την κατάσταση της εγρήγορσής μας.

Ίσως μάλιστα να αποτελεί μια πιο έγκυρη απεικόνιση της πραγματικότητας, σε σύγκριση με την (ανεστίαστη) κατάσταση της εγρήγορσης - εκείνη που μας έχουν κάνει να πιστεύουμε πως οφείλει να κυριαρχεί στην καθημερινή μας ζωή.

Το «Σκοτάδι» είναι η Σκιά μας - η απροθυμία μας, η ανικανότητά μας και η αποφυγή μας να αποδεχτούμε το παροδικό όλων των «πραγμάτων».

Το Σκοτάδι αναδύεται μέσα από την προσκόλλησή μας σε όσα πιστεύουμε, σε όσα μας έχουν πει και σε όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε.

Αν δεν αποδεχτούμε την απόλυτη «φύση» του Σύμπαντος -την αλλαγή-, τείνουμε να κατακλυζόμαστε από απογοήτευση, θυμό και πικρία, ενώ γινόμαστε ακόμη και επιβλαβείς για τον εαυτό μας και τους άλλους,

αυτό που «νομίζουμε» ότι είμαστε

αυτό που «νομίζουμε» ότι δικαιούμαστε

αυτό που «νομίζουμε» ότι κατέχουμε.

Τοποθετημένο σε ένα πιο τζαζ -έως και ambient- μουσικό πλαίσιο, το Born Horses, το πιο πρόσφατο μέχρι σήμερα άλμπουμ των MR, είναι ίσως το πιο εσωστρεφές έργο του συγκροτήματος.

Τι είναι αυτό που σε συναρπάζει περισσότερο στις μη ανθρώπινες οντότητες, και ειδικότερα στα άλογα; Η αδάμαστη φύση τους;

Η θέα από τον ανθρώπινο γκρεμό μας μοιάζει συχνά, στα μάτια μου, τόσο θολή και γεμάτη ακαταστασία - σαν να κοιτάζεις μέσα από ένα λερωμένο παρμπρίζ αυτοκινήτου ή σε έναν σκουριασμένο καθρέφτη.

Στις πιο ήσυχες στιγμές, που όλοι απολαμβάνουμε κατά καιρούς, μοιάζουμε να διαισθανόμαστε μια γαλήνη -θα έλεγε κάποιος, μια ειδυλλιακή παρηγοριά- αφήνοντας τα «δράματά» μας εκεί που ανήκουν... έξω από «εμάς».

Και ενώ μπορεί να υπάρχουν οντότητες μη ανθρώπινου είδους, διαισθάνομαι ότι, ανεξάρτητα από τη φύση της συνείδησης, πρόκειται πάντα για τη «Μητέρα Φύση».

Η φύση όλων των όντων είναι να αποκαλύπτουν το άγαλμα -το πνεύμα- που βρίσκεται ήδη μέσα στο μάρμαρο/ύλη.

Η Ελλάδα αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα αυτής της πλατωνικής/πυθαγόρειας αντίληψης.

«Όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλα όσα νόμιζα πως είχα χάσει, ένα προς ένα, τα βρίσκω ξανά/ Κι άλλοτε, όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλους όσους νόμιζα πως είχα χάσει, έναν προς έναν, τους βρίσκω ξανά», καταλήγετε στο Everything I Thought I Had Lost.

Μήπως θα έπρεπε να κλείνουμε τα μάτια μας πιο συχνά, ώστε να επιτρέψουμε στις αναμνήσεις μας να πάρουν ξανά μορφή;

Το ίδιο το Σύμπαν είναι μνήμη. Μνήμη που στοχάζεται τον εαυτό της μέσα σε μια αέναη μεταβολή. Όταν συγχέουμε το «υλικό» με την «ουσία» όποιου πράγματος νιώθουμε ότι έχουμε χάσει, υποφέρουμε ψυχολογικά και συναισθηματικά.

Η ουσία ή η παρουσία οτιδήποτε έχουμε κάποτε αγαπήσει δε χάνεται ποτέ· απλώς μεταμορφώνεται σε μια νέα πτυχή ενός άλλου πολύτιμου λίθου.

Η συναισθηματική μας αντίληψη περί αιώνιας απώλειας έχει, δυστυχώς, εργαλειοποιηθεί από τις θρησκείες και την εξουσία, μετατρεπόμενη σε φόβους. Είναι πολύ πιθανό τίποτα να μη χάνεται ποτέ πραγματικά...

Ο Stephen Hawking έχασε ένα στοίχημα από τον Leonard Susskind πάνω σε αυτή ακριβώς την αρχή, όσον αφορά τις Μαύρες Τρύπες (χα!)

Χαίρομαι που πρόσεξες αυτό το τραγούδι· είναι ένα από τα αγαπημένα μου όσον αφορά τους στίχους, ανάμεσα σε όλα τα έργα μας.

