Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Γιαβούζ Εκιντζί: «Η πραγματική αιχμαλωσία ενός συγγραφέα ξεκινά με την αυτολογοκρισία»


Αρχαίοι μύθοι και ευρηματική μυθοπλασία, ο Καβάφης κι ο Μπέκετ «συναντιούνται» στο αντιπολεμικό, υπαρξιακό μυθιστόρημα του κουρδικής καταγωγής συγγραφέα Γιαβούζ Εκιντζί Πότε! Πότε! Μια μέρα.


Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος το Μάρτιο κουβεντιάζουμε με τον συγγραφέα για τον άνθρωπο, την πολιτική, τη λογοτεχνία, την ποίηση και, αναπόφευκτα, για την πανδημία.


Γεννήθηκες σε μια αγροτική κουρδική οικογένεια στην πόλη Μπατμάν της νοτιοανατολικής Τουρκίας, κάτι εμφανές στη γήινη ποιότητα της γραφής σου. Σε ποιο βαθμό έχει επηρεάσει το περιβάλλον σου την κλίση σου; 


Και βέβαια η γεωγραφία επηρεάζει τον τρόπο σκέψης του ανθρώπου, τη σκοπιά από την οποία βλέπει τον κόσμο. 


Ο İbn-i Haldun[1] λέει πως «η γεωγραφία είναι πεπρωμένο». Αυτά που έχω ζήσει και αυτά που έχω δει έχουν επηρεάσει και εξακολουθούν να επηρεάζουν πολύ σοβαρά τον τρόπο σκέψης και την οπτική μου. 


Οι ήρωες που δημιούργησα και οι ιστορίες που αφηγήθηκα διαμορφώθηκαν μέσα από αυτή την οπτική γωνία. Εάν δεν είχα γεννηθεί και εάν δεν είχα μεγαλώσει και ζήσει εδώ, πιθανόν να αφηγούμουν πολύ διαφορετικές ιστορίες. Πιθανόν τότε να μην ήμουν εγώ.


Αρχαίοι μύθοι και ευρηματική, πολυφωνική μυθοπλασία συνυφαίνονται στο μυθιστόρημά σου Πότε! Πότε! Μια μέρα. Στόχευες κυρίως στην αποτύπωση της διαδρομής των καθημερινών Κούρδων ανά τους αιώνες; 


Το μυθιστόρημά μου διαδραματίζεται στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές. Εκεί όπου η καταστροφή αναμένεται ανά πάσα στιγμή πίσω από τα βουνά. 


Οι κάτοικοι της Κοιλάδας με τις Καρυδιές δεν είναι ποτέ μόνο οι Κούρδοι! Οι κάτοικοι της Κοιλάδας με τις Καρυδιές είναι οι αθώοι άνθρωποι που περιμένουν τους βαρβάρους την περίοδο της Καταστροφής. 


Οι Γιαζίντι στη Συρία και το Ιράκ το 2015, οι Βόσνιοι στο κέντρο της Ευρώπης τη δεκαετία του ’90, οι Κούρδοι στη Χαλάμπια τη δεκαετία του ’80, οι Εβραίοι στη Γερμανία τη δεκαετία του ’40, οι Αρμένιοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία το 1915. 


Oι Έλληνες, οι Αρμένιοι και άλλοι μη μουσουλμάνοι στην Κωνσταντινούπολη, στα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου του ’55, και ακόμα πιο πριν οι ιθαγενείς στην Αυστραλία και την Αμερική. 


Το αίσθημα του φόβου είναι οικουμενικό και ανθρώπινο. Σήμερα, και εμείς, όπως και οι άνθρωποι στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές, περιμένουμε το φόβο να μας κυριεύσει στα σπίτια και στις πόλεις μας. 


Δε γνωρίζουμε ποιος είναι ο εχθρός, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά τι θα μας κάνει ο εχθρός αυτός. Όπως ένα ανθρώπινο πλάσμα έχει το DNA του, έτσι και οι ιστορίες έχουν επίσης το δικό τους DNA.

Το μυστικό του δεν είναι κρυμμένο μόνο στο σήμερα αλλά και στο παρελθόν. 

Σε ένα ποίημά του, ο Köroğlu[2] λέει: «Ποιος υπήρχε όταν εμείς δεν ήμασταν εδώ;»


Χρειαζόμαστε τη γνώση του παρελθόντος για να κατανοήσουμε το μέλλον. Οι στιγμές όπου αισθάνομαι τον ισχυρότερο δεσμό με την ιστορία της ανθρωπότητας είναι όταν διαβάζω θρύλους, μύθους, παραμύθια, καθώς και τα ιερά βιβλία. 


Ο τίτλος του βιβλίου σου προέρχεται από το εμβληματικό θεατρικό του Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό. Πώς επικοινωνεί μ’ αυτό, ακόμα κι υποσυνείδητα; 


Υπάρχει ένα θέμα για το οποίο κάθε συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει. 


