Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mark Cousins. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mark Cousins. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Mark Cousins: «Έχω περάσει πολύ χρόνο στον “καθεδρικό” της φαντασίας του Όρσον Γουέλς»


Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και συγγραφέας, ο Βορειοϊρλανδός Mark Cousins μας προ(σ)καλεί να αντικρίσουμε τον μέγιστο δημιουργό Όρσον Γουέλς με διαφορετική ματιά μέσα από το συναρπαστικό ποιητικό ντοκιμαντέρ του Το βλέμμα του Όρσον Γουέλς, το οποίο έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο των 24ων Νυχτών Πρεμιέρας, και από τις 6 Δεκεμβρίου προβάλλεται στον κινηματογράφο Άστυ. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Η προοπτική ενασχόλησης στο πλαίσιο ενός ντοκιμαντέρ με μια τόσο τεράστια προσωπικότητα όπως ο Όρσον Γουέλς φάνταζε τρομακτική;

Ναι, φάνταζε. Ο Όρσον Γουέλς είναι τεράστιος, σαν ένα είδος κολοσσού, μια από εκείνες τις σχεδόν θρυλικές φιγούρες του σινεμά. Είναι δύσκολο να τον αντιληφθείς ως έναν αληθινό άνθρωπο, γιατί η φήμη του είναι τόσο μεγάλη- όχι μόνο στον κινηματογράφο, αλλά και στο ραδιόφωνο και το θέατρο. Δεν ήθελα, λοιπόν, «να ρίξω κι άλλα ξύλα» στη φωτιά της φήμης του, γιατί θα τον θυμόμαστε όσο θα θυμόμαστε την Ιστορία του σινεμά.

Δεν ήξερα, όμως, για τα σχέδια και τους πίνακές του. Όταν, επομένως, η κόρη του Μπεατρίς Γουέλς μου τα έδειξε, σκέφτηκα ότι ήταν σαν μια αυτοβιογραφία του υπό μορφή σκίτσων, άρα καινούριο υλικό. Απάτητο «χιόνι». Από την παιδική μου ηλικία έχω περάσει πολύ χρόνο στον «καθεδρικό» της φαντασίας του.

Πώς προέκυψε η συνάντηση με την κόρη του; Σε αναζήτησε; Ή συνέβη τυχαία;

Κάπως τυχαία. Βρισκόμουν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μάικλ Μουρ στην Τράβερς Σίτυ του Μίσιγκαν, όπου απέτιαν φόρο τιμής στον Όρσον Γουέλς. Ήταν κι εκείνη παρούσα. Ρώτησα, λοιπόν, αν μπορούσα να την συναντήσω, κι αποδείχτηκε πως είχε παρακολουθήσει κάποιες από τις δουλειές μου. «Νομίζω ότι μπορώ να τον δω για ένα εικοσάλεπτο», δήλωσε.

Η κουβέντα, όμως, διήρκεσε περισσότερο. Πήγαμε σε ένα μπαρ, ήπιαμε βότκα μαρτίνι, κι άλλη μία, γελάσαμε, και μου είπε: «Υπάρχουν όλα αυτά τα σχέδια κι οι πίνακες. Θα σε ενδιέφερε να κάνεις μια ταινία χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο υλικό για να ρίξεις ένα καινούριο βλέμμα στον πατέρα μου;»

Ανταλλάξαμε μια χειραψία, της απάντησα «ναι», κι έπειτα πήγαμε στο σπίτι της, όπου είχε αποθηκευμένο μεγάλο τμήμα του. Όσο περισσότερο το έβλεπα, τόσο περισσότερο πειθόμουν πως υπήρχαν κι άλλες πτυχές στη φαντασία του Όρσον Γουέλς που δεν είχαμε δει.