Οι MR κατάγονται από τις Η.Π.Α., αλλά δεν «ακούγονται» καθόλου ως βορειοαμερικανικό σχήμα. Πώς διαχειρίζεστε το βορειοαμερικανικό πολιτισμικό και πολιτικό σας πλαίσιο;

Η αλήθεια της μουσικής αφορά μια εσωτερική γεωγραφία... Εμπειρίες αποτυπωμένες στην ανθρώπινη συνείδησή μας.

Υπάρχουν, ίσως, μόνο δύο μορφές επικοινωνίας που καμία κυβέρνηση, καμία θρησκεία και κανένα σύστημα πεποιθήσεων δεν μπορούν να δαμάσουν:

Τη Μουσική και το Γέλιο.

Ανυπομονώ να σας καλωσορίσω στην Αθήνα!

Σε ευχαριστούμε για τις τόσο υπέροχες ερωτήσεις! Ανυπομονούμε να βρεθούμε στην Αθήνα και να νιώσουμε την ενέργειά της! Σκοπεύουμε όλοι να μείνουμε για πολλές μέρες και νύχτες μετά την εμφάνισή μας!

Ο φίλος σου,

Jonathan

Ευχαριστώ θερμά το Anika Mottershaw για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Jonathan Donahue.

Οι Mercury Rev εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου.



Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Mathieu Goust: «Όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία»

 


Ισορροπώντας βαθιά πολιτικά ανάμεσα στη μαρτυρία, τις ηχογραφήσεις πεδίου και τη ζωντανή μουσική, η περφόρμανς του πολυπράγμονα Γάλλου καλλιτέχνη Mathieu Goust Στο μονοπάτι θέτει τη φωνή του Γιάννη Μάγγου στον πυρήνα της.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον καλλιτέχνη ενόψει της παρουσίασης της δουλειάς του στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στις 28 Οκτωβρίου.

Είσαι αυτοδίδακτος μουσικός και καλλιτέχνης δραστηριοποιούμενος σε πολλαπλά πεδία: κρουστά, ηλεκτρονική μουσική, τζαζ, θέατρο, τσίρκο, χορό και λογοτεχνικές αναγνώσεις.

Τι αναζητάς και τι βρίσκεις σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, και με ποιους τρόπους η διεπιστημονική σου προσέγγιση στην τέχνη συμβάλλει στην εξέλιξή σου τόσο ως ατόμου, όσο και ως καλλιτέχνη;

Σήμερα, είμαι πολύ πιο προσηλωμένος στη μορφή την οποία μπορεί να πάρει η μουσική, στη λειτουργία της - είτε μέσα σε ένα έργο, είτε στην κοινωνία. Το ύφος δεν έχει σημασία για μένα.

Προσπαθώ πάντα να κάνω πράγματα που δεν έχω ξανακάνει ποτέ και που δεν ξέρω πώς να κάνω.

Μου αρέσει να μαθαίνω, να λέω «ναι» και να βρίσκομαι με την πλάτη στον τοίχο. Μπορεί να είναι κάτι πολύ τεχνικό (ένα νέο όργανο, εργαλείο, αντικείμενο...), αλλά και πολύ εμπειρικό: η αναζήτηση μορφών έκφρασης που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη.

Επίσης, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον το να προσπαθώ να βρίσκομαι σε ένα «σωστό» σημείο κατά τη διάρκεια μιας δημιουργικής διαδικασίας:

Είτε αυτό αφορά τη σχέση με τους συνεργάτες μου είτε το τι μπορώ να προσφέρω καλλιτεχνικά, δίνω μεγάλη σημασία στο τελικό αποτέλεσμα του έργου, ενώ ελάχιστα με απασχολεί το πώς φαίνομαι την ώρα που εργάζομαι.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτό με οδήγησε στο να μην θέτω πλέον στον εαυτό μου κακές ερωτήσεις σχετικά με την αξία μου -ως άνδρας ή ως καλλιτέχνης- και να εστιάζω τη σημασία των πραγμάτων κάπου αλλού, πέρα ​​από τον εαυτό μου, κάτι που είναι ευχάριστο.

Ως εκ τούτου, η τέχνη μού έχει προσφέρει πολλά και με έχει διαπλάσει σημαντικά.

Νομίζω ότι όλα αυτά συνδέονται αναπόφευκτα με το γεγονός πως είμαι αυτοδίδακτος· για πολύ καιρό με απασχολούσε το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά σήμερα το ζήτημα αυτό δε με απασχολεί πλέον καθόλου.

Το Στο μονοπάτι, η περφόρμανς που αφορά τον βίαιο θάνατο του Βασίλειου Μάγγου στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας, βασίζεται σε μια ιδέα των ιδρυτών του ΚΕΤ, Δημήτρη Αλεξάκη και Φωτεινής Μπάνου.