Σε μια συνέντευξή του ο Μάρκες λέει ότι πάντα γράφει για τη μοναξιά. Εγώ, μετά από πολλά χρόνια, έγραψα για την «αναμονή». 


Συνειδητοποίησα ότι περιστρεφόμουν γύρω από αυτή την κατάσταση όταν πριν από δύο χρόνια συμμάζεψα όλα μου τα βιβλία. 


Ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος αυτού ήταν Περιμένοντας τους βαρβάρους. Φυσικά, ο λόγος που δεν έδωσα αυτόν τον τίτλο είναι το υπέροχο ποίημα του Καβάφη. Ανέφερα και το όνομα του Καβάφη στο μυθιστόρημα. 


Αλλά ο τίτλος του μυθιστορήματος άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτό συνετέλεσε ότι υπήρχαν πολλά βιβλία που άρχιζαν με βαρβάρους, όπως και ότι με τον καιρό το παραμύθι κυριάρχησε του μυθιστορήματος. 


Η φωνή του Καβάφη ήταν πάντα στο αυτί μου κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Ποτέ δεν έχω γράψει ποίηση, αλλά μου αρέσει να τη διαβάζω. Γράφοντας ένα μυθιστόρημα, διαβάζω πάντα ποίηση. 


Κι αυτό επειδή ανάμεσα στους λογοτέχνες, οι ποιητές είναι αυτοί που μπορούν να τα βάλουν ακόμη και με τον διάβολο[3] και χρειάζομαι πάντα τη μεγαλοφυΐα τους. 


Ο δεύτερος σημαντικός άξονας αυτού του μυθιστορήματος είναι το έργο Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τα λόγια του: «Πότε! Πότε! Μια μέρα». 


Η ατελείωτη αναμονή σε αυτό το συμβολικό έργο είναι παράλληλη με την ανήσυχη αναμονή στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές. 


Πόσο δύσκολο ήταν κι είναι ακόμα να μεταφέρεις το μήνυμά σου ως άνθρωπος και συγγραφέας κουρδικού υποβάθρου στο πλαίσιο ενός αυξανόμενα καταπιεστικού κι ολοκληρωτικού καθεστώτος και μιας πολωμένης κοινωνίας; 


Ο Said Nursi[4] έχει πει: «Χωρίς ψωμί μπορώ να ζήσω, χωρίς ελευθερία όχι». 


Η Τουρκία, κάθε μέρα που περνάει, γίνεται ολοένα και πιο αυταρχικό κράτος. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ελευθερίες, το δικαίωμα στη ζωή και το αίσθημα της δικαιοσύνης απειλούνται σοβαρά. Τα πεδία ελευθερίας γίνονται καθημερινά ολοένα και πιο στενά. 


Αυτά όμως συνέβαιναν και πριν από σαράντα χρόνια. Η λογοτεχνική Ιστορία της Τουρκίας είναι γεμάτη από φυλακισμένους συγγραφείς. Οι κρατήσεις, οι διώξεις, τα δικαστήρια είναι καταστάσεις με τις οποίες οι συγγραφείς είναι εξοικειωμένοι. 


Αν γινόταν μια σχετική λογοτεχνική ανθολογία, ο όγκος της θα διαμορφωνόταν στη φυλακή. Η συγγραφή, σε τέτοιες ακριβώς περιόδους, αποκτά σημασία. 


Κατά την άποψή μου, η πραγματική αιχμαλωσία, ακόμη και ο θάνατος ενός συγγραφέα, ξεκινά με την αυτολογοκρισία. Τότε είναι που παραδίδεται. Δεν μπορεί να παράξει. 


Νομίζω ότι η μεγαλύτερη απειλή για το σήμερα αλλά και για τα επόμενα χρόνια είναι η αυτολογοκρισία ενός συγγραφέα υπό την επίδραση της εξουσίας. Εγώ έχω μόνο έναν ρόλο: να γράφω. Δε δίνω στον εαυτό μου διαφορετικό ρόλο. 


Ως άνθρωπος έχω μία συνείδηση. Τον λογαριασμό με τη συνείδησή μου δεν την κάνω μόνο ως Κούρδος, ή μόνο ως συγγραφέας, αλλά ως άνθρωπος! 


Όταν ήμουν μόνο δεκαεπτά-δεκαοκτώ ετών, υπήρχαν δύο οργανώσεις στις οποίες είχα γίνει μέλος. Το πρώτο θεσμικό όργανο στο οποίο έγινα μέλος ήταν η Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 


Το δεύτερο ήταν η Ένωση Εθελοντών Hasankeyf, η οποία προσπαθούσε να αποτρέψει τη λεηλασία του περιβάλλοντος και της Iστορίας. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να σώσουμε την Ένωση Hasankeyf. 


Ακόμα και σήμερα, τα θέματα στα οποία είμαι πιο ευαίσθητος είναι το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία έκφρασης. 


Οι άνθρωποι μερικές φορές περιμένουν να ενεργήσω και να μιλήσω ως πολιτικός. Ωστόσο, δεν είμαι πολιτικός. Είμαι συγγραφέας. Πρώτα απ’ όλα, γράφω μυθοπλασία. Δεν περιγράφω πολέμους ή σφαγές με τη μορφή μαρτυρίας ή ως πολιτικός. 