Ήσουν ανάμεσα στους πρώτους ανθρώπους που απέκτησαν πρόσβαση σ’ αυτά τα σχέδια και τους πίνακες;

Το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν αγόρασε πολλά από τα σχέδια και τους πίνακες. Σε ό,τι αφορά το κουτί που βλέπεις και στο ντοκιμαντέρ, ήμουν ο πρώτος σκηνοθέτης εδώ και πολλά χρόνια που το είδε. Γι’ αυτό κι εστίασα σ’ αυτό, ήταν «παρθένα» περιοχή, και μ’ ενθουσίαζε η ιδέα ότι κανένας ακαδημαϊκός, ιστορικός της τέχνης ή ιστορικός του κινηματογράφου δεν το είχε μελετήσει. Έπρεπε, λοιπόν, να το κοιτάξω.

Θα ένιωσες ιδιαιτέρως προνομιούχος.

Ανέκαθεν στη δουλειά μου θέλω να οδηγούμαι σε περιοχές που μου είναι ανοίκειες- είτε πρόκειται για μια χώρα, ή για ένα συγκεκριμένο θέμα. Ο Όρσον Γουέλς ήταν ένα από τα πιο οικεία θέματα του 20ού αιώνα για μένα. Ήξερα τη δουλειά του απέξω κι ανακατωτά. Κι όμως, εδώ υπήρχε μια βάση δεδομένων του Όρσον Γουέλς την οποία δε γνώριζα. 



Δομείς το ντοκιμαντέρ σου ως μια ερωτική επιστολή σε έναν φανταστικό μέντορα, συγγενή και φίλο, και ταυτόχρονα ως ένα διάλογο με αυτόν. Γιατί επέλεξες τη συγκεκριμένη στιλιστική προσέγγιση;

Δεν ήθελα να πω «έκανε αυτό ή εκείνο».Θα ήταν πιο προσωπικό, ίσως πιο ποιητικό, να πω «εσύ έκανες αυτό ή το άλλο». Σε ταξιδεύει σε ένα κάπως πιο ευρηματικό χώρο.

Από την αρχή, εξάλλου, συνειδητοποίησα ότι θα ήταν σαν μια ερωτική επιστολή σ’ έναν νεκρό πατέρα. Όταν ο δικός μου πατέρας πέθανε με τραγικό τρόπο στα 56 του, πήγα στην κηδεία και στον επικήδειο τού απευθυνόμουν σαν να ήταν ζωντανός. Θεώρησα πως μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτή την τεχνική με τον Όρσον Γουέλς. Είναι ένα είδος κινηματογραφικού μπαμπά, σαν πατρική φιγούρα για πολλούς από μας.  

Ήταν βέβαια αλλόκοτο, γιατί είχα να κάνω με την πραγματική του κόρη. (Γέλια). Όταν, όμως, της έστειλα το rough cut, μου τηλεφώνησε λέγοντας: «Κλαίω, γιατί έχω συγκινηθεί τόσο; Δεν έχω ξαναδεί τον πατέρα μου υπό αυτό το πρίσμα». Τότε της αποκάλυψα ότι ο κρυφός μου στόχος μου ήταν να γυρίσω το ντοκιμαντέρ με τη μορφή επιστολής στον νεκρό πατέρα. Κι αυτό ήταν πολύ συναισθηματικό για εκείνη.

Ποια ήταν η πρώτη ταινία του Όρσον Γουέλς που παρακολούθησες;

Ο Άρχων του τρόμου. Την είδα παιδί, πριν τα δέκα μου, στο BBC και φάνταζε ελικοειδής, υπαινικτική, αρχιτεκτονική υπό πολλές έννοιες, σαν τα χαρακτικά του Έσερ. Ένιωσα πως ήμουν μέσα της. (Γέλια). Μου πήρε καιρό να ερωτευτώ σκηνοθέτες όπως ο Όζου ή ο Φούλερ, αλλά ο Όρσον Ουέλς με «μέθυσε» στη στιγμή.

Είναι κι η αγαπημένη σου.

Είναι πιο κοντά στην καρδιά μου. Έχει πολύ συναίσθημα. Ερωτεύτηκα, όμως, και τον Μάκβεθ, αλλά και τα πιο αποσπασματικά φιλμ του, όπως τον Κύριο Αρκάντιν. Αλλά μου αρέσουν όλα. Εκτός από την Αθάνατη ιστορία.

