Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουρδιστάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουρδιστάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Meral Şimşek: «Δεν είμαι ένοχη, είμαι Κούρδισσα συγγραφέας που λέει μόνο την αλήθεια»

 


Βραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και μέλος του PEN International, η Κούρδισσα Meral Şimşek διώκεται για «τρομοκρατική» δραστηριότητα μόνο και μόνο εξαιτίας της κουρδικής της ταυτότητας.

Η πρώτη από τις δύο δίκες, με τις οποίες είναι αντιμέτωπη, είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει στις 21 Σεπτεμβρίου. Μια σε βάθος συζήτηση με την Meral Şimşek.

Είσαι βραβευμένη συγγραφέας και ποιήτρια κουρδικής καταγωγής. Θα ήθελες να ρίξεις λίγο «φως» στο προσωπικό, οικογενειακό και συλλογικό σου υπόβαθρο; Τι τροφοδότησε την επιθυμία σου να γίνεις συγγραφέας;

Δεν είμαι κουρδικής καταγωγής, είμαι Κούρδισσα πολίτης της Τουρκίας.

Mια μεγαλύτερη αδελφή και ένας αδελφός μου σκοτώθηκαν στη δεκαετία του ’90. Ο αδερφός μου δεν έχει καν τάφο. Πολλοί από την οικογένειά μου έχουν περάσει πολλά χρόνια στις φυλακές.

Τα ίδια χρόνια βασανίστηκα πολλές φορές και βιάστηκα υπό κράτηση. Υποβλήθηκα σε πολλές επεμβάσεις λόγω των εμπειριών μου.

Έχω ακόμα σοβαρά προβλήματα υγείας. Αυτή τη στιγμή λαμβάνω ψυχική και σωματική θεραπεία με την υποστήριξη του TIHV.

Όσο γνωρίζω τον εαυτό μου ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ωστόσο, όταν ανακάλυψα αυτό το ταλέντο, άρχισα να περιγράφω τις εμπειρίες μας σε λογοτεχνική γλώσσα. Έτσι ξεκίνησε η λογοτεχνική μου περιπέτεια.

Τον Ιανουάριο του 2021 σου αποδόθηκαν οι κατηγορίες της «συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση» και της «διεξαγωγής τρομοκρατικής προπαγάνδας», με αφορμή το διήγημά σου Arzela. Γιαυτές δικάζεσαι στις 21 Σεπτεμβρίου.

Θεωρείς αυτή τη δίκη πολιτική, βασιζόμενη αποκλειστικά στην κουρδική σου ταυτότητα;

Δε με δικάζουν μόνο λόγω της Αrzela. Σχεδόν όλο το κατηγορητήριό αφορά στο λογοτεχνικό μου έργο. Στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει: Δε θα γράψω άλλο, αλλιώς θα φυλακιστώ!

Αυτή η δίκη είναι μια επιχείρηση εκδίκησης κατά της κουρδικής μου ταυτότητας, γιατί έχω ξαναζήσει απειλές, εκβιασμούς και απαγωγές. Δε γονάτισα, και ως εκ τούτου δικάζομαι.

Στις 29 Ιουνίου του 2021 κατέφυγες στην Ελλάδα, όπου ισχυρίζεσαι πως υποβλήθηκες σε κακοποιητική και ταπεινωτική μεταχείριση στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας, η οποία σε εξανάγκασε να επιστρέψεις στην Τουρκία.

Τι συνέβη εκείνη τη μέρα;

Στις 29 Ιουνίου, περίπου στις 8 το βράδυ, περνώ τον Έβρο. Περπατώ επί μιάμιση ώρα. Στον δρόμο συναντώ μια γυναίκα που την έλεγαν Dicle. Τώρα ξέρω ότι την πήγαν σε στρατόπεδο προσφύγων στην Τουρκία.

Ξεκινάμε, περνάμε τον Έβρο. Μόλις περάσαμε, περπατάμε για μιάμιση ώρα. Η ελληνική συνοριακή αστυνομία μάς ακολουθεί. Απαλλασσόμαστε από αυτή 17 φορές.

Στη συνέχεια μπαίνουμε σε ένα δάσος και πέφτουμε σε έναν βάλτο. Περιμένουμε σε εκείνο το έλος για ώρες με την Dicle.

Έχουμε βρεθεί σε μια άγρια ​​περιοχή. Γύρω στις 4 τα ξημερώματα, οι δικηγόροι μάς δίνουν μια θέση και μας λένε: «Θα πάτε προς τις Φέρες».

Τρέχουμε για να αποφύγουμε αλεπούδες και γουρούνια. Στο μεταξύ, βλέπουμε τους στρατιώτες, τρέχουμε μακριά τους. Μας λένε: «Μη σας πιάσουν, θα απελαθείτε απευθείας».

Βγαίνουμε στον κεντρικό δρόμο στις οκτώ παρά δέκα. Στο μεταξύ, φτάνει ένα όχημα της ελληνικής αστυνομίας. Χαιρόμαστε.

Γιατί μας είπαν ότι αν έρθουν οι στρατιώτες, θα μας βασανίσουν. Όταν έρχεται η αστυνομία, εξηγώ την κατάστασή μου για να μπορέσουν να βοηθήσουν.

Τους λέω ότι είμαι μέλος του κουρδικού PEN και πως υπάρχει μήνυση εναντίον μου στην Τουρκία. Και ότι περπατήσαμε για 15 ώρες, και πεινάμε. Δεν έχουμε πιεί νερό. Είμαστε σε πολύ κακή κατάσταση. Παίρνουν τις ταυτότητές μας.

Οι δικηγόροι προσπαθούν επίσης να επικοινωνήσουν μαζί μας. Εκείνη τη στιγμή, φτάνει ένα άλλο όχημα της αστυνομίας. Ξαφνικά, υπάρχουν πολλοί αστυνομικοί, μάς ξεγυμνώνουν και μάς ψάχνουν γυμνές.

Εξετάζουν τους κόλπους μας. Μάς παρενοχλούν. Στο μεταξύ, τα τηλέφωνά μας χτυπούν συνεχώς, τηλεφωνούν οι δικηγόροι.

Μάλλον καλούν ένα μεγάλο αυτοκίνητο αφού το είδαν αυτό, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας. Μας βάζουν στο αυτοκίνητο.

Το εσωτερικό του αυτοκινήτου μυρίζει αίμα, ίχνη αίματος παντού. Προφανώς μετέφεραν πολλούς ανθρώπους έτσι.  Ούρα και ανθρώπινα περιττώματα βρίσκονται παντού.

Σκέφτομαι: «Θα μας πάνε στο κέντρο απέλασης, θα μας πάρουν οι δικηγόροι».

Οδηγούν σε ανώμαλο έδαφος. Παρεμπιπτόντως, ο οδηγός αλλάζει δύο φορές. Εκείνη τη στιγμή σκέφτομαι: «Θα μας σκοτώσουν». Οδηγούν για τουλάχιστον άλλη μια ώρα. Σταματούν σε ένα μέρος.

Κάποιος μιλάει τουρκικά εκεί. Μας κατεβάζουν και βλέπω ότι είμαστε κοντά στο νερό. Γύρω μας υπάρχουν φύλακες με μάσκες και χωρίς. Νόμιζα ότι θα μας σκοτώσουν και θα μας ρίξουν στο νερό.

Αρχίζω να εξηγώ την κατάστασή μου στα τουρκικά, να ικετεύω: «Αυτό είναι παραβίαση δικαιωμάτων, μην το κάνετε». «Θα σας κάνουν μήνυση στην Τουρκία», λέω.