Προσπαθώ να καταλάβω και να εξηγήσω τις πληγές που προκαλούν αυτοί οι πόλεμοι, οι σφαγές και οι θάνατοι στην ανθρώπινη ψυχή.


Αφιερώνεις το μυθιστόρημά σου στον Mirza Ali. Ποιος είναι και τι σημαίνει για σένα; 


Ναι, το μυθιστόρημα το αφιέρωσα στον Mirza Ali. Ο Mirza Ali είναι ο γιος μου. Είναι η πηγή της ευτυχίας μου. Είναι τα πάντα για μένα. 


Πόσο εξοικειωμένος νιώθεις με την ελληνική λογοτεχνία και ποίηση του παρόντος και του παρελθόντος; 


Γνωρίζω πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Τα πιο σημαντικά ράφια της βιβλιοθήκης μου είναι γεμάτα από αυτά τα κείμενα. 


Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις τραγωδίες, τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Αριστοτέλη. Κάθε χρόνο διαβάζω την Οδύσσεια του Ομήρου. 


Φυσικά, μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας είναι πάντα κοντά μου - αν πρέπει να αναφέρω πρόχειρα μερικά ονόματα: 


Κωνσταντίνος Καβάφης, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης, Ρέα Γαλανάκη, Γεώργιος Βιζυηνός, Μενέλαος Λουντέμης, Ιωάννα Καρυστιάνη... 


Δυστυχώς, οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς και ποιητές δε μεταφράζονται αρκετά στα τουρκικά. Πριν από πολλά χρόνια διάβασα το βιβλίο που ετοίμασε ο φίλος μου, ο Άρης Τσοκώνας, Η ανθολογία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας


Υπήρχαν κάποιοι πολύ καλοί συγγραφείς που μου άρεσαν, αλλά η συντριπτική πλειονότητα αυτών των συγγραφέων δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα τουρκικά. 


Ίσως οι μεταφράσεις αυτές αυξηθούν το επόμενο διάστημα. Έτσι ελπίζω τουλάχιστον- αυτές οι μεταφράσεις να αυξηθούν. 


Ο εκδοτικός οίκος Ιστός στην Κωνσταντινούπολη εκδίδει βιβλία στα τουρκικά, στα ελληνικά και μερικές φορές στα αγγλικά, και κάνει πολύ σημαντικό έργο στο θέμα αυτό. Παρακολουθώ με προσοχή τα βιβλία που εκδίδει. 


Φαίνεται, τέλος, ότι έχουμε εισέλθει στην αβέβαιη «εποχή» του κορονοϊού. Πώς νομίζεις ότι θα επηρεαστεί η συλλογική ανθρώπινη ψυχοσύνθεση; Nα αναμένεται αξιόλογη λογοτεχνία απορρέουσα από αυτή την εμπειρία; 

Ρώτησαν την ανθρωπολόγο Μάργκαρετ Μιντ ποιο ήταν το πρώτο σημάδι του πολιτισμού. Απάντησε: «Ένα σπασμένο και θεραπευμένο μηριαίο οστό». 


Στη φύση, κανένα ζώο δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο του μέχρι να θεραπευτεί το σπασμένο οστό του.

Αν θεραπευτεί, σημαίνει ότι κάποιος έμεινε μαζί του και το φρόντισε. Από αυτό προκύπτει ότι ο πολιτισμός είναι να βοηθάς κάποιον σε δύσκολους καιρούς. Περνάμε δύσκολες στιγμές.


Είμαστε ενώπιον μιας επιδημίας που πλήττει ολόκληρο τον κόσμο. Είμαστε φοβισμένοι. Αισθανόμαστε την ψυχρή πνοή του θανάτου στην ψυχή, στο σώμα και στο σβέρκο μας. 


Περιμένουμε τον φόβο και τον θάνατο, όπως και στο μυθιστόρημα Πότε! Πότε! Μια μέρα.


Βρισκόμαστε επίσης στην αρχή μιας νέας εποχής. Πολλά από τα ανθρώπινα συναισθήματα θα δοκιμαστούν στις μέρες μας. Ελεημοσύνη, αλληλεγγύη, αντίσταση, αλληλοβοήθεια... 


Νομίζω ότι η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, επειδή ο άνθρωπος είναι κατ’ ουσίαν καλός. Και πιστεύω στην ανθρωπότητα. Σήμερα, πρέπει να αφήσουμε όλες τις διαφορές μας και να δράσουμε από κοινού. 


Μαζί με αυτή την επιδημία, το πρώτο πράγμα που θα πεθάνει θα είναι η ιδέα του έθνους. Θεωρώ ότι το έθνος, ο εθνικισμός και η άνοδος των ακροδεξιών οργανώσεων θα μειωθούν με αυτή την επιδημία. 