Πώς εξελίχθηκε και μετασχηματίστηκε αυτή η ιδέα με την πάροδο του χρόνου;

Πράγματι, η αρχική ιδέα προέρχεται από το KET

Ο Δημήτρης Αλεξάκης και η Φωτεινή Μπάνου, αλλά και η Αγγελική Καράμπελα, φυσικά, συγκαταλέγονται σε εκείνους τους ανθρώπους που δρομολογούν καταστάσεις ή συναντήσεις, χωρίς να αποκομίζουν κανένα προσωπικό όφελος.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύτιμοι.

Πήγαμε, μαζί με τον Δημήτρη Αλεξάκη και τον γιο μου, για να καταγράψουμε τον Γιάννη κατά μήκος του μονοπατιού το οποίο χάραξε προς τιμήν του γιου του, Βασίλειου.

Η ανθρωπιά, η ειλικρίνεια και το βάθος όσων μας είπε ο Γιάννης -με τη μία, χωρίς να καταφύγει σε σημειώσεις ή ερωτήσεις-, η δύναμη της στιγμής και του τόπου όπου βρεθήκαμε, καθώς και η, δυστυχώς, δραματική διαχρονικότητα της αληθινής ιστορίας η οποία ξεδιπλώθηκε, μάς καθήλωσαν αμέσως.

Μας πήρε πολύ χρόνο να σκεφτούμε, να δοκιμάσουμε, προτού βρούμε τη μορφή η οποία προσπαθεί να δικαιώσει αυτήν την ιστορία.

Πώς να εκφράσει κάποιος αυτήν τη μαρτυρία; Πώς να τοποθετηθεί απέναντί της; Πώς να «σβήσει» τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο;

Όπως συμβαίνει συχνά, η μορφή προέκυψε σταδιακά και, σε κάποια φάση, μας φάνηκε αυτονόητη. Η μορφή αυτή μάς φαίνεται αρκετά εύστοχη σε σχέση με αυτό το οποίο επιδιώκει να εκφράσει.

Πρόκειται για ένα είδος «ζωντανού» podcast, όπου προσπαθώ να εξαφανιστώ ώστε να αφήσω τον ακροατή απέναντι σε αυτή την ιστορία, δίνοντάς του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία να την κάνει δική του.

Η ιδέα είναι πως, σε μια εποχή που οι πληροφορίες, οι ιστορίες και οι ήχοι βρίσκονται παντού γύρω μας, μπορούμε να ακούσουμε μία από αυτές -με όλες τις σημασίες τις οποίες εμπεριέχει- χάρη στη συνύπαρξή μας και στον χρόνο που αφιερώνουμε σε αυτήν τη στιγμή.

Πιθανότατα προσεγγίζουμε λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι αν δημιουργούσαμε ένα ηχητικό podcast που μπορεί να ακουστεί στο διαδίκτυο, αλλά με έναν πιο ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο.

Αυτή η επιλογή μορφής είναι, φυσικά, πολιτική.

Μόλις δημιουργήθηκε η περφόρμανς, ήθελα να την παρουσιάσω μπροστά στον Γιάννη, στο ΚΕΤ και στις Σταγιάτες, για να δω αν θα δεχόταν να συνεχίσω να την παίζω με αυτή τη μορφή.

Το ταξίδι στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα ήταν υψίστης σημασίας.

Μπόρεσα να παίξω σε μέρη που συνδέονται με ισχυρές αξίες -ιδίως όσον αφορά τους πολιτικούς αγώνες-, μαζί με ανθρώπους αφοσιωμένους στην αναζήτηση τρόπων ζωής πέρα ​​από τις πιέσεις του καπιταλισμού.

Πρόκειται, όπως φαίνεται, για ένα έργο βαθιά ανθρωπιστικό και, ταυτόχρονα, με κοινωνική και πολιτική συνείδηση, το οποίο βασίζεται στη συνάντησή σου με τον Γιάννη Μάγγο, τον πατέρα του Βασίλειου.

Θα ήθελες να αναφερθείς εκτενέστερα στη σχέση σου με τον Γιάννη;

Δεν είναι η δουλειά που είναι βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα κοινωνικά και πολιτικά συνειδητή: ο Γιάννης Μάγγος είναι.

Είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω πολλές φορές, αρχικά για την ηχογράφηση και και κατόπιν για να του παρουσιάσω το Στο μονοπάτι. Προφανώς ήθελα να συμφωνήσει στον τρόπο αφήγησης της ιστορίας, με τη φωνή του.

Κουβεντιάζουμε από καιρού εις καιρόν και ελπίζω να μπορέσω να τον δω μόλις ξανάρθω στην Ελλάδα.

