Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Αμέρισσα Μπάστα: «Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους»

 


Με πρωταγωνίστρια την Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες, οι Μικρές Ανάσες, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα, είναι από τις πιο στέρεες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια με αφορμή την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους στις 4 Ιουνίου.

Δε βιοπορίζεσαι από το σινεμά. Τι πυροδοτεί, τροφοδοτεί και συντηρεί, λοιπόν, τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με αυτό πέρα από και παρά τις όποιες προκλήσεις, ματαιώσεις, αλλά και χαρές;

Πράγματι, εργάζομαι στο χώρο του βιβλίου, τον οποίο αγαπώ επίσης πάρα πολύ. Κάνω ταινίες γιατί αγαπώ τον κινηματογράφο, γιατί το θέλω και το χρειάζομαι πολύ.

Δεν ξέρω προσωπικά κάποιον σκηνοθέτη ή σκηνοθέτιδα κινηματογράφου που ζει μόνο από αυτό, όλοι και όλες όσες ξέρω έχουν και κάποια παράλληλη ενασχόληση.

Είμαστε μια μικρή αγορά, ο κόσμος δεν πηγαίνει αρκετά στις αίθουσες πλέον και επίσης παίρνει τουλάχιστον 5-7 χρόνια να γίνει μια ταινία, οπότε είναι μάλλον μονόδρομος το να κάνεις και κάτι ακόμα παράλληλα.

Οι Μικρές Ανάσες, πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, επισφραγίζει μια αξιοσημείωτη και συνεπή διαδρομή στο πεδίο τής μικρού μήκους δημιουργίας.

Ποιος είναι, για σένα, ο ρόλος της ανάσας, του λαχανιάσματος, του καρδιοχτυπιού σε αφηγηματικό επίπεδο;

Η ανάσα, το λαχάνιασμα και ο παλμός μας είναι οι πιο άμεσες εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης.

Στις Μικρές Ανάσες λειτουργούν όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και αφηγηματικά: αποτυπώνουν την αγωνία, την επιθυμία, την προσπάθεια των ηρώων να συνεχίσουν όταν όλα μοιάζουν να καταρρέουν.

Με ενδιαφέρει ο τρόπος που το σώμα «μιλάει» πριν από τις λέξεις· πολλές φορές μια ανάσα ή ακόμα και μια σιωπή μπορεί να αποκαλύψουν περισσότερα από έναν διάλογο.

Αντλώντας από την παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, οι Μικρές Ανάσες είναι ένα φιλμ γειωμένο στο ελλαδικό παρόν, με πρωταγωνίστρια την Λένα, μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες.

Μου θύμισε αρκετά την Ροζέτα από τη σπαρακτική ομώνυμη ταινία των αδερφών Νταρντέν. Αποτελεί για σένα συνειδητό σημείο αναφοράς; Τι σε γοητεύει περισσότερο στον κοινωνικό ρεαλισμό;

Η Ροζέτα είναι σίγουρα μια ταινία αναφοράς για μένα, όπως και συνολικά το έργο των Νταρντέν. Η αγαπημένη μου ταινία τους βέβαια είναι Το παιδί με το ποδήλατο!

Αυτό που αγαπώ στον κοινωνικό ρεαλισμό είναι ότι κρατάει πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Στις μικρές καθημερινές του μάχες, στις αντιφάσεις, στην προσπάθεια να σταθεί όρθιος μέσα σε δύσκολες συνθήκες.


Ελίνα Τσιορμπατζή


Tι συμπυκνώνει η επιλογή μιας γυναίκας ως του κεντρικού χαρακτήρα και πώς διεύθυνες την ταλαντούχα και πολλά υποσχόμενη Ελίνα Τσιορμπατζή στην πρώτη της μεγάλου μήκους εμφάνιση;

Συνέβη η συγκεκριμένη ιστορία να έχει έναν γυναικεία χαρακτήρα στο επίκεντρο - δεν είναι προϋπόθεση για να πω μια ιστορία, ήταν ωστόσο κάτι με το οποίο μπορούσα ευκολότερα να σχετιστώ.

Η Ελίνα έχει αμεσότητα, εκφραστικότητα και δύναμη, κράτησε όλη την ταινία πάνω της χωρίς να υπάρχει καμία σκηνή όπου δεν είναι στο επίκεντρο, με την κάμερα να την ακολουθεί συνεχώς.

Παρότι η εμπειρία της ήταν μικρή, νιώθω ότι κατάφερε να μπει εντελώς μέσα στο χαρακτήρα και να είναι η Λένα.