Επειδή, όπως λέει ο Σενέκας: «Είμαστε κύματα της ίδιας θάλασσας, φύλλα του ίδιου δέντρου, άνθη του ίδιου κήπου». 


Η τέχνη και η λογοτεχνία θα τροφοδοτηθούν από αυτά. Οι μέρες αυτές που ζούμε θα γίνουν το θέμα πολλών μυθιστορημάτων και ταινιών. Κι αυτό επειδή η ανθρωπότητα βιώνει μια μεγάλη τραγωδία. 


Νομίζω ότι οι αναζητήσεις στη λογοτεχνία και την τέχνη θα αλλάξουν πολύ σοβαρά. Επειδή αυτή η επιδημία θα μας οδηγήσει στον άνθρωπο, θα μας κάνει να γίνουμε άνθρωποι.


Photo credit (Γιαβούζ Εκιντζί): Hermann Bredehorst.


Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη από τις Εκδόσεις Τόπος για τη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνέντευξης και την Βίκη Χριστοφορίδου για τη μετάφραση των απαντήσεων από τα τουρκικά, καθώς και για τις παραπομπές.


Το μυθιστόρημα του Γιαβούζ Εκιντζί Πότε! Πότε! Μια μέρα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Νερίνας Κιοσέογλου.


[1] İbn-i Haldun (Ιμπν Χαλντούν 1332-1406): Άραβας ιστοριογράφος και ιστορικός που γεννήθηκε στην περιοχή της σημερινής Τυνησίας και θεωρείται ένας από τους πρόδρομους της σύγχρονης ιστοριογραφίας, κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας.
[2] Köroğlu Ruşen Ali (16ος αιώνας): Λαϊκός ποιητής, σύμβολο αγώνα και ελευθερίας.
[3] Η ακριβής τουρκική έκφραση που χρησιμοποιεί είναι «κάθονται στο τραπέζι του διαβόλου», με την οποία παινεύει τους ποιητές για τις ικανότητές τους.
[4] Bediüzzaman Said Nursî (1877-1960): Θεολόγος, συγγραφέας, στοχαστής και ιδρυτής του θρησκευτικού κινήματος Nur.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Σχετικά με την εν εξελίξει δίωξη του αναρχικού Ιρανού μετανάστη Abtin Parsa


«Ήμουν ένας 16χρονος με αναρχικές απόψεις και αθεϊστικές πεποιθήσεις. Βασανίστηκα εξαιτίας των αθεϊστικών μου απόψεων και της αντικυβερνητικής μου στάσης ενώ ήμουν μαθητής στην πόλη Zarghan, στο Ιράν». 


Έτσι εξιστορούσε ο 22χρονος σήμερα Abtin Parsa, αναρχικός μετανάστης και αιτών πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα όπου βρίσκεται από το 2017, την αντιμετώπισή του από τις ιρανικές αρχές μεταξύ του 2014 και το 2015 σε παλαιότερο κείμενό του.


Τον Ιανουάριο του 2019 συνελήφθη στην Πάτρα κατά την προσπάθειά του να περάσει στην Ιταλία με πλαστό διαβατήριο (η δίκη εκκρεμεί), ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για απείθεια.


Άτομο με ανοιχτή πολιτική και κινηματική δράση στον εγχώριο αντιεξουσιαστικό χώρο τα τελευταία χρόνια, κατά καιρούς δημοσιοποιεί ενυπόγραφα κείμενά του μέσω του ίντερνετ και των social media.


Σε ένα από αυτά, το οποίο αναρτήθηκε στον αντιεξουσιαστικό ιστότοπο πληροφόρησης Athens Indymedia στις 9 Μαρτίου, προέβη σε μια εκτενή ανάλυση του μεταναστευτικού ζητήματος και της αλληλεγγύης προς τους μετανάστες.


«Πιστεύω πως το μεταναστευτικό δεν λύνεται αλλάζοντας τους νόμους επειδή ο καπιταλισμός και το κράτος δημιουργούν την μεταναστευτική κρίση», επισήμανε στο εν λόγω κείμενο.


«Γι’ αυτό η αλληλεγγύη στους μετανάστες θα πρέπει να έχει αντικρατικά και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά», συμπέρανε.


«Εμείς σαν μετανάστες θα πρέπει να παλέψουμε για τις ανάγκες μας και αυτή την στιγμή η μεγαλύτερη ανάγκη μας είναι η επιβίωση, γι’ αυτό και πρέπει να καταστρέψουμε αυτούς που μας σκοτώνουν», υπογράμμισε.


«Δεν είμαστε επικίνδυνοι για την κοινωνία˙οι μπάτσοι είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία και οι μόνοι τρομοκράτες είναι το κράτος και ο καπιταλισμός», διευκρίνισε.


Ήταν, όμως, μια συγκεκριμένη φράση του που, εντέχνως αποκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο, ερμηνεύτηκε από τα πάντα πρόθυμα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε. ως έκκληση να οπλιστούν οι μετανάστες στον Έβρο


Αυτή η φράση αναπαράχθηκε ευρύτατα, προκειμένου να φιλοτεχνηθεί το επιθυμητό από την εξουσία και τους μηχανισμούς της προφίλ του επικίνδυνου «τρομοκράτη», και δη μετανάστη.