Μόλις το λέω, αρχίζουν να με χτυπούν με τα κοντάκια. Υφίσταμαι έναν φοβερό ξυλοδαρμό. Ρίχνουν την Dicle στη βάρκα. Υπάρχουν δύο άτομα στη βάρκα, οδηγούν. Μας κοιτάζουν με φόβο.

Δε μας δίνουν τις τσάντες μας, αλλά πετάνε τα σακίδιά μας στη βάρκα. Μετά με πετάνε και μένα. Αντιστέκομαι και με ρίχνουν στο νερό. Βλέπω Τούρκους στρατιώτες από την απέναντι πλευρά.

Παίρνουν την Dicle με τη βάρκα. Προσπαθώ να κολυμπήσω κι εγώ. Εκείνη την ώρα η Dicle με βγάζει στη στεριά. Παραδινόμαστε στον στρατό.

Η Dicle δε μιλάει τουρκικά. Εξηγώ την κατάστασή του. Το συνοριακό φυλάκιο των Υψάλων μας πήρε. Από εκεί, με συλλαμβάνουν για παραβίαση της απαγόρευσης ταξιδιού στο εξωτερικό και με βάζουν στη φυλακή της Αδριανούπολης.

Έμαθα ότι η Dicle στάλθηκε επίσης σε στρατόπεδο προσφύγων. Στο μεταξύ, όταν με πήγαν στις φυλακές της Αδριανούπολης, με έψαξαν γυμνή.

Η κατάσταση της φυλακής είναι άθλια, οι συνθήκες είναι πολύ άσχημες. Μετά από 8 ημέρες σε αυτή τη φυλακή, το δικαστήριο με αφήνει ελεύθερη με την προϋπόθεση ότι θα δίνω το «παρών» τρεις φορές την εβδομάδα.

Σε μια ξεχωριστή δίκη, που έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 16 Νοεμβρίου, κατηγορείσαι επίσης για «είσοδο σε περιορισμένης πρόσβασης στρατιωτική περιοχή» στα Ύψαλα της Τουρκίας. Θα ήθελες να μου εξηγήσεις τι συνέβη εκεί;

Η άλλη αγωγή κατατέθηκε εναντίον μου με την αιτιολογία ότι απείλησα την ασφάλεια των συνόρων. Γι’ αυτό θα εμφανιστώ ενώπιον του δικαστή στις 16 Νοεμβρίου.

Ωστόσο, δεν μπήκα με τη θέλησή μου στη συνοριακή περιοχή. Έπρεπε να βγω εκεί έξω όταν με με έστειλε στον θάνατο η ελληνική αστυνομία.

Γενικότερα, πώς θα περιέγραφες την πολιτική κατάσταση στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, ιδίως σε σχέση με τις διώξεις ανθρώπων κουρδικής ταυτότητας;

Δυστυχώς, η δίωξη της κουρδικής ταυτότητας δεν είναι κάτι καινούργιο. Η εμπειρία μου είναι απλώς ένα παράδειγμα. Το μόνο που θέλουμε είναι μια ανθρώπινη ζωή. Όπως όλοι. Δεν είμαστε τρομοκράτες, απλώς θέλουμε το δικαίωμα στη ζωή.

Οι γυναικοκτονίες φαίνεται να αυξάνονται στη σημερινή Τουρκία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δημοσιοποιούνται με λιγότερους δισταγμούς ή επειδή όντως είναι περισσότερες;

Σε κάθε γεωγραφική περιοχή όπου η δύναμη των γυναικών ανεβαίνει κάθε είδους βιαιότητα μπαίνει στο παιχνίδι για να καταστείλει αυτή τη δύναμη.

Ναι, οι θάνατοι των γυναικών είναι πολιτικοί, γιατί οι αντρικές κοινωνίες πάντα φοβόντουσαν την απελευθερωτική δύναμη των γυναικών.

H Τουρκία αποσύρθηκε επισήμως από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης παρά τις έντονες διαμαρτυρίες, ακόμα και από μέλη του κυβερνώντος κόμματος, ΑΚΡ.

Πώς θα επηρεάσει το γεγονός αυτό την καθημερινή ζωή των γυναικών στην Τουρκία μακροπρόθεσμα; Μπορεί να αναστραφεί;

Η ακύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης δε θα οδηγήσει μόνο σε παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά και σε πολύπλευρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων γενικότερα.

Ακόμη και η ακύρωση των άρθρων που πιστεύεται ότι αφορούν μόνο γυναίκες αρκεί για να βάλει δυναμίτη στα δομικά στοιχεία της κοινωνίας. Δυστυχώς, σύντομα θα συνειδητοποιήσουμε αυτό το γεγονός.

Ενόψει των δύο δικών σου, το PEN International, του οποίου έγινες μέλος τον Ιούνιο του 2020, έχει εγκαινιάσει μια εκστρατεία για την απόσυρση των εναντίον σου κατηγοριών.

Πόσο σημαντικό και βοηθητικό είναι να είσαι μέλος αυτής της οργάνωσης;

Είναι καθησυχαστικό να γνωρίζουμε ότι υπάρχει κάποιος που θα κάνει τη φωνή μας να ακουστεί όταν είμαστε εκτεθειμένοι στις κυρώσεις και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων από το κράτος και τα συστήματα.

Βασίζεσαι, επίσης, στην αλληλεγγύη ομάδων, συλλογικοτήτων και ατόμων τόσο από την Τουρκία όσο και από το εξωτερικό;

Κανείς δεν μπορεί να πολεμήσει για πολύ καιρό μόνος του. Φυσικά, πιστεύω και εμπιστεύομαι το πνεύμα της αλληλεγγύης.

Αν καταδικαστείς και στις δύο περιπτώσεις, θα βρεθείς αντιμέτωπη με φυλάκιση έως και 20 ετών. Νιώθεις αποφασισμένη, έτοιμη και σίγουρη να πολεμήσεις για τα δικαιώματά σου στις δικαστικές αίθουσες- και έξω από αυτές;

Εάν κριθώ ένοχη, θα είναι απολύτως παράνομο. Φυσικά, θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου, θα παλέψω μέχρι τέλους και δε θα τα παρατήσω ποτέ. Δεν είμαι ένοχη. Είμαι Κούρδισσα συγγραφέας που λέει μόνο την αλήθεια.

Ευχαριστώ θερμά την Aurélia Dondo από το PEN International για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το PEN International είναι ένα διεθνές δίκτυο συγγραφέων και ανθρώπων του βιβλίου που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1921.

Προωθεί τη φιλία και τη συνεργασία μεταξύ συγγραφέων, μάχεται για την ελευθερία έκφρασης και υποστηρίζει τους συγγραφείς που υφίστανται παρενόχληση, εγκλεισμό και ενίοτε δολοφονούνται λόγω των απόψεών τους.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Zehra Doğan: «Από μικρή ηλικία, ήμουν ένα παιδί που μαχόταν πολιτικά»

 

Zehra Doğan (Photo credit: Hoshin Issa)

Γεννημένη στο Ντιγιαρμπακίρ το 1989, η Κούρδισσα Zehra Doğan είναι μια θαρραλέα ερευνητική δημοσιογράφος και μια αυθεντική ζωγράφος. Έντονα πολιτικοποιημένη, έχει φυλακιστεί δυο φορές.

Τον Μάρτιο κυκλοφόρησε το graphic novel της Prison n°5, με αφετηρία την τραυματική εμπειρία του εγκλεισμού της. Αυτή ήταν μια αφορμή για μια συνέντευξη-«ποταμό».

Γεννημένη στο Ντιγιαρμπακίρ το 1989, είσαι μια θαρραλέα ερευνητική δημοσιογράφος και μια αυθεντική ζωγράφος.

Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από την παιδική σου ηλικία και τα πρώιμα εφηβικά χρόνια, είτε σχετίζονται με ανθρώπους, στιγμές ή τόπους;

Έζησα όλη μου την παιδική ηλικία στο Ντιγιαρμπακίρ, ένα πολιτικό hotspot.

Οι οικογένειες που ζουν εκεί και στις κουρδικές περιοχές έχουν, γενικά, εξαιρετική πολιτική επίγνωση, και είναι μέσα στον αγώνα. Η δική μου, σε σύγκριση με άλλες κουρδικές οικογένειες, φαινόταν λίγο λιγότερο πολιτικοποιημένη.

Όλα τα παιδιά που γεννιούνται σ’ αυτή την πόλη είναι πολιτικοποιημένα. Από μικρή ηλικία, ήμουν ένα παιδί που μαχόταν πολιτικά, όπως όλα τα παιδιά σ’ αυτόν τον τόπο.

Όταν ήμουν 17, συνελήφθην επειδή πετούσα πέτρες. Τέθηκα υπό κράτηση, δικάστηκα και καταδικάστηκα σε ποινή έξι μηνών με αναστολή. Έτσι είμαι φτιαγμένη.

Στο δημοτικό, είχαμε μια δασκάλα που καταγόταν από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και μιλούσε μόνο τουρκικά, τα οποία ήταν επιβεβλημένα ως η επίσημη γλώσσα.

Δεν καταλαβαίναμε ούτε λέξη απ’ όσα έλεγε, ούτε κι εκείνη μας καταλάβαινε. Μάς θεωρούσε ηλίθια...

Εξαναγκαζόμασταν να απαγγέλλουμε τον όρκο, που κάνει όλα τα παιδιά να λένε ότι αφιερώνουν τη ζωή τους στην Τουρκία, να τραγουδάμε τον εθνικό ύμνο, να προωθούμε την κουλτούρα της σημαίας...

Τα σχολικά μου χρόνια ξοδεύτηκαν στην εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας και στην ανακάλυψη της αδικίας και των διακρίσεων.

Υπήρξα πλανόδια πωλήτρια στους δρόμους του Ντιγιαρμπακίρ. Πουλούσα νερό, γλυκά, μαϊντανό, καραμελωμένα μήλα, γρανίτες με γεύση φρούτων. Γυάλιζα παπούτσια. Πουλούσα επίσης βιβλία.

Όλα αυτά μ’ έκαναν ευτυχισμένη, γιατί βιοποριζόμουν.

Αλλά δουλεύοντας στα δυτικά, στα χωράφια, υπό τις εντολές ιδιαιτέρως ρατσιστών Τούρκων, ήταν ένα αληθινό βασανιστήριο. Εκεί, ένιωθες τον αβάσταχτο πόνο της απελπισίας μέχρι το μεδούλι.

Για παράδειγμα, πήγαμε με την οικογένειά μου στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας να μαζέψουμε φουντούκια.

Ποτέ δεν ξέχασα την πινακίδα που έγραφε «χώρος για σκύλους» στο μέσο του χωραφιού όπου βρίσκονταν οι προχειροστημένες σκηνές μας.

Αυτά είναι πράγματα που μ’ έχουν σημαδέψει.

Όταν ήμουν μικρούλα, κοιμόμασταν στη στέγη. Η μητέρα μου, όπως όλες οι Κούρδισσες μητέρες, συνήθιζε να μας λέει ιστορίες και θρύλους από τη Μεσοπoταμία, όπως για την Şahmaran, αλλά και πολλές άλλες.

Αυτές είναι εξαιρετικά πολύτιμες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Νανουριζόμουν από αυτές τις χιλιόχρονες ιστορίες, κι αυτό ακόμα αντανακλάται στην καλλιτεχνική δουλειά μου σήμερα.

Ivies of captivity, 2016, Diyarbakır Prison


Πότε συνειδητοποίησες για πρώτη φορά και τις δύο κλίσεις σου, και σε ποιον βαθμό σε ενθάρρυνε το οικογενειακό περιβάλλον σου να τις αναπτύξεις πλήρως;

Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησα να ζωγραφίζω. Στα 11, παρακολουθούσα τάξεις καλλιτεχνικών στο Πολιτιστικό Κέντρο Dicle Fırat.

Έπειτα, αποφοίτησα από το Πανεπιστήμιο του Munzur με τον τίτλο της σχεδιάστριας μόδας και από το Πανεπιστήμιο του Dicle ως καθηγήτρια Καλών Τεχνών.

Ενώ ήμουν ακόμα φοιτήτρια, βοήθησα στην ίδρυση του φεμινιστικού ειδησεογραφικού πρακτορείου JINHA όπου όλες οι συνεργάτριες ήταν μόνο γυναίκες.

Η συντακτική του γραμμή, εστιασμένη στις γυναίκες, χρησιμοποιούσε μια συγκεκριμένη γλώσσα, διαφορετική από την παραδοσιακή των μίντια που ήταν ριζωμένα στα καλούπια της πατριαρχίας.

Το JINHA έκλεισε το 2016 με διάταγμα, όπως και περισσότερα από 100 Μέσα. Αναβιώθηκε με διαφορετικό όνομα, και έκλεισε ξανά. Συνεχίζει τακτικά να αναδύεται από τις στάχτες του. Οι δυο δουλειές μου αλληλοσυμπληρώνονται αυθόρμητα.

Η οικογένειά μου ανέκαθεν με υποστήριζε, ακόμα κι όταν μερικές φορές φοβόταν τις δραστηριότητές μου.

Όσον αφορά στην τέχνη, κάθε έργο που κατάφερνα να βγάλω από τη φυλακή όσο ήμουν μέσα, θα το άπλωναν στο πάτωμα, θα το παρατηρούσαν, θα το συζητούσαν, θα προσπαθούσαν να το καταλάβουν και να το ερμηνεύσουν, όταν γύρισα σπίτι.

Σε σχέση με τη δημοσιογραφία, τον πρώτο καιρό η μητέρα μου ήταν φοβισμένη. Αλλά στο τέλος, για παράδειγμα όταν φυλακίστηκα, ήταν σχεδόν «ανακουφισμένη», γιατί «δεν ήμουν πεθαμένη, μόνο φυλακισμένη».

Είναι, κατά τη γνώμη σου, η δημοσιογραφία και η ζωγραφική διαφορετικοί τρόποι προσέγγισης, βίωσης και έκφρασης των ίδιων ζητημάτων και αναγκών- προσωπικών όσο και συλλογικών;

Πώς αλληλεπιδρούν και αλληλοσυμπληρώνονται στην περίπτωσή σου;

Αυτό που έχω μάθει από όλες τις μέχρι τώρα εμπειρίες μου είναι ότι οι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να συνδυάσουν αυτά τα δύο διαφορετικά γνωστικά πεδία.

Μια από τις δραστηριότητές μου είναι η τέχνη, κι η άλλη η δημοσιογραφία, που καταπιάνεται με την πραγματικότητα εξ αποστάσεως και με ακρίβεια.

Όταν μιλάμε για τέχνη, συνήθως σκεφτόμαστε έναν αισθητικό τρόπο έκφρασης με στρογγυλεμένες μορφές. Αλλά, για μένα, η τέχνη -τουλάχιστον η δικιά μου- δεν είναι έτσι: είναι πολύ άμεση και σκληρή.

Η τέχνη μου προτιμά μια αφήγηση, όχι σαν να προσφέρει κάποιο άρωμα, αλλά άμεσα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στη δημιουργία μου υπάρχουν πάντα ίχνη της δημοσιογραφίας.

