Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Dave Johns: «Το “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ” ήθελε να πλήξει όσους δεν έχουν συνείδηση»


Εγκλωβισμένοι στα «γρανάζια» ενός εκδικητικού οικονομικού συστήματος σχεδιασμένου να τους εκμηδενίσει και όχι να τους βοηθήσει, ο 59χρονος ξυλουργός με καρδιακά προβλήματα Ντάνιελ (Dave Johns) και η Κέιτι (Hayley Squires), μια ανύπαντρη μητέρα με 2 ανήλικα παιδιά, είναι οι πρωταγωνιστές της οργισμένης ταινίας του Κεν Λόουτς Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ. Η ταινία απέσπασε το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και το βραβείο κοινού στο Λοκάρνο. Την παρακολουθήσαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου και ήταν προσκεκλημένος ο πρωταγωνιστής της Dave Johns, ένας καταξιωμένος stand-up κωμικός στον πρώτο του ρόλο σε ταινία μυθοπλασίας. Κουβεντιάσαμε μαζί του λίγες βδομάδες αργότερα. Το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 3 Νοεμβρίου.

Τι σε έφερε στον κόσμο της κωμωδίας; Ήταν κάποιου είδους κλίση;

Στη δεκαετία του ’80 υπήρχε στο Λονδίνο μια αναβίωση της stand-up κωμωδίας. Το 1988 πήγα να δω ένα σόου σε ένα θέατρο και με συγκλόνισε τελείως. Είπα «αυτό θα κάνω». Πάντα ήμουν αστείος, κι έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη stand-up κωμωδία.

Πώς σε υποδέχτηκαν, μιας και ήσουν νεοφερμένος στο χώρο;

Όταν ξεκινάς κάτι, μαθαίνεις τον τρόπο σου. Τα πρώτα σόου ήταν ζόρικα, αλλά ήξερα πως είχα πάθος γι’ αυτό κι έτσι έγινα αρκετά καλός αρκετά γρήγορα. To Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι, πάντως, η πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας.

Ένιωθες άγχος, πριν ξεκινήσει η διαδικασία των γυρισμάτων;

Ένας φίλος μου, ο οποίος είναι παραγωγός, μου είχε πει ότι ο Κεν αναζητούσε έναν ηθοποιό περίπου στην ηλικία μου με προέλευση από τα βορειοανατολικά της Αγγλίας. Έστειλα, λοιπόν, ένα βιογραφικό και γύρω στις 2 βδομάδες μετά δέχτηκα ένα τηλεφώνημα, όπου με καλούσαν σε μια συνάντηση με τον Κεν. Πήγα, κουβεντιάσαμε 15 λεπτά ένα πρωί, η κουβέντα εξελίχτηκε σπουδαία, ποτέ δε με ρώτησε τι έχω κάνει, κι έπειτα αρχίσαμε να μιλάμε για ποδόσφαιρο. Κάποιο διάστημα αργότερα με ειδοποίησαν για μια οντισιόν, κατά την οποία έκανα κάποιο αυτοσχεδιασμό με διαλόγους στο δωμάτιο προβών. Μετά τη δεύτερη ακρόαση, μου πρόσφερε το ρόλο. Ήταν καταπληκτικό, ήμουν συγκλονισμένος.

Τα πήγατε καλά.

Ο Κεν κι εγώ βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά σε ό,τι αφορά την πολιτική. Του αρέσει το ποδόσφαιρο, όπως και σε εμένα, και είναι σπουδαίος άνθρωπος στη συνεργασία. Έχει ένα καλό επιτελείο γύρω του, με το οποίο δουλεύει επί πάρα πολύ καιρό, οπότε είναι ένα ασφαλές περιβάλλον. Κάναμε γυρίσματα για 8 βδομάδες στα βορειοανατολικά της Αγγλίας κι ήταν εξαιρετική εμπειρία. Φυσικά, η πρώτη μέρα μου κουρέλιασε τα νεύρα, γιατί δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά έχει τον τρόπο του να σε κάνει να νιώθεις χαλαρός.



Υπάρχει στην ταινία πολλή ειλικρίνεια, χιούμορ, τρυφερότητα, απόγνωση, παραίτηση- και σθένος, επίσης. Πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμόσεις το υποκριτικό σου στιλ  στην ενσάρκωση ενός να χαρακτήρα που δεν είναι ακριβώς κωμικός;

Βασικά ο Κεν μου είπε την πρώτη μέρα «ό,τι κάνεις πρέπει να είναι γνήσιο, ακούτε ο ένας τον άλλο, αλλιώς δε θα “γράφει” καλά στην οθόνη». Με τον Κεν δεν παίρνεις στα χέρια σου το πλήρες σενάριο, μόνο μια δυο σελίδες κάθε 2 μέρες, έτσι δεν ήξερα το τέλος της ταινίας μέχρι μια μέρα πριν το γύρισμά του. Κάθε μέρα, λοιπόν, ήταν μια έκπληξη, έπρεπε, επομένως, να είσαι αληθινός, αλλιώς δε θα λειτουργούσε. Γι’ αυτό και αισθάνεσαι πως οι ταινίες του είναι τόσο αληθινές, λες και βρίσκεσαι σ’ ένα δωμάτιο και παρακολουθείς τι συμβαίνει, δε νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο πλατό μιας ταινίας, ούτε υπάρχει τεράστιος αριθμός προσωπικού. Στο γύρισμα είσαι εσύ, ο συνάδελφός σου ηθοποιός, η κάμερα και ο ήχος. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ.

