Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Colm Tóibín: «Ποτέ μου δε σχεδίαζα να γράψω μυθιστορήματα»


Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, ποιητής, ο 61χρονος Colm Tóibín είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους Ιρλανδούς συγγραφείς και, συνάμα, ένας απολαυστικός συνομιλητής. Κουβεντιάσαμε μαζί του, παραμονή Πρωτοχρονιάς, με αφορμή την Νόρα Γουέμπστερ, το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του, το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος, αλλά και την ταινία Brooklyn, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά του και προβάλλεται από τις 31 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους.

Πώς καταπιαστήκατε με τη συγγραφή κατ’ αρχήν;

Όταν πήγαινες στο Γυμνάσιο, υποτίθεται ότι έπρεπε να μελετάς το βραδάκι. Άρχισα, λοιπόν, καθώς ήμουν στο σπίτι, καθισμένος στο τραπέζι με τα βιβλία μου, να γράφω ποίηση. Με εξέπληξε αυτό. Συνέχισα να γράφω ποίηση μέχρι περίπου τα 20 και τότε σταμάτησα.

Γιατί; Αισθανθήκατε απλώς ότι «ξεμείνατε» από ιδέες κι έμπνευση;

Κάποιοι φίλοι μου άρχισαν να εκδίδουν τις δουλειές τους κι ήταν στ’ αλήθεια καλοί, καλύτεροι από μένα, και πολλά από τα ποιήματά μου απορρίφθηκαν από περιοδικά. Πήγα, επίσης, στη Βαρκελώνη, όπου ήταν πολύ συναρπαστικά, ήταν η εποχή του θανάτου του Φράνκο. Το να γράφεις ποίηση ήταν κάτι που απαιτούσε πολλή ησυχία ή σταθερότητα. Δεν έγραφα καθόλου εκείνα τα χρόνια στην Ισπανία.

Στραφήκατε, λοιπόν, στη δημοσιογραφία.

Ακριβώς. Επέστρεψα στο Δουβλίνο κι άρχισα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος. Μερικά χρόνια αργότερα, προέκυψε η ιδέα για το πρώτο μυθιστόρημα και ξεκίνησα να δουλεύω πάνω σε αυτήν. Στη συνέχεια, ωστόσο, δεν ενδιαφερόμουν να συγγράψω μυθιστορήματα, ποτέ μου δε σχεδίαζα να γράψω. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου, στ’ αλήθεια!

Ποιο ήταν, επομένως, το στοιχείο που «πυροδότησε» αποφασιστικά την ενασχόλησή σας με τη συγγραφή μυθιστορημάτων;

Απλώς μια ιδέα, αυτό ήταν! Κάτι μυστήριο.

Ποια ήταν αυτή η ιδέα;

Η εικόνα μιας γυναίκας σε ένα τρένο, που επέστρεφε στον τόπο καταγωγής μου, το Ένισκορθι. Μιας γυναίκας ασυνήθιστα καλοντυμένης, για την οποία δεν ήξερα τίποτε άλλο, που γύριζε από το Δουβλίνο στη γενέτειρά μου. Κι έπειτα «έχτισα» μια ιστορία γύρω από αυτήν, γράφοντας, απορρίπτοντας και προσθέτοντας κεφάλαια. Ήταν κάτι που πραγματικά σκεφτόμουν όλη την ώρα. Δυσκολεύτηκα πολύ να εκδώσω το βιβλίο, αλλά το είχα δείξει στον Τζον Μπάνβιλ που θεωρούσε ότι ήταν καλό κι αυτό ήταν σημαντικό. Μέχρι να κυκλοφορήσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, είχα ολοκληρώσει τη συγγραφή του δεύτερου, δεν ήταν μια διαδικασία που σήκωνε τεμπελιά.

Οι γυναικείοι χαρακτήρες κυριαρχούν στα περισσότερα βιβλία σας. Γιατί;

Δεν ξέρω. Νομίζω ότι, στα χρόνια που πέρασαν από το θάνατο της μητέρας και των θειάδων μου, άρχισα να σκέφτομαι για τη ζωή τους στις δεκαετίες του ’50 και του ’60- κι ήταν τόσο ευάλωτες. Είχα μια αίσθηση της φωνής τους, που δεν είχα για τους άντρες. Ήταν πάντοτε στο σπίτι και μιλούσαν κι εγώ ήμουν εκεί κι άκουγα. Τόσο το Brooklyn, όσο κι η Νόρα Γουέμπστερ, εκτυλίσσονται σε αυτή τη χρονική περίοδο.

Θέλατε να ξαναφέρετε εκείνες τις φωνές και τις ιστορίες στη ζωή;

Ήταν περισσότερο μια εικόνα, παρά μια φωνή. Στην αρχή δεν ήξερα τι έκανα. Ξεκίνησα με την Νόρα Γουέμπστερ, τη σταμάτησα κι έπειτα έγραψα το Brooklyn και τη Διαθήκη της Μαρίας.