Είναι η καλλιτεχνική δημιουργία, ανεξάρτητα από το είδος ή τη μορφή, μια εγγενώς πολιτική διαδικασία/εργαλείο και, αν ναι, τη χρησιμοποιείς συχνά ως τέτοια;

Στα μάτια μου, όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία:

Για παράδειγμα, το να θέλει κάποιος να δημιουργήσει ένα έργο καθαρής ψυχαγωγίας αποτελεί πολιτική επιλογή, την οποία, παρεμπιπτόντως, δεν καταδικάζω απαραίτητα.

Εξαρτάται από την πρόθεση που κρύβεται από πίσω. Για μένα, η πρόθεση είναι θεμελιώδης. Γιατί κάνουμε πράγματα, είτε είναι καλλιτεχνικά είτε όχι;

Η επιλογή της μορφής είναι αναγκαστικά και πολιτική, αλλά δεν είναι η ίδια η μορφή που είναι πολιτική, είναι το τι κάνουμε εμείς με αυτήν:

Το θέατρο δρόμου μπορεί να είναι άνευ νοήματος, ενώ μια συναυλία σε μια παραδοσιακή αίθουσα μπορεί να είναι εξαιρετικά δυνατή.

Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράγματα -ο τρόπος δημιουργίας και παρουσίασης του έργου κάποιου- είναι, φυσικά, επίσης πολιτικός:

Πώς δουλεύει κανείς σε ομάδα; Με ποιους; Ποια είναι η θέση του καθενός πάνω στη σκηνή; Ποια είναι η σχέση με το κοινό και πού το τοποθετούμε (όπως φυσικά τοποθετούμε και τους εαυτούς μας);

Επομένως, ό,τι κάνω στη μουσική αποτελεί μέρος αυτού του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων και, στα μάτια μου, έχει πολιτική σημασία, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πάντα εμφανές με την πρώτη ματιά.

Υπάρχει το περιεχόμενο ενός έργου, η μορφή του, αλλά και η διαδικασία δημιουργίας του, η οποία είναι επίσης πολιτικά:

Μπορεί να υπάρχει μια προσπάθεια χαρακτηριζόμενη από μεγάλη αφοσίωση, που όμως έχει στηθεί με έναν πολύ σκληρό, αυταρχικό τρόπο -ή με σκοπό την ικανοποίηση του εγώ ή της δίψας για εξουσία κάποιου-, και μια άλλη φαινομενικά λιγότερο αφοσιωμένη, η οποία, όμως, δομικά έχει αναπτύξει πολύ δικαιότερες κοινωνικές σχέσεις...

Όλα είναι περίπλοκα και διαρκώς αλληλένδετα, και για άλλη μια φορά σκέφτομαι πως η πρόθεση είναι κάτι πρωταρχικό.

Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι η τέχνη του ηχοτοπίου σπάνια εμβαθύνει στην κοινωνική πραγματικότητα;

Δεν ξέρω. Αυτό συνδέεται με το ερώτημα γιατί ένας καλλιτέχνης δημιουργεί ηχοτοπία. Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους ίδιους.

Το όριο μεταξύ τέχνης και ψυχαγωγίας είναι πορώδες, σε όλους τους τομείς. Σε κάθε περίπτωση, δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω κάποια αλήθεια· το πολύ-πολύ μια άποψη, ενστικτώδη ή στοχαστική.

«Η δύναμη του έργου πηγάζει από την ίδια τη χειρονομία που το γέννησε. Με το μονοπάτι που άνοιξε, ο Γιάννης Μάγγος μετατρέπει το πένθος σε μια διαδρομή ανοιχτή σε όλες και όλους και σε έναν τόπο συνάντησης των ανθρώπων με τη φύση», διαβάζω στο Δ.Τ.

Με ποιους τρόπους το πένθος, πέρα ​​από το ότι συμβάλλει στη διαχείριση μιας απώλειας από το άτομο, μπορεί να μετατραπεί και σε μια συλλογική πολιτική πράξη;

Η απάντηση δίνεται από τον Γιάννη Μάγγο· βρίσκεται σε όσα κάνει και λέει. Τα λόγια του, τα οποία προβάλλω κατά τη διάρκεια της περφόρμανς, είναι ουσιώδη.

Αυτό είναι επίσης το ζητούμενο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς - αλλά όχι μόνο αυτό, καθώς το πλαίσιο είναι πολύ ανοιχτό. Προσπαθώ να συνεχίσω αυτήν την πορεία, χρησιμοποιώντας τα δικά μου μέσα.

Το Στο μονοπάτι βρίσκεται σε διάλογο με το Different Trains του Steve Reich και τους ηχητικούς περιπάτους της Janet Cardiff. Με ποια έννοια έργα όπως αυτά λειτούργησαν για εσένα ως σημείο αναφοράς;

Σε καμία περίπτωση. Για να είμαι ειλικρινής, δε γνώριζα αυτά τα έργα, αλλά σε ευχαριστώ που μου τα έδειξες και θα τα ακούσω με μεγάλη προσοχή.