Ήσουν εξοικειωμένος με τη δουλειά του;

Δεν είχα δει όλες τις ταινίες του, αλλά είχα παρακολουθήσει το Κες, όταν ήμουν πιτσιρικάς, το Κάθι γύρνα πίσω, το Ριφ Ραφ, το Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι. Όταν προβαλλόταν το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ σε διάφορα φεστιβάλ, πολλοί έλεγαν «δεν καταλαβαίνουμε ποιο είναι το σύστημα που έχετε, αλλά καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει». Βασικά, οι καθημερινοί άνθρωποι αναγκάζονται να πληρώσουν τα λάθη των μεγαλοτραπεζιτών, των πολυεθνικών, που δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, και των κυβερνήσεων. Κι αυτό νομίζω συνέβη στην Ελλάδα, όπου φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει με τη λιτότητα. Ο μόνος τρόπος να ξανασταθεί ποτέ η χώρα σας στα πόδια της είναι η διαγραφή του χρέους- αυτό πρέπει να γίνει, αυτό πρέπει η Ε.Ε. να κάνει. Αν οι άνθρωποι είναι χρεωμένοι, χάνουν τις ελπίδες τους. Υπάρχει συνειδητή προσπάθεια, όπως λέει κι ο Κεν, να παραμείνουν οι άνθρωποι σε καθεστώς χρέους, αυτό «λαδώνει» τα «γρανάζια» του μεγάλου καπιταλιστικού κόσμου.

Ερχόμαστε στην αναπόφευκτη ερώτηση-πειρασμό για το Brexit. Ποια είναι θέση σου;

Ήθελα να παραμείνουμε στην Ε.Ε., αν και η Ευρώπη είναι μαντάρα και το κυρίαρχο μοντέλο δε λειτουργεί, για να αλλάξει το σύστημα από τα μέσα. Ο λόγος που ψήφισα υπέρ της παραμονής ήταν ότι θα ήμασταν καλύτερα έτσι, δεδομένου του πώς είναι ο κόσμος τώρα, ώστε να μπορούμε να συνομιλήσουμε και να διευθετήσουμε τα ζητήματα από κοινού. Αυτό, πάντως, που με χαροποιοιεί είναι ότι οι νέοι στη Βρετανία αποκτούν φωνή και γίνονται πολιτικά ευαισθητοποιημένοι. Ακόμα κι αυτοί λένε «υπάρχει, πρέπει να υπάρχει ένας άλλος τρόπος». Κανένας πάνω από τα 60 δε θα έπρεπε να έχει ψηφίσει σ’ αυτό το δημοψήφισμα: δεν αφορούσε το μέλλον τους, κι αυτοί στην πλειονότητά τους ψήφισαν «όχι», ονειρευόμενοι μια Βρετανία που δεν υπάρχει πια. Από την άλλη, κανένας δεν είναι πιο ευχαριστημένος με τις εξελίξεις από την Ακροδεξιά- και τον Πούτιν, που πρέπει να χορεύει στο Κρεμλίνο. Κι όταν οι άνθρωποι φοβούνται, πάντοτε στρέφονται στη Δεξιά, γιατί τους δίνει απλές απαντήσεις. Ειπώθηκαν, εξάλλου, πολλά ψέματα και δεν υπήρξε αντιπαράθεση πάνω στα πραγματικά ζητήματα.

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας παρουσιάζεται στην ταινία ως κάτι δυσλειτουργικό, αν όχι εκδικητικό. Ποια είναι η δικιά σου εμπειρία από αυτό;

Το Εθνικό Σύστημα Υγειας δημιουργήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βασικά για να βοηθήσει τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα. Αυτό σήμαινε ότι θα λάβαινες ιατρική φροντίδα, όποιος κι αν ήσουν. Είμαι 60 χρονών και ουδέποτε έχω πληρώσει για γιατρό ή νοσοκομειακή φροντιδα και το βρετανικό Ε.Σ.Υ. υπήρξε, για μένα, εκπληκτικό. 800.000 άνθρωποι το χρησιμοποιούν καθημερινά. Αυτό που συμβαίνει είναι πως δε χρηματοδοτείται, υποκρίνονται ότι χρηματοδοτείται. Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα θα ήθελαν να το ξεφορτωθούν και να το ιδιωτικοποιήσουν, με τον ίδιο τρόπο που διαλύθηκε η κοινωνική κατοικία σ’ αυτή τη χώρα με την Μάργκαρετ Θάτσερ. Κι αυτό συμβαίνει και στην ταινία, όπου η Κέιτι, η πρωταγωνίστρια, μια ανύπαντρη μητέρα με 2 μικρά παιδιά, έπρεπε να μείνει σε hostel για άστεγους με ένα υπνοδωμάτιο.



Ο δε Ντάνιελ, ο οποίος περίμενε ότι θα βοηθηθεί, απλώς αφήνεται έρμαιο της γραφειοκρατίας να συμπληρώνει κουτάκια σε φόρμες. Θέλουν να τα παρατήσεις, ή να κάνεις δουλειές χωρίς σύμβαση, ή να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Κάθε πολιτισμένη κοινωνία θα έπρεπε να φροντίζει τους ευάλωτους ανθρώπους ή εκείνους που δεν τα καταφέρνουν μόνοι τους. Είναι θέμα απλής ανθρωπιάς. Γι’ αυτό και θεατές της ταινίας έχουν συγκινηθεί τόσο μ’ αυτή. Είναι μια απλή ταινία, γυρισμένη με απλό τρόπο. Αφηγείται την ιστορία 2 απλών ανθρώπων: η Κέιτι θα μπορούσε να είναι η αδερφή, ή η κόρη σου, ο Ντάνιελ ο πάτερας, ή ο παππούς σου, που, σε ώρα ανάγκης, στρέφονται στο σύστημα, το οποίο πλήρωναν όλη τους τη ζωή, για να συνειδητοποιήσουν πως δεν υπάρχει για να τους βοηθήσει. Η απόλυτη αδικία αυτού του πράγματος «μιλάει» όπου κι αν είσαι.

Δεν αισθάνθηκες αμήχανα, όταν μια τέτοια ταινία πρωτοπροβλήθηκε στις γκλαμουράτες Κάννες;

Αυτό ήταν το ζήτημα. Πρέπει να μεταφέρεις το μήνυμα σε όσους δεν το καταλαβαίνουν. Και δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να δείξεις τι συμβαίνει στους ανθρώπους που παράγουν τον πλούτο από το να προβάλλεις το φιλμ στις Κάννες, όπου η πλειονότητα των θεατών ήταν εύποροι. Η ταινία δε θέλει να πλήξει τους πλούσιους, αλλά όσους δεν έχουν συνείδηση. Και τo ότι κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα, της δίνει πρόσθετο βάρος. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο έχουν κουραστεί με τη λιτότητα.  