Η Νόρα Γουέμπστερ είναι το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο σας, έτσι δεν είναι;

Δεν είναι ακριβώς απομνημονεύματα, υπάρχουν και μυθοπλαστικά στοιχεία, αλλά, ναι, είναι η ιστορία της μητέρας μου.

Πόσο σημαντική υπήρξε η παιδική σας ηλικία στο Ένισκορθι της Κομητείας του Γουέξφορντ για τη διαμόρφωσή σας ως ανθρώπου και καλλιτέχνη;

Πολύ σημαντική και τη θυμάμαι πολύ καθαρά. Σημαντικά ήταν, εξάλλου, και τα διαβάσματά μου. Είναι δύσκολο να το κρίνεις, αλλά η γνώση μου της πόλης και πώς αυτή λειτουργούσε την εποχή που ζούσα εκεί υπήρξε πολύ χρήσιμη για μένα.

Τι διαβάζατε εκείνη την περίοδο;

Υποθέτω ότι ο πρώτος σημαντικός συγγραφέας ήταν ο Χέμινγουεϊ. Κι έπειτα ίσως ο Κάφκα, ο Χένρι Τζέιμς.

Όχι ο Τζέιμς Τζόις; Ή ήρθε αργότερα;

Ήρθε αργότερα.

Ο Τζόις γράφει ότι «η υψηλότερη μορφή παρουσίας είναι η απουσία». Κι αυτό ισχύει για τον χαρακτήρα του Μόρις, του πατέρα, στην Νόρα Γουέμπστερ. Συμφωνείτε;

Συμφωνώ, αν και στην ουσία δεν είναι απών. Είναι ακόμα που για μένα ολόκληρη εκείνη η περίοδος είναι χαμένη, μπορώ να την εντοπίσω ξεκάθαρα στο παρελθόν, σχεδόν να την «καδράρω». Ο αδερφός μου κι η μητέρα μου, που βρίσκονταν στο σπίτι, είναι κι οι δύο νεκροί, είναι μη ανακτήσιμα πρόσωπα. Αν και ζω στο Δουβλίνο, δεν έχω γράψει γι’ αυτό, γιατί βρίσκομαι ακόμη εδώ, δεν το έχω χάσει. Αν το έχανα, αν κάποιος μου έλεγε ότι δεν μπορώ ποτέ να επιστρέψω σε αυτήν την πόλη, πιθανότατα τότε θα έγραφα κάτι γι’ αυτό.

Η απώλεια είναι, λοιπόν, για σας αποφασιστικός παράγοντας έμπνευσης.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την αναχώρησή μου από τη Βαρκελώνη, πραγματικά σκεφτόμουν ότι δε θα ξαναγυρνούσα εκεί ποτέ. Έγραψα, έτσι, γι’ αυτήν, ήταν ένας παράξενος τρόπος επανάκτησής της.

Υπάρχουν, επίσης, πολλή ησυχία και σιωπή, τουλάχιστον στην Νόρα Γουέμπστερ. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Δεν ξέρω κάτα πόσο ήταν συνειδητή. Η Νόρα ήταν ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Γι’ αυτό πρόσθετα συνέχεια λεπτομέρειες και τις έκανα να μοιάζουν αληθινές. Αλλά, ξέρεις, επρόκειτο για μια επαρχιακή πόλη, κι έτσι συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να σπρώξω το υλικό πέραν κάποιου σημείου, δεν ήθελα να βάλω μέσα ψεύτικο ενθουσιασμό. Αν εστίαζα στις λεπτομέρειες, θα άρχιζε ο αναγνώστης να αισθάνεται ή να μοιράζεται κάτι.

Ακόμη και τα συναισθήματα αποτυπώνονται κι αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα με συγκρατημένο τρόπο.

Υποθέτω πως υφολογικά είναι πιο κοντά στη μουσική δωματίου, απ’ ότι στη συμφωνική. Δεν υπάρχουν ντραμς, πιθανότατα ούτε πνευστά. Ίσως είναι ένα τρίο εγχόρδων.

Υπάρχει πολλή μουσική στο βιβλίο, από ένα ορισμένο σημείο και μετά. Ήταν ένα καίριο στοιχείο της παιδικής σας ζωής, των αναμνήσεών σας από εκείνη την περίοδο;

Ναι. Η Νόρα αγόρασε ένα στερεοφωνικό κι άρχισε να ακούει μουσική. Μέρος της είναι στο βιβλίο.

Αλλά κι η πολιτική αποτελεί ένα επανερχόμενο αφηγηματικό «νήμα».

Έπρεπε να είμαι προσεκτικός με αυτό το στοιχείο, να μη βάλω υπερβολικά πολύ, να είναι στο φόντο. Κάτι που «σιγοβράζει» σε ένα άλλο δωμάτιο. Θα ήταν πειρασμός να το φέρω στο προσκήνιο, καθώς πολλά συνέβησαν στην Ιρλανδία και στον κόσμο τότε. Ήθελα, όμως, η Νόρα Γουέμπστερ να είναι η πρωταγωνίστρια, όχι η Ιρλανδία ή η Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν μια ηθελημένη απόφαση.