Πέραν της πρωταγωνίστριας, όλοι χαρακτήρες έχουν τον απαιτούμενο κινηματογραφικό χρόνο για να αναπτυχθούν επαρκώς. Είναι, για σένα, το σινεμά άσκηση δημοκρατίας και ελευθερίας;

Θα μπορούσες να το πεις και έτσι. Είναι επιθυμία μας να έχουν όλοι οι χαρακτήρες χρόνο και χώρο να υπάρξουν, ανεξάρτητα με το αν έχουν κεντρικό ρόλο.

Προσωπικά, δε μου αρέσουν οι χαρακτήρες που είναι μόνο άσπροι ή μαύροι, θέλω να έχουν τη δυνατότητα να φαίνονται και να φέρονται ως κανονικοί, ολόκληροι άνθρωποι.

Αυτό απαιτεί όχι μόνο να δίνουμε χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να ξετυλίξουν τα δικά τους μοναδικά εκφραστικά μέσα.

Η πόλη, εν προκειμένω οι γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, είναι ο αφανής, αλλά αισθητός χαρακτήρας του φιλμ. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν τόσο ως κάτοικος, όσο και ως σκηνοθέτρια;

Αγαπώ την Αθήνα πάρα πολύ. Δεν έχω μεγαλώσει εδώ, αλλά πάντα ένιωθα ότι είναι το σπίτι μου. Είναι μια πόλη που μπορεί να γίνει πολύ σκληρή, είναι η αλήθεια.

Παράλληλα, όμως, είναι μια ανεξάντλητη πόλη· πάντα μπορείς να ανακαλύψεις κάτι καινούργιο - μια γειτονιά, ένα ηλιοβασίλεμα, μια μαγική θέα, ένα νέο στέκι.

Έχω επιχειρήσει και παλιότερα να αποτυπώσω κινηματογραφικά διαφορετικές γειτονιές της, με τις μικρού μήκους ταινίες μου, πάντα είναι κάτι που με εμπνέει δημιουργικά.

Στις Μικρές Ανάσες  θέλαμε η πόλη να μη λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος καθορίζει σε έναν βαθμό τη διαδρομή της ηρωίδας.

Οι δρόμοι, οι πλατείες, το σκληρό καλοκαιρινό φως και οι αντιθέσεις της πόλης αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τη δική της εσωτερική κατάσταση.

Η Αθήνα είναι γεμάτη αντιφάσεις: σκληρότητα και τρυφερότητα, εγκατάλειψη και ομορφιά, μοναξιά και συλλογικότητα. Αυτές οι αντιφάσεις είναι που με ενδιαφέρουν κινηματογραφικά και οι οποίες, πιστεύω, συντείνουν στη μοναδική της διάσταση.




Η ταινία κινείται σε πολλούς άξονες (ενδοοικογενειακές/ερωτικές/φιλικές σχέσεις, έκτρωση, εργασιακή εκμετάλλευση, κοινωνικός ρατσισμός, έμφυλες ταυτότητες), αλλά ποτέ δε χάνει τον ρυθμό ή τη στόχευσή της. Πώς τα κατάφερες;

Υπήρχε η κεντρική ιστορία, αυτή μιας νέας γυναίκας που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια απόλυση και μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, γύρω από την οποία χτίστηκε το σύμπαν της ταινίας.

Είναι σίγουρα πολλά τα θέματα που προκύπτουν, όμως είναι έτσι και η πραγματική ζωή τις περισσότερες φορές, ειδικά για τα παιδιά τα οποία δεν προέρχονται από προνομιακό περιβάλλον.

Το καλοδουλεμένο, από κοινού με τον Δημήτρη Νάκο, σενάριο αναδεικνύει και υπηρετεί τη συχνά αντιφατική αλήθεια των ηρώων/ηρωίδων. Πόσο προωθητική υπήρξε η προϋπάρχουσα προσωπική και καλλιτεχνική σχέση με τον Δημήτρη;

Με τον Δημήτρη ζούμε και δημιουργούμε μαζί εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η σχέση μας μετράει τα ίδια χρόνια με την ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο - εκείνος είχε ξεκινήσει νωρίτερα.

Ήμασταν από την αρχή συντονισμένοι, υπάρχει κατανόηση, αλληλοϋποστήριξη και μια αδιαπραγμάτευτη και παντοτινή κοινή αγάπη για τον κινηματογράφο.

Η μουσική, και κυρίως οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται, λειτουργεί εξίσου προωθητικά/επικουρικά ως προς την αφήγηση. Με ποιo κριτήριο επιλέχθηκε;

Είναι κομμάτια που εκφράζουν την ψυχική κατάσταση της Λένας, την οργή της, την απογοήτευσή της και την ελπίδα της. Μερικές φορές υπογραμμίζει και μερικές φορές προοικονομεί τις εξελίξεις.