Η ταινία του Κεν Λόουτς Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ με πρωταγωνιστές τον Dave Johns και την Hayley Squires προβάλλεται από την Πέμπτη 3 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Κριστιάν Μουνγκίου: «Κάνω ταινίες για το κοινό και όχι για τα φεστιβάλ»


Ο Κριστιάν Μουνγκίου, ο πιο καταξιωμένος εκπρόσωπος του παραγωγικότατου σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, επιστρέφει στο προσκήνιο με την Αποφοίτηση, άλλη μια δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη ταινία, για την οποία απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Καννών. Το φιλμ αφηγείται τις προσπάθειες του πατέρα μιας άριστης μαθήτριας, που πέφτει θύμα απόπειρας βιασμού λίγο πριν από τις κρίσιμες εξετάσεις, οι οποίες θα καθορίσουν τη σπουδή της στο εξωτερικό, να εξασφαλίσει ότι θα τις περάσει, χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Μιλήσαμε τηλεφωνικά με τον ευγενέστατο Κριστιάν Μουνγκίου, με αφορμή την προβολή της ταινίας του στις αίθουσες από τις 13 Οκτωβρίου.

Παρακολουθώντας την Αποφοίτηση, ένιωσα ότι, από πολλές απόψεις, θα μπορούσε να έχει γυριστεί στην Ελλάδα. Αναρωτιόμουν, λοιπόν, αν ο στόχος σου εξ αρχής ήταν να μεταφέρεις ένα πιο παγκόσμιο μήνυμα, παρότι η δουλειά σου είναι βαθιά ριζωμένη στη ρουμανική κοινωνία και κουλτούρα.

Ειλικρινά, νομίζω πως οι ταινίες που προσπαθώ να κάνω τοποθετούνται στη Ρουμανία, αλλά ελπίζω να μιλάνε για κάποιες παγκόσμιες ανθρώπινες τοποθεσίες. Είναι σημαντικό να εντοπίζονται σε ένα μέρος που γνωρίζεις καλά- γι’ αυτό, άλλωστε, και εξακολουθώ να βρίσκομαι ακόμα εδώ-, αλλά αυτό που μου λες είναι κάτι, το οποίο μου έχουν πει διάφοροι άνθρωποι, και κυρίως στο πλαίσιο των συνεντέυξεων, που έδωσα στις Κάννες. Πολλοί δημοσιογράφοι προερχόμενοι από την Ισπανία, την Ιταλία, τη Λατινική Αμερική, ή χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ξεκινούσαν με την παρατήρηση ότι «αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί και σε μας», που για μένα είναι καλό σημάδι, γιατί αποδεικνύει πως δε μιλάμε για κάτι, το οποίο συμβαίνει μονάχα εδώ, αλλά και σε άλλες χώρες, που δεν είναι ακριβώς τακτοποιημένες αυτή τη στιγμή.

Και όχι μόνο από άποψη κοινωνικών συνθηκών ή οικονομικών δυσκολιών, αλλά και νοοτροπίας.

Βεβαίως. Είναι η νοοτροπία, είναι επίσης οι συνήθειές σου, η εκπαίδευση, είναι ο τρόπος που εκτυλίσσονταν τα πράγματα στη Ρουμανία για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο. Γι’ αυτό και η ταινία μου αποτελεί, εξάλλου, μια δήλωση για την εκπαίδευση. Συνέχεια λέμε πως η επόμενη γενιά θα είναι διαφορετική και θα μας σώσει, αλλά έχει λάβει την εκπαίδευσή της απο μας και ζει στις ίδιες αυτές χώρες, έχοντας μπροστά της αυτό το μοντέλο, το οποίο είναι πολύ ισχυρότερο από οποιουδήποτε είδους διάλογο. Δε νομίζω, λοιπόν, ότι η αλλαγή θα έρθει, τελικά, με την επόμενη γενιά, εκτός κι αν, κάποια στιγμή, κάνουμε εμείς κάποια προσπάθεια να βγούμε από αυτό τον κύκλο και να αναγνωρίσουμε πως έχουμε κάνει κάποια λάθη στη ζωή μας, δίνοντας ένα διαφορετικό παράδειγμα σ’ αυτά τα παιδιά.

Μιλώντας για παιδιά, και δεδομένου ότι είσαι πατέρας, αποτέλεσε το γεγονός αυτό έναυσμα ή έμπνευση για σένα, στο να καταπιαστείς με το συγκεκριμένο θέμα, που θίγεις στην ταινία σου;

Όντως συνδέεται πολύ με το γεγονός πως είμαι πατέρας τώρα και με απασχολεί πολύ η εκπαίδευση των παιδιών μου. Νομίζω ότι όλες μου οι δουλειές συνδέονται, κατά κάποιο τρόπο, με την ηλικία μου και τα όσα συμβαίνουν στη ζωή μου την εκάστοτε περίοδο. Προσπαθώ να δημιουργώ προσωπικές ταινίες, που να μιλάνε την ίδια στιγμή και σε άλλους ανθρώπους. Φαντάσου πως έχεις ένα παιδί 10-12 ετών: θα του παρείχες την ίδια εκπαίδευση, αν το προετοίμαζες να παραμείνει στην Ελλάδα, ή αν, για παράδειγμα, το προετοίμαζες για σπουδές στις Η.Π.Α.; Δεν ξέρω πως είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, αλλά στη Ρουμανία δε θα το προετοίμαζες με τον ίδιο τρόπο. Βλέπω τριγύρω μου ότι αυτή είναι μια απόφαση, την οποία οι γονείς παίρνουν πολύ νωρίς, και γι’ αυτό με απασχόλησε στη διάρκεια συγγραφής του σεναρίου.



Πέρα από αυτό, διατηρώ τη συνήθεια από την εποχή που ήμουν δημοσιογράφος να διαβάζω πολύ εφημερίδες. Υπάρχουν σημαντικά στοιχεία, που εμφανίζονται σε άρθρα, κι έτσι ξεκίνησα να συγκεντρώνω άρθρα σχετικά με την εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια. Λίγο λίγο, παρατήρησα ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στην εκπαίδευση και τη διαφθορά στη Ρουμανία, και τελικά συνειδητοποίησα πως υπάρχει τρόπος να διηγηθώ μια ιστορία για το πώς συνεχίζουμε να προωθούμε μια κοινωνική συνθήκη, με την οποία είμαστε δυσαρεστημένοι.