Σε ποιο βαθμό είναι η ταινία Brooklyn μια πιστή μεταφορά του βιβλίου σας; Υπάρχουν και ανατροπές που δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτό;

Είναι αρκετά πιστή, αν και το φιλμ είναι πιο ρομαντικό. Το τέλος είναι πιο σαφές απ’ ότι στο βιβλίο. Προφανώς υπάρχουν πολλά στοιχεία του βιβλίου που λείπουν από την ταινία. Ο Νικ Χόρνμπι, ο σεναριογράφος, αφαίρεσε κάποια. Για παράδειγμα, στο βιβλίο προκύπτει μεγάλο ζήτημα, όταν η πρώτη Αφρο-Αμερικανίδα μπαίνει στο κατάστημα, όπου δούλευε η Έιλις (Saoirse Ronan). Ή, στη σχολή της, όταν ανακαλύπτει πως ο διδάσκων είναι επιζών του Ολοκαυτώματος. Μια ταινία πρέπει, βέβαια, να εστιάσει σε ένα πράγμα, δεν μπορείς να αφηγηθείς 2 ιστορίες. Κι αυτό είναι το σοφότερο.

Ως ο συγγραφέας του βιβλίου, θα λέγατε ότι αποδίδει το πνεύμα και την ουσία του;

Ναι. Δεν έχουμε πολλές νεαρές ηθοποιούς σαν την Saoirse Ronan στην Ιρλανδία, είναι στ’ αλήθεια μοναδική. Μπορεί να «αιχμαλωτίσει» τόσο πολλά με το πρόσωπό της, να αποδώσει τόση εσωτερική ζωή. Έχει, εξάλλου, τεράστια συναισθηματική νοημοσύνη. Στο βιβλίο πρέπει να διαβάσεις πολλές παραγράφους, εκείνη τα καταφέρνει σε λίγα δευτερόλεπτα.

Είχατε ενδοιασμούς, πριν τα γυρίσματα της ταινίας;

Όχι. Το βιβλίο είχε πάει αρκετά καλά κι ήμουν σίγουρος ότι θα έμεναν σταθεροί στη μορφή της ιστορίας. Επίσης, ήταν σημαντικό που ο σκηνοθέτης, ο John Crowley, είναι Ιρλανδός, γιατί υπάρχουν τόσα στερεότυπα για την Ιρλανδία, ιδίως από Άγγλους κι Αμερικανούς, όπως μεθυσμένοι Ιρλανδοί που περιφέρονται ή που τσακώνονται για κάτι. Τίποτε από αυτά δεν υπάρχει στο βιβλίο ή την ταινία. Οι άνθρωποι νομίζουν πως μας ξέρουν, επειδή έχουν δει κάποιο ανόητο φιλμ σχετικά με μας. Αυτά τα στερεότυπα δε σημαίνουν τίποτε για μένα.



Υπάρχουν, για σας, αναλογίες ανάμεσα στη μετανάστευση από την Ιρλανδία των δεκαετιών του ’50 και του ’60, όπως αυτή έρχεται στο προσκήνιο της ταινίας μέσα από την ιστορία της νεαρής Έιλις, και των μεταναστευτικών ροών του σήμερα;

Το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια περίοδο, κατά την οποία μετανάστευαν για πρώτη φορά άνθρωποι στην Ιρλανδία. Ξαφνικά υπήρχαν Κινέζοι, Νιγηριανοί η Πολωνοί στη χώρα- αιτούντες άσυλο ή οικονομικοί μετανάστες, καθώς η Ιρλανδία βίωνε οικονομική άνθηση. Παρατηρούσα ότι αρκετοί Ιρλανδοί δεν ήταν τόσο χαρούμενοι γι’ αυτό όσο ήταν όταν οι ομοεθνείς τους ήταν μετανάστες σε άλλες χώρες, που πίστευαν πως πρέπει να φροντίζουμε μόνο τους Ιρλανδούς. Αυτή η αίσθηση ήταν υπαρκτή, όταν έγραφα το βιβλίο. Έπρεπε να είμαι προσεκτικός, να μην εμπλακώ σε κήρυγμα. Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος να βλέπεις τι συμβαίνει είναι να εξετάζεις κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Όπως με τον Αϊλάν που ξεβράστηκε νεκρός κι απέκτησε όνομα: οι άνθρωποι μπορούν να απαντήσουν σ’ ένα όνομα. Και νομίζω πως κι η ταινία δίνει μια αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι μετανάστης, επικεντρωνόμενη σε μια ρομαντική ιστορία, που αποκτά επίκαιρο χαρακτήρα.