Όπως η δημοσιογραφία χρησιμοποιεί λέξεις, τα έργα μου εκφράζονται χωρίς παρακάμψεις. Η δημοσιογραφία μου είναι πολιτική, τροφοδοτεί την τέχνη μου.

Δεν είμαι καλή στο να στρογγυλεύω τις άκρες, να βουτάω τη γλώσσα μου εφτά φορές στο μυαλό μου πριν μιλήσω, ή να εκφράζω πράγματα με έμμεσο τρόπο.

Πάντα προτιμώ την άμεση έκφραση, όπως στη δημοσιογραφία. Για μένα, είναι λάθος να εκφράζεις πράγματα έμμεσα, ακόμα κι αν πρόκειται για τέχνη. Κάνω πολιτικά έργα.

Μιλώντας για πολιτικά ζητήματα με έναν έμμεσο τρόπο σημαίνει αισθητικοποίηση του θέματος, κι αυτό είναι μεγάλο λάθος και ανήθικο. Αυτού του είδους τα ζητήματα πρέπει να εκφράζονται με όλη την ψυχρότητά τους.

Πόσο καθοριστική είναι η κουρδική διάσταση της ταυτότητάς σου στην καθημερινή σου ζωή, τέχνη και δημοσιογραφία;

Ως καλλιτέχνις που έχει ζήσει στο Κουρδιστάν, όπου συντελείται ένας από τους χειρότερους πολέμους στον κόσμο, δε θα μπορούσα να θεωρήσω την καλλιτεχνική μου έρευνα πάνω στις εικαστικές φόρμες, ούτε να προσεγγίσω την αισθητική πρακτική μου χωρίς να σκέφτομαι την πραγματικότητα γύρω μου.

Ακόμα κι αν διώκομαι στη χώρα μου για μια ταυτότητα που δεν επέλεξα, πιστεύω πως το να μην ενδιαφέρομαι για την πολιτική θα σήμαινε να στερούμαι συνείδησης.

Στον τόπο μου, αυτή μνήμη έχει καταστραφεί επί αιώνες. Μέσω της κατάπνιξης του ιστορικού αρχείου μας, προσπαθούν να μας βυθίσουν στην αμνησία, στη λήθη, στη μη ύπαρξη. Λαός στερημένος από τη μνήμη του πέφτει στα γόνατα.

Γι’ αυτό βεβαίως, για τον λαό μου, το πιο δυνατό πράγμα είναι οι χοροί, τα τραγούδια και η προφορική κουλτούρα. Τα παραμύθια και οι θρύλοι μας μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Γι’ αυτό και στα περισσότερα έργα μου είναι πολύ σημαντική η τεκμηρίωση. Μέσω της ζωγραφικής, του σχεδίου πάνω σε ή από έγγραφα, προσπαθώ να τα κάνω μόνιμα.

Κemal Kurkut, 2017, Istanbul


Υπάρχει μια επανερχόμενη αίσθηση αγωνίας, σκοτεινιάς -ακόμα και τρόμου- στη ζωγραφική σου. Είναι η τέχνη επίσης ένας τρόπος εξορκισμού «δαιμόνων»; Ταυτίζεσαι με κάποιο παροντικό ή παρελθοντικό καλλιτεχνικό κίνημα ή στιλ;

Για μένα, είναι μια μορφή έκφρασης. Στη φυλακή, ήταν ένα μέσο αντίστασης, συλλογικό από αυτή την άποψη, με τις συγκρατούμενές μου.

Μου επέτρεψε να απωθήσω τους τοίχους, να τους κάνω να εξαφανιστούν, ακόμα κι αν μού απαγορεύονταν τα πάντα.

Το να πραγματοποιώ μια απόδραση μέσω ενός εικονογραφημένου βιβλίου, για παράδειγμα, παράνομα ήταν η εκδίκησή μου απέναντι στους δαίμονες.

Όταν κρυβόμουν στην Ιστανμπούλ, πριν τη δεύτερη φυλάκισή μου, η τέχνη μού επέτρεψε να αρχειοθετήσω όλα όσα όλος ο κόσμος έκρυβε σχετικά με τις σφαγές που είχαν διαπραχθεί από Τούρκους στρατιώτες στις κουρδικές περιοχές.

Ναι, ήθελα ν’ απαλλαγώ από την οσμή του αίματος που κολλούσε μέχρι την άκρη του ρουθουνιού μου,

Αυτό το έκανα χρησιμοποιώντας παλιές εφημερίδες και διοχετεύοντας εκεί τη βία που είχα δει και βιώσει σ’ εκείνες τις υπό πολιορκία γειτονιές.

Ο τρόμος ήταν στα μάτια και στις ζωές των ανθρώπων, όχι στα δικά μου και στον καμβά.

Αλλά ανέκαθεν λέω και σκέφτομαι ότι κάτω από το μαύρο χρώμα του καμβά, το χρώμα, τα χρώματα του Κουρδιστάν θα μπορούσαν να επιστρέψουν, με το ξύσιμο.

Σου είπα νωρίτερα πως πάντα προτιμώ την άμεση έκφραση, όπως στη δημοσιογραφία. Αλλά αν με ρωτάς κατά πόσο ο κόσμος υποστηρίζει αυτή την προσέγγιση, κατά τη γνώμη μου όχι ακόμα.

Αντιθέτως, θα έλεγα ότι το να τοποθετείς κάποια πραγματικότητα μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, αυτή τη φορά μέσω της τέχνης, ακόμα και ενοχλεί.

Σήμερα, οι άνθρωποι πηγαίνουν στα μουσεία και στις εκθέσεις για να μάθουν, να χαλαρώσουν, να τους φύγει το στρες, ή για να αποζημιώσουν τον εαυτό τους μ’ ένα ευχάριστο διάλειμμα από την εργασιακή ρουτίνα τους.

Πολλοί από αυτούς θέλουν να δουν ήπια, χαλαρωτικά έργα. Αυτό μού φαίνεται ένα είδος στοχασμού.

Αλλά η τέχνη μου είναι ενοχλητική, και μιας φύσης που δεν εκτίθεται σε λευκά βάζα. Αναστατώνει την πολιτισμική πρωτοβουλία κάποιων, αναστατώνει τις πολιτισμικές διακοπές άλλων...

Προσκαλεί, ίσως, τον επισκέπτη -για να χρησιμοποιήσω τον όρο σου- να ξορκίσει τους δαίμονές του, κυρίως σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο και τη δικιά του θέση.

Οι άνθρωποι δε θέλουν να ενοχλούνται σε χώρους πολιτισμικής δραστηριότητας, αλλά ενοχλούνται από τα έργα μου, γιατί όταν γίνονται ορατά, ξυπνάνε ένα αίσθημα ανάγκης για ανάληψη δράσης. Κι αυτό είναι σίγουρα κάτι που πολλοί αποφεύγουν.

Δεν ταυτίζομαι με κάτι. Όταν δικαζόμουν, κατηγορούμουν για «υπέρβαση των ορίων της τέχνης».

Κι όταν ο δικαστής με ρώτησε γιατί ζωγράφισα την εικόνα για την οποία κατηγορούμουν, τους είπα πως αν εγώ σχεδίασα την καταστροφή που είχαν διαπράξει, εκείνοι την υλοποίησαν.

Έχω ακούσει ότι ο Πικάσο το είχε πει για την Γκερνίκα. Αλλά δεν υπάρχει ταύτιση εδώ, απλώς ένας τρόπος απάντησης σ’ έναν δικαστή που δεν είναι ειδικός στην τέχνη.