Σε καταγγελία του, που αναρτήθηκε διαδικτυακά στις 23 Μαρτίου, κατηγόρησε συγκεκριμένα τον τηλεοπτικό σταθμό  STAR για «ξεκάθαρη χειραγώγηση» των λέξεών του και εστίαση στην ιδιότητά του ως μετανάστη.


Σχεδόν τρεις βδομάδες μετά τη δημοσίευση του κειμένου, στις 29 Μαρτίου, και εν μέσω πρωτόγνωρων περιοριστικών μέτρων εξαιτίας ή υπό το πρόσχημα της πανδημίας, ο Abtin Parsa συνελήφθη από την «Αντι»τρομοκρατική στην πλατεία Βικτωρίας.


Την επομένη οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας. 


Η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, όμως, για την Πέμπτη 9 Απριλίου λόγω αντιρρήσεων της υπεράσπισης στο να αναγνωστούν οι ένορκες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.


Μια δικογραφία, της οποίας, σε κάθε περίπτωση, το ακριβές περιεχόμενο παραμένει ακόμα άγνωστο τόσο στον διωκόμενο όσο και στην συνήγορο υπεράσπισης.


Στη συνέχεια, του αποδόθηκε η πλημμεληματική κατηγορία της «προώθησης ένοπλης εξέγερσης» με την επιβαρυντική διάταξη του 187Α, του διαβόητου «τρομονόμου», ακριβώς λόγω του «επίμαχου» δημοσιεύματος.


Πρόκειται για την πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που απαγγέλλεται τέτοια κατηγορία στο πλαίσιο του 187Α.


Αυτό συνιστά μια ξεκάθαρη απόπειρα των κατασταλτικών μηχανισμών να ποινικοποιήσουν έναν πολιτικό λόγο που αντιτίθεται στον κυρίαρχο, όσο «αμφιλεγόμενος» ή «εμπρηστικός» κι αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους.


Το ίδιο βέβαια δεν ισχύει για τον αντιμεταναστευτικό/ξενοφοβικό λόγο και τις απορρέουσες από αυτόν έκνομες πρακτικές. Αυτός όχι μόνο επιβραβεύεται και επικροτείται, αλλά και αντανακλά την κυρίαρχη πολιτική στρατηγική.


Σε μια κοινωνική και πολιτική συγκυρία ανάδυσης ενός επιθετικού μετα-μοντέρνου ολοκληρωτισμού που «σαρώνει» δικαιώματα κατακτημένα μέσα από αιματηρούς αγώνες, η υπόθεση του Abtin Parsa σίγουρα αποκτά ευρύτερες προεκτάσεις.


Πολλαπλώς στοχοποιημένος ο ίδιος, ως αναρχικό πολιτικό υποκείμενο και μετανάστης, θεωρείται από την εξουσία ένας «αδύναμος κρίκος». 


Οι αμέσως επόμενοι «αδύναμοι κρίκοι» μπορεί να είναι όσοι εργαζόμενοι επιλέξουν προσεχώς να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους που βάναυσα καταργούνται, αναστέλλονται ή περιστέλλονται υπό το πρόσχημα της εν εξελίξει πανδημίας.


Γι’ αυτό και υποθέσεις όπως του Abtin Parsa είναι σημαντικές ψηφίδες του «μωσαϊκού» ενός πολέμου ενάντια στα καταπιεζόμενα στρώματα της κοινωνίας, ο οποίος μαίνεται.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Μπογκντάν Τεοντορέσκου: «Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου πολιτικό συγγραφέα»


Στο διεισδυτικά αμοραλιστικό νουάρ Τύποι σχεδόν εντάξει, ο Ρουμάνος μυθιστοριογράφος Μπογκντάν Τεοντορέσκου ανατέμνει με αστείρευτο σαρκασμό τη διαφθορά που κυριαρχεί στη χώρα του- και όχι μόνο.


Η πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν στάθηκε η αφορμή για μια σε βάθος επικοινωνία με τον συγγραφέα.


Δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, ποιητής, καθηγητής-ακόμα και πολιτικός, αν και για λίγο. Παλεύετε με τις λέξεις σε πολλά διαφορετικά «μέτωπα». Επί πόσο και γιατί; 


Άρχισα να γράφω πολύ νωρίς. 


Σε ηλικία 14 ετών ξεκίνησα με στίχους στο σημαντικότερο ρουμανικό λογοτεχνικό περιοδικό και ανακάλυψα το μυθιστόρημα ως μια μορφή έκφρασης νωρίς - στα 23 μου κέρδισα ένα λογοτεχνικό βραβείο με το πρώτο μου μυθιστόρημα. 


Εκδοτικά, όμως, εμφανίστηκα μετά την Επανάσταση λόγω της λογοκρισίας. 