Το ντοκιμαντέρ σου βασίζεται εξίσου στο γραπτό κείμενο και την εικόνα. Έχουν την ίδια σπουδαιότητα για σένα; Μήπως υπάρχει το ενδεχόμενο να αισθανθεί ο θεατής ασφυξία;

Νομίζω ότι πετάνε «σπίθες» ανάμεσα στην εικόνα και τις λέξεις. Όπως ο αρνητικός κι ο θετικός πόλος σε μια μπαταρία. Για μένα, οι λέξεις πάντα έρχονται δεύτερες κι η εικονοποιία πρώτη. Κάθε λέξη γράφεται έχοντας υπόψη την εικόνα. Πολλοί σκηνοθέτες γράφουν ένα σχολιασμό κι έπειτα αναζητούν τις εικόνες που θα τον αποτυπώσουν. Εγώ λειτουργώ ανάποδα.

Σχετικά με την αίσθηση ασφυξίας, ξέρω πως κάποιοι άνθρωποι θα θεωρούσαν ότι αυτή κι άλλες ταινίες μου περιέχουν υπερβολικά πολλές λέξεις. Όλα τα κινηματογραφικά στιλ διακινδυνεύουν να αποξενώσουν κάποιους. Γυρίζω ταινίες επί σχεδόν τριάντα χρόνια και στα δέκα από αυτά υιοθέτησα την κλασική προσέγγιση του παρατηρητή, και μου άρεσε.

Τώρα γυρνάω βουβά, σχεδόν χωρίς συνεντεύξεις, κι αυτό μου αρέσει πιο πολύ. Όταν επιστρέφω στη μονταζιέρα, θυμάμαι τα συναισθήματα που βίωνα στη διάρκεια του γυρίσματος, και κατασκευάζω μια ιστορία μέσα από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να παίρνεις ρίσκα και να κάνεις πράγματα με αντισυμβατικό τρόπο, κι αυτό το ντοκιμαντέρ συνιστά ένα αντισυμβατικό τρόπο να κοιτάξεις τον Όρσον Γουέλς.



Η εποχή του οικονομικού κραχ στις Η.Π.Α. «γέννησε» καλλιτέχνες όπως ο Όρσον Γουέλς. Πού θα εντόπιζες το κινηματογραφικά αντισυμβατικό και ριζοσπαστικό στην εποχή μας, κατά την οποία επίσης συντελείται κρίση σε διάφορα επίπεδα;

Ο κινηματογράφος είναι ικανός να απαντά στις κρίσεις, γιατί είναι από τις φτηνές μορφές ψυχαγωγίας. Ακόμα κι όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, το σινεμά συνεχίζει να υπάρχει, σε αντίθεση με την όπερα. Σε σχέση με ό,τι παρακολούθησα πρόσφατα, έχεις δει την ταινία του Κόρε-Έντα Κλέφτες καταστημάτων;

Ναι, είναι ένας δημιουργός, όχι απλώς σκηνοθέτης.

Παρά τη γλυκύτητά της, προσφέρει ένα πραγματικά ριζοσπαστικό αναπροσδιορισμό τού τι είναι μια οικογένεια κι αποτελεί μια ευθεία απάντηση στα οικονομικά προβλήματα της Ιαπωνίας.

Το καλύτερο φιλμ που παρακολούθησα φέτος ήταν του Ράντου Ζούντε για τον αντισημιτισμό. «Ο Όρσον Γουέλς θα ήταν περήφανος αν είχε γυρίσει αυτή την ταινία», δήλωσα κατά την τελετή απονομής στο Κάρλοβι Βάρι. Απαντά ριζοσπαστικά και παθιασμένα σε μια ακροδεξιά κρίση στη Ρουμανία.