Το έργο (κάτω) που την οδήγησε στη φυλακή


Η ανάδυση ενός γενικευμένου ολοκληρωτισμού παγκοσμίως, που χρησιμοποιεί τη συνεχιζόμενη πανδημία ως λόγο, πρόσχημα κι ευκαιρία, απειλεί να εγκαθιδρύσει ένα «νέο» ανθρωπολογικό παράδειγμα.

Ποια είναι η απάντησή σου -δημιουργική ή άλλη- σ’ αυτόν τον άμεσο κίνδυνο;

Υπάρχει μια μακρά λίστα προκλήσεων μπροστά στην ανθρωπότητα...

Οικολογικά προβλήματα, η αρπαγή της φύσης και της ζωής της, ο ρατσισμός, η βία -ιδίως εναντίον των γυναικών-, τα βάσανα των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων, οι πόλεμοι που καίνε τον πλανήτη, η εκμετάλλευση των ανθρώπων...

Η φιλοδοξία για εξουσία είναι μια αρρώστια. Αυτή έχει φέρει τον κόσμο σ’ αυτή την κατάσταση. Αυτή η αρρώστια είναι μια ιδεολογία: εκείνη της εξουσίας. Άρχισε να εξαπλώνεται χιλιάδες χρόνια πριν με την εξάλειψη των γυναικών.

Αυτός ο ιός, πολύ πριν την πανδημία του κορονοϊού, μόλυνε όλες τις περιοχές του κόσμου. Η τέχνη, η επιστήμη, κατασχεμένες από το κυρίαρχο, έχουν χάσει την πραγματική αποστολή τους.

Εμείς οι άνθρωποι έχουμε μετατραπεί σε μηχανές- σε μια ζωή που θυμίζει προσομοίωση δουλεύουμε, καταναλώνουμε, υπηρετούμε.

Η πανδημία έχει επίσης παραγάγει μια απροσδόκητη επίδραση στον έλεγχο, στην απαγόρευση - συμπεριλαμβανομένων, σε μεγάλη κλίμακα, της μετανάστευσης και της εξορίας.

Ένας άνθρωπος που έχει επίγνωση του γεγονότος πως η πανδημία είναι μονάχα μία από τις συνέπειες των καταραμένων πολιτικών των macho κρατών, μάχεται ενάντια σε όλο αυτό.

Ακόμα κι αν στην Τουρκία, συγκεκριμένα, ο ολοκληρωτισμός δεν είναι κάτι καινούριο, είναι αλήθεια ότι μπορούμε να κοιτάξουμε τον κόσμο και να δούμε την άνοδο φασισμών που δε λένε τ’ όνομά τους.

Θα σου υπενθύμιζα πως η Τουρκία θα γίνει εκατό ετών, και η δημοκρατία της ήταν ήδη οικοδομημένη πάνω σε μια γενοκτονία, εκείνη των Αρμενίων. Και, με ή χωρίς κορονοϊό, η εθνικιστική ιστορία συνεχίζεται...

Αν επρόκειτο να κοιτάξουμε προσεκτικά, θα βλέπαμε ότι σε πολλές χώρες υπάρχουν μοναδικές Ιστορίες που τις έφεραν σ’ αυτό το σημείο.

Πιστεύω, όμως, πως η οικουμενική γενίκευση ενός συστήματος που βασίζεται στην ανισότητα, στην καταστροφή της φύσης, η πατριαρχία εναντίον των γυναικών, φτάνει στα όριά του όπου ξεσπούν κρίσεις.

Ο κορονοϊός ίσως τις έχει φέρει στο φως, και οι σκοτεινές δυνάμεις της εξουσίας συνασπίζονται.

Πραγματικά νομίζω ότι το φως προέρχεται από τις γυναίκες. Κοίτα την κατάσταση του πολέμου στη Ροζάβα, για παράδειγμα. Είναι οι γυναίκες που δίνουν ελπίδα στη ρημαγμένη Μέση Ανατολή.

Επομένως, η τέχνη μου αφορά στον αγώνα τους, κι είναι επίσης και δικός μου.



Χρησιμοποιώντας την τραυματική εμπειρία της φυλάκισής σου ως αφετηρία, το graphic novel σου Prison N°5, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία στις 17 Μαρτίου, θίγει την καταπίεση των Κούρδων και την αντίσταση των έγκλειστων γυναικών.

Πόσο καιρό δούλευες πάνω σ’ αυτό το βιβλίο και τι επιδιώκεις να πετύχεις με την έκδοσή του;

Το δημιουργικό μου πεδίο είναι αρκετά ριζωμένο στην κουλτούρα του κόμικ. Έφτασα σ’ αυτό σχεδόν ενστικτωδώς.

Όταν ήμουν ακόμα ελεύθερη και κάλυπτα ως δημοσιογράφος τις επιθέσεις του τουρκικού κράτους σε κουρδικές πόλεις (τέλος 2015/αρχές ’16), ήδη συνδύαζα δημοσιογραφία και καλλιτεχνική πρακτική σχεδιάζοντας σε τάμπλετ κι έπειτα δημοσιεύοντας στα κοινωνικά δίκτυα ένα είδος graphic notes.

Ήταν ένα από εκείνα τα ψηφιακά σχέδια που με οδήγησαν στη φυλακή, όπως είπα...

Αυτή ήταν, ασφαλώς, μια διαφορετική τεχνική από τα σχέδια που συνθέτουν το Prison n°5.

Συχνά, ένα σχέδιο μπορεί να έχει ισχυρότερο αντίκτυπο από χιλιάδες λέξεις. Έτσι, από ανάγκη και αναγκαιότητα, στη φυλακή χρησιμοποίησα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου, καθώς τα καλλιτεχνικά υλικά μού ήταν απαγορευμένα.

Συνάντησα την 9η τέχνη χωρίς να το γνωρίζω, υπερβαίνοντας την ανάγκη να δημιουργήσω, να γίνω κατανοητή, να καταθέσω, ν’ αρχειοθετήσω μ’ έναν άλλο τρόπο.

Για το άλμπουμ Prison n°5, λοιπόν, ξεκίνησα να δουλεύω στη φυλακή του Ντιγιαρμπακίρ αρκετά γρήγορα, στις πρώτες μέρες του εγκλεισμού μου, και άρχισα να φτιάχνω τις εικόνες, όταν η φίλη μου η Naz Oke ξεκίνησε να μου στέλνει γράμματα.

Αυτό το στάδιο διήρκεσε σ’ όλον τον εγκλεισμό μου επί παραπάνω από δύο χρόνια στη φυλακή του Ντιγιαρμπακίρ, κι έπειτα στη φυλακή της Ταρσού, όπου απελάθηκα με 20 φίλες, τον Νοέμβριο του 2018.

Όλα τα χαρτόνια, ένα προς ένα, βγήκαν από τη φυλακή παράνομα, εκτός από την τελευταία σελίδα, η οποία παρεμπιπτόντως φέρει τη σφραγίδα της επιτροπής λογοκρισίας, που ελέγχει όλα τα γράμματα.

Μετά την απελευθέρωση μου στις 24 Φεβρουαρίου του 2019, οι Εκδόσεις Delcourt ενδιαφέρθηκαν για το εγχείρημά μου.

Επί έναν χρόνο, έγινε μια καταπληκτική δουλειά τόσο από τον Daniel και την Naz στη μετάφραση, όσο και από την επιμελήτριά μου Leslie Perreault και όλη την εκδοτική ομάδα, ώστε το βιβλίο να μπορέσει να πετύχει.

Αν το επιτρέψει η πανδημία, η επόμενη έκθεσή σου είναι προγραμματισμένη για τον Απρίλιο (σημ.: μετατέθηκε τον Μάιο). Θα ήθελες να μου μιλήσεις γι’ αυτή;

Αυτή η έκθεση θα φιλοξενηθεί στο Kiosk, στην ολοκαίνουρια γκαλερί του Θεάτρου Maxim Gorki στο Βερολίνο. Και γι’ αυτή υπήρξε μακρά και διεξοδική προετοιμασία με πολύ ενθουσιασμό. Θα περιλαμβάνει έργα σε ύφασμα κι εφημερίδα.

Κάποια από τα ημερολόγια προέρχονται από την «παράνομη περίοδο» πριν τη φυλάκισή μου, όταν κρυβόμουν στην Ιστανμπούλ. Πρόκειται για καταθέσεις από τις επιθέσεις του τουρκικού κράτους σε κουρδικές πόλεις στα τέλη του 2015, αρχές 2016.

Θα υπάρχουν, όμως, έργα  κι από τη φυλακή, όπου το ημερολόγιο έγινε ένα αυτοσχέδιο μέσο.

Η έκθεση θα περιέχει πολλά έργα σε ύφασμα: φορέματα, εσώρουχα, σεντόνια. Πολλά τα έφερε η μητέρα μου ως «λευκά είδη» και από τη στιγμή που βάφτηκαν, επιστράφηκαν στην οικογένειά μου ως «άπλυτα».

Μια στρατηγική της μητέρας μου, που δούλεψε. Αυτά τα υφάσματα, ανάμεσα στα εκατοντάδες έργα που μπόρεσα να βγάλω λαθραία από τη φυλακή, πήραν αυτόν τον δρόμο.

Στην έκθεση θα υπάρχουν επίσης τα αυθεντικά χαρτόνια του Prison n°5, που ήδη έχουν εκτεθεί στην Μπιενάλε του Βερολίνου, τα δύο φύλλα της χειροποίητης εφημερίδας Özgür Gündem, ημερολόγια φυλακής και άλλα έργα...

Özgür Gündem, Mardin Prison, 2016


Aς ελπίσουμε πως αυτή -ή κάποια άλλη- έκθεσή σου θα φτάσει και στην Ελλάδα αργά ή γρήγορα. Έχεις ταξιδέψει στην χώρα στο παρελθόν ή θα σε ενδιέφερε να το κάνεις στο μέλλον;

Κι εγώ το ελπίζω.

Πήγα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2020 για να περάσω μερικές μέρες στη Ρόδο.

Επέστρεψα και με κάποιες κακές αναμνήσεις. Ο έλεγχος αποσκευών εξελίχτηκε σε αστυνομική ανάκριση, πρώτα από έναν υπάλληλο της εταιρείας, έπειτα από άντρες με πολιτικά που συστήθηκαν ως αστυνομικοί.

Η τουρκική «εθνικότητά» μου παρά αυτό που είμαι, η ανεπιθύμητη παρουσία μου στην Ελλάδα, η «αλαζονεία» στις απαντήσεις μου, είχε ως αποτέλεσμα ένα «Μπορούμε να σε στείλουμε πίσω στην Τουρκία», «έχουμε την εξουσία».

Μιλούσαμε νωρίτερα για τον αυξανόμενο ολοκληρωτισμό. Βρέθηκα σε μια κατάσταση όπου ήμουν σχεδόν υπό αστυνομική κράτηση. Μπορούσα να νιώσω τη βία, στη χειρονομία και στις συμπεριφορές.

Αυτοί οι δύο άντρες, περήφανοι που φοράνε παντελόνια, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι μια γυναίκα δε χαμήλωσε το βλέμμα της μπροστά τους.

Αλλά αυτό είναι ρουτίνα για μια γυναίκα, έτσι δεν είναι; Και πάνω απ’ όλα, είναι η ρουτίνα της Frontex εναντίον των μεταναστών, που τους οδηγεί να παίρνουν όλα αυτά τα ρίσκα στη θάλασσα.

Αν μιλώ γι’ αυτή την ιστορία, δεν το κάνω για το δικό μου καλό.

Πόσοι άνθρωποι έχουν υποφέρει και συνεχίζουν να υπομένουν αυτή τη μεταχείριση; Σ' αυτές τις ξενοφοβικές μεταναστευτικές πολιτικές, υπάρχει απανθρωποποίηση του ίδιου τύπου με τον ρατσισμό.

Υπάρχει μια ιδεολογία εθνικιστικής απόσυρσης που μπολιάζεται σ’ αυτόν τον καθημερινό ρατσισμό και που διαχέεται στον μικροεξουσιαστή, στον μικρό αντιπρόσωπο της εξουσίας, με ατιμωρησία, για να την μπλοκάρει.  

Όταν αυτό έρχεται στο φως, θα χαρακτηριστεί «γκάφα». Αλλά στην παλιά Ευρώπη τρέχουν τα σάλια διαρκώς, επί δεκαετίες, πίσω από μια κενή ρητορική.

Οπότε ναι, ελπίζω να ξανάρθω στην Ελλάδα για να συλλέξω και να χτίσω άλλες ευχάριστες αναμνήσεις, ανάμεσα στον κόσμο.

Αυτό θα λειάνει τις παρατηρήσεις που κάνω για την Ελλάδα, και τον ζήλο της να εφαρμόσει τις ευρωπαϊκές συμφωνίες για το μεταναστευτικό με την Τουρκία.

Ευχαριστώ θερμά την Naz Oke, δημοσιογράφο, γραφίστρια, επιμελήτρια πολιτιστικών πρότζεκτ, ιδρύτρια του site http://www.kedistan.net/, συνεργάτρια και φίλη της Zehra Doğan για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα τουρκικά και των απαντήσεών της στα αγγλικά.

Την ευχαριστώ επίσης για την ευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών που συνοδεύουν την ανάρτηση.

Μπορείτε να εντρυφήσετε στην πολύπλευρη δουλειά της Zehra Doğan στο προσωπικό της site.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Γιαβούζ Εκιντζί: «Η πραγματική αιχμαλωσία ενός συγγραφέα ξεκινά με την αυτολογοκρισία»


Αρχαίοι μύθοι και ευρηματική μυθοπλασία, ο Καβάφης κι ο Μπέκετ «συναντιούνται» στο αντιπολεμικό, υπαρξιακό μυθιστόρημα του κουρδικής καταγωγής συγγραφέα Γιαβούζ Εκιντζί Πότε! Πότε! Μια μέρα.


Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος το Μάρτιο κουβεντιάζουμε με τον συγγραφέα για τον άνθρωπο, την πολιτική, τη λογοτεχνία, την ποίηση και, αναπόφευκτα, για την πανδημία.


Γεννήθηκες σε μια αγροτική κουρδική οικογένεια στην πόλη Μπατμάν της νοτιοανατολικής Τουρκίας, κάτι εμφανές στη γήινη ποιότητα της γραφής σου. Σε ποιο βαθμό έχει επηρεάσει το περιβάλλον σου την κλίση σου; 


Και βέβαια η γεωγραφία επηρεάζει τον τρόπο σκέψης του ανθρώπου, τη σκοπιά από την οποία βλέπει τον κόσμο. 


Ο İbn-i Haldun[1] λέει πως «η γεωγραφία είναι πεπρωμένο». Αυτά που έχω ζήσει και αυτά που έχω δει έχουν επηρεάσει και εξακολουθούν να επηρεάζουν πολύ σοβαρά τον τρόπο σκέψης και την οπτική μου. 


Οι ήρωες που δημιούργησα και οι ιστορίες που αφηγήθηκα διαμορφώθηκαν μέσα από αυτή την οπτική γωνία. Εάν δεν είχα γεννηθεί και εάν δεν είχα μεγαλώσει και ζήσει εδώ, πιθανόν να αφηγούμουν πολύ διαφορετικές ιστορίες. Πιθανόν τότε να μην ήμουν εγώ.


Αρχαίοι μύθοι και ευρηματική, πολυφωνική μυθοπλασία συνυφαίνονται στο μυθιστόρημά σου Πότε! Πότε! Μια μέρα. Στόχευες κυρίως στην αποτύπωση της διαδρομής των καθημερινών Κούρδων ανά τους αιώνες; 


Το μυθιστόρημά μου διαδραματίζεται στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές. Εκεί όπου η καταστροφή αναμένεται ανά πάσα στιγμή πίσω από τα βουνά. 


Οι κάτοικοι της Κοιλάδας με τις Καρυδιές δεν είναι ποτέ μόνο οι Κούρδοι! Οι κάτοικοι της Κοιλάδας με τις Καρυδιές είναι οι αθώοι άνθρωποι που περιμένουν τους βαρβάρους την περίοδο της Καταστροφής. 


Οι Γιαζίντι στη Συρία και το Ιράκ το 2015, οι Βόσνιοι στο κέντρο της Ευρώπης τη δεκαετία του ’90, οι Κούρδοι στη Χαλάμπια τη δεκαετία του ’80, οι Εβραίοι στη Γερμανία τη δεκαετία του ’40, οι Αρμένιοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία το 1915. 


Oι Έλληνες, οι Αρμένιοι και άλλοι μη μουσουλμάνοι στην Κωνσταντινούπολη, στα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου του ’55, και ακόμα πιο πριν οι ιθαγενείς στην Αυστραλία και την Αμερική. 


Το αίσθημα του φόβου είναι οικουμενικό και ανθρώπινο. Σήμερα, και εμείς, όπως και οι άνθρωποι στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές, περιμένουμε το φόβο να μας κυριεύσει στα σπίτια και στις πόλεις μας. 


Δε γνωρίζουμε ποιος είναι ο εχθρός, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά τι θα μας κάνει ο εχθρός αυτός. Όπως ένα ανθρώπινο πλάσμα έχει το DNA του, έτσι και οι ιστορίες έχουν επίσης το δικό τους DNA.

Το μυστικό του δεν είναι κρυμμένο μόνο στο σήμερα αλλά και στο παρελθόν. 

Σε ένα ποίημά του, ο Köroğlu[2] λέει: «Ποιος υπήρχε όταν εμείς δεν ήμασταν εδώ;»


Χρειαζόμαστε τη γνώση του παρελθόντος για να κατανοήσουμε το μέλλον. Οι στιγμές όπου αισθάνομαι τον ισχυρότερο δεσμό με την ιστορία της ανθρωπότητας είναι όταν διαβάζω θρύλους, μύθους, παραμύθια, καθώς και τα ιερά βιβλία. 


Ο τίτλος του βιβλίου σου προέρχεται από το εμβληματικό θεατρικό του Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό. Πώς επικοινωνεί μ’ αυτό, ακόμα κι υποσυνείδητα; 


Υπάρχει ένα θέμα για το οποίο κάθε συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει. 


Σε μια συνέντευξή του ο Μάρκες λέει ότι πάντα γράφει για τη μοναξιά. Εγώ, μετά από πολλά χρόνια, έγραψα για την «αναμονή». 


Συνειδητοποίησα ότι περιστρεφόμουν γύρω από αυτή την κατάσταση όταν πριν από δύο χρόνια συμμάζεψα όλα μου τα βιβλία. 


Ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος αυτού ήταν Περιμένοντας τους βαρβάρους. Φυσικά, ο λόγος που δεν έδωσα αυτόν τον τίτλο είναι το υπέροχο ποίημα του Καβάφη. Ανέφερα και το όνομα του Καβάφη στο μυθιστόρημα. 


Αλλά ο τίτλος του μυθιστορήματος άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτό συνετέλεσε ότι υπήρχαν πολλά βιβλία που άρχιζαν με βαρβάρους, όπως και ότι με τον καιρό το παραμύθι κυριάρχησε του μυθιστορήματος. 


Η φωνή του Καβάφη ήταν πάντα στο αυτί μου κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Ποτέ δεν έχω γράψει ποίηση, αλλά μου αρέσει να τη διαβάζω. Γράφοντας ένα μυθιστόρημα, διαβάζω πάντα ποίηση. 


Κι αυτό επειδή ανάμεσα στους λογοτέχνες, οι ποιητές είναι αυτοί που μπορούν να τα βάλουν ακόμη και με τον διάβολο[3] και χρειάζομαι πάντα τη μεγαλοφυΐα τους. 


Ο δεύτερος σημαντικός άξονας αυτού του μυθιστορήματος είναι το έργο Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τα λόγια του: «Πότε! Πότε! Μια μέρα». 


Η ατελείωτη αναμονή σε αυτό το συμβολικό έργο είναι παράλληλη με την ανήσυχη αναμονή στην Κοιλάδα με τις Καρυδιές. 


Πόσο δύσκολο ήταν κι είναι ακόμα να μεταφέρεις το μήνυμά σου ως άνθρωπος και συγγραφέας κουρδικού υποβάθρου στο πλαίσιο ενός αυξανόμενα καταπιεστικού κι ολοκληρωτικού καθεστώτος και μιας πολωμένης κοινωνίας; 


Ο Said Nursi[4] έχει πει: «Χωρίς ψωμί μπορώ να ζήσω, χωρίς ελευθερία όχι». 


Η Τουρκία, κάθε μέρα που περνάει, γίνεται ολοένα και πιο αυταρχικό κράτος. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ελευθερίες, το δικαίωμα στη ζωή και το αίσθημα της δικαιοσύνης απειλούνται σοβαρά. Τα πεδία ελευθερίας γίνονται καθημερινά ολοένα και πιο στενά. 


Αυτά όμως συνέβαιναν και πριν από σαράντα χρόνια. Η λογοτεχνική Ιστορία της Τουρκίας είναι γεμάτη από φυλακισμένους συγγραφείς. Οι κρατήσεις, οι διώξεις, τα δικαστήρια είναι καταστάσεις με τις οποίες οι συγγραφείς είναι εξοικειωμένοι. 


Αν γινόταν μια σχετική λογοτεχνική ανθολογία, ο όγκος της θα διαμορφωνόταν στη φυλακή. Η συγγραφή, σε τέτοιες ακριβώς περιόδους, αποκτά σημασία. 


Κατά την άποψή μου, η πραγματική αιχμαλωσία, ακόμη και ο θάνατος ενός συγγραφέα, ξεκινά με την αυτολογοκρισία. Τότε είναι που παραδίδεται. Δεν μπορεί να παράξει. 


Νομίζω ότι η μεγαλύτερη απειλή για το σήμερα αλλά και για τα επόμενα χρόνια είναι η αυτολογοκρισία ενός συγγραφέα υπό την επίδραση της εξουσίας. Εγώ έχω μόνο έναν ρόλο: να γράφω. Δε δίνω στον εαυτό μου διαφορετικό ρόλο. 


Ως άνθρωπος έχω μία συνείδηση. Τον λογαριασμό με τη συνείδησή μου δεν την κάνω μόνο ως Κούρδος, ή μόνο ως συγγραφέας, αλλά ως άνθρωπος! 


Όταν ήμουν μόνο δεκαεπτά-δεκαοκτώ ετών, υπήρχαν δύο οργανώσεις στις οποίες είχα γίνει μέλος. Το πρώτο θεσμικό όργανο στο οποίο έγινα μέλος ήταν η Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 


Το δεύτερο ήταν η Ένωση Εθελοντών Hasankeyf, η οποία προσπαθούσε να αποτρέψει τη λεηλασία του περιβάλλοντος και της Iστορίας. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να σώσουμε την Ένωση Hasankeyf. 


Ακόμα και σήμερα, τα θέματα στα οποία είμαι πιο ευαίσθητος είναι το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία έκφρασης. 


Οι άνθρωποι μερικές φορές περιμένουν να ενεργήσω και να μιλήσω ως πολιτικός. Ωστόσο, δεν είμαι πολιτικός. Είμαι συγγραφέας. Πρώτα απ’ όλα, γράφω μυθοπλασία. Δεν περιγράφω πολέμους ή σφαγές με τη μορφή μαρτυρίας ή ως πολιτικός. 


Προσπαθώ να καταλάβω και να εξηγήσω τις πληγές που προκαλούν αυτοί οι πόλεμοι, οι σφαγές και οι θάνατοι στην ανθρώπινη ψυχή.


Αφιερώνεις το μυθιστόρημά σου στον Mirza Ali. Ποιος είναι και τι σημαίνει για σένα; 


Ναι, το μυθιστόρημα το αφιέρωσα στον Mirza Ali. Ο Mirza Ali είναι ο γιος μου. Είναι η πηγή της ευτυχίας μου. Είναι τα πάντα για μένα. 


Πόσο εξοικειωμένος νιώθεις με την ελληνική λογοτεχνία και ποίηση του παρόντος και του παρελθόντος; 


Γνωρίζω πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Τα πιο σημαντικά ράφια της βιβλιοθήκης μου είναι γεμάτα από αυτά τα κείμενα. 


Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις τραγωδίες, τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Αριστοτέλη. Κάθε χρόνο διαβάζω την Οδύσσεια του Ομήρου. 


Φυσικά, μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας είναι πάντα κοντά μου - αν πρέπει να αναφέρω πρόχειρα μερικά ονόματα: 


Κωνσταντίνος Καβάφης, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης, Ρέα Γαλανάκη, Γεώργιος Βιζυηνός, Μενέλαος Λουντέμης, Ιωάννα Καρυστιάνη... 


Δυστυχώς, οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς και ποιητές δε μεταφράζονται αρκετά στα τουρκικά. Πριν από πολλά χρόνια διάβασα το βιβλίο που ετοίμασε ο φίλος μου, ο Άρης Τσοκώνας, Η ανθολογία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας


Υπήρχαν κάποιοι πολύ καλοί συγγραφείς που μου άρεσαν, αλλά η συντριπτική πλειονότητα αυτών των συγγραφέων δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα τουρκικά. 


Ίσως οι μεταφράσεις αυτές αυξηθούν το επόμενο διάστημα. Έτσι ελπίζω τουλάχιστον- αυτές οι μεταφράσεις να αυξηθούν. 


Ο εκδοτικός οίκος Ιστός στην Κωνσταντινούπολη εκδίδει βιβλία στα τουρκικά, στα ελληνικά και μερικές φορές στα αγγλικά, και κάνει πολύ σημαντικό έργο στο θέμα αυτό. Παρακολουθώ με προσοχή τα βιβλία που εκδίδει. 


Φαίνεται, τέλος, ότι έχουμε εισέλθει στην αβέβαιη «εποχή» του κορονοϊού. Πώς νομίζεις ότι θα επηρεαστεί η συλλογική ανθρώπινη ψυχοσύνθεση; Nα αναμένεται αξιόλογη λογοτεχνία απορρέουσα από αυτή την εμπειρία; 

Ρώτησαν την ανθρωπολόγο Μάργκαρετ Μιντ ποιο ήταν το πρώτο σημάδι του πολιτισμού. Απάντησε: «Ένα σπασμένο και θεραπευμένο μηριαίο οστό». 


Στη φύση, κανένα ζώο δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο του μέχρι να θεραπευτεί το σπασμένο οστό του.

Αν θεραπευτεί, σημαίνει ότι κάποιος έμεινε μαζί του και το φρόντισε. Από αυτό προκύπτει ότι ο πολιτισμός είναι να βοηθάς κάποιον σε δύσκολους καιρούς. Περνάμε δύσκολες στιγμές.


Είμαστε ενώπιον μιας επιδημίας που πλήττει ολόκληρο τον κόσμο. Είμαστε φοβισμένοι. Αισθανόμαστε την ψυχρή πνοή του θανάτου στην ψυχή, στο σώμα και στο σβέρκο μας. 


Περιμένουμε τον φόβο και τον θάνατο, όπως και στο μυθιστόρημα Πότε! Πότε! Μια μέρα.


Βρισκόμαστε επίσης στην αρχή μιας νέας εποχής. Πολλά από τα ανθρώπινα συναισθήματα θα δοκιμαστούν στις μέρες μας. Ελεημοσύνη, αλληλεγγύη, αντίσταση, αλληλοβοήθεια... 


Νομίζω ότι η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, επειδή ο άνθρωπος είναι κατ’ ουσίαν καλός. Και πιστεύω στην ανθρωπότητα. Σήμερα, πρέπει να αφήσουμε όλες τις διαφορές μας και να δράσουμε από κοινού. 


Μαζί με αυτή την επιδημία, το πρώτο πράγμα που θα πεθάνει θα είναι η ιδέα του έθνους. Θεωρώ ότι το έθνος, ο εθνικισμός και η άνοδος των ακροδεξιών οργανώσεων θα μειωθούν με αυτή την επιδημία. 


Επειδή, όπως λέει ο Σενέκας: «Είμαστε κύματα της ίδιας θάλασσας, φύλλα του ίδιου δέντρου, άνθη του ίδιου κήπου». 


Η τέχνη και η λογοτεχνία θα τροφοδοτηθούν από αυτά. Οι μέρες αυτές που ζούμε θα γίνουν το θέμα πολλών μυθιστορημάτων και ταινιών. Κι αυτό επειδή η ανθρωπότητα βιώνει μια μεγάλη τραγωδία. 


Νομίζω ότι οι αναζητήσεις στη λογοτεχνία και την τέχνη θα αλλάξουν πολύ σοβαρά. Επειδή αυτή η επιδημία θα μας οδηγήσει στον άνθρωπο, θα μας κάνει να γίνουμε άνθρωποι.


Photo credit (Γιαβούζ Εκιντζί): Hermann Bredehorst.


Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη από τις Εκδόσεις Τόπος για τη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνέντευξης και την Βίκη Χριστοφορίδου για τη μετάφραση των απαντήσεων από τα τουρκικά, καθώς και για τις παραπομπές.


Το μυθιστόρημα του Γιαβούζ Εκιντζί Πότε! Πότε! Μια μέρα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Νερίνας Κιοσέογλου.


[1] İbn-i Haldun (Ιμπν Χαλντούν 1332-1406): Άραβας ιστοριογράφος και ιστορικός που γεννήθηκε στην περιοχή της σημερινής Τυνησίας και θεωρείται ένας από τους πρόδρομους της σύγχρονης ιστοριογραφίας, κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας.
[2] Köroğlu Ruşen Ali (16ος αιώνας): Λαϊκός ποιητής, σύμβολο αγώνα και ελευθερίας.
[3] Η ακριβής τουρκική έκφραση που χρησιμοποιεί είναι «κάθονται στο τραπέζι του διαβόλου», με την οποία παινεύει τους ποιητές για τις ικανότητές τους.
[4] Bediüzzaman Said Nursî (1877-1960): Θεολόγος, συγγραφέας, στοχαστής και ιδρυτής του θρησκευτικού κινήματος Nur.