Η ζωή μου, όπως και η ζωή πολλών άλλων Ρουμάνων, χωρίζεται σε δύο - πριν και μετά την πτώση του κομμουνισμού. 


Πριν, η λέξη ήταν μια μορφή αντίστασης εναντίον του καθεστώτος.


Έγραφα κείμενα που δεν εγκρίνονταν για δημοσίευση, τα διαβάζαμε μεταξύ μας στις λογοτεχνικές λέσχες και ήμασταν ευτυχείς αν, περιοδικά, κατορθώναμε να ξεγελάσουμε τη λογοκρισία. 


Μετά το 1989, η λέξη έγινε δύναμη, ειδικά στην πρώην κομμουνιστική Ανατολή. 


Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης άρχισαν να μετράνε, οι δημόσιες ομιλίες, οι πολιτικές ρητορείες, ακόμα και το λογοτεχνικό κείμενο, κέρδισαν βάρος σε μια κοινωνία ξεμουδιασμένη, απροετοίμαστη και ξαφνιασμένη από αυτό που της συνέβαινε. 


Αν είναι να μιλήσουμε με ορολογία της ειδικότητάς μου, της πολιτικής επικοινωνίας, είχε γίνει το πέρασμα από την ενιαία προπαγάνδα σε πολυκαναλική προπαγάνδα, με το κράτος να χάνει το μονοπώλιό του σε ό,τι αφορά τη χειραγώγηση. 


Αφού ήμουν δημοσιογράφος γραπτού τύπου και τηλεόρασης, έχοντας εργαστεί σε πολιτική συμβουλευτική και σε εκλογικές εκστρατείες, επέστρεψα στη λογοτεχνία. 


Επιθυμία μου ήταν να περιγράψω πώς είναι αυτός ο «θαυμαστός καινούριος κόσμος» που αναπτύσσεται  στην άκρη της Ευρώπης και ο οποίος είναι γεμάτος από ιστορίες και έννοιες.


Τείνετε να χαρακτηρίζεστε ως μυθιστοριογράφος «νουάρ». Πώς αντιλαμβάνεστε τη νουάρ λογοτεχνία, ιδίως εντός του ρουμανικού πλαισίου; Υπάρχει κάτι διακριτό σ’ αυτή; 


Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου πολιτικό συγγραφέα. Η λογοτεχνία μου -τα μέχρι στιγμής έξι μυθιστορήματα, τα διηγήματα και τα άλλα κείμενα- αναφέρονται στο ρουμανικό πολιτικό φαινόμενο. Αλλά όχι μόνο...


Όπως έλεγα σε μια συνέντευξη που έδωσα πριν από δύο χρόνια στη Γαλλία, το πολιτικό είναι νουάρ. Δεν κάνω αυτή τη δήλωση σε μια παρανοϊκή ή υποτιμητική νότα απέναντι στους πολιτικούς ή στην πολιτική πράξη. Αντίθετα. 


Πιστεύω ότι συχνά εκείνοι δε λαμβάνουν την προσοχή που τους αξίζει και ότι συχνά αντιμετωπίζονται στερεότυπα και βάσει κλισέ


Πέρα από ηθικές αξίες ή επαγγελματικές δεξιότητες, ο πολιτικός είναι ένας σύνθετος και πολύ πρόσφορος χαρακτήρας και ο κόσμος στον οποίο γυρίζει εκείνος, άγνωστος στην πραγματικότητα, είναι για την πλειονότητα γεμάτος από όλα εκείνα τα συστατικά  που αποτελούν τη βάση της νουάρ λογοτεχνίας:


Παιχνίδια συμφερόντων, παραπλανητικές επιφάσεις, πολύ υψηλά στοιχήματα, συγκρούσεις ομάδων επιρροής, ένταση, προδοσία, ψέματα και μερικές φορές δολοφονία. 


Αυτό που με ώθησε πάντα στην περιγραφή αυτού του κόσμου είναι το διπλό παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εικόνα, ανάμεσα σε αυτό που είσαι και σε αυτό που μεταδίδεις στο κοινό ότι είσαι. 


Επειδή, σε αντίθεση με τους περισσότερους  ήρωες του νουάρ, ο πολιτικός είναι ένας χαρακτήρας υπό το φως των φακών που έχει πάντοτε κατά νου την επικείμενη προεκλογική εκστρατεία.


To Tύποι σχεδόν εντάξει, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν, είναι μια δηκτικά αμοραλιστική εξερεύνηση της σύγχρονης ρουμανικής κοινωνίας, όπου η διαφθορά κυριαρχεί. Είναι όντως τόσο κακή η κατάσταση; 


Η κατάσταση δεν είναι ούτε κακή ούτε καλή. 


Η Ρουμανία κινείται εδώ και 30 χρόνια από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που έχει γίνει διάσημο -ο Τσαουσέσκου εξακολουθεί να είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ρουμάνους σε ολόκληρο το υφήλιο- σε ένα δημοκρατικό μοντέλο που έχει μάθει στη διάρκεια της διαδρομής αυτής


Αν κοιτάς απ έξω, αυτός ο κόσμος είναι όπως τον περιγράψατε...