Πιστεύετε ότι έχετε ευθύνη να εκφράζετε τις απόψεις σας, ή προτιμάτε αυτό να γίνεται μέσω της δουλειάς σας;

Νομίζω ότι αυτό δύσκολα θα ήταν πετυχημένο και πως το μυθιστόρημα απαιτεί απόσταση. Οπότε, αν ο αναγνώστης εκτιμήσει ότι προσπαθείς να του κάνεις κήρυγμα γι’ αυτό που πιστεύεις, θα αφήσει το βιβλίο πολύ γρήγορα. Το μυθιστόρημα ζει σε κάποια απόσταση από το απλά πολιτικό πεδίο. Έχω άλλους τρόπους να μιλάω, αν χρειάζεται να γίνω σαφής. Δεν είμαι αποκλεισμένος από τα Μ.Μ.Ε.

Έχετε κάποια καινούρια ιδέα για μυθιστόρημα που σας «τρώει»;

Δουλεύω πολύ σκληρά πάνω σ’ ένα μυθιστόρημα, το οποίο εκτυλίσσεται σ’ ένα μέρος, όπου δεν έχω βρεθεί ποτέ: στην Αρχαία Ελλάδα! Εμπνεύστηκα από μια από τις ιστορίες που υπάρχουν επί χιλιάδες χρόνια και θα δούμε τι θα μπορέσω να κάνω με αυτήν. Έχω έρθει 2 φορές στην Ελλάδα, τη μία για να παρουσίασω το Ransom του David Malouf, που είχε βραβευτεί. Δούλευα ακόμη πάνω στη Διαθήκη της Μαρίας εκείνη την εποχή.



Πώς βλέπετε τα πράγματα στην Ελλάδα, όντας ένας εξωτερικός παρατηρητής, προερχόμενος, όμως, από μια χώρα, η οποία έχει, επίσης, επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, αλλά φαίνεται πως έχει ανακάμψει;

3 χρόνια πριν, συνάντησα στο Τέξας έναν Έλληνα πολύ έξυπνο και σκέφτηκα ότι θα τον ψήφιζα, αν έβαζε υποψηφιότητα. Αποδείχτηκε πως ήταν ο Γιάνης Βαρουφάκης! Μου άρεσε πολύ, κρίμα που δεν έβαζε για βουλευτής στην Ιρλανδία. Αυτό που κάναμε σε σχέση με την Ε.Ε. και κυρίως την Ε.Κ.Τ., αλλά και τη γερμανική κυβέρνηση, ήταν ότι απλώς ξαπλώσαμε και τους αφήσαμε να περάσουν από πάνω μας, αλλά τώρα τα επιτόκια είναι πολύ καλά, η οικονομία βελτιώνεται, τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σύγκριση με το πώς ήταν τα τελευταία 6-7 χρόνια. Νομίζουμε πως αυτό που έκανε η κυβέρνησή σας ήταν το καλύτερο κι είμαστε με το μέρος σας. Όχι κι η ιρλανδική κυβέρνηση.

Το προσωπικό site του Colm Tóibín είναι http://www.colmtoibin.com/

Τα μυθιστορήματά του Νόρα Γουέμπστερ και Η διαθήκη της Μαρίας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Η ταινία Brooklyn, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, προβάλλεται από τις 31 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους.
Η φωτογραφία του Colm Tóibín είναι του Richard Avedon.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Max Richter: «Το να συνθέτεις μουσική είναι σαν να ονειροπολείς»


Γεννημένος στη Γερμανία στις 22 Μαρτίου του 1966, ο Βρετανός Max Richter αποτελεί έναν από πιο καταξιωμένους και παραγωγικούς συνθέτες, πιανίστες και παραγωγούς της γενιάς του. Αψηφώντας τις συμβατικές κατηγοριοπoιήσεις, οι συνθέσεις του «θολώνουν» τα όρια ανάμεσα στην κλασική μουσική και την ηλεκτρονική, ενώ ο τεράστιος όγκος της δουλειάς του περιλαμβάνει, πέρα από τις 7 προσωπικές του κυκλοφορίες, συνθέσεις για κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές και τηλεοπτικές παραγωγές, παραστάσεις μπαλέτου και εγκαταστάσεις. Αν και η κατάχρηση εγκωμιαστικών επιθέτων συνήθως λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, το 8ωρης διάρκειας Sleep, η πιο πρόσφατη δουλειά του Max Richter και ένας μινιμαλιστικός στοχασμός για τη σχέση του ύπνου και της μουσικής, «ένα νανούρισμα για έναν ξέφρενο κόσμο» κατά τον ίδιο, άφησε ανεξίτηλο σημάδι στα μουσικά πράγματα του 2015, κατακτώντας επάξια το χαρακτηρισμό «μνημειώδης». Παρά τις πολλαπλές του υποχρεώσεις, ο συνθέτης βρήκε χρόνο για τη σύντομη τηλεφωνική συνομιλία που ακολουθεί.

Οι συνθέσεις σας «θολώνουν» τα όρια ανάμεσα στην κλασική μουσική και την ηλεκτρονική. Πώς θα τις περιγράφατε;

Δε μου αρέσει να κατηγοριοποιώ τη μουσική. Για μένα είναι σαν αφήγηση ιστοριών.