Κατά τη διάρκεια αυτής της δουλειάς, το μόνο που μας απασχολούσε πραγματικά ήταν να βρισκόμαστε στο σωστό μέρος για τον Γιάννη, τον Βασίλειο, τη φύση και τον αγώνα.

Καθόλου το αν θα αποτελούσαμε μέρος ενός καλλιτεχνικού κινήματος ή αν θα αποδεσμευόμασταν από αυτό.

Σε γενικές γραμμές, τα σημεία αναφοράς μου απέχουν πολύ από το να είναι αποκλειστικά καλλιτεχνικά.

Μπορεί να οφείλεται στη στάση ενός ατόμου, στην ισορροπία και τη δύναμη ενός χώρου, σε έναν τρόπο μαγειρέματος, σε ένα συναίσθημα ή σε μια μυρωδιά.I

Παρεμπιπτόντως, ακούω το Different Trains καθώς σου απαντώ, έχοντας διαβάσει λίγα πράγματα γι’ αυτό - σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο.

Tην Τετάρτη 28 Οκτωβρίου θα μοιραστείς το Στο μονοπάτι με το αθηναϊκό κοινό.

Σε ποιον βαθμό εμπλουτίζεται το έργο σου όταν μοιράζεται με ένα κοινό, και μάλιστα όταν αυτό ενδέχεται να διαθέτει κοινωνική/πολιτική συνείδηση ​​και να είναι ενεργό;

Η ίδια η ουσία αυτού του έργου έγκειται στο να μοιράζεται ζωντανά. Αυτή τη στιγμή, δεν έχει κανέναν άλλον λόγο ύπαρξης. Η ένταση κατά τη διάρκειά του είναι ζωτικής σημασίας.

Η περφόρμανς τρέφεται από αυτές τις συναντήσεις, θέτει ερωτήματα στον εαυτό της και εξελίσσεται διαρκώς. Μετά από αυτήν, υπάρχει πάντα μια στιγμή συζήτησης σχετικά με την επικαιρότητα αυτής της ιστορίας.

Ο Γιάννης έχει μιλήσει συχνά, για παράδειγμα ενημερώνοντάς μας για την πορεία της δίκης, αλλά και για τον πολιτικό της αντίκτυπο και άλλους αγώνες, του παρελθόντος ή του παρόντος:

Αυτή η περφόρμανς αποτελεί επίσης έναν διαφορετικό τρόπο διακίνησης πληροφοριών, έναν τρόπο διαμοιρασμού τους - σίγουρα σε μικρότερη κλίμακα, αλλά πιο ανθρώπινο, πρόσωπο με πρόσωπο.

Και εδώ, πρόκειται για πολιτική επιλογή.

Σχεδόν πάντα παρουσίαζα αυτήν την παράσταση σε χώρους και με ανθρώπους κοινωνικά και πολιτικά πιο ευαισθητοποιημένοι και δραστήριοι.

Από εκεί γεννήθηκαν πολιτικές συζητήσεις, όπως ανέφερα, αλλά και καλλιτεχνικές.

Υπήρξαν αρκετές αντιπαραθέσεις σχετικά με το αν είναι απαραίτητη η χρήση βίντεο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς· οι απόψεις και των δύο πλευρών ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Προς το παρόν, δεν υπάρχει βίντεο.

Μου επιτρέπει επίσης να ανακαλύπτω άλλους καλλιτέχνες ή έργα, όπως -για παράδειγμα- κατά τη διάρκεια αυτής της συνέντευξης.

Συζητώ πολύ με τους ανθρώπους για τη μορφή, για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί, καθώς και για τους χώρους όπου έχω ήδη εμφανιστεί· νιώθω κάπως σαν μια μικρή μέλισσα η οποία έχει την ευκαιρία να συναντήσει διάφορα λουλούδια.

Υπάρχουν πολλά μέρη και άτομα με γενναιότητα, ανθρωπιά και ζωντάνια, και είναι πάντα δυνατή εμπειρία να μοιράζεσαι μια αληθινή στιγμή με άλλους.

Το KET είναι, από αυτήν την άποψη, ένας αξιοσημείωτος χώρος:

Συνδυάζει την καλλιτεχνική απαίτηση με μια ανθρώπινη ζεστασιά, σπάνια για τα θέατρα - τουλάχιστον για εκείνα που γνωρίζω στη Γαλλία, στο πλαίσιο του επιχορηγούμενου θεάτρου.

Αυτό το θέατρο είναι, επίσης, πολιτικό και ανθρώπινο.

Για άλλη μια φορά, επανέρχομαι στην πρόθεση πίσω από τις πράξεις: το KET δεν αποτελεί μια στάση, αλλά μια πραγματική κοινωνική και πολιτική δέσμευση. Αυτά τα στοιχεία γίνονται ιδιαίτερα αισθητά όταν φτάνεις σε έναν χώρο για να τα υλοποιήσεις.