Αυτό που ενδιαφέρει εμένα είναι να τον αναλύω από μέσα και να βρω ότι οι ήρωες που τον συνθέτουν έχουν ανθρώπινες, ηθικές και πνευματικές αξίες και ότι -πολύ σημαντικό- ενεργούν στο όνομα αυτών


Ψάχνουν για το καλύτερο για τον εαυτό τους και για τους δικούς τους. Όπως όλοι μας. Οι μέθοδοι φυσικά είναι αμφισβητήσιμες, ειδικά αν προκαλούν θύματα. Πάντα μ’ έχει ελκύσει η κατανόηση του κακού και όχι μόνο να το καταλογίσω


Επειδή έχουμε αρκετά το βλέμμα στυλωμένο στο καλό. Ο καλός άνθρωπος είναι το φως που διαπερνά το σκοτάδι, οι πράξεις του παινεύονται, μαθεύονται και προωθούνται


Κοιτάζοντας τον, εξαπατώμαστε ότι το αύριο θα είναι καλύτερο. Αλλά όταν ζούμε, ζούμε αντιμετωπίζοντας το κακό. Και συχνά, προκαλώντας το.


Δε χαρίζεστε στους χαρακτήρες σας, κι είστε αρκετά σαρκαστικός απέναντί τους. Ποιο είναι το κύριο ενδιαφέρον σας όταν αναπτύσσετε έναν χαρακτήρα; Να «βυθιστείτε» στη «βρομιά»/αδυναμία/κοινοτοπία του; 


Προσπαθώ να μην προτείνω απλούς χαρακτήρες. Προσπαθώ να μη διευκολύνω το έργο του αναγνώστη και να μην τον αφήσω να αποφασίσει από την πρώτη στιγμή ποιος είναι καλός και ποιος είναι κακός. 


Αλλά πάνω απ' όλα, προσπαθώ να κάνω τους χαρακτήρες συνεπείς με τον εαυτό τους, όχι με τις ιδέες μέσα στο κεφάλι μου αλλά με τον κόσμο στον οποίο ζουν εκείνοι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. 


Θέλω οι ήρωες μου να έχουν ζωή, να μην είναι μόνο οι φορείς κάποιων θέσεων, κάποιων ιδεών, κάποιων μηνυμάτων. Η αδυναμία/κοινοτοπία για τις οποίες μιλούσατε πρέπει να φαίνονται λογικές στο πλαίσιο του χαρακτήρα που τις κουβαλάει.


Το ίδιο και η ανοησία, το ίδιο και το θάρρος, το ίδιο και το μίσος, το ίδιο και η εκδίκηση, το ίδιο και η  εξαπάτηση. 


Μου αρέσει να κάθομαι στο τραπέζι με τους ήρωες μου, να πίνω ένα κρασί, να τρώω ένα ψάρι και να τους παρατηρώ καθώς ζουν τη φανταστική τους ύπαρξη. 


Αν, όταν γράφω, δεν νιώθω ότι ο ήρωας αναπνέει δίπλα μου, αν δεν αντιληφθώ τις χειρονομίες του, δεν ακούω τα λόγια του και δε βλέπω τις γκριμάτσες του, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι καλά δομημένος. 


Πολύ συχνά, το κακό απεικονίζεται ως κάτι απόλυτο. Το τέλειο σκοτάδι. Και τότε είναι τρομακτικό, αλλά όχι απαραίτητα πιστευτό. 


Εγώ ψάχνω για το ένζωο κακό. Το κακό που μπορείς να συναντήσεις αύριο στο δρόμο, στη δουλειά, μέσα στο σπίτι ή στην τηλεόραση. Το καθημερινό κακό. Το κακό με χαμόγελο, με χαρές, με γλυκύτητα, με γεύση, με νοημοσύνη, με τρυφερότητα... 


Αλλά τελικά, και πάλι κακό. 


Δε με ενδιαφέρει ο κατά συρροήν δολοφόνος που σκοτώνει γιατί έχει θολωμένα τα μυαλά του. Αλλά εκείνος που το κάνει επειδή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό είναι απαραίτητο για το σχέδιό του. 


Και ο οποίος, γενικά, συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.


Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημά σας, συχνά έβρισκα τον εαυτό μου να γελάει ανεξέλεγκτα κι έπειτα να γελάω με αυτόν επειδή το είχε κάνει. Τι θέλετε να προκαλέσετε στους αναγνώστες σας; Αναστοχασμό, αμηχανία, ενόχληση, χαρά; 


Νομίζω ότι ο ρόλος ενός μυθιστοριογράφου είναι να λέει τις ιστορίες που γνωρίζει και έτσι να βοηθήσει τους αναγνώστες του να είναι μέρος αυτών των ιστοριών


Μερικές μεγαλύτερες, μερικές μικρότερες, ανάλογα με το εύρος της εμπειρίας και του ταλέντου του συγκεκριμένου μυθιστοριογράφου. 