Έχετε, επίσης, επηρεαστεί από το πανκ. Υπό ποια έννοια;

Υπό την έννοια ότι είναι εικονοκλαστικό και παραβιάζει τους κανόνες. Aσχολούμαι με τη μουσική στο επίπεδο της μουσικής φόρμας, αλλά χρειάζεται και να την ανανεώνω. Και γενικότερα αυτό κάνει το πανκ, αλλά και η ποπ μουσική. Κοιτάζουμε, λοιπόν, τα παλιά υλικά, τις δημιουργικές δομές και κατασκευάζουμε καινούριες.

Στις συνθέσεις σας είναι, εξάλλου, εμφανής, μια στοχαστική, ονειρική ποιότητα. Πόσο σημαντικά είναι για σας ως άνθρωπο, καλλιτέχνη και συνθέτη τα όνειρα και το να ονειρεύεστε, γενικότερα;

Το να ονειρεύεσαι είναι τα πάντα. Το να συνθέτεις μουσική είναι σαν να ονειροπολείς. Είναι μια εναλλακτική κατάσταση συνείδησης. Τελικά, συγκροτούμε μια στέρεα πραγματικότητα μέσω των ονείρων και της φαντασιακής μας ζωής, η οποία για μένα είναι εξίσου σημαντική με την πραγματική ζωή. Η φαντασία και τα όνειρα προηγούνται της ίδιας της δουλειάς.

Γιατί σας συναρπάζει τόσο η διαδικασία του ύπνου και πώς οδηγήθήκατε στην ηχογράφηση του πιο πρόσφατου μουσικού σας έργου;

Το Sleep είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ερευνούσα επί πολλά χρόνια, είναι κάτι που με συνάρπαζε από παλιά. Υπάρχει στους ανθρώπους μια διαισθητική σχέση ανάμεσα στον ύπνο και τη μουσική. Αντλώ, λοιπόν, τα συγκεκριμένα στοιχεία και τα διοχετεύω σε αυτήν την καινούρια δουλειά, η οποία αποτελεί μια εξερεύνηση του πώς ο ύπνος κι η μουσική μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά και πώς η μουσική και το μυαλό μπορούν να συνυπάρξουν σε αυτήν τη εναλλακτική κατάσταση συνείδησης. Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος βίωσης και ακρόασης της μουσικής, ο οποίος δεν είναι εκ προθέσεως, δεν είναι αναλυτικός, συνιστά ένα είδος συνύπαρξης με τη μουσική, αποτελώντας μια κατά κάποιο τρόπο «περιβαλλοντική» προσέγγιση σε αυτήν.

Στο Sleep τοποθετείτε τον ακροατή σε μια κυρίαρχη θέση, καθιστώντας τον όχι πλέον παθητικό δέκτη ενός μουσικού προϊόντος, αλλά ερμηνευτή και παραγωγό νοήματος. Γιατί;

Αυτό είναι πολιτική θέση για μένα. Η εκπαίδευσή μου στο πανεπιστήμιο και το ωδείο ήταν στο πλαίσιο της νεωτερικής παράδοσης, όπου κυριαρχούσε η ιδέα ότι ο συνθέτης ήταν η ιδιοφυία κι ο ακροατής o ανόητος. O συνθέτης, επομένως, ήταν εκείνος που θα σου υποδείκνυε τι να ακούσεις κι εσύ θα προσπαθούσες να το κατανοήσεις. Για μένα, αυτή είναι μια θέση που αποπνέει ολοκληρωτισμό και θεωρούσα πως αποτελεί τεράστιο λάθος. Με ενδιαφέρει, λοιπόν, η εγκαθίδρυση μιας πιο δημοκρατικής σχέσης ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό και μια πιο συνεργατική αίσθηση σε ό,τι αφορά τον τρόπο δημιουργίας της δουλειάς. Με το Sleep, τραβώ στα άκρα την εμπειρία του ακροατή.

Το προσωπικό site του Max Richter είναι http://www.maxrichtermusic.com/en/index.php

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Mike Terry, υπεύθυνο του Γραφείου Τύπου του συνθέτη, για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνομιλίας με τον Max Richter.
Η φωτογραφία του Max Richter είναι της Yulia Mahr.


Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Lee Jeffries: «Χρησιμοποιώ το φως και τη σκιά για να υπογραμμίσω το πνευματικό»


Λογιστής στο επάγγελμα, ο 43χρονος Βρετανός, με καταγωγή από το Bolton, Lee Jeffries εισήλθε θεαματικά στον κόσμο της φωτογραφίας πριν από μερικά χρόνια, μέσω μιας εξαιρετικά στυλιζαρισμένης, στα όρια της θρησκευτικής εικονοποιίας, απεικόνισης άστεγων σε ασπρόμαυρο φιλμ. Κουβεντιάζουμε μαζί του για τη φωτογραφία, τη μοναξιά, τη σχέση του με τους άστεγους, την πίστη και την έννοια της επιτυχίας.