Σε τέτοια μέρη διακυβεύονται περισσότερα από την κοινωνική ή οικονομική αναγνώριση.

Το πιο σημαντικό όμως είναι να συνεχίσουμε να γνωστοποιούμε ότι άλλοι άνθρωποι σκοτώνουν παιδιά για να διασφαλίσουν την οικονομική κυριαρχία - σήμερα, στην Ελλάδα και αλλού. Τι κάνουμε με αυτό;

Oι φωτογραφίες είναι του Δημήτρη Αλεξάκη.

Η περφόρμανς του Mathieu Goust Στο μονοπάτι παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου.

Ώρα προσέλευσης: 20:30. Ώρα έναρξης: 21:00.



Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

«Αδέσποτοι»: Συναντώντας την Αναστασία Γκίβαλου και τον Νικόλα Δροσόπουλο

 


Mια έντιμη ματιά στο φλέγον και επίκαιρο ζήτημα της άρνησης στράτευσης μέσα από την ιστορία της φιλίας μιας αντροπαρέας, η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι συζητήθηκε ιδιαίτερα στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας.

Το φιλμ κέρδισε τα βραβεία σκηνοθεσίας και αντρικής ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού. Συναντώντας την Αναστασία και τον Νικόλα.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό και επείγον για σένα, Αναστασία, να εστιάζεις στην πολιτική και ταξική διάσταση στη δημιουργία ταινιών - εν προκειμένω μέσα από τους Αδέσποτους, την πρώτη μικρού μήκους δουλειά σου;

Αναστασία Γκίβαλου: Ο κινηματογράφος είναι κάτι θετικό, επειδή είναι ένα μέσο το οποίο παίρνουμε στα χέρια μας και άνθρωποι που υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα μπορούσαμε.

Γνωρίζουμε, εξάλλου, πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση με τις χρηματοδοτήσεις και πόσοι παλεύουν επί χρόνια για να τις εξασφαλίσουν.

Το ότι, όμως, υπάρχουν ιστορίες οι οποίες αφορούν την τάξη μας και ειπώνονται από ανθρώπους πιο κοντά σε μάς είναι, τελικά, πιο σημαντικό από την αρτιότητα του ίδιου του φιλμ.

Ας είναι, λοιπόν, «κουτσή» μια ταινία, αλλά ας ειπωθούν, τουλάχιστον, κάποια πράγματα από ανθρώπους που δεν μπορούν να τα εκφράσουν, επειδή δεν έχουν 20.000 Ευρώ στην άκρη.

Τι σε οδήγησε, λοιπόν, να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία, ανάμεσα σε άλλες ιστορίες οι οποίες έχουν την ίδια διάσταση;

Α.Γ.: Υπάρχουν δύο επίπεδα, το εξωτερικό και το εσωτερικό.

Το εξωτερικό αφορά στις συνθήκες οι οποίες επικρατούν αυτήν τη στιγμή, όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη, σε φέρνουν αντιμέτωπο με την εποχή σου και σου θέτουν το ερώτημα: «Τι θα έκανα αν ο πόλεμος ερχόταν εδώ;»

Έτσι προκύπτει το εσωτερικό επίπεδο, το οποίο συνδέεται με το τι θα έκανε κάθε άτομο ξεχωριστά σε μια τέτοια συνθήκη.

Στην Ελλάδα, υπάρχει υποχρεωτική στράτευση για τους άντρες -οσονούπω και για τις γυναίκες-, ενώ η άρνηση στράτευσης, η οποία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα για το οποίο πολλοί παλεύουν επί χρόνια, ενέχει ρομαντισμό κι συμβολισμό.

Ως ζήτημα, με ενδιέφερε και επειδή είμαι έξω από αυτό, και γι’ αυτό μπορούσα να θέσω κάποια ζητήματα με μεγαλύτερη ψυχραιμία.

Εσύ, Νικόλα, που στο φιλμ υποδύεσαι τον Ορέστη, έναν νεαρό αρνητή στράτευσης, πώς διάκεισαι έναντι του ζητήματος της στράτευσης - και της άρνησής της;

Νικόλας Δροσόπουλος: Προσωπικά, έχω πάρει Ι5. Το πήρα συνειδητά, δεν ήθελα και δεν μπορούσα να πάω στρατό.

Είναι ταξικό το ζήτημα: θα έφευγα έναν χρόνο από τη δουλειά μου, θα έμπαινα «μέσα» οικονομικά και θα με χαρτζιλίκωναν οι γονείς μου χωρίς να διαθέτουν χρήματα, για να μου λέει κάποιος: «Κάνε δέκα κάμψεις».

Ταυτόχρονα, αυτό που πιο πολύ με ακουμπάει στην ταινία δεν είναι η εστίαση στον στρατό, αλλά στην εποχή.