Είναι οι σκηνοθέτες υποχρεωμένοι να ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής σημασίας, ιδίως σε καιρούς που οι «δεσπότες, οι οποίοι συνάρπαζαν τον Όρσον Γουέλς, κερδίζουν δύναμη»;

Δε θα έπρεπε να απαιτούμε από κάποιον μεμονωμένο σκηνοθέτη να καταπιάνεται σε πολιτικό επίπεδο με τον κόσμο, αλλά ορισμένοι πρέπει να ασχοληθούν με τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας. Όταν αναλογίζεσαι την μπαρόκ κουλτούρα του Πούτιν, του Μούντι, του Ερντογάν ή του Τραμπ, δεν είμαι σίγουρος αν ο κινηματογραφικός ρεαλισμός είναι ο κατάλληλος τρόπος να καταπιαστείς μ’ αυτούς. Χρειάζεσαι ένα πολύ στιλιζαρισμένο, σχεδόν μπαρόκ είδος σινεμά.

Γι’ αυτό κι ο Όρσον Γουέλς είναι τόσο αναγκαίος. Όπως και σκηνοθέτες σαν τον Ζούντε ή τον Λάνθιμο. Το αντιλαμβάνονται, όταν ο κόσμος τρελαίνεται. Κι ο κόσμος έχει τρελαθεί.

Είναι το ντοκιμαντέρ δύσκολο είδος όσον αφορά στην παραγωγή, τη διανομή και την απόλαυσή του από τα κοινά;

Αν κοιτάξεις την Ιστορία του ντοκιμαντέρ, ζούμε σε καλή εποχή. Ο κόσμος έχει γίνει τόσο αλλόκοτος, κι η ζωή πιο παράξενη από τη μυθοπλασία την τελευταία εικοσαετία, κι έτσι τα ντοκιμαντέρ είχαν την ευκαιρία τους στη μεγάλη οθόνη.

Κατά τα άλλα, έχεις δίκιο. Αν γυρίζεις το είδος των ντοκιμαντέρ που εγώ γυρίζω, πολύ δύσκολα προκαλείς θόρυβο και προσελκύεις προσοχή. Ας είμαστε ειλικρινείς, ο λόγος που αυτή η ταινία εξασφαλίζει ευρύτερη διανομή είναι λόγω του ονόματος. (Γέλια).

Ο πολιτισμός μας είναι ερωτευμένος με το σταριλίκι και τη φήμη, κι όχι με την ανακάλυψη του καινούριου, που προσωπικά με συναρπάζει.

Το ντοκιμαντέρ του Mark Cousins Tο βλέμμα του Όρσον Γουέλς προβάλλεται από τις 6 Δεκεμβρίου αποκλειστικά στον κινηματογράφο Άστυ (Κοραή 4) σε διανομή της AMA Films.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Mark Cousins: «Το σινεμά είναι μια μηχανή ενσυναίσθησης»


Σκηνοθέτης, κριτικός κινηματογράφου, προγραμματιστής κινηματογραφικών φεστιβάλ και συγγραφέας, ο Βορειοϊρλανδός, «γέννημα-θρέμμα» του Μπέλφαστ, Mark Cousins βρέθηκε πριν από μερικές μέρες στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του αφιερώματος στο έργο του, που διοργάνωσε το 18ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Πνευματώδης, φιλικός και χειμαρρώδης, με το χαρακτηριστικά ατίθασο τσουλούφι του, υπήρξε ένας απολαυστικός συνομιλητής.

Τόσο στην κινηματογραφική, όσο και στη δημοσιογραφική/ ερευνητική σου δουλειά, επικαλείσαι συχνά το διάσημο σχόλιο του Ουσμάν Σεμπέν «δε λέμε ιστορίες για να εκδικηθούμε, αλλά για να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο». Συμμερίζεσαι την προσέγγισή του;