Αν δεν κάνω λάθος, εισήλθες στον κόσμο της φωτογραφίας μέσω μιας εξαιρετικά στυλιζαρισμένης απεικόνισης των άστεγων. Ποιο είναι το εκπαιδευτικό σου υπόβαθρο; Και γιατί διάλεξες τη φωτογραφία ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης;

Έχω πανεπιστημιακό πτυχίο... αλλά σε εντελώς διαφορετικό πεδίο. Είμαι λογιστής πλήρους απασχόλησης κι η φωτογραφία πάντοτε υπήρξε κάτι που έκανα στο ελεύθερο χρόνο μου και στις διακοπές. Δε νομίζω ότι αποφάσισα συνειδητά να ασχοληθώ με αυτή, ήταν ίσως κάτι, στο οποίο «σκουντούφλησα» 6 χρόνια νωρίτερα ως μέσο επίτευξης ενός σκοπού (φωτογράφιση προϊόντος για μια επιχείρηση που είχα). Μέσα από εκείνη τη διαδικασία ασφαλώς «πυροδοτήθηκε» κάτι δημιουργικό μέσα μου. Ήταν σαν ένα είδος αυτο-αναπαραγωγικού ταξιδιού ανακάλυψης και μάθησης έκτοτε.



Η δουλειά σου κυρίως εστιάζει στους άστεγους. Τι σε ελκύει σε αυτούς, πώς διεξάγεις την έρευνά σου και πώς σχετίζεσαι μαζί τους, πριν και μετά τη φωτογραφική διαδικασία; Είναι απλώς τα «θέματά» σου, ή υπάρχει κάτι βαθύτερο που σας συνδέει;

Για χρόνια πολεμούσα την προσωπική μου μοναξιά. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω κι ακόμα δυσκολότερο να το αρθρώσω. Είναι ένα συναίσθημα... κι αυτό κατά κάποιο τρόπο μου επέτρεψε να ταυτιστώ και να συνδεθώ με τους ανθρώπους στο δρόμο. Το να είσαι άστεγος είναι μια «συνθήκη», με την οποία όντως έρχομαι αντιμέτωπος στη φωτογραφία μου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται σε αυτή. Συνδέομαι με «ανθρώπους». Νιώθω την πιο βαθιά συμπάθεια και κατανόηση για ένα συγκεκριμένο «βλέμμα» στα μάτια των αγνώστων. Βλέπω τη μοναξιά των άλλων σαν να ήταν δική μου. Αυτή είναι η αρχική σύνδεση. Οι συνδέσεις οδηγούν σε μια ταύτιση κι έπειτα συνήθως σε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία, βασιζόμενη στην κατανόηση και την ενσυναίσθηση. Πάλι, είναι δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά ποτέ δεν είμαι πιο ευτυχισμένος από όταν είμαι στο δρόμο με τις πόρνες... τα πρεζάκια... τους άστεγους. Η πραγματικότητά τους επιτρέπει την πιο ειλικρινή προσωπική σχέση. Ό,τι κάνω, το κάνω για αυτό το λόγο. Οι φωτογραφίες είναι απλώς μια καταγραφή της όλης διαδικασίας...



Όπως έχει σωστά επισημανθεί, το φωτογραφικό σου βλέμμα σε αυτούς τους ανθρώπους θυμίζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θρησκευτική εικονοποιία. Νομίζεις ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στη φωτογραφία και τη θρησκευτική εικονοποιία; Κι αν ναι, τι καθορίζει το βλέμμα σου;

Δεν είναι σύμπτωση. Προσπαθώ να «στριμώχνω» στις φωτογραφίες μου όσο περισσότερες μεταφυσικές ποιότητες είναι δυνατόν. Χρησιμοποιώ το φως και τη σκιά για να υπογραμμίσω το πνευματικό. Όχι μόνο το βρίσκω όμορφο, είναι επίσης και ζήτημα ευαισθησίας μου. Με συναρπάζει η ανθρώπινη τάση για την πίστη. Ξυπνά την περιέργεια μέσα μου, την οποία στη συνέχεια προσπαθώ να εκφράσω μέσα από τις εικόνες μου. Ο συνδυασμός του ανθρώπινου συναισθήματος και της πνευματικότητας είναι, συνεπώς, κάτι που καθορίζει τι είναι αυτό που προσπαθώ να κάνω.



Επιλέγεις να φωτογραφίζεις σε ασπρόμαυρο. Είναι ένας τρόπος να διαφυλάσσεις την αυθεντικότητα των φωτογραφιών σου; Θα σκεφτόσουν να δουλέψεις με έγχρωμο;

Πάντοτε συμπεραίνω ότι, εκτιθέμενος στη φωτογραφία ως παιδί, υποσυνείδητα με επηρέασε να δουλεύω σε ασπρόμαυρο. Μη με παρεξηγείς, ποτέ δε σπούδασα φωτογραφία. Τούτου λεχθέντος, μαθαίνοντας για τους δύο παγκόσμιους πολέμους στο σχολείο όντως με εξέθεσε σε πολλές ασπρόμαυρες εικόνες στρατιωτών. Τα μάτια τους εξακολουθούν σήμερα να λαμπυρίζουν στο μυαλό μου όσο έντονα λαμπύριζαν τότε. Το βλέμμα τους κι η σχέση του με το θάνατο είναι κάτι που μέχρι σήμερα δε με έχει αφήσει. Έχω δουλέψει με έγχρωμο, επομένως δε μου είναι κάτι ξένο. Αισθάνομαι περισσότερο από ευτυχής να δουλεύω και με τα δύο και θα χρησιμοποιήσω το χρώμα, όταν δικαιολογείται, ή όταν προσθέτει κάτι συγκεκριμένο σε μια εικόνα.