Η «θητεία» σου στη δημοσιογραφία σε βοήθησε, μετέπειτα, στο πεδίο της κινηματογραφικής δημιουργίας;

Με βοήθησε να δημιουργήσω ένα στιλ γραφής, δόμησης των πληροφοριών και διαμόρφωσης του είδους της γραφής, την οποία ακολουθούσα στην αρθρογραφία μου. Ήταν πολύ διαφορετική περίοδος τότε, που δε μοιάζει με τη σημερινή. Γράφαμε μακροσκελή ρεπορτάζ, ανάμεσα στην αποκαλυπτική δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Διατηρώ, επίσης, την περιέργεια να διαβάζω τον Τύπο, βρίσκω πολλή έμπνευση σ’ αυτόν, και γι’ αυτή την ταινία χρησιμοποίησα τουλάχιστον 3-4 ιστορίες, τις οποίες διάβασα στις εφημερίδες τα τελευταία χρόνια.

Αυτή η σχολαστική προσέγγιση αφορά στην αφήγησή σου, στα σκηνικά, στη σκηνοθεσία των ηθοποιών σου. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το πώς σκηνοθετείς τους ηθοποιούς και πώς σχετίζεσαι μαζί τους συνολικά;

Αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση. Για μένα το κάστινγκ είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα και αφιερώνω προσωπικά πολύ χρόνο σ’ αυτό, μιλώντας με τους ηθοποιούς που έρχονται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας. Δεν κάνω απλώς κάστινγκ σε ηθοποιούς, προσπαθώ να τους γνωρίσω ως ανθρώπους όσο περισσότερο μπορώ, να κατανοήσω την προσωπικότητά τους και να βεβαιωθώ πως υπάρχει σύνθεση ανάμεσα στο μυθοπλαστικό χαρακτήρα και τον ηθοποιό, ο οποίος θα τον υποδυθεί στην ταινία. Με ενδιαφέρει πολύ το προσωπικό χάρισμα του καθενός, ποιος πραγματικά είναι, κι έπειτα υπάρχει πολύ ακρίβεια σε ό,τι κάνουμε. Χρειάζεται να κάνουμε πολλές πρόβες, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να διαβάσουμε το σενάριο πριν το κάστινγκ. Παίζω το χαρακτήρα τους πριν από εκείνους. Αυτή είναι μια περίοδος που δέχομαι πολλές παρατηρήσεις από τους ηθοποιούς.



Αλλά μετά, όταν φτάσουμε στο γύρισμα, δεν υπάρχει πραγματικά πολύς χώρος για αυτοσχεδιασμό. Ξεκινάμε τις πρόβες και διορθώνουμε πολλά πράγματα, αλλά, όταν γυρίζουμε, πρέπει πραγματικά να ξέρουμε τι κάνουμε. Οι ηθοποιοί μαθαίνουν να συνεργάζονται μαζί μου και, λήψη τη λήψη, νιώθουν όλο και πιο ελεύθεροι και τελικά σταμάνε να σκέφτονται τι κάνουν και εστιάζουν σε εκείνο που αισθάνονται. Ακούγεται πολύ απλό, αλλά είναι πολύ περίπλοκο όταν κάνεις το γύρισμα!

Μιλώντας για χαρακτήρες, είχα την αίσθηση ότι όλοι οι χαρακτήρες της Αποφοίτησης ήταν «ψηφίδες» του ευρύτερου «μωσαϊκού» της ρουμανικής κοινωνίας, με όλο το θυμό, το άγχος, την κατάθλιψη, και κάποια στοιχεία αισιοδοξίας, επίσης, που κουβαλάνε μαζί τους.

Είναι δύσκολο να δηλώσεις πως μπορείς να αναπαραστήσεις μια ολόκληρη κοινωνία σε ένα φιλμ. Προσπαθώ, ωστόσο, να βρίσκομαι όσο πιο κοντά γίνεται σε αληθινούς χαρακτήρες. Η κατάθλιψη, για παράδειγμα, είναι κάτι που παρατήρησα ότι συμβαίνει πολύ συχνά σε ανθρώπους της γενιάς μου και αρχίζεις να διερωτάσαι γιατί. Ίσως συνδέεται με τις ελπίδες τους, οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν με τον τρόπο που ήθελαν, αλλά, ίσως, και με την ηλικία. Από αυτή την άποψη, η Αποφοίτηση είναι, για μένα, μια ταινία για την ηλικία, πώς η ζωή είναι κάτι πολύ διαφορετικό στα 50 σου, από ό,τι την είχες φανταστεί στα 20. Κι αυτό συμβαίνει σε πολλές χώρες, όπου οι άνθρωποι φτάνουν σ’ αυτή την ηλικία χωρίς να είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους.



Εσύ νιώθεις ικανοποιημένος με τις επιλογές σου στη ζωή;

Ειλικρινά, έχω πολλές αμφιβολίες. Εκ του μακρόθεν, είναι πολύ εύκολο να εντοπίζεις το επιτυχημένο κομμάτι της ζωής κάποιου, αλλά ξέρεις τη ζωή σου καλύτερα από τον καθένα. Οπότε, επαγγελματικά, κάποιες από τις επιλογές μου ήταν ικανοποιητικές, αλλά εξακολουθώ να διατηρώ αμφιβολίες για το είδος του σινεμά που κάνω και διαρκώς προσπαθώ να μην είναι αιχμάλωτος αυτής της επιτυχίας και να παίρνω ρίσκα, γεγονός το οποίο μπορεί να είναι περίπλοκο για κάποιον επιτυχημένο. Υπάρχει πίεση, και νιώθεις όλο και λιγότερο πρόθυμος να κάνεις. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι η ζωή ενός σκηνοθέτη δεν αφορά μόνο στις ταινίες. Έχουμε τις δικές μας ζωές, οι οποίες συμβαδίζουν. Αφιερώνω τον περισσότερο χρόνο μου στο να πηγαινοφέρνω τα παιδιά μου στο σχολείο και παίζοντας μαζί τους, και όχι δημιουργώντας ταινίες. Κάνω ταινίες κάθε 4-5 χρόνια.