Επίσης, είναι το ασφαλές καταφύγιο της από το θόρυβο που υπάρχει γύρω της. Ακούγοντας τα και ως σύνολο, νιώθω ότι είναι ένα soundtrack της καλοκαιρινής Αθήνας, που αντανακλά όλα τα συναισθήματα της ταινίας.


Τζέο Πακίτσας


«Λες να τα καταφέρουμε;» αναρωτιέται η Λένα απευθυνόμενη στον Στέλιο. Στο φιλμ καταφάσκεις, μέσω των χαρακτήρων σου, έστω και αβέβαια/εύθραυστα. Ως κοινωνίες και άνθρωποι, πώς πιστεύεις ότι θα «τα καταφέρουμε»;

Είναι σημαντικό για μένα να υπάρχει μια ακτίδα ελπίδας. Το έχω και η ίδια ανάγκη ως άνθρωπος βάσει ιδιοσυγκρασίας και είναι ορατό -αναγκαστικά- σε κάθε δουλειά μου.

Εάν υπάρχει μια πιθανότητα να τα καταφέρουμε, είναι με το να είμαστε πιο ενωμένοι, να στρέψουμε ξανά το βλέμμα ο ένας προς τον άλλον και να αντισταθούμε στην απομόνωση και την αδιαφορία που μας επιβάλλει η καθημερινότητα.

Τι σε φοβίζει, τι σε εξοργίζει και τι σε γεμίζει περισσότερο ελπίδα στο παρόν και στο -κοντινό- μέλλον;

Με φοβίζει η κανονικοποίηση της βίας και της ανισότητας. Το πόσο εύκολα συνηθίζουμε πράγματα που κάποτε θα μας σόκαραν, είτε αφορούν περιθωριοποίηση ανθρώπων, είτε περιβαλλοντική καταστροφή, είτε τη διάβρωση βασικών δικαιωμάτων.

Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους και η αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως αριθμοί ή στατιστικά στοιχεία.

Αυτό το οποίο μπορεί να μου δώσει ελπίδα είναι ότι, πού και πού, γνωρίζω ανθρώπους οι οποίοι νοιάζονται.

Βλέπω νέους να διεκδικούν έναν δικαιότερο κόσμο, κοινότητες που οργανώνονται, ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν τη φροντίδα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Ίσως η ελπίδα να μη βρίσκεται στις μεγάλες αφηγήσεις ή στις θεαματικές αλλαγές, αλλά σε μικρές καθημερινές πράξεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Οι Μικρές Ανάσες έκαναν την παγκόσμια πρεμιέρα τους στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για τον χρόνο τον οποίο μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η ταινία της Αμέρισσας Μπάστα Μικρές Ανάσες προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Ιουνίου σε διανομή της Feelgood Entertainment.



Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Vinicio Capossela: «Τα τραγούδια μπορούν να μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερο μόνοι»

 


Τραγουδοποιός, τραγουδιστής, λάτρης του ρεμπέτικου, μυθιστοριογράφος, ποιητής, ο Ιταλός Vinicio Capossela είναι μια πολυσχιδής -και ιδιαίτερα αγαπητή στην Ελλάδα- προσωπικότητα.

Ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας του την Τρίτη 9 Ιουνίου στο πλαίσιο των Φ hill Sessions στο Θέατρο «Δόρας Στράτου» συνομιλούμε μαζί του.

«Όλα ξεκίνησαν με μια μελωδία που παιζόταν στο πιάνο, η οποία θύμιζε ένα τραγούδι του Ντίλαν, το I Was Young When I Left Home. Η ζωή πρόσθεσε τους στίχους και αυτή η ανάσα ταξίδεψε σε ολόκληρη τη γεωγραφία».

Αυτό γράφετε για το All’una e trentacinque circa. Πώς γεννιέται μια σύνθεση; Από μια μελωδία, μια λέξη, μια έννοια; Από όλα ή τίποτα από αυτά;

Συχνά, τα τραγούδια ξεκινούν από άλλα τραγούδια.

Όταν ήμουν πολύ μικρός, δανείστηκα μερικούς στίχους του Ντίλαν και τους έντυσα με μια μελωδία που είχα βρει στο πιάνο.

Χρόνια αργότερα, άκουσα τυχαία μια μελωδία πιάνου παιγμένη από έναν Έλληνα φοιτητή, την αποστήθισα και πρόσθεσα τους δικούς μου στίχους για να περιγράψω τι μου ξυπνούσε ο κόσμος των ρεμπετών.