Η δουλειά σου προσέλκυσε αξιοσημείωτη παγκόσμια απήχηση κι εκτίμηση, όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Θεωρείς τον εαυτό σου «πετυχημένο»; Ποιο είναι, εν πάση περιπτώσει, το προσωπικό σου μέτρο «επιτυχίας»;

Οι φωτογραφίες μου πράγματι έχουν μια κοινωνική διάσταση κι έχω υπάρξει εξαιρετικά τυχερός που είχαν τέτοια απήχηση. Αν με κάποιο τρόπο επηρέασαν θετικά τις μελλοντικές ενέργειες ενός θεατή, τότε ήταν αξιόλογες. Υπό αυτή την έννοια, έχουν υπάρξει πετυχημένες.

Η έκθεση οδήγησε, με την πάροδο του χρόνου, σε κατηγορίες για εκμετάλλευση. Όντως προσπαθώ σκληρά, πολύ σκληρά, να συμπεριφέρομαι δίκαια. Δεν μπορώ να αλλάξω τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου κι η εμπορευματικότητα πάντοτε ήταν και πάντα θα είναι ο τρόπος, με τον οποίο γίνονται τα πράγματα. Χωρίς αυτή, τα 25.000 Ευρώ που συγκεντρώσαμε για μια φιλανθρωπική οργάνωση για άστεγους στο Παρίσι δε θα ήταν δυνατά. Υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν θετικά προς όφελος των άλλων.



Σε μια εποχή, κατά την οποία ο «εκδημοκρατισμός» της φωτογραφικής διαδικασίας μέσω της διαθεσιμότητας πληθώρας τεχνικών μέσων, από κινητά τηλέφωνα μέχρι υψηλού επιπέδου ψηφιακές μηχανές, πόσο δύσκολο είναι να αναδυθεί ένα αυθεντικό ταλέντο και να γίνει γνωστό;

Πιθανότατα θα όριζα το ταλέντο ως κάτι το μοναδικό Αν ένας φωτογράφος είναι μοναδικός, βάζει όλη του την καρδιά στη διαδικασία κι έχει πολλή τύχη, τότε πραγματικά πιστεύω ότι οι φωτογραφίες του θα ξεχωρίσουν από τις υπόλοιπες. Ο εκδημοκρατισμός της φωτογραφικής διαδικασίας συνηθέστερα ενθαρρύνει τη μίμηση, και το να προσπαθείς να αντιγράψεις όσους είναι μοναδικοί δεν είναι η παρακαμπτήριος για να γίνεις «διάσημος», όπως πολλοί νομίζουν.



Ποιο είναι το επόμενο βήμα σου;

Να ξαναγυρίσω στο δρόμο. Να αναπνεύσω τον αέρα, να μυρίσω τις μυρωδιές... να συναντήσω και να αγγίξω τους ανθρώπους, Είμαι ευτυχισμένος, όταν το κάνω αυτό.

 


Το προσωπικό site του Lee Jeffries είναι http://leejeffries.500px.com/


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Mahmoud Salameh: “I respect cartoons and they respect me, too”


Poignant political cartoonist and director of animation films, Palestinian Mahmoud Salameh, born in Yarmouk camp in Syria, has been living for the past 3 years in Sydney, Australia, as a political refugee. He talks to me about his experience as a refugee, his art, Palestine, that he has never even seen, and the situation in Syria.



When and where were you born?

I was born in 1972 in Yarmouk camp, in the south of Damascus. Before the revolution, 160.000 Palestinians were living there. It has been in existence since my parents came from Palestine as refugees.

Where in Palestine were your parents from?

My father from Bir Saba (Beersheba), in the south of Palestine, my mum from Haifa.



How was the situation in the camp?

In the beginning, the situation was very hard for the Palestinians, you know. Now I can see how my parents were feeling, because I’m a refugee for the second time, having reached Australia, a beautiful country, where we’re being supported and taken care of.

Are your parents still alive?

My father is dead, but my mum lives in Dubai with my brother.

As a refugee, you must have faced many difficulties before settling in Australia, though. How hard has this experience been for you?

It was hard, because I remained a lot of time in detention, almost 17 months. I understand that the government follows a process with regard to the refugees reaching the country, especially those without papers arriving by boat. They want to control who each one is. But my case was clear- I have my documents, my papers, my experience. Everything was clear. I don’t know why so much time was required. 