Θα ήσουν πρόθυμος να πειραματιστείς με καινούρια στιλ κινηματογραφικής αφήγησης;

Δεν ξέρω, για να είμαι ειλικρινής. Κάθε φορά που ξεκινώ να σκέφτομαι για μια καινούρια ιστορία, επανελέγχω, επίσης, το στιλ μου και, προς το παρόν, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω κάτι πιο πιστευτό, πιο κοντά σε μένα από αυτό, αλλά, ταυτόχρονα, αισθάνομαι ότι, αν συνεχίσω να χρησιμοποιώ το ίδιο στιλ για πολύ καιρό, τμήμα του αντίκτυπού του θα χαθεί. Αν αυτό το είδος ήταν εντυπωσιακό 10 χρόνια πριν, τώρα υπάρχουν πολλές ταινίες γυρισμένες με τον ίδιο τρόπο. Νομίζω, ωστόσο, πως πρέπει να συνεχίσεις να κάνεις αυτό που θεωρείς ειλικρινές και αληθινό στο πλαίσιο της κινηματογραφικής δημιουργίας σου.

Έχει την ευκαιρία το ρουμανικό κοινό να παρακολουθεί τις ταινίες σου, αλλά και εκείνες των συναδέλφων σου Ρουμάνων σκηνοθετών, μιας και οι κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μειώνονται ταχύτατα;

Πάντοτε με ενδιαφέρει να παρακολουθούνται οι ταινίες μου από το κοινό. Θεωρώ πως κάνω ταινίες για το κοινό και όχι για τα φεστιβάλ. Πάντοτε υπάρχει στα φιλμ μου ένα επίπεδο, το οποίο είναι πολύ εύκολο να γίνει κατανοητό. Οργανώνω πολλές προβολές. Έτσι κατορθώνω να βλέπουν τις ταινίες μου πολλοί στη Ρουμανία. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται να τις δουν, αν τις φέρεις στην πόλη τους, ακόμα κι αν αυτή δε διαθέτει αίθουσα κινηματογράφου. Αλλά για τις περισσότερες ρουμανικές ταινίες αυτή είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία, μιας και το εγχώριο κοινό στις μέρες μας αντιλαμβάνεται το σινεμά με όρους διασκέδασης. Το 90% των προβαλλόμενων ταινιών είναι mainstream αμερικανικές παραγωγές. Οι ταινίες μας είναι πολύ πιο δημοφιλείς στο εξωτερικό από ό,τι είναι στη Ρουμανία.



Στο τέλος της Αποφοίτησης υπάρχει μια υπόνοια ελπίδας, μια λάμψη και χαρά. Νιώθεις κάποια ελπίδα για το μέλλον των νεότερων γενιών στη Ρουμανία; Από πού θεωρείς πως θα μπορούσε να προκύψει η προοδευτική αλλαγή;

Δεν ξέρω πολλά για το μέλλον, δεν είμαι μάντης, ούτε το είδος του ανθρώπου που είναι αισιόδοξο. Είμαι πολύ ορθολογιστής, προσπαθώ, λοιπόν, να καταλάβω ποια θα μπορούσε να είναι η πηγή της αισιοδοξίας- και αμφιβάλλω αν η επόμενη γενιά θα είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου, μόνο και μόνο επειδή είναι νεότεροι. Αυτό που νομίζω πως πρέπει να κάνουμε είναι να κατανοήσουμε ότι ζούμε σε ένα πολύ πλούσιο περιβάλλον και να πράττουμε ό,τι μπορούμε να το συντηρήσουμε όσο γίνεται περισσότερο.



Ευχαριστώ θερμά την Catalina Harabagiu από τη Mobra Films (http://www.mobrafilms.ro/) , την εταιρεία παραγωγής του Κριστιάν Μουνγκίου, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Κριστιάν Μουνγκίου Η Αποφοίτηση προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 13 Οκτωβρίου σε διανομή της Spentzos Film.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Adrian Sitaru: «Η ταινία μου αφηγείται την ιστορία μιας αδύνατης αγάπης»


Άλλο ένα δείγμα της ζωτικότητας του σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, η ταινία του Adrian Sitaru Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο, ένα οικογενειακό δράμα «δωματίου» στην καλύτερη παράδοση των Μάικ Λι και Τόμας Βίντερμπεργκ, εξερευνά τα ηθικά διλήμματα και τις ηθικές επιλογές μιας ρουμανικής οικογένειας, με αφορμή την αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε 2 από τα αδέρφια. Ο Adrian Sitaru, γνώριμος στο ελληνικό κοινό ήδη από την πρώτη του ταινία (Hooked), μας μίλησε για τη Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο, η οποία προβάλλεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους.

Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο απενοχοποιημένος, προσγειωμένος, ψύχραιμος και μη εντυπωσιοθηρικός τρόπος, με τον οποίο στη Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο προσεγγίζεις ζητήματα ταμπού για τη ρουμανική κοινωνία (αλλά και για πολλές άλλες), όπως της αιμομιξίας.

Η αποτύπωση μιας αιμομικτικής σχέσης με την έννοια της κακομεταχείρισης δεν υπήρξε ο βασικός μου στόχος. Η ταινία μου αφορά πιο πολύ σε ηθικές επιλογές, παρότι ασφαλώς με γοητεύουν τα ταμπού. Αφηγείται την ιστορία μιας αδύνατης αγάπης, κινούμενη σε αυτή την «γκρίζα ζώνη», όπου βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα. Στη συνέχεια, ερευνήσαμε περιπτώσεις αδερφών σε αιμομικτική σχέση ανά στον κόσμο και πόσο νόμιμες είναι.