Αυτό, για το οποίο μιλά ο Σεμπέν, είναι η ανάκτηση. Η Αφρική, γενικότερα, και η Σενεγάλη, η χώρα του, θα μπορούσαν να έχουν «βράσει» από το μίσος απέναντι στον αποικιοκρατικό κόσμο για αιώνες. Ξέρεις, όμως, λέει πως η εκδίκηση είναι τοξική, είναι καρκίνος. Έχουμε πιο σημαντική δουλειά να κάνουμε, να βρούμε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε. Συμφωνώ, λοιπόν, απόλυτα. Η εκδίκηση αφορά στο παρελθόν, το να βρεις τη θέση σου στον κόσμο το μέλλον. Στην κοινωνία του, ο Σεμπέν υπήρξε συγγραφέας και έγινε κινηματογραφιστής γιατί ήθελε να αφηγηθεί ιστορίες στον ευρύτερο πληθυσμό. Συμφωνώ, επίσης, με τον υπαινικτική αισιοδοξία στο σχόλιό του.

Πώς βιώνεις προσωπικά την κινηματογραφική αφήγηση ιστοριών;

Οι άνθρωποι λένε πως οι ιστορίες είναι το πιο σημαντικό πράγμα στις ταινίες. Νομίζω ότι είναι μία διάσταση των ταινιών. Το φίλμ είναι μαγεία και μύθος, όσο είναι και ιστορία. Γι’ αυτό, όταν πηγαίνω σινεμά, θέλω να δω την ταινία στη μεγάλη οθόνη: είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, κάτι μεγεθυμένο. Θέλω να νιώσω σαν παιδί μπροστά από αυτήν την εικόνα, να μεταφερθώ, με την καλύτερη έννοια της λέξης. Η ιστορία είναι ένα από τα πράγματα που πετυχαίνουν αυτή τη μεταφορά, αλλά όχι το μόνο. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, το σύμπαν της ταινίας.

Είναι και η φόρμα, επίσης.

Απολύτως. Η πρώτη ταινία που με έκανε να απολαύσω τον κόσμο του φίλμ ήταν ο Πόλεμος των άστρων κι αυτή ήταν εικόνα όσο και ιστορία. Όπως ξέρουμε, ο αυθεντικός Πόλεμος των άστρων ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για τη φόρμα. Το να παρακολουθείς μια ταινία είναι σαν να εισέρχεσαι σε ένα κτίριο. Περπατάς μέσα σε ένα χώρο κι υπάρχουν στροφές. Πώς ένα κτίριο αποκαλύπτει τον εαυτό του; Αυτό κάνει και το φίλμ, κι αυτό είναι η διάσταση της φόρμας.



Επιπλέον, είναι εργαλείο έκφρασης, αλλά και απελευθέρωσης.

Το σινεμά είναι μια μηχανή ενσυναίσθησης. Μιλώ από την οπτική ενός θεατή. Αυτό που έκανα στην πρώτη μου ταινία είναι ότι πήρα τα μέσα παραγωγής από μένα και τα παρέδωσα σε αυτά τα παιδιά κι αυτό είναι ένα άλλο είδος ενσυναίσθησης, πώς το παιδί εξωτερικεύει τη δικιά του οπτική στον κόσμο, και τι κάνει; Κοιτάζει το κεφάλι ενός πιτσιρίκου που παίζει με τη λάσπη. Αυτό που είναι σπουδαίο στην πρώτη ταινία, αυτό που αγάπησα, είναι ότι ξεκίνησε με μένα, έπειτα παρέδωσα την κάμερα στο αγόρι, μετά σε ένα μικρότερο και, σιγά σιγά, διαμορφώθηκε ένας κύκλος ανθρώπων που αλληλοκοιτάζονταν. Νομίζω πως η σπουδαιότητα του σινεμά έγκειται στο να μας επιτρέπει να ρίχνουμε το βλέμμα μας στο μυαλό των άλλων ανθρώπων, αποκεντρώνοντάς μας. Ένας από τους ήρωές μου είναι ο Κοπέρνικος, που αποφάσισε ότι ασφαλώς δεν είμαστε το κέντρο του σύμπαντος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε όλοι. Ότι εγώ στη Σκωτία δεν είμαι το κέντρο του σύμπαντος. Το Λονδίνο δεν είναι το κέντρο, η Νέα Υόρκη δεν είναι το κέντρο. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη είναι το κέντρο αυτού του σύμπαντος. Στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ θα υπάρχουν πιθανότατα 200 κόσμοι να εισέλθεις, κι αυτό είναι τόσο συναρπαστικό, το σινεμά είναι το καλύτερο μέσο για να το πετύχεις.