Do you think that the fact that you’re an artist and your work is known play a role in you being recognized as a refugee- at the same time when others, who don’t have similar work to produce, have been less fortunate, or not fortunate at all?

The situation is difficult for everybody. The chose me for security check, maybe because I’m a Palestinian. When we arrived by boat, we were 10 Palestinians, 9 refugees from Iraq and me from Syria. The fact that I’m an artist, a political cartoonist, constituted a very good reason, so that I was granted protection. I was, in fact, accepted after my first interview at the detention center. As I already said, it just took a long time, until the security check was conducted.

How were you treated by the authorities?

Very normally. They transported us to the detention center on Christmas Island.



That’s good, because this is not the case with all those who have been forced to leave their countries either as refugees, or as economic immigrants. Most have horrible stories of abuse and hardships to tell- and then, to deal with the difficulty integrating into a new country and society. So, you’ve been luckier than others.

That’s true, but there was a different government then. Now, they’re sending the refugees and the immigrants to other detention centers, where the conditions are very bad. Sometimes, women are raped there by the guards. Recently, a few months ago, a woman, who became pregnant after having been raped, gave birth to a child.

How are you treated by the people, with whom you communicate on a daily basis- from your fellow artists, to those in the place where you reside and the simple people on the street?

Because I’m very capable- I’m involved with animation and visual arts, acrylics and oil- and very active with the people around me, I have very good relationships with them.



How did the Refugee Art Project get in touch with you, in the first place, and then help you get your work more known?

The Refugee Art Project is a group that creates art especially for refugees and collects the work of refugees from detention centers and out of them. Some of the people involved in the events organized aren’t refugees themselves, but, whoever wants to support the refugees and send a message to the people, is welcome in this group. I got in touch with them when I knew only a few people in the country. The manager of this project is a friend of mine.

Tell me how you started drawing political cartoons.

I started publishing my cartoons in Beirut, Lebanon, in 1997. I lived in Lebanon for 3 years. The situation there was much better than in Syria, where I couldn’t publish my work, because I would get into trouble with the security services. You knew what sort of government was in power, what kind of system was prevalent. It’s difficult to express your opinion in Syria, you have to be more flexible towards the government and with regard to the things you want to talk about. I didn’t like that situation, though. I respect my cartoons and I think that they respect me, too. When I returned to Syria in 2000, I had a very good name. So, I started organizing exhibitions, where I invited my friends. In 2003, they made me sign a statement that I wouldn’t draw anything against the government. I, therefore, started making educational animation films for children, for economic reasons, until 2009.



Why did you choose Australia as your country of immigration?

Going to Europe was very difficult, and I was worried that, if I went there, I might be sent back to Syria, because, at the time, Syria had good relations with some European countries. Moreover, I have a brother in Perth, so I thought that Australia was the best option for me.

I assume that you’re still involved in animation.

Yes, I’ve made 2 films and I’m now working on a new one with an Aboriginal director. I was also involved in the Palestinian Film Festival, where I was responsible for the opening animation.



You’re Palestinian. I’m wondering, have you ever lived in Palestine?

No, never. I haven’t even seen Palestine...

How attached do you feel to Palestine, Palestinian culture and politics?

I’m very angry. What Israel and Zionism have done to my country is that they have kicked out all the people without any right. Since they have the power, they do what they want and there’s nobody to judge them. They still punish the people to this day.

What about Syria? Do you feel close to the people who have been forced to flee from it?

Absolutely! What I like in Syria is the people, they’re amazing. As a kid, I saw how they were treating the Iraqis. If a Syrian family had a spare room, it gave it to the Iraqis. They taught me how to help, too. So, in 2006 I volunteered in the border with Lebanon, welcoming refugees. What has now happened to the Syrians makes me sad, they suffer in Europe.



Do you think that a solution to what they’re facing may be found? What’s the best thing that could happen in Syria?

When the Syrians started the revolution, they were demanding rights and wanted freedom. Believe me, they have a cosmopolitan mentality, they love other cultures. Because of the fact that the regime treated them so badly, it “broke” them. They had been suffering for 40 years and, in 2011, the time had come for them to take a step, to express their opinion, and that coincided with the Arab Spring. They didn’t expect that the regime would be so harsh and bloody, though. 300.000 people have been killed, 11.000.000 Syrians are expatriated and Assad is still in power. What kind of President is he?

With all that’s happening, and not just in the Middle East, do you feel any hope for the future?

I remember my parents. We’ve been living out of Palestine for 66 years and still hope to return there. Of course I’m not optimistic, because the situation is in the hands of those that have the power: USA, Russia, Iran, Turkey. What happened in Syria is not similar to what happened in Egypt or Tunisia. It’s complicated. Russia insists on supporting Assad, I think that the USA wants to destroy Syria, because it’s close to Israel, and the Syrian regime is just sectarian and mafia-like. Syrians love their country, though, and will continue their struggle.

Mahmoud Salameh’s personal website is http://salamehm.com/index.html

His page on the Refugee Art Project’s website is http://therefugeeartproject.com/home/the-cartoons-of-mahmoud-salameh/