Είμαστε μια γενιά η οποία ιδεολογικοποιήθηκε άγαρμπα το 2008 και συνάμα το ίδιο το σύστημα και η ίδια η κοινωνία μάς αποτρέπουν από την πίστη στην ιδεολογία.

Στρέφοντάς μας στην αναζήτηση της προσωπικής λύσης.

Ν.Δ.: Στο τέλος της βραδιάς, η αποϊδεολογικοποίηση και η έλλειψη πίστης στην πίστη μάς κάνουν να καταντούμε ένα κομματάκι των σόσιαλ μίντια.

Οι εκατό «τρελοί» που ζουν στο Άγιο Όρος, οι θρησκευόμενοι, οι κομμουνιστές συντηρούν και για μένα που δεν πιστεύω την έννοια της πίστης. Συντηρούν κάτι. Κι αυτό το κάτι, χρειάζεται.

Nωρίτερα, μου έλεγες ότι το να κάνεις σινεμά είναι το όνειρό σου. Ως ηθοποιός, τι βρίσκεις στο σινεμά, το θέατρο και την τέχνη, γενικότερα;

Ν.Δ.: Όπως με γοητεύει το θέατρο, επειδή κάθε παράσταση είναι διαφορετική, έτσι με γοητεύει και το σινεμά, επειδή το κάνουμε μία φορά, αλλά μπορούμε να ανασυνθέτουμε τα κομμάτια του σαν παζλ για καιρό.

Βλέπω μια συμπόρευση καλλιτεχνών όλων των ιδιοτήτων, από τον σκηνοθέτη μέχρι τον μοντέρ και τον ηχολήπτη, που φτιάχνουν και ξαναφτιάχνουν κάτι, καθένας με βάση το υλικό του.

Εσένα, Αναστασία, ως πρωτοεμφανιζόμενη -σε σκηνοθετικό/σεναριακό επίπεδο- στο κινηματογραφικό πεδίο, τι σε γοητεύει πιο πολύ στο συγκεκριμένο μέσο;

Α.Γ.: Συμφωνώ με την έννοια του παζλ και στο πώς συγκεντρώνεις ψηφίδες συνθέτοντας πραγματικότητες και περιβάλλοντα, ιστορίες που κουβαλούν κομμάτι της αλήθειας σου.

Στην περίπτωση των Αδέσποτων, μια τέτοια αλήθεια είναι η φιλία ανάμεσα στους χαρακτήρες.




Το σενάριο υπήρξε πρωτοβουλία σου ή δέχτηκες σχόλια, συμβουλές και υποδείξεις;

Α.Γ.: Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου του Γιώργου Τελτζίδη, ο οποίος με βοήθησε να προχωρήσω.

Με τους ηθοποιούς συζητήσαμε πολύ επί του σεναρίου - με τον Νικόλα διαφωνούσαμε, μέχρι την τελευταία στιγμή.

Ποιος κέρδισε;

Α.Γ.: Εγώ, αλλά μπορεί τελικά να έχασα και ο Νικόλας να είχε δίκιο. Ήμουν γενικά δεκτική, αλλά είχα μπει σε τριπάκια από τα οποία δεν μπορούσα να απεμπλακώ. Υπήρχαν πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία στις σκηνές.

Ν.Δ.: Υπήρχε συνδιαμόρφωση, που είναι πολύ συγκινητική, καθώς συνδέεται με το συλλογικό πνεύμα, αλλά -πολύ καλώς- η Αναστασία ήταν η «καπετάνισσα».Συμβαίνει αυτό στην τέχνη, δε γίνεται αλλιώς.

Ο σκηνοθέτης έχει ευθύνες. Αν, στο τέλος της βραδιάς, εγώ δεν παίξω καλά, θα ξεχαστώ σύντομα. Το όνομα του σκηνοθέτη, όμως, θα χαραχτεί στη μνήμη.

Σε τι ακριβώς συνίσταται, αν υπάρχει, η έμφυλη οπτική στο σινεμά και κάτα πόσο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις το εκάστοτε υλικό;

Και δε μιλάω τόσο για το αν «πρέπει» ή αν «δικαιούσαι» να καταπιαστείς με ένα «αντρικό» θέμα.

Α.Γ.: Είναι πιο σύνηθες οι άντρες να μην επικοινωνούν προβλήματα που μπορεί να έχουν, αυτά να συσσωρεύονται και να δημιουργούν νευρώσεις.Το έχω παρατηρήσει να συμβαίνει, ήθελα να το θίξω και το έκανα.

Ήθελα η αδυναμία επικοινώνησης των προβλημάτων σε μια αντρική παρέα και η υπαρκτή ματσίλα να «σπάνε» από μια τρυφερότητα, κάτι το οποίο πετύχαμε μαζί με τα παιδιά.