Πόσο καθοριστική έχει υπάρξει η παιδική ηλικία στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής - και όχι μόνο- ματιάς σου;

Κάποιος είπε, έχω την εντύπωση ο Τζόρτζ Μπέρναρντ Σο, ότι «δε σταματάμε να παίζουμε επειδή μεγαλώνουμε, μεγαλώνουμε επειδή σταματάμε να παίζουμε». Νομίζω πως, καθώς μεγαλώνουμε, νιώθουμε ότι πρέπει να γίνουμε ενήλικες, να ντυνόμαστε και να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά, να φοράμε τη «στολή» της ενήλικης ζωής, να γινόμαστε πιο συγκρατημένοι, να παίζουμε λιγότερο. Μαθαίνω τόσο πολλά, όταν περνάω χρόνο με τα παιδιά, γιατί είναι τόσο εφευρετικά, αλλά και γιατί τα συναισθήματά τους αλλάζουν τόσο γρήγορα- τη μια στιγμή στο μυαλό ενός παιδιού «βρέχει», την άλλη έχει «λιακάδα». Ένα παιδί εκφράζει τις επιθυμίες του με ακραία αμεσότητα. Ως ενήλικοι, μπορούμε να μάθουμε από όλα αυτά.

Τι νομίζεις ότι κάνει ένα καλό παιδικό φίλμ;

Το αγαπημένο μου παιδικό φίλμ είναι το The boot του Μοχάμεντ Άλι Ταλεμπί. Τα καλύτερα είναι αυτά όπου το παιδί δεν αντιμετωπίζεται ως μαριονέτα, αλλά συν-σκηνοθετεί την ταινία, όπου έχει την ελευθερία να είναι ο εαυτός του, γι’ αυτό κι οι Ιρανοί είναι καλοί στο να κάνουν ταινίες. Γι’ αυτό κι οι ενήλικες σκηνοθέτες δεν είναι καλοί στο να πουν στα παιδιά τι να κάνουν Αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να αφήσουν στα παιδιά τα χώρο να συν-σκηνοθετήσουν. Οι καλύτερες ταινίες για παιδιά πρέπει να είναι συν-σκηνοθετημένες από τα ίδια.



Διατηρείς την παιδικότητά σου;

Όπως κι όλοι, βιώνω στιγμές απελπισίας στη ζωή, και, όπως όλοι, μπορώ να νιώσω το εγώ μου να παίρνει την κατάσταση στα χέρια του . Προσπαθώ, όμως, να είμαι όσο πιο παιδικός γίνεται. Σήμερα το πρωί ξύπνησα νωρίς και με γοήτευσε η ιδέα να περπατήσω τριγύρω. Αυτός ο ενθουσιασμός, αυτή η κεντρομόλος δύναμη, νομίζω πως είναι αρκετά παιδική. Κι η ανυπομονησία. Είμαι πολυ ανυπόμονος, ξέρεις. Τα θέλω όλα τώρα, σαν παιδί. Άρα, έχω αρκετές παιδικές ποιότητες ακόμη. Μια από τις πιο σοβαρές κριτικές που διατυπώνω για τον ακαδημαϊκό κόσμο είναι ότι δεν έχει κανένα από αυτά αυτά τα χαρακτηριστικά. Οι ακαδημαϊκοί είναι εγκέφαλος και δοχεία. Τίποτε το εκρηκτικό εκεί. Γι’ αυτό κι είναι προβληματικός κόσμος, νομίζω.