Πιστεύω επίσης ότι η Ανατολική Ευρώπη έχει να πει πολλές ιστορίες που πηγάζουν από μια μοναδική εμπειρία. Ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη από εκείνη που ανήκει σε άλλες γεωπολιτικές χώρες


Όμως, μια εμπειρία πολλές φορές γεμάτη με ενδιαφέροντα παραδείγματα και απροσδόκητες εξελίξεις. Εγώ νιώθω ότι εδώ εντάσσομαι. Ένα είδος αφηγητή των ιστοριών από αυτό το μέρος του κόσμου. 


Ο κύριος ήρωας του μυθιστορήματος Τύποι σχεδόν εντάξει έχει μια αυτού του είδους φράση: «Επιτρέψτε μου να σας  πω μια ιστορία».


Αναφέρετε το Ο χορευτής του επάνω πατώματος του Nίκολας Σαίξπηρ, το Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι του Μάρτιν Μακντόνα και το έργο του Ελρόι ανάμεσα στα αγαπημένα σας νουάρ σημεία αναφοράς. Γιατί ειδικά αυτά


Είμαι οπαδός του νουάρ που προέρχεται από κοινωνική, πολιτική ή και οικογενειακή συγκυρία, όχι από ψύχωση. 


Το βιβλίο του Nίκολας Σαίξπηρ είναι ένα εικονικό διήγημα της επιχείρησης σύλληψης του ηγέτη του Περού Sendero Luminoso. 


Η ταινία Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι αναφέρεται στην προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει την αλήθεια για το θάνατο της κόρης της ενάντια στην επιθυμία της κοινότητας στην οποία ζούσε.


Τα μυθιστορήματα του Τζέιμς Ελρόι, ειδικά αυτά του Η τετραλογία του Λος Άντζελες, είναι αριστουργήματα του είδους όπου το νουάρ αναπτύσσεται αργά, αλλά μαζικά, από κάθε στιγμή της ζωής της κοινότητας την οποία αναλύει ο συγγραφέας. 


Φυσικά, υπάρχουν πολλά άλλα βιβλία και ταινίες που μου αρέσουν. Πρόκειται εδώ για μόνο μια λίστα ανάμεσα σε άλλες.


Έχουν περάσει 10 χρόνια από τότε που το Τύποι σχεδόν εντάξει πρωτοεκδόθηκε στη Ρουμανία. Παραμένει αμετάβλητο το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό σκηνικό ή εντοπίζετε κάποιες «ρωγμές»; 


Όπως είπα, τα βιβλία μου είναι ιστορίες. Δεν υπάρχουν κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές αναλύσεις σχετικά με την πραγματικότητα μιας χώρας, ακόμη κι αν πρόκειται για τη Ρουμανία. 


Θα μπορούσα να γράψω και άλλες ιστορίες γι' αυτήν, ορισμένες, φωτεινές. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω. Υπάρχουν ακόμα αρκετοί άλλοι Ρουμάνοι συγγραφείς. Επειδή διάβασα και διαβάζω Ιστορία, τείνω να μην είμαι αισιόδοξος. 


Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι και τα άλλα δύο μυθιστορήματα που δημοσιεύθηκαν μετά από αυτό έχουν περίπου τον ίδιο τόνο. Φυσικά, προσεγγίζοντας πολύ διαφορετικά θέματα. But the noir remains the same (στα αγγλικά).


Είναι η Ρουμανία ακόμα ένα μέρος όπου τα πάντα είναι «εμπορεύσιμα»- αν η τιμή είναι σωστή, θα πρόσθετα; 


Δεν θέλω να φανώ αγενής, αλλά νομίζω ότι γενικά αυτή είναι μια πραγματικότητα του σύγχρονου ανθρώπου, όχι μόνο του πολίτη μιας συγκεκριμένης χώρας. 


Έχω την εντύπωση πως στην παγκόσμια συζήτηση για τη διαφθορά -αυτός είναι ένας από τους όρους στη μόδα-, οι διαφορές μεταξύ των κρατών βρίσκονται περισσότερο στο ύψος της «δίκαιης τιμής» παρά στη συχνότητα του φαινομένου. 


Πράγματα που σε μια χώρα θεωρούνται εγκληματικά σε μια άλλη θεωρούνται πράξεις επιχειρηματικότητας ή επιχειρηματικής διοίκησης. Κάπου υπάρχει ρουσφετολογία, κάπου αλλού αυτή θεωρείται λόμπι. 


Όπως έλεγα παλαιότερα σε μια έκθεση βιβλίου στη Γαλλία: “Everything is noir. Just take a closer look”. Χαιρετισμούς και ευχαριστώ!


Ευχαριστώ θερμά την Πηνελόπη Πετράκου από τις Εκδόσεις Βακχικόν για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την Άντζελα Μπράτσου για τη μετάφραση των ερωτήσεων στα ρουμανικά και των απαντήσεων στα ελληνικά.


Το μυθιστόρημα του Μπογκντάν Τεοντορέσκου Τύποι σχεδόν εντάξει κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Άντζελας Μπράτσου.