Πώς «έχτισες» την ιστορία;

Η Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο άρχισε ως ένα πείραμα πριν από 3-4 χρόνια. Η βασική ηρωίδα, η Alina Grigore (Sasha), η οποία διατηρεί μια ιδιωτική σχολή ηθοποιίας για ανθρώπους που ήδη δουλεύουν, ήρθε σε μένα με ένα θεατρικό έργο, ζητώντας μου να το μεταφέρω στην κινηματογραφική οθόνη. Ήταν, λοιπόν, για μένα μια καλή ευκαιρία, γιατί ήθελα να κάνω ένα φιλμ χωρίς να έχω σενάριο, ένα υβρίδιο μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας. Η Alina είχε ήδη δουλέψει με τους ηθοποιούς, τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, αλλά το σχέδιό μου ήταν τους βάλω σε κατάστάσεις και συναισθήματα αντίστοιχα με εκείνα της πραγματικής ζωής.



Δυο ζητήματα με απασχόλησαν: ότι στην πραγματική ζωή δεν έχεις την ευκαιρία για δεύτερη λήψη, έτσι ζήτησα από τους ηθοποιούς να κάνουμε μόνο μία λήψη για την κάθες σκηνή, σαν ντοκιμαντέρ παρατήρησης, και ότι θέτουμε καθημερινούς στόχους, μεγαλύτερους ή μικρότερους. Κάναμε, έτσι, πολλές πρόβες, και έπειτα γυρίσαμε την ταινία, χωρίς οι ηθοποιοί να ξέρουν τι θα ακολουθούσε την επόμενη μέρα. Έδινα, απλώς, στον καθένα και την καθεμία συγκεκριμένους στόχους προς υλοποίηση, αλλά δεν τους επέβαλλα πώς θα ολοκληρωνόταν η οποιαδήποτε σκηνή, ούτε ήθελα να εμπλακώ στο σενάριο. Για μένα, και στα καλύτερα σενάρια νιώθεις τη «σφραγίδα» του σεναριογράφου ή του σκηνοθέτη. Ήθελα, λοιπόν, να «βγάλουν» στην οθόνη τις δικές τους πεποιθήσεις και αρχές. Μένοντας μαζί τους και κάνοντας αυτού του είδους τις ασκήσεις, η δουλειά μου έγινε πολύ απλούστερη, ενώ μάθαινα ποιοι είναι τόσο στην πραγματική τους ζωή, όσο και ως μυθοπλαστικοί χαρακτήρες.

Το τέλος της ταινίας δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο θα ήταν πιθανό να συντελεστεί και στην πραγματική ζωή.

Είχαμε όχι περισσότερες από 12 μέρες γυρισμάτων στη διάθεσή μας, και στην 7η ή την 8η αποφάσισα ποιο θα ήταν το τέλος, που για μένα ήταν πιο σημαντικό να μοιάζει με όνειρο, ώστε να δημιουργήσω στο κοινό το ερώτημα αν είναι αληθινό ή συντελείται σε άλλη πραγματικότητα και χρόνο, συνδεόμενο με τον αρχικό μονόλογο του πατέρα.

Στον τρόπο, με τον οποίο σκηνοθετείς τους ηθοποιούς, διέκρινα επιρροές από Κεν Λόουτς και Μάικ Λι. Ισχύει;

Για μένα η ταινία ήταν σαν μια μουσική σύνθεση: όταν είσαι σε μια μπάντα και τζαμάρεις, καθένας συνεισφέρει σ’ αυτή τη διαδικασία. Ίσως επηρεάστηκα πιο πολύ από τον Μάικ Λι ή τον Τόμας Βίντερμπεργκ.



Αλλά κι η δουλειά με την κάμερα ήταν εντυπωσιακή. Φαντάζει σαν ένας ακόμα χαρακτήρας.

Συζητώντας με τους διευθυντές φωτογραφίας, τους είπα ότι χρειαζόμουν 2 κάμερες, γιατί, μιας και θα κάναμε μόνο μια λήψη, ήθελα να δείχνει πολύ καλή. Ο ένας θα χρησιμοποιούσε ευρυγώνιους φάκους, ο άλλος θα έκανε τα ζουμ, αλλά κι οι δύο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τη δημιουργικότητα, το μυαλό, το ένστικτο και το όραμά τους για την ταινία, γιατί δεν είχαμε πραγματικό budget γι’ αυτή, αφού το πρότζεκτ είχε απορριφθεί από το Ρουμανικό Κέντρο Κινηματογράφου. Το υλοποιήσαμε, έτσι, με τα δικά μας χρήματα. Κι οι ηθοποιοί εισέφεραν το πάθος τους- και μερικές φορές τα χρήματά τους! Ζήτησα, λοιπόν, από τους κάμεραμεν να μην ανακατεύονται πολύ με τους ηθοποιούς, να τους αφήσουν να κάνουν τη δουλειά τους, και από τους ηθοποιούς να μη νιώθουν πως βρίσκονται σε γύρισμα. Προσπάθησα να τους προτείνω ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ για μια οικογένεια. Το κέιτερινγκ έγινε από τους ίδιους, μόνοι τους μαγείρευαν. Όλα ήταν πολύ «σπιτικά».



Τι καθιστά το ρουμανικό κινηματογράφο τόσο ζωντανό και επιδραστικό;

Δύσκολο να απαντήσω. Κατ’ αρχήν είναι πολύ δύσκολο να τον κρίνεις λειτουργώντας εντός του. Μια αναλογία, ίσως, μπορεί να εντοπιστεί με ό,τι συνέβη στα σπορ, όπου το σύστημα ήταν αποτυχημένο 25 χρόνια μετά την πτώση του Τσαουσέσκου. Yπήρχαν κάποιες γυναικείες ομάδες χάντμπολ και ορισμένες τενίστριες, οι οποίες επένδυσαν στις δικές τους δυνάμεις, χωρίς να περιμένουν χρήματα από την κυβέρνηση ή από θεσμούς. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στον κινηματογράφο- και σε μένα τον ίδιο με το πρώτο μου φιλμ. Δεν είχα υποστήριξη, αλλά ούτε και την περίμενα. Αντιμετώπισα την κατάσταση ως πρόκληση. Τώρα, γιατί υπάρχουν τόσο πολλοί καλοί Ρουμάνοι σκηνοθέτες, δεν ξέρω. Και δεν είναι θέμα σχολής. Ίσως επηρεαζόμαστε από τους εαυτούς μας. Προσπαθούμε, εξάλλου, να αλλάξουμε τους κινηματογραφικούς νόμους στη Ρουμανία, γιατί είναι κακοί, και μερικές φορές συνεργαζόμαστε διαβάζοντας ο ένας την πρώτη εκδοχή του σεναρίου ταινιών άλλων.