Πολύ μεταγενέστερα, ανακάλυψα ότι η μελωδία του πιάνου ήταν στην πραγματικότητα η Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη.

Οι στίχοι που έγραψα, ωστόσο, δεν είχαν καμία σχέση με το πρωτότυπο. Λέγεται Contratto per Karelias, επειδή από την αρχή κιόλας είχα την εντύπωση πως το ρεμπέτικο ήταν ένα είδος μουσικής το οποίο σε ανάγκαζε να καπνίζεις πολλά τσιγάρα.

Τα τραγούδια μπορεί μερικές φορές να υποκαθιστούν τα τσιγάρα, άλλες όμως φορές μάς αναγκάζουν να ανάψουμε τσιγάρα. Πάντα πρόκειται για ένα πλήγμα στην καρδιά.

Στο Camera a Sud έχετε διοχετεύσει την ειρωνεία σας στους στίχους και στο τραγούδι σας. Ορίζετε αυτό το άλμπουμ ως «βαλκανικό».

Γιατί είναι σημαντική η ειρωνεία ως δημιουργικό εργαλείο και τι σας συναρπάζει περισσότερο στο βαλκανικό πλαίσιο;

Η ειρωνεία στη μουσική και στη ζωή είναι ένας σπουδαίος πόρος για την επιβίωση.

Τα τραγούδια μάς επιτρέπουν να παίζουμε με λέξεις και χαρακτήρες.

Για τέσσερα λεπτά γινόμαστε, έτσι, ο βασιλιάς του κελαριού (Che coss’è l’amor), ο μεθυσμένος o oποίος επιστρέφει σπίτι (Tornando a casa), ή ο τεμπέλης που δε θέλει να σηκωθεί από το κρεβάτι (Guiro).

Μεγάλωσα ακούγοντας τον Renato Carosone, έναν δεξιοτέχνη της ειρωνείας στη μουσική. Αλλά η ειρωνεία από μόνη της δεν είναι αρκετή. Η άλλη όψη της ειρωνείας είναι η μαύρη χολή. Στην Ελλάδα, τον ονομάζετε νταλκά, μελαγχολία.

Ίσως γι αυτό πάντα αγαπούσα τη φιγούρα του μάγκα, κάποιου ο οποίος ζει τον πόνο στο έπακρο, αλλά με την απόσταση και το χιούμορ ενός αιχμηρού σχολίου.

Όπως για παράδειγμα ο σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, Μανώλης Πάππος,  που είχα την τύχη να τον γνωρίσω.

Στη βαλκανική μουσική πάντα αγαπούσα την υπερβολική ευφορία και τον θάνατο, ακόμα κι αν είναι μια αγάπη η οποία αναπτύχθηκε αργότερα, ιδιαίτερα με τον δίσκο Liveinvolvo (1998), που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την Kočani Orkestar, μια τρομερή μακεδονική μπάντα χάλκινων πνευστών.

Εκείνα τα χρόνια μου άρεσε πολύ το άλμπουμ της Άλκηστις Πρωτοψάλτη, στο οποίο τραγουδάει τραγούδια του Γκόραν Μπρέγκοβιτς στα ελληνικά.

«Στόχος του [‘Il ballo di San Vito’] είναι να χαρτογραφήσει τις φτωχογειτονιές και τα μη φανταστικά μέρη, όπως το Ρίμινι μετά το καλοκαίρι, το Μιλάνο στη βροχή του Νοεμβρίου, το Τορίνο και η Μουράτσι του, και πολλούς άλλους δρόμους», εξηγείτε.

Βιώνετε τη μουσική δημιουργία και τις ζωντανές εμφανίσεις ως ένα ταξίδι στον «υπόκοσμο και σε μη φανταστικά μέρη»;

Το Il ballo di S. Vito είναι κατά κάποιον τρόπο ένας νεορεαλιστικός δίσκος, μια προσπάθεια εφαρμογής της φιλοσοφίας των μπίτνικ, της Γενιάς των Beat, στους δρόμους και τους υπόκοσμους όπου σύχναζα.

Γι αυτόν τον λόγο, χρησιμοποίησα τη μεταφορά η οποία ανήκει στη λαϊκή κουλτούρα του χορού του Αγίου Βίτου, που επιβάλλει την κίνηση για να καταπραΰνει τον πόνο της ανησυχίας στην πιο άγρια ​​​​στιγμή της νεότητας:

Την ίδια τη στιγμή κατά την οποία αυτή πλησιάζει στο τέλος της.

«Αυτό το έργο είναι ένα είδος δώρου που θέλαμε να κάνουμε στους πολλούς τολμηρούς οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλον, έχουν δώσει τα πάντα· στα πολλά πράγματα που κινδυνεύουν με εξαφάνιση», λέτε για το Canzoni a manovella.

Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και τι είναι αυτά τα πράγματα;

Το Canzoni a manovella είναι ένας δίσκος εμπνευσμένος από τις αρχές του 1900. Αυτή ήταν μια εποχή πλούσια σε εφευρέτες, τολμηρούς και ριψοκίνδυνους.

Ανάμεσά τους, ο Αλφρέ Ζαρρύ, επινοητής της παταφυσικής, ή ο συγγραφέας Λουί-Φερντινάν Σελίν, και στη συνέχεια οι δύτες της αβύσσου και οι εξερευνητές των υποσεληνιακών κόσμων.

Είναι ένα άλμπουμ Ιστορίας, γεωγραφίας και επιστήμης και με σπουδαίες άριες της όπερας.

Το διπλό σας άλμπουμ, Marinai, Profeti e Balene, είναι διαποτισμένο με λογοτεχνικές αναφορές και κινηματογραφική ατμόσφαιρα.

Εφόσον είστε και μυθιστοριογράφος, τι αντλείτε από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο σε υπαρξιακό επίπεδο;

Ο κινηματογράφος, και ιδιαίτερα η λογοτεχνία, μπορεί να μας προσφέρει συμπληρώματα ύπαρξης. Η λογοτεχνία ενισχύει τη ζωή μας και την καθιστά μεταβιβάσιμη.

Συχνά, τα βιβλία περιέχουν βουβά τραγούδια, δηλαδή στίχους τραγουδιών ή μπαλάντες των οποίων τη μουσική μπορούμε μόνο να φανταστούμε.

Άλλες φορές, είναι οι ιστορίες των ίδιων των χαρακτήρων που μάς λένε κάτι για εμάς με έναν πιο καθολικό τρόπο από ό,τι θα καταφέρναμε ποτέ, αν περιοριζόμασταν στη δική μας ζωή.

Αυτές οι μεταγγίσεις ζωής μπορούν να γίνουν θέμα τραγουδιών, όπως στην περίπτωση του Marinai, profeti e balene (2011) ή ακόμη και του Ballate per uomini e bestie (2019).

Άλλωστε, το τραγούδι γεννήθηκε με τους αοιδούς και στη συνέχεια με τους τροβαδούρους.

Το Rebetiko Gymnastas είναι «ένα άλμπουμ που παίζεται στα ελληνικά, λόγω του χρέους το οποίο όλοι οφείλουμε στην Ελλάδα, που έδωσε στον κόσμο όχι μόνο πολιτισμό, αλλά και ρεμπέτικο», λέτε.

Θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε τη σχέση σας με το ρεμπέτικο;

Την πρώτη φορά κατά την οποία μπήκα σε μια ταβέρνα όπου τραγουδιόταν και παιζόταν αυτή η άγνωστη σε μένα μουσική, με εντυπωσίασε η αίσθηση της κοινωνίας και της συνωμοσίας οι οποίες μπορούσαν να γίνουν αισθητές στην ατμόσφαιρα.

Τραγούδια που όλοι τραγουδούσαν ενώ έτρωγαν, έπιναν ή μιλούσαν, και τα οποία ως εκ τούτου ήταν μέρος της ζωής. Στη μουσική, σε αυτά τα παλιά τραγούδια, υπάρχει κάτι συγκινητικό, επικό και εξωτικό.

Ακόμα και χωρίς να καταλαβαίνεις τις λέξεις, μεταφέρεσαι αμέσως στην περιπετειώδη πλευρά της ζωής, όπου δε φοβάσαι πλέον τον θάνατο, αλλά χορεύεις μαζί του.

Για όλους αυτούς τους λόγους ηχογράφησα αρχικά ένα άλμπουμ με τίτλο Rebetiko Gymnastas (2012) για να δοκιμάσω την άσκηση και την πειθαρχία των ρεμπετών.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο Τεφτέρι (2013), κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού μέσα από την οικονομική και ηθική κρίση του 2012, όταν η μοίρα της Ευρώπης -ή τουλάχιστον του ευρώ- φαινόταν να εξαρτάται από την Ελλάδα.

«Έπρεπε να επικεντρωθώ στην αδυναμία να είμαι ειλικρινής, στο πώς κρυβόμαστε πίσω από σκιές και ψάχνουμε μέσα από αυτές για να βρούμε ένα άλλο άτομο», γράφετε για το Da Solo.

Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε ξανά την ειλικρίνειά μας και να καταπολεμήσουμε τη (συλλογική) μοναξιά;

Η αλληγορία του Μινώταυρου, ενός πλάσματος που στέκεται στο κέντρο ενός λαβυρίνθου από καθρέφτες και όταν τελικά κάποιος καταφέρνει να τον βρει, τον καταβροχθίζει, είναι πολύ ταιριαστή για την εποχή μας.

Επεξεργαζόμαστε και παρέχουμε συνεχώς μάσκες και βασιζόμαστε σε αναπαραστάσεις του εαυτού μας. Χρόνια πριν, άκουσα έναν όμορφο ορισμό του ρεμπέτικου, ο οποίος μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: κατευθείαν στην αλήθεια.

Δεν έχει σημασία τι έχεις κάνει, δεν έχουν σημασία οι αμαρτίες σου, αλλά πρέπει να είσαι εσύ αυτός ο οποίος λέει την αλήθεια σε έναν κόσμο ψευτών.

Αυτή η ικανότητα να είμαστε αληθινοί είναι το πιο εξαντλητικό επίτευγμα που μπορούμε να μάθουμε, και τα παλιά ρεμπέτικα τραγούδια έχουν ακόμα πολλά να μας διδάξουν σε αυτόν τον τομέα.

«Αυτά τα δεκατρία τραγούδια συντέθηκαν όλα μαζί από μια αίσθηση επείγοντος η οποία γεννήθηκε τόσο από τον κίνδυνο όσο και από την ανάγκη αντίστασης, για κατάφαση της ζωής», υπογραμμίζετε σχετικά με τα Tredici canzoni urgenti.

Σε περιόδους πολέμου και γενοκτονίας, όπου κάθε έννοια συνύπαρξης βασισμένης σε κανόνες αποσυντίθεται ολοένα και περισσότερο καθημερινά, υπάρχει ακόμα κάποιος αντίκτυπος τον οποίο μπορούν να έχουν η τέχνη και οι καλλιτέχνες;

Αν ναι, ποιος;

Τα τραγούδια δεν μπορούν να σταματήσουν τους πολέμους, αλλά μπορούν να επηρεάσουν τη συνείδησή μας. Μπορούν να μας ενδυναμώσουν και να μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερο μόνοι.

Μπορούν να μας υπενθυμίσουν ότι άλλοι έπρεπε να αγωνιστούν και να υποφέρουν πριν από εμάς· μπορούν να μας δώσουν παραδείγματα αντίστασης· μπορούν επίσης να μας δώσουν την ευκαιρία να ενώσουμε τις φωνές μας.

Ξεκίνησα να γράφω τα Επείγοντα Τραγούδια μου από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, μια ημερομηνία που σηματοδότησε την επιστροφή του πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αλλά τα επείγοντα δεν αφορούν μόνο αυτό. Τα πράγματα έχουν επιδεινωθεί από τότε. Το επείγον είναι πάντα σύμπτωμα κινδύνου.

Όλοι οι κίνδυνοι τους οποίους πραγματεύονται αυτά τα τραγούδια έχουν γίνει πιο έντονοι, κάτι που αποτελεί σαφή απόδειξη ότι ο δίσκος δεν έχει εξυπηρετήσει κανέναν σκοπό, αλλά ακριβώς γι αυτόν τον λόγο ήταν επείγον να γραφτεί.

Ευχαριστώ θερμά την Irene Sciacovelli, προσωπική βοηθό του Vinicio Capossela, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη.

Photo credit: Elettra Mallaby.

Ο Vinicio Capossela εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 9 Ιουνίου (21:30) στο πλαίσιο των φετινών Φ hill Sessions στο Θέατρο «Δόρας Στράτου».



Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Volkan Caner (She Past Away): «Θρησκείες και πολιτική μάς παγιδεύουν σε έναν βάλτο»

 


Ένα από τα κορυφαία σύγχρονα darkwave συγκροτήματα, οι Τούρκοι She Past Away επιστρέφουν συναυλιακά στην Αθήνα ως headliners του Disorder Festival την Παρασκευή 12 Ιουνίου.

Ενόψει του Φεστιβάλ, κουβεντιάζουμε με τον Volkan Caner, τραγουδιστή και κιθαρίστα του γκρουπ.

Οι She Past Away σχηματίστηκαν πριν από είκοσι χρόνια στην Προύσα. Τι έχει αλλάξει και τι έχει παραμείνει το ίδιο από τότε για εσάς, τόσο ως καλλιτέχνες όσο και ως ανθρώπους;

Η πιο σημαντική αλλαγή είναι η σωματική. Απλώς, είμαστε πλέον μεγαλύτεροι. Ωστόσο, η οπτική μας για τη ζωή και τη μουσική παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη.

Αυτήν τη στιγμή ζεις μεταξύ Αθήνας και Βαρκελώνης. Θα περιέγραφες κάποια από αυτές τις πόλεις ως το «υιοθετημένο» σου σπίτι; Αν ναι, γιατί;

Ζω στη Βαρκελώνη εδώ και δέκα χρόνια. Ο λόγος που μετακόμισα εδώ είναι επειδή η γυναίκα μου είναι ντόπια.

Αν και δεν μπορώ να πω ότι έχω προσαρμοστεί πλήρως, υποθέτω πως αυτή είναι η λιγότερο ασφυκτική ανάμεσα στις κατοικήσιμες πόλεις.

Η μηδενιστική σας νοοτροπία ως συγκρότημα εκτείνεται σε κάθε πτυχή της παρουσίας σας, από τον τρόπο που εμφανίζεστε στη σκηνή, μέχρι τη μουσική και τους στίχους σας. Πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε τον μηδενισμό;

Σχετίζεται με τη μοιρολατρία, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία σας;

Σίγουρα δεν έχουμε μια μοιρολατρική κοσμοθεωρία. Όταν αναλογίζομαι τη ζωή και την ύπαρξη, ο μηδενισμός γίνεται ο αναπόφευκτος προορισμός.

Ισχυρίζεστε ότι γράφετε «μινιμαλιστική ποίηση», όχι απλώς στίχους. Ποια είναι η διαφορά; Τι ανακαλύπτεις στην ποίηση, ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ποιητές και γιατί;

Προτιμώ μια λιτή αφήγηση από την περίτεχνη και μακροσκελή πρόζα. Από εκεί προέρχεται ο ορισμός μου για τον μινιμαλισμό· θα μπορούσες απλώς να τον ονομάσεις «απλότητα».

Δε διαβάζω πολλή ποίηση. Ο Μποντλέρ, ο Πόε και ο Όσκαρ Ουάιλντ, μαζί με την Ετζέ Αϊχάν και τον Κιουτσούκ Ισκεντέρ από την τουρκική λογοτεχνία, είναι τα πρώτα ονόματα τα οποία μου έρχονται στο μυαλό.

Είστε μια κιθαριστική, post-punk/darkwave μπάντα. Από πού πηγάζει η αγάπη σας για αυτά τα είδη;

Το post-punk των τελών της δεκαετίας του 1970 και του 1980 αποτελεί τεράστια έμπνευση για εμάς. Θεωρώ τους κιθαριστικούς ήχους εκείνης της εποχής, με την έντονη δόση ρεφρέν και flanger, αρκετά μαγευτικούς.

Κιθαρίστες όπως οι Johnny Marr, John McGeoch, Geordie Walker, Billy Duffy και Robin Guthrie είναι οι βασικές φιγούρες πίσω από αυτήν την επιρροή.

«Ελαττωματικό σχέδιο/ Είναι κοντά στο τέλος/ Βλασταίνουν ψέματα, / Από τον πολιτισμό/ Σαπίζει», λες με οργή στο Pale. Πώς μπορεί να ανακτήσει ο πολιτισμός τους «χυμούς» του;

Όλες αυτές οι οργανωμένες θρησκείες και η παγκόσμια πολιτική μάς παγιδεύουν όλο και περισσότερο σε έναν βάλτο κάθε μέρα. Η παρακμή είναι αναπόφευκτη.

«Όταν η τηλεόραση είναι κλειστή/ και όταν όλοι οι ήχοι σβήνουν/ Κυκλώνει την ίδια τη σκιά της/ Η σιωπή της λεπτής μοναξιάς/ Η απουσία σου», απελπίζεσαι στο Delicate Loneliness. Πώς αντιμετωπίζεις «τη σιωπή της λεπτής μοναξιάς»;

Αυτή δεν είναι τόσο μια κατάσταση απελπισίας, όσο μια κατάσταση ανακούφισης.

Είναι μια επιλογή - η πράξη της αποστασιοποίησης από το πλήθος και τις πολλές παραδοξότητες τις οποίες αυτό κουβαλά, και απλώς του να μένεις μόνος με τον εαυτό σου.

«Φαίνεται ότι/ Όλα όσα ζούμε/ έχουν ένα τίμημα», επισημαίνεις στο When you really miss. Έχεις πληρώσει το τίμημα για κάποιες από τις επιλογές που έχεις κάνει στη ζωή σου;

Αυτή είναι μια διασκευή των Kesmeşeker. Οι στίχοι ανήκουν στον Cenk Taner. Είναι κάποιος που με έχει επηρεάσει βαθιά. Όσο για το ερώτημα: φυσικά, έχω πληρώσει πολλά και συνεχίζω να πληρώνω.

«Το μόνο που ξέρω είναι αυτό που νιώθω», καταλήγετε στο Μοnotone. Είναι η γνώση μια μορφή συναισθήματος - και αντίστροφα;

Η γνώση μπορεί να συντελεστεί με δύο τρόπους: ορθολογικά ή μέσω της επίγνωσης. Αυτό το οποίο αναφέρεται στο Μοnotone είναι μια επίγνωση - μια κατάσταση συναισθήματος.

«Όλη η ομορφιά μπορεί να εξαφανιστεί σε μια στιγμή», σχολιάζεις στο People. «Σε τόσο άσχημους καιρούς, η μόνη αληθινή διαμαρτυρία είναι η ομορφιά», είχε δηλώσει κάποτε ο Phil Ochs, ένας από τους αγαπημένους μου τραγουδοποιούς.

Με ποια έννοια μπορεί η ομορφιά να γίνει μια μορφή διαμαρτυρίας;

Αυτό που εννοούσα εκεί αφορά περισσότερο τον φόβο της απώλειας της ίδιας της ομορφιάς. Μια γενική αίσθηση απώλειας, χωρίς συγκεκριμένο σημείο εστίασης.

Όλοι μας ξεθωριάζουμε και φθειρόμαστε συλλογικά, και καμία κατακραυγή δεν μπορεί να σταματήσει αυτήν τη διαδικασία.

Όταν σκεφτόμαστε την ομορφιά ως διαμαρτυρία, είναι αδύνατο να μη συμφωνήσουμε με τον Phil Ochs. Η διαμαρτυρία γεννιέται από αντίθετες απόψεις και είναι σαφές ότι δε διανύουμε όμορφους καιρούς.

Το Mizantrop είναι το τελευταίο σας άλμπουμ και το πρώτο «κανονικό» από την εποχή του Disko Anksiyete. Τι συνέβη στο μεταξύ;

Ναι, έχει περάσει πολύς καιρός από το Disko Anksiyete. Κάναμε εκτενείς περιοδείες και επίσης τεμπελιάσαμε πολύ. Θέλαμε το αποτέλεσμα να είναι κάτι με το οποίο θα νιώθαμε πραγματικά άνετα.

Υπήρξαν νέα τραγούδια που γράψαμε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα οποία εξελίχθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.

Κάποια τραγούδια στο άλμπουμ έχουν τρεις ή τέσσερις εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Θα κυκλοφορήσουμε αυτές τις εκδοχές όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή.

Μήπως η πίστη σου στην ανθρωπότητα υποχωρεί; Σε μια εποχή μαστιζόμενη από πολέμους και γενοκτονίες, τι χρειάζεται για να επανεφεύρουμε/αναζωογονήσουμε την ανθρωπιά μας, ώστε να χτίσουμε ζωές αξιοβίωτες για όλους/όλες;

Έχασα την ελπίδα μου εδώ και πολύ καιρό. Είναι σαφές ότι, ως ανθρωπότητα, δεν έχουμε μάθει τίποτα από το παρελθόν. Δεν μπορούμε καν να εκπλησσόμαστε πια από όλη αυτήν την ανοησία.

Ίσως η μόνη λύση είναι να επαναφέρουμε την εξελικτική μας διαδικασία στην αρχή και να προσπαθήσουμε άλλη μια φορά, προσεκτικά.

Σε ευχαριστώ για αυτές τις διορατικές και καλά δομημένες ερωτήσεις.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των She Past Away για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Volkan Caner.

Οι She Past Away είναι headliners στην πρώτη μέρα του Disorder Festival (Παρασκευή 12 Ιουνίου) στο Universe K-5 Arena (Λεωφόρος Κηφισού 87, Αθήνα).


Πληροφορίες:

 

Death Disco presents:

 

Παρασκευή 12 Ιουνίου

Disorder Festival

Venue: Universe K-5 Arena (Λεωφόρος Κηφισού 87, Αθήνα).

Bands: She Past Away, Kite, Diorama, Reflection Black.

Doors open: 18:00.

 

Σάββατο 13 Ιουνίου

Disorder - Epilogue

Venue: Club Death Disco (Ωγύγου 16 & Λεπενιώτου 24, Ψυρρή).

Bands: Frozen Plasma + Our Banshee.

Doors open: 21:00.