Πώς αποφάσισες να «μεταπηδήσεις» από τη δημοσιογραφία στη σκηνοθεσία;

Ξεκίνησα ως κινηματογραφιστής. Στα 1994 ενεπλάκην στη διοργάνωση φεστιβάλ. Έκανα, μεταξύ άλλων, ντοκιμαντέρ για το νεοναζισμό, για την άρνηση του Ολοκαυτώματος. Έπειτα, παρατήρησα ότι έλειπε κάτι, το οπτικό κομμάτι, κι ήθελα να επιστρέψω σε αυτό. Όταν φιλμάρεις, βρίσκεσαι σε ένα είδος ζώνης. Και το σημαντικό, άλλαξε η τεχνολογία. Σε προηγούμενες φάσεις, χρειαζόμουν διευθυντή φωτογραφίας και μεγάλο συνεργείο. Όταν επέστρεψα στη σκηνοθεσία, αποφάσισα να γίνω ο διευθυντής φωτογραφίας του εαυτού μου. Απέκτησα, λοιπόν, πολύ πιο στενή σχέση με την κάμερα και, το πιο σημαντικό, με τα παιδιά. Έτσι, αφότου άλλαξε η τεχνολογία, το σινεμά μου θύμιζε πιο πολύ τον εαυτό μου, ήταν πιο απελευθερωμένο, είχε περισσότερο πόθο για περιπλάνηση. Ταξίδευες πιο γρήγορα με την κάμερα. Ήταν, επομένως, καλύτερα για μένα.

Έχεις ερευνήσει συστηματικά την ιστοριογραφία του σινεμά. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι προϋπόθεση για την καλύτερη εκτίμηση και βίωση μιας ταινίας;

Ο Ντέιβιντ Λίντς ίσα που παρακολουθεί ταινίες. Ο Κρίστοφερ Ντόιλ, με τον οποίο έχω κάνει 2 ταινίες, το ίδιο. Άρα, μερικοί από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς εικόνων δεν παρακολουθούν σινεμά. Εγώ το χρειάζομαι απόλυτα. Με τον ίδιο τρόπο που έχω ανάγκη να διαβάζω βιβλία. Έχω μεγάλο «λεξιλόγιο», γιατί έχω δει πολλές ταινίες. Ξέρω τι θα έκανε ο Χίτσκοκ. Και χρειάζομαι να έχω δει πολλές ταινίες, για να έχω επιλογές όταν γυρνάω μια σκηνή. Κάποιοι, ωστόσο, δεν το χρειάζονται. Ίσως είναι πιο επινοητικοί ή δεν έχουν την ανάγκη να εκφράζονται με πιο φρέσκο τρόπο.

Γιατί ο χαρακτήρας που «υποδύεται» το Μπέλφαστ στην πιο πρόσφατη ταινία σου Είμαι το Μπέλφαστ είναι γυναικείος;

Οι περισσότεροι από τους δυνατούς χαρακτήρες στο Μπέλφαστ, όταν μεγάλωνα, ήταν γυναίκες. Οι άντρες ήταν πολύ σιωπηλοί, πήγαιναν στην πάμπ και έπιναν. Οι γυναίκες ήταν μελοδράματα, ηφαιστειακές εκρήξεις συναισθημάτων. Το Μπέλφαστ, επίσης, παρήγαγε υφάσματα, και τα επεξεργάζονταν οι γυναίκες. Το 56% του πληθυσμού, εξάλλου, αποτελείτο από γυναίκες- πολλές, λοιπόν! Γιατί ηλικίας 10.000 ετών; Γιατί έχω περάσει πολύ καιρό στη Δυτική Αφρική και με ενδιαφέρει η ιδέα του μυθικού αφηγητή. Φυσικά, αυτό το στοιχείο υπάρχει και στην ελληνική κουλτούρα, στους Αβορίγινες και σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Ήθελα να φανταστώ έναν άνθρωπο που ερχόταν από πολύ παλιά, πιο πριν από τις Ταραχές στο Μπέλφαστ, πολύ πριν από το ίδιο το Μπέλφαστ. Να δώσω μια οπτική στο μέρος που να αποπνέει μαγικό ρεαλισμό.

Στο στόχαστρό σου είναι η μισαλλοδοξία. Είμαστε σε καλό δρόμο σε ό,τι αφορά την υπέρβασή της;

Πολλά από τα ζητήματα στην Ιρλανδία και στην Ελλάδα προκύπτουν από πραγματικά κοινωνικά και ιστορικά προβλήματα, δεν είναι απλώς μίσος. Έτσι και στη χώρα μου, πολλή από την οργή είναι δικαιολογημένη. Υπάρχει, όμως, κι ένα κομμάτι που είναι απλώς ένα αυτοπροωθούμενο μίσος, γεννημένο, επίσης, από την άγνοια. Τα πράγματα καλυτερεύουν κάπως. Δε σκοτώνουμε πλέον ο ένας τον άλλο στην Ιρλανδία, γεγονός πολύ καλό. Αλληλούια! Πάντως, οι άνθρωποι εξακολουθούν να μένουν χωριστά, μόνο το 7% των μαθητών πηγαίνει σε μικτά σχολεία Καθολικών και Προτεσταντών. Αυτό είναι πραγματικά πρόβλημα. Οπότε είμαι προσεκτικά αισιόδοξος.

Δεδομένου ότι το Είμαι το Μπέλφαστ δε μοιάζει με ντοκιμαντέρ, αναρωτιόμουν αν σκέφτεσαι να γυρίσεις ταινία μυθοπλασίας.

Δεν το σκέφτηκα ως ντοκιμαντέρ. Μόλις ολοκλήρωσα μια ταινία που λέγεται Stockholm my love, καθαρά μυθολαστική. Κανένα ντοκιμαντερίστικο στοιχείο σε αυτήν. Πρωταγωνιστεί η μουσικός Νένε Τσέρι, που υποδύεται μια αρχιτέκτονα. Έχουμε ξεκινήσει να ερευνούμε αν μπορούμε να την προβάλλουμε σε φεστιβάλ. Ίσως το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο.

Πώς σου φαίνεται η Θεσσαλονίκη;

Είχα έρθει εδώ πριν από 15 χρόνια, οδικώς από τη Σκωτία. Δεν υπάρχουν πολλά μέρη στον κόσμο που συντίθενται από τόσο πολλά ιστορικά επίπεδα. Μπορείς να περπατάς τριγύρω και να βλέπεις διαφορετικά επίπεδα του παρελθόντος και του παρόντος στο ίδιο «πλάνο». Θυμάσαι την ταινία του Τζον Σέιλς Lone star; Θυμάσαι μια σκηνή που εκτυλίσσεται στο παρόν κι η κάμερα μετακινείται στο παρελθόν; Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνεις περπατώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Κι αυτό είναι συναρπαστικό. Μου αρεσουν τα μέρη, όπου συντελούνται οπτικά ταξίδια στο χρόνο.

Θα επέστρεφες ποτέ στο Μπέλφαστ;

Ζω στη Σκωτία 30 χρόνια. Το Μπέλφαστ είναι τόσο κοντά, 30 λεπτά με το αεροπλάνο. Πηγαίνω, λοιπόν, εκεί αρκετά συχνά, 2-3 φορές το μήνα. Αλλά παραμένει ένα πολύ συντηρητικό μέρος. Πολύ θρησκευόμενο. Και δεν είμαι καθόλου θρησκευόμενος. Δεν μπορώ να διαχειριστώ κάτι τέτοιο. Η ζωή είναι τόσο εξωπραγματικά υπέροχη, γιατί πρέπει να επινοούμε άλλη μια αόρατη σφαίρα πάνω από αυτήν; Έχω, επομένως, ζητήματα με τους πολύ θρησκευόμενους ανθρώπους. Και υπάρχουν υπερβολικά πολλοί από δαύτους στο Μπέλφαστ. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που δε ζω εκεί.

Ευχαριστώ την Δήμητρα Νικολοπούλου, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τον Δημήτρη Κερκινό, επιμελητή του αφιερώματος στον Mark Cousins, για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της κουβέντας.