Στο μεταξύ, προβλήθηκε στο Τορόντο και η πιο πρόσφατη δουλειά σου, το The Fixer.

Ήταν μια «φυσιολογική» ταινία, με σενάριο, μεγαλύτερο cast και προϋπολογισμό, η οποία αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο που γύριζα και τη Σονάτα. Ολοκληρώσαμε και τις 2 ταινίες στα τέλη του 2015. Η πρώτη επιλέχτηκε για την Μπερλινάλε, η δεύτερη έπρεπε να περιμένει για το Τορόντο. Τον Οκτώβρη θα διαγωνιστεί στο Τόκιο και θα προβληθεί και σε άλλα φεστιβάλ.

Η ταινία του Adrian Sitaru Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο προβάλλεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Seven FILMS.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

«Σελίδες που ψιθυρίζουν»: Το νέο φωτογραφικό λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη


Πρωτίστως ταξιδιώτης, ο φωτογράφος Βασίλης Κολτούκης είναι ένας άνθρωπος που, όταν τον συναντάς για πρώτη φορά και αρχίζεις να κουβεντιάζεις μαζί του, εύκολα σε κερδίζει με τη σχεδόν παιδική απλότητα, την ευγένεια και τη φιλικότητά του. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, κυρίως πορτρέτα και κάποια συνήθως μοναχικά τοπία, αντλούν την έμπνευσή τους από την πιο γόνιμη παράδοση της ανθρωποκεντρικής σχολής των Μπρεσόν, Σούτκους και Μπουμπά, έχοντας έναν ανεπιτήδευτα μελαγχολικό και συνάμα ποιητικό χαρακτήρα, στα όρια ενός πολύ ιδιαίτερου ποιητικού ρεαλισμού. Καθώς, ολοένα και περισσότερο, «βυθίζεσαι» σε αυτές, νιώθεις ότι με το ένα «πόδι» πατούν στη γη και με το άλλο πετούν στα σύννεφα. Όπως κι ο αγαπημένος φωτογράφος του Βασίλη, ο αισθαντικός Εντουάρ Μπουμπά.

Το όχι τυχαία τιτλοφορούμενο Σελίδες που ψιθυρίζουν είναι το τρίτο κατά σειρά προσωπικό φωτογραφικό του λεύκωμα, μετά τα Music on the Road και Οδησσός Ονείρων. Πρόκειται για την πλέον ολοκληρωμένη, συνεκτική και ώριμη μέχρι σήμερα δουλειά του, η οποία λειτουργεί, ταυτόχρονα, σε δύο επίπεδα: ως ένα είδος ανθολογίας, αλλά και ως εισαγωγή στο φωτογραφικό του σύμπαν, για εκείνους που δεν έχουν ακόμη «μυηθεί» σε αυτό.



Το λεύκωμα αποτελείται από 119 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ορισμένες ήδη δημοσιευμένες, «καρπούς» μερικών από τις πολυάριθμες περιπλανήσεις του Βασίλη στο χώρο, το χρόνο και ανάμεσα στους ανθρώπους: από την Αθήνα και τον Πειραιά, τα Γιάννενα και το Συρράκο, τη Σάμο και τη Σαντορίνη, μέχρι το Αϊβαλί και την Αιθιοπία, την Ινδία και την Κίνα, τη Μογγολία και την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Ρωσία, την Μπρατισλάβα και την Πράγα, μεταξύ άλλων, περισσότερο ή λιγότερο οικείων, προορισμών. Φωτογραφίες στοχαστικές και πολυεπίπεδες, που αποπνέουν μια γαλήνια εσωτερικότητα και υποβάλλουν, αλλά δεν επιβάλλουν, διαθέσεις, ερμηνείες, σκέψεις και συνειρμούς περισσότερο «χαϊδεύοντας» τις αισθήσεις σου τρυφερά, παρά εξάπτοντάς τις ή επιχειρώντας να διεγείρουν ένα συναισθηματισμό «πλαδαρό» και εύκολο.



Η μεγάλη αρετή του Βασίλη Κολτούκη ως φωτογράφου έγκειται στο ότι συνταιριάζει, συχνά στο ίδιο κάδρο και χωρίς, ενδεχομένως, να το συνειδητοποιεί, πολλαπλές ματιές: του ανθρωπολόγου, του ερωτευμένου, του λάτρη της μουσικής, του ποιητή, του σχεδόν ρεπόρτερ, του ταξιδιώτη, όχι μόνο πετυχαίνοντας να «αιχμαλωτίσει» την μπρεσονική «αποφασιστική στιγμή», αλλά και να αποτυπώσει, έστω και υπαινικτικά, το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο, εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε. Γιατί έχει μάθει να βλέπει με ευαισθησία, οξυδέρκεια, σεβασμό και τρυφερότητα, κι όχι απλώς να κοιτάει, επιδιώκοντας, όπως μου έχει πει, να «ριζώνει» με τους ανθρώπους σε κάθε καινούρια τοποθεσία, όπου ταξιδεύει. Και, το σημαντικότερο, να ζει.



«Πρέπει απλώς να ζεις και η ζωή θα σου δώσει φωτογραφίες», είχε κάποτε επισημάνει ο Μπρεσόν. Σε πείσμα των καιρών, ίσως και εξαιτίας τους, ο Βασίλης Κολτούκης καταφέρνει να ζει. Γι’ αυτό, εν τέλει, είναι και σημαντικός φωτογράφος.

Το λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη Σελίδες που ψιθυρίζουν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος (http://www.metronomos.gr/)

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «Το να είσαι αυθεντικός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης»


Ανήσυχα δημιουργικός, πολιτικοποιημένος και σεμνός σε καιρούς που όλες αυτές οι αρετές είτε σπανίζουν, ή έχουν χάσει το πραγματικό τους νόημα,  ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλούς- και οι συναυλίες του το το ίδιο, χρόνια τώρα. Για μια τέτοια «κατηφορίζει» την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη. Με αυτή την αφορμή, επικοινωνήσαμε μαζί του.