Για σένα, Νικόλα, υπάρχουν ρόλοι τους οποίους θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν  καλύτερα άνθρωποι που φέρουν μια συγκεκριμένη έμφυλη ταυτότητα;

Ν.Δ.: Θεωρώ πως μια γυναίκα είναι πιο κοντά και στις δύο ματιές -χωρίς και την αντρική δεν μπορεί να επιβιώσει- από ό,τι ένας άντρας.

Οι άντρες δυσκολευόμαστε να «μαλακώσουμε» και να αγκαλιάσουμε τη θηλυκή πλευρά μας, την οποία έχουμε και δεν έχουμε.

Και να γίνουμε πιο ολοκληρωμένοι άνθρωποι.

Ν.Δ.: Να γίνουμε, βασικά, άνθρωποι. Δε χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο συνέχεια.

Από μικρά παιδιά, μαθαίνουμε να κλαίμε με σφιγμένα δόντια μόνο στις κηδείες ή μπροστά στην ερωτική μας σύντροφο, προκειμένου -τουλάχιστον αυτή- να μας ερωτευτεί.

Την αδυναμία ερωτευόμαστε, οπότε διαλέγουμε να τη δείχνουμε εκεί που μας συμφέρει.

Σπάνια οι άντρες μιλάνε για την «κακία» τους ως άντρες, αντί να αναγνωρίζουν το τραύμα τους ως τέτοιοι, ενώ πολύ εύκολα, ως δημιουργοί, συνθέτουν γυναικείους χαρακτήρες που βασανίζονται, στενάζουν και υποδουλώνονται.




Πόσο αισθάνεστε κομμάτι «αδέσποτων» κοινοτήτων κάποιου τύπου;

Α.Γ.: Αν και δεν έχω ζήσει τις δεκαετίες του 1980 ή του 1990, οπότε μπορεί να τις ωραιοποιώ, νιώθω πως τότε υπήρχε μια πιο «καθαρή» ιδεολογική γραμμή που ένωνε τους ανθρώπους πιο εύκολα από ό,τι σήμερα.

Είμαστε άνθρωποι οι οποίοι αναζητάμε καταφύγιο ο ένας στον άλλο, απλώς δεν ξέρουμε πια πώς να το βρούμε, επειδή έχουμε χάσει την ειλικρίνεια και την επαφή με τον εαυτό μας.

Θα μπορούσε η ενασχόληση με την τέχνη να είναι ένα καταφύγιο;

Ν.Δ.: Για να υπάρξουν το σινεμά και το θέατρο, πρέπει να μάθεις να μοιράζεσαι και να εκτίθεσαι. Η τέχνη είναι ομαδικό άθλημα.

Ο τρόπος δημιουργίας των Αδέσποτων είναι ο ορισμός της πίστης στο συλλογικό. Χαίρομαι για τα βραβεία της ταινίας ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.

Μέσα σε έναν ζόφο, μια ομάδα πενήντα νέων ανθρώπων χωρίς προνόμια έφτιαξε ένα φιλμ «από τα κάτω» με πάρτυ, αγάπη και φροντίδα, κόντρα σε ένα κατεστημένο που μας ταλαιπωρεί και δεν αγαπάει τους καλλιτέχνες. Κι αυτό είναι κάτι.

Μετά από αυτήν την αρχή, πώς βλέπεις τη δικιά σου συνέχεια, Αναστασία;

Α.Γ.: Δεν περίμενα τίποτα.

Το βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας αυξάνει την πίστη σου τόσο στις δικιές σου δυνατότητες, όσο και σε εκείνες των συλλογικών εγχειρημάτων;

Α.Γ.: Σίγουρα.

Είναι από τις ευκαιρίες που συμβαίνουν πολύ σπάνια στη ζωή και πρέπει να τις αρπάξεις. Μου άρεσε πολύ η δουλειά με τη συγκεκριμένη ομάδα, και θέλω να ζήσω κάτι ανάλογο και στην επόμενη.

Ό,τι ιστορίες σκέφτομαι, ωστόσο, δε με ικανοποιούν όσο αυτή των Αδέσποτων.

Επειδή, επίσης, οι Αδέσποτοι ήταν ένα μη ολοκληρωμένο έργο με πολύ «ψωμί», θα μου άρεσε να το αναπτύξω σε μια ταινία μεγάλου μήκους, εστιάζοντας στην περίοδο μεταξύ 2008 και καραντίνας μέσα από την ιστορία αυτής της παρέας.

Εσύ, Νικόλα, θα ήσουν διατεθειμένος να επιβιβαστείς εκ νέου στο ίδιο «τρένο»;

Ν.Δ.: Η πίστη πως συλλογικά μπορούν να συμβούν ωραία πράγματα είναι αυτή που με κάνει να εκκινώ να είμαι μέρος ενός κόσμου. Οπότε, προφανώς θα ήμουν μέρος αυτού του κόσμου.

Η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας και Ανδρικής Ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Επόμενος σταθμός στις προβολές της, το 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου).