Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Patrick Raynal: «“Φοράμε” τις αντιφάσεις μας σχεδόν χωρίς να το σκεφτόμαστε»

 

Patrick Raynal (Φωτογραφία: Veronique Berkani)

Συγγραφέας, κριτικός βιβλίου, σεναριογράφος, «μέντορας» και σύγχρονος του Ζαν-Κλωντ Ιζζό, ο Γάλλος Patrick Raynal είναι από τους σημαντικότερους εν ζωή Ευρωπαίους στιλίστες του πολιτικοποιημένου νουάρ.

Συζητώντας μαζί του με αφορμή το μυθιστόρημά του Καιρός για πόλεμο, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.

Γίνατε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας σε νεαρή ηλικία και κατόπιν υπήρξατε Μαοϊκός.

Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι τόσοι πολλοί κομμουνιστές/αριστεροί ακτιβιστές έχουν στραφεί όλα αυτά τα χρόνια στην πολιτικοποιημένη γραφή;

Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν έγινε φανερό σε πολλούς από εμάς ότι το ακροαριστερό κίνημα έχανε όλο και περισσότερη δύναμη. Πρόκειται για την στιγμή που κάποιοι στράφηκαν στην τρομοκρατία.

Όσοι είχαμε όρεξη για λογοτεχνία στραφήκαμε στο μυθιστόρημα, κατά προτίμηση στο νουάρ.

Το να ισχυριστεί κάποιος πως είστε απλώς επηρεασμένος από τη βορειοαμερικανική παράδοση του νουάρ -ως συγγραφέας, ως αναγνώστης, ως μελετητής- θα ήταν ευφημισμός.

Στην πραγματικότητα, το έργο σας φαίνεται να είναι «διαποτισμένο» από αυτήν την παράδοση. Γιατί;

Δε γνωρίζω. Ήταν αναμφίβολα ο θαυμασμός μου για τον Ρέιμοντ Τσάντλερ που με οδήγησε σ’ αυτό το μονοπάτι. Αυτό που μου αρέσει είναι να περιγράφω τον κόσμο κατά παρέκκλιση, χρησιμοποιώντας μεταφορά και ευφημισμό, κυνισμό και χιούμορ.

Μόλις τελείωσα ένα μυθιστόρημα το οποίο δεν εντάσσεται καθόλου στο είδος του θρίλερ και ξαναδιαβάζω το κείμενο. Συνειδητοποιώ ότι ο τρόπος γραφής μου είναι πλέον συνεπής.

Όλα όσα γράφω είναι, όπως λέτε, «διαποτισμένα» από την παράδοση των Η.Π.Α. Έχει γίνει ο τρόπος μου να βλέπω τον κόσμο και να τον εξιστορώ.

«Το νουάρ μυθιστόρημα είναι το μέλλον του μυθιστορήματος», ισχυριστήκατε πριν από περίπου εικοσιοκτώ χρόνια σε μια συνέντευξη με τον Ζαν-Πολ Λουί του Esprit. Γιατί το νόμιζατε; Έχετε έκτοτε αναθεωρήσει τον ισχυρισμό αυτό;

Όχι. Εξακολουθώ να το πιστεύω, και ο προοδευτικός μετασχηματισμός της γαλλικής λογοτεχνικής παραγωγής μου αποδεικνύει πως έχω δίκιο.

Τα μισά από τα μυθιστορήματα που εκδίδονται αυτή την στιγμή θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως νουάρ.

Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο σκοτεινός, αυτό είναι αναμφισβήτητο. Και, όπως έγραψα στην ανασκόπηση της Nouvelle Revue Française, το μόνο πλεονέκτημα του μαύρου έναντι του λευκού είναι ότι αιμορραγεί.

Τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Παράθυρο με θέα γυναίκες (Πόλις, 2016) δανείζεστε τους βασικούς χαρακτήρες για το «σίκουελ» του, Καιρός για πόλεμο, που πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε στην Ελλάδα.

Ποια ανάγκη υπαγόρευσε αυτήν την «επιστροφή»; Η επιθυμία να διευθετηθούν εκκρεμείς «λογαριασμοί» -λογοτεχνικοί ή μη-, ίσως;

Όχι, δεν έχω κάποιον λογαριασμό να τακτοποιήσω. Ίσως πιο πολύ μια επιθυμία να ακούσω νέα από χαρακτήρες που είχαν λειτουργήσει καλά για μένα.

Το Παράθυρο με θέα γυναίκες είναι το πιο επιτυχημένο μυθιστόρημά μου. Ίσως φανταζόμουν πως αυτό το μικρό θαύμα θα ξεκινούσε ξανά.

Όπως σωστά επισημαίνεται εδώ, ο Φιλίπ Κλερ, ο πρωταγωνιστής αυτών των δύο μυθιστορημάτων, «δεν είναι πραγματικά ιδιωτικός ντετέκτιβ. Αλλά σίγουρα συμπεριφέρεται σαν ένας».

Καθώς διάβαζα το Καιρός για πόλεμο, είχα την ίδια αίσθηση. Γιατί δεν είναι «συμβατικός» ντετέκτιβ, λοιπόν;

Γιατί κανείς δεν του ζητά να ερευνήσει κάτι. Δεν έχει πελάτες - ή μάλλον είναι πελάτης του εαυτού του. Μάλιστα, αμύνεται από επιθέσεις που τον απειλούν σοβαρά.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω έναν πραγματικό ερευνητή να δουλέψει ως χαρακτήρας, οπότε προσπαθώ να τα βγάλω πέρα ​​με έναν τύπο που δεν έχει πολλά να χάσει.

«Το καλό με τα γεράματα είναι πως ούτε καν προσπαθείς πια να αποδεχτείς τις αντιφάσεις σου: τις αποδέχεσαι μεγαλοπρεπώς», επισημαίνει ο Φιλίπ.

Μιας και είστε λίγο μεγαλύτερος από εκείνον -αν και όχι λιγότερο δραστήριος- πώς τα πάτε με τα γεράματα;

Όπως μπορώ. Το πρόβλημα με την ηλικία είναι ότι το μηχανικό κομμάτι είναι αυτό που κολλάει πρώτα, αλλά ο σκληρός δίσκος συνεχίζει να είναι σχεδόν τόσο παιδικός όσο πριν.

Μερικές φορές χρειάζομαι ένα μπαστούνι για να περπατήσω, αλλά θα μπορούσα να χωρέσω μέσα σε έναν τριαντάχρονο πρωταγωνιστή χωρίς δυσκολία.

Όσο για τις αντιφάσεις μας, τα πράγματα είναι πιο απλά. Σου γίνονται τόσο οικείες όσο κι ένα παλιό τζιν. Τις «φοράμε» σχεδόν χωρίς να το σκεφτόμαστε.

Αλλού, καταλήγει πως φοβάται μήπως πεθάνει από ασφυξία σε κάποια ελβετική πόλη, εντός ενός υλιστικού πλαισίου γκρίζου όπως το κοστούμι ενός τραπεζίτη.

Με τον Μακρόν να είναι ο πολιτικός εκπρόσωπος του τραπεζικού κεφαλαίου στην Γαλλία, βιώνετε μια κοινωνικοπολιτική ασφυξία στη χώρα;

Ο Μακρόν είναι ό,τι χειρότερο έχει συμβεί στη Γαλλία εδώ και πολύ καιρό. Ευτυχώς, η δεύτερη θητεία του είναι τόσο εμφανώς ασταθής.

Μάλλον είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις από την Ελλάδα, αλλά προκαλεί τέτοιο μίσος και θυμό -και όλα αυτά είναι ξεκάθαρα-, που δύσκολα θα βρεις κάποιον να τον υπερασπιστεί δημόσια.

Ο κίνδυνος έγκειται στην μετά τον Μακρόν εποχή. Αν, όμως, τον διαδεχτεί η Λεπέν, ίσως αυτό αποτελέσει πλήγμα για την παλιά και υπερβολικά βολική δημοκρατία μας. Ίσως, εντέλει, ο Μακρόν να μας είναι χρήσιμος.

Είναι τρελό το πόσοι άνθρωποι ονειρεύονται να τον δουν να καταλήγει σαν τον Λουδοβίκο XVI.

Αν ο Φιλίπ Κλερ είναι ο ανθρώπινος πρωταγωνιστής του Καιρός για πόλεμο, τότε η Νίκαια παραμένει το πολιτιστικό, κοινωνικό και χωρικό πλαίσιο του έργου σας. Η σχέση σας με αυτήν την πόλη έχει υπάρξει κυρίως στοργική - ή και βασανιστική;

Για να πω την αλήθεια, έχει γίνει κυρίως λίγο μηχανική. Έφυγα από τη Νίκαια για το Παρίσι όπου έμεινα για τριάντα χρόνια και πρόσφατα εγκατέλειψα το Παρίσι για την Πικαρδία.

Σπάνια πηγαίνω πια στη Νίκαια, η οποία έχει αλλάξει τόσο πολύ που, προκειμένου να την επισκεφθώ, χρειάζεται να ενημερωθώ πρώτα για τις νεότερες εξελίξεις.

Παραμένει, βέβαια, η πόλη της νιότης μου, του πανεπιστημίου και της αγωνιστικότητας. Ακόμα, λοιπόν, κι αν νιώθω ότι δεν την ξέρω πια, μόλις αρχίσω να γράφω το παρελθόν ξαναβγαίνει στην επιφάνεια και γινόμαστε κι οι δύο νεότεροι.

Η δουλειά σας ξεχειλίζει από μια παιχνιδιάρικη και απολαυστική αίσθηση (αυτο)σαρκασμού. Είναι ο σαρκασμός εργαλείο, «όπλο» για εσάς, και στην πραγματική ζωή και στην τέχνη;

Μια ασπίδα... Μια ασπίδα για να αντικρίσω τον κόσμο, την συγγραφή, ό,τι μου κάνει εντύπωση, με τρομάζει λίγο και κινδυνεύει να με στεναχωρήσει - να μεγαλουργήσω.

Χάρη στην δική σας ενθάρρυνση και του Μισέλ Λε Μπρι, ο πολυαγαπημένος και πρόωρα χαμένος Ζαν-Κλωντ Ιζζό ξεκίνησε την διάσημη Τριλογία της Μασσαλίας το 1995 με το Μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας.

Τι θυμάστε κυρίως από τη γνωριμία σας με τον Ζαν-Κλωντ Ιζζό;

Θυμάμαι ιδιαίτερα την απώλεια ενός από τους καλύτερους φίλους μου. Ενός απολαυστικού ανθρώπου από κάθε άποψη.

Νιώθετε πως έχετε συμβάλει στην αναβίωση/ανανέωση της γαλλικής παράδοσης του νουάρ;

Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να εκτιμήσω τον ρόλο μου όσον αφορά στην γαλλική αστυνομική λογοτεχνία. Υπήρξα συγγραφέας, κριτικός, διευθυντής της Série Noire του εκδοτικού οίκου Gallimard και των Εκδόσεων Fayard και φαφλατάς...

Άρα ναι, σίγουρα άσκησα επιρροή.

Για ένα μόνο πράγμα είμαι σχετικά περήφανος:

Πάντα υπερασπιζόμουν την ιδέα ότι η νουάρ λογοτεχνία, η αστυνομική λογοτεχνία, ήταν πολύ απλά λογοτεχνία και πως θα έπρεπε να κριθεί ως τέτοια και όχι ως κάποιος ακαθόριστος φτωχός ξάδερφος, λίγο ξεπερασμένος, αλλά και πάλι πολύ ωραίος.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Patrick Raynal Καιρός για πόλεμο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Μαριάννας Μαντά.



Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Φρανθίσκο Άλβαρεθ: «Ο λόγος του Ντουρούτι είναι ακόμα ζωντανός και επίκαιρος»

 


Συνυφαίνοντας Ιστορία και μυθοπλασία, ο Ισπανός συγγραφέας/δημοσιογράφος Φρανθίσκο Άλβαρεθ ξαναζωντανεύει στο μυθιστόρημά του, Αυγουστιάτικη βροχή, την ελευθεριακή επανάσταση του καλοκαιριού του 1936 στην Ισπανία και την φιγούρα του αναρχικού αντιφασίστα Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι.

Το βιβλίο του Άλβαρεθ κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Αυτή υπήρξε η αφορμή για μια εγκάρδια συνομιλία με τον συγγραφέα.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα, Αυγουστιάτικη βροχή, εγγράφεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό/κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, αναδεικνύοντας την προσωπικότητα του ένοπλου αναρχικού αντιφασίστα, μέλους της CNT και απαλλοτριωτή τραπεζών, Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι.

Από απλή περιέργεια ωθήθηκες να ασχοληθείς με τη διερεύνηση και τη μυθοπλαστική ανασύνθεση αυτής της εποχής και ορισμένων χαρακτήρων ή υπάρχει και μια εκλεκτική πολιτική συγγένεια με/συμπάθεια προς αυτούς;

Νιώθω πολλή συμπάθεια για και συγγένεια με τον Ντουρούτι και τους Λος Σολιδάριος.

Σε μια από τις παρουσιάσεις του βιβλίου μου στην Ισπανία είπα κάτι που κατά κάποιον τρόπο ισχύει: ήμουν στη φυλακή με τον Ντουρούτι.

Είμαι αντιμιλιταριστής και ανήκα στο Μovimiento de insumisión, το Κίνημα της ανυποταξίας.

Το κίνημα αυτό δημιουργήθηκε από νέους από όλη την Ισπανία που τη δεκαετία του 1990 αρνήθηκαν να υπηρετήσουν την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία τους αλλά και την κοινωνική θητεία, καθώς ήταν ένας τρόπος νομιμοποίησης της στρατιωτικής θητείας.

Πέρασα δεκατέσσερις μήνες στην φυλακή με άλλους αντάρτες και στον τοίχο του κελιού μου τοποθέτησα πολλές αφίσες που μας έστειλαν συνδικαλιστικές, κοινωνικές και αριστερές πολιτικές ομάδες οι οποίες υποστήριζαν τον αγώνα μας.

Μία από αυτές, που έστειλε η CNT, απεικόνιζε τον Ντουρούτι, και συνοδευόταν από την φράση: «Κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο στις καρδιές μας».

Εκείνη η εικόνα και εκείνα τα λόγια ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα κάθε πρωί, όταν ξυπνούσα στη φυλακή, και αυτό μου έδινε δύναμη και ενθάρρυνση να συνεχίσω τον αγώνα μας.

Η φιγούρα του Ντουρούτι ήταν παρούσα στη ζωή μου πολλά χρόνια και ήθελα να γράψω κάτι γι’ αυτόν.

Πρώτα έγραψα τους στίχους ενός τραγουδιού για ένα ροκ συγκρότημα στην αστουριανή γλώσσα -αν και δεν το δημοσίευσαν στο τέλος-, μετά σκέφτηκα να γράψω μια ιστορία.

Πρότεινα μάλιστα να γράψω ένα σενάριο ταινίας, γιατί μου φαίνεται πως ο Ντουρούτι είχε μια ζωή σαν ταινία, κινηματογραφική.

Στο τέλος, αφού συγκέντρωσα πολλή ιστορική τεκμηρίωση, τόλμησα να γράψω ένα μυθιστόρημα στα αστουριανά, το πρώτο μου μυθιστόρημα.

Κέρδισα το σημαντικότερο βραβείο στην αστουριανή γλώσσα με αυτό, ο εκδοτικός οίκος Hoja de Lata το εξέδωσε και στα ισπανικά, μετά ένας αυστριακός εκδοτικός οίκος το δημοσίευσε στα γερμανικά και τώρα εκδόθηκε στα ελληνικά.

Το βιβλίο σου είναι δομημένο πάνω σε δύο άψογα αλληλένδετους άξονες:

O ένας εκτείνεται στα χρόνια που οδήγησαν στην Ισπανική Επανάσταση/Εμφύλιο. Ο άλλος, στο πρόσφατο παρελθόν, αφορώντας στη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του Ντουρούτι από την επινοημένη δημοσιογράφο Λιμπερτάδ Καζάλ.

Γιατί αποφάσισες να χτίσεις την αφήγησή σου πάνω σε και γύρω από αυτούς τους δύο άξονες;

Ήθελα να χρησιμοποιήσω δύο διαφορετικούς αφηγητές και ήθελα επίσης η ιστορία να έχει δύο πλοκές, δύο διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές γραμμές πλοκής: μία πιο επική και μια πιο προσωπική.

Ως δημοσιογράφος, σκέφτηκα ότι ο πιο βολικός τρόπος για να προχωρήσω θα ήταν να απεικονίσω τον πρωταγωνιστή της δευτερεύουσας πλοκής ως ερευνήτρια δημοσιογράφο, και ειδικότερα ως γυναίκα, επειδή οι περισσότεροι χαρακτήρες του βιβλίου είναι άντρες.

Ήθελα να υπάρχει και μια γυναίκα συμπρωταγωνίστρια. Προσπαθώ να διασφαλίσω πως σε όλα μου τα βιβλία οι γυναίκες έχουν θεμελιώδη παρουσία, γιατί είναι θεμελιώδεις σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες.

Το να επαναφέρεις στη ζωή -αν και ως μυθοπλαστικούς χαρακτήρες- με τρόπο οργανικό και όχι διδακτικό πραγματικά πρόσωπα που, για πολλές/πολλούς από εμάς, αποτελούν θρύλους πρέπει να ήταν μια μεγάλη πρόκληση για σένα.

Πώς κατάφερες να «απαντήσεις» σε αυτή την πρόκληση τόσο δημιουργικά;

Ξεκίνησα να το κάνω παραμένοντας πιστός σε χαρακτήρες που θεωρώ αξιοθαύμαστους, αλλά και με ειλικρίνεια ως συγγραφέας προς τους αναγνώστες.

Χωρίς να εξιδανικεύω τον Ντουρούτι ή τους Λος Σολιδάριος, που είχαν επιτυχίες αλλά έκαναν και λάθη, που είχαν φωτεινές και σκοτεινές πτυχές, όπως όλοι οι άνθρωποι.

Ως δημοσιογράφος, για μένα είναι σημαντικό να είμαι αυστηρός με και πιστός στα δεδομένα, αν και σ’ αυτή την περίπτωση έπρεπε να συνεισφέρω το «συν» της μυθοπλασίας.

Δεν ήταν μόνο θέμα αναδημιουργίας πραγματικών γεγονότων και χαρακτήρων, αλλά και δημιουργίας μυθοπλαστικών γεγονότων και χαρακτήρων.

Μου πήρε περισσότερο χρόνο για να συγκεντρώσω την ιστορική τεκμηρίωση από το να γράψω το μυθιστόρημα. Έγραψα το μυθιστόρημα σε λίγο περισσότερο από δύο μήνες.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον πρόωρο θάνατό του, ο Ντουρούτι σταδιακά εξελίχθηκε σχεδόν σε είδωλο, που εκτιμήθηκε και λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για τις νεότερες γενιές αναρχικών - και ως «αγκάθι» για την Δεξιά.

Σε ποιον βαθμό είναι προβληματική η μετατροπή των «ηρώων/ηρωίδων» του παρελθόντος στους συχνά αποστειρωμένους «μύθους» τού σήμερα, ειδικά όταν ο κυρίαρχος λόγος οικειοποιείται τέτοιες μορφές κι έτσι αυτές αφομοιώνονται;

Συνήθως λέω -και μ’ αυτό δε θέλω να προσβάλω αναρχικούς ή κομμουνιστές- ότι η φιγούρα του Ντουρούτι είναι τόσο σημαντική για τον διεθνή αναρχισμό όσο αυτή του Τσε Γκεβάρα για τον διεθνή κομμουνισμό.

Δεν ήταν θεωρητικοί ιδεολόγοι, ήταν άνθρωποι της δράσης και πέθαναν και οι δύο στη μάχη, πολύ νέοι: ο Τσε ήταν 39 ετών και ο Ντουρούτι 40.

Ξέρω πως ο Ντουρούτι είναι μια πολύ γνωστή φυσιογνωμία στην Ελλάδα και ότι στην Ελλάδα το αναρχικό κίνημα είναι πολύ σημαντικό. Είμαι πολύ χαρούμενος που αυτό το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Κατά τη διαδικασία τεκμηρίωσης για την συγγραφή του βιβλίου αναζήτησα ομιλίες και δημόσιες παρεμβάσεις του σε συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις και σε συνεντεύξεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Με έκπληξη ανακάλυψα πως ο λόγος του Ντουρούτι είναι ακόμα πολύ ζωντανός και επίκαιρος.

Οι τρόποι εκμετάλλευσης και συντριβής της εργατικής τάξης έχουν αλλάξει, αλλά ο καπιταλισμός συνεχίζει να εκμεταλλεύεται και να τσαλαπατά εργαζόμενους και εργαζόμενες για να πλουτίζει με τον ιδρώτα και τα δεινά της εργατικής τάξης.

Ευτυχώς, η άρχουσα τάξη δεν έχει οικειοποιηθεί τη φιγούρα του Ντουρούτι επειδή εξακολουθεί να τον βλέπει ως ληστή τραπεζών και τρομοκράτη. Για μένα δεν ήταν αυτό, αλλά ένας απαλλοτριωτής τραπεζών και μέλος μιας ομάδας αυτοάμυνας εργαζομένων.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι εκείνα τα χρόνια εργάτες και συνδικαλιστές δολοφονούνταν ατιμώρητα από ένοπλους που προσλάμβαναν και πλήρωναν τα αφεντικά.

Φέτος ήταν η εκατοστή επέτειος από την ληστεία του Ντουρούτι και των Λος Σολιδάριος σε μια τράπεζα στην πόλη μου, την Χιχόν.

Λέγεται πως μέρος των χρημάτων δόθηκε για την δημιουργία αναρχικού βιβλιοπωλείου στο Παρίσι. Αυτό δεν είναι ληστεία, δεν είναι τρομοκρατία, είναι ρομαντισμός και προσήλωση στην ελευθερία και τον πολιτισμό.

Και ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου, το «αποτύπωμα» της διαδρομής του Ντουρούτι στην σύγχρονη Ισπανία;

Η σύγχρονη Ισπανία κυβερνάται από έναν συνασπισμό δύο κομμάτων που εκπροσωπούν σοσιαλιστές, κομμουνιστές, οικολόγους...

Η Ισπανία δεν είχε ποτέ τόσο αριστερή κυβέρνηση από την εποχή της Δημοκρατίας, εκείνου του καθεστώτος που εξοντώθηκε από τον διεθνή φασισμό (Φράνκο, Μουσολίνι και Χίτλερ).

Στη σημερινή Ισπανία, ωστόσο, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του δικτάτορα Φράνκο το 1975, ο φασισμός είναι και πάλι παρών στους θεσμούς. Η Ακροδεξιά ήταν η τρίτη σε ψήφους πολιτική δύναμη στις τελευταίες εκλογές.

Ο Ντουρούτι και οι αναρχικοί, που είχαν καταπιεστεί και διωχθεί από την Δημοκρατία, κατέληξαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την Δημοκρατία στην αρχή του πολέμου για να πολεμήσουν τον φασισμό.

Ταυτόχρονα, ξεκίνησαν τη κολεκτιβοποίηση της γης και την κοινωνική επανάσταση.

Συνδύασαν, δηλαδή, τον κοινό στόχο της καταπολέμησης του φασισμού με την αναρχοσυνδικαλιστική υπόθεση.

Νομίζω ότι είναι σημαντικό και απαραίτητο για ανθρώπους διαφορετικών αριστερών πεποιθήσεων να υπερασπιστούν τη δική τους ιδεολογία, ο καθένας να αγωνιστεί για τον δικό του σκοπό.

Νομίζω, ωστόσο, πως πρέπει επίσης να ενωθούμε στον κοινό αγώνα ενάντια στον φασισμό, που αναδύεται ξανά σε όλον τον κόσμο.

Στην σύγχρονη Ισπανία υπάρχουν πολλοί αριστεροί άνθρωποι οι οποίοι αναφέρουν το όνομα του Ντουρούτι και επαναλαμβάνουν φράσεις που αποδίδονται σ’ αυτόν - και τις οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είπε ποτέ.

Λίγοι, όμως, είναι αυτοί που γνωρίζουν πραγματικά ποιος ήταν ο Ντουρούτι.

Εκτός από συγγραφέας, είσαι επίσης δημοσιογράφος και μεταφραστής μυθιστορημάτων από τα ιταλικά στα ισπανικά.

Αν δε σου ανατεθεί η μετάφραση ορισμένων τίτλων, με βάση ποια κριτήρια επιλέγεις τα βιβλία που μεταφράζεις;

Είμαι τυχερός που ως μεταφραστής εργάζομαι κυρίως για τον εκδοτικό οίκο Hoja de Lata, ο οποίος δημοσίευσε την Αυγουστιάτικη βροχή σε αστουριανά και ισπανικά, και είναι αφοσιωμένος στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες.

Πρόκειται για έναν ανεξάρτητο εκδοτικό οίκο που συμπλήρωσε δέκα χρόνια ζωής το 2023.

Για τον Hoja de Lata μεταφράζω τώρα το One Big Union, ένα βιβλίο του Valerio Evangelisti για τις απαρχές του επαναστατικού συνδικαλισμού στις Η.Π.Α., τους «Wobblies» και το σωματείο Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου.

Για τον ίδιο εκδοτικό οίκο έχω μεταφράσει επίσης τoν Amara Lakhous, έναν συγγραφέα αλγερινής καταγωγής που βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα γιατί στα μυθιστορήματά του πραγματεύεται θέματα όπως ο ρατσισμός και η πολυπολιτισμικότητα.

Από τον Hoja de Lata κυκλοφόρησε και το τελευταίο βιβλίο μου, Cabeza alta. Relatos de lucha y dignidad, μια συλλογή ιστοριών όπου οι αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι συνδικαλιστικοί αγώνες, οι εθνικές μειονότητες είναι πολύ παρόντες/παρούσες.

Μεταξύ των συγγραφέων που έχεις μεταφράσει περιλαμβάνεται ο Aλμπέρτο Προυνέτι, ένας από τους καλύτερους σύγχρονους εκπροσώπους της λογοτεχνίας της εργατικής τάξης. Με ποιους τρόπους συνδέεσαι με τα μυθιστορήματά του;

Ο Aλμπέρτο Προυνέτι είναι ένας συγγραφέας που θαυμάζω και ένας συνάδελφος που εκτιμώ. Εκτός από συγγραφέας, είναι και μεταφραστής, όπως εγώ. Μεταφράζει από τα ισπανικά και τα αγγλικά στα ιταλικά.

Η τριλογία του για την εργατική τάξη μου φαίνεται ότι είναι μια πολύ οικεία ιστορία, γιατί κι οι δύο γεννηθήκαμε τη δεκαετία του 1970 και είμαστε κι οι δύο γιοι της εργατικής τάξης.

Ο πατέρας του ήταν μεταλλεργάτης, ο πατέρας μου ήταν κεραμοποιός και χτίστης, ένας εργάτης οικοδομής.

Είμαστε κι οι δύο περήφανοι που ανήκουμε σε οικογένειες της εργατικής τάξης και πεπεισμένοι ότι έχουμε το δικαίωμα και το καθήκον να λέμε τις ιστορίες της κοινωνικής μας τάξης, της εργατικής τάξης.

Αν είχες την ευκαιρία να επιβιβαστείς σε μια χρονομηχανή και να συναντήσεις τον Ντουρούτι, τον Aσκάσο, τον Χοβέρ ή την Εμιλιέν Μορέν, την σύντροφο του Ντουρούτι, τι θα τους έλεγες;

Σας ευχαριστώ που υπερασπιζόσασταν την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ελπίδα. Σας ευχαριστώ που κουβαλούσατε έναν καινούριο κόσμο στις καρδιές σας.

Σας ευχαριστώ που μας αφήσατε την όμορφη κληρονομιά σας, την μεγάλη σας κληρονομιά αγώνα και αξιοπρέπειας. Ευχαριστώ, συντρόφια!

Ευχαριστώ θερμά τον Κώστα Λεγάκη (Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων) για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και τον συγγραφέα για την εγκαρδιότητά του και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Φρανθίσκο Άλβαρεθ Αυγουστιάτικη βροχή κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση του Άνχελ Πέρεθ Γκονθάλεθ.