Ποια ήταν τα πρώτα και πιο καθοριστικά σου ακούσματα; Πότε πρωτοτραγούδησες, πότε πρωτοέγραψες στίχους και πόσο χρόνο χρειάστηκες, για να αποκτήσεις την απαραίτητη αυτοπεποίθηση στα εκφραστικά σου μέσα;

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ώστε να απαντήσω με βεβαιότητα στα ερωτήματα αυτά. Αυτοπεποίθηση δεν έχω αποκτήσει ακόμα.  Αμφιταλαντεύομαι συνεχώς.

Πόσο συνδεδεμένος νιώθεις με το γενέθλιο τόπο σου;

Ελάχιστα. Όχι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το ότι γεννήθηκα κάπου δεν με αναγκάζει και να τον αγαπήσω.

Τι ρόλο διαδραματίζει η έμπνευση στη ζωή σου, σε όλες τις εκφάνσεις της; Και από πού την αντλείς;

Η έμπνευση - όταν έρχεται- είναι μια υπερδραστηριότητα του νου, που διώχνει όλες τις σκέψεις-σκουπίδια για λίγο και σε οδηγεί σε μια πληρότητα. Για λίγο.

Σε ποιο βαθμό είναι η μουσική δημιουργία μια μοναχική διαδικασία, και σε ποιο μια συλλογική περιπέτεια;

Σε μένα η δημιουργία είναι μοναχική πορεία. Στη συνέχεια, η αποτύπωσή της δισκογραφικά και συναυλιακά είναι συλλογική υπόθεση.

Ακούς μουσική; Ξεχωρίζεις κάτι- όχι απαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο συγκρότημα ή μεμονωμένο καλλιτέχνη, ίσως μια τάση- στην Ελλάδα, που να αισθάνεσαι ότι σε αφορά, κάτι στο οποίο, ίσως, θα συνέπραττες;

Ακούω μουσική συνεχώς και ακατάπαυστα. Και χαίρομαι, που γίνονται πολύ ωραία πράγματα από νέους μουσικούς σε όλα τα - συμβατικά μιλώντας- είδη: λαϊκορεμπέτικο, παραδοσιακό, αγγλόφωνο κ.λπ. Ίσως στο μέλλον συνεργαστώ με κάποιους από αυτούς, τόσο σαν δημιουργός όσο και σαν παραγωγός.

Όταν το κρίνεις σκόπιμο, επιλέγεις να παρεμβαίνεις δημόσια, υιοθετώντας μια πολιτική οπτική, η οποία, κατά πολλούς, παραπέμπει σε μια ορισμένη αναρχική θεώρηση των πραγμάτων. Το βιώνεις ως ηθικοπολιτική υποχρέωση;  Δε θα ήταν πιο βολικό να «κάθεσαι στ’ αυγά σου», όπως οι περισσότεροι, δρέποντας απερίσπαστος τους «καρπούς» της δημοφιλίας σου;

Στην ουσία κάθομαι στ’ αυγά μου. Δυστυχώς η δημιουργία, λόγω της πληρότητας που προσφέρει στο υποκείμενο, αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για ουσιαστικότερη συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες για μια καλύτερη ζωή. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι το να είσαι αυθεντικός και αληθινός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης. Και νομίζω πως πρέπει να μιλάω λιγότερο, όχι από φόβο, αλλά γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιώ τα θετικά συναισθήματα κάποιων προς τη μουσική μου, σαν κερκόπορτα για να προπαγανδίσω τις όποιες απόψεις μου.

Μιλώντας για δημοφιλία, πώς τη διαχειρίζεσαι; Δε σου προκαλεί αμηχανία; Σε μια παλιότερη συναυλία σου είχες αναρωτηθεί- και μου είχε κάνει εντύπωση- πώς το κοινό προσπερνά τις ανεπάρκειές σου.

Το διαχειρίζομαι όπως πρέπει, σα να μην τρέχει τίποτα ιδιαίτερο. Δεν μ’ έχει οδηγήσει στην αυταρέσκεια. Ζω σαν εν δυνάμει νεκρός.

Εκτός από τους αγαπημένους- και αειθαλείς- αδερφούς Ταβιάνι, τι σε συγκινεί κινηματογραφικά;

Και πολλοί άλλοι από τον ιταλικό κινηματογράφο, ο αγγλικός κινηματογράφος επίσης, καθώς και διάσπαρτες ταινίες  από ολα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Τι σε ενοχλεί περισσότερο στον άνθρωπο, γενικότερα, και στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ειδικότερα;

Το να θες να φορτώσεις το «σταυρό» που κουβαλάς στους άλλους και μάλιστα χωρίς να τους ρωτήσεις.

Σε καιρό «αριστερο»ακροδεξιών μνημονίων, τι θα σε ανέβαζε «στα κάγκελα»;

Η στέρηση της ελευθερίας της έκφρασης.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, παρέα με την Ματούλα Ζαμάνη, τον Αλέξανδρο Κούστα και εκλεκτούς μουσικούς, «κλείνει» το συναυλιακό του καλοκαίρι την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στο χώρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, και ώρα 9 το βράδυ.



Συντελεστές συναυλίας:

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: λαούτο, μπουζούκι, μπουζουκομάνα, τραγούδι

Ματούλα Ζαμάνη: τραγούδι

Αλέξανδρος Κούστας: τραγούδι

Δημήτρης Μυστακίδης: κιθάρα, λαούτο και φωνή

Ανδρέας Πολυζωγόπουλος: τρομπέτα, φλικόρνο

Σωτήρης Ντούβας: τύμπανα

Κωστής Χριστοδούλου: πλήκτρα

Αντώνης Μαράτος: ηλεκτρικό μπάσο

Κώστας Παντέλης: ηλεκτρική κιθάρα

Γιάννης Αντωνιάδης: κλαρίνο

Αλέξανδρος Κτιστάκης: κιθάρα, τραγούδι



Ηχοληψία : Μάκης Πελοπίδας & Κλεάνθης Καραπιπέρης

Φωτισμοί : Χρήστος Λαζαρίδης & Βασίλης Πουφτής.