Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 9ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 9ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Xiaolu Guo: «Είμαι μια ταπεινή, αυτοδημιούργητη καλλιτέχνις που σνομπάρει το σύστημα»


Καταξιωμένη σκηνοθέτρια και συγγραφέας και σπινθηροβόλα συνομιλήτρια, η κινεζο-βρετανικής καταγωγής Xiaolu Guo βρίσκεται στην Αθήνα, στο πλαίσιο του αφιερώματος που πραγματοποιείται στη φιλμική της δουλειά από το 9ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, το οποίο διοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Την συναντήσαμε την επομένη της πανευρωπαϊκής πρεμιέρας της πιο πρόσφατης ταινίας της Πέντε άντρες και ένας Καραβάτζιο.

Ο Καραβάτζιο είναι ένα από τα σημεία εστίασης της τελευταίας σου ταινίας Πέντε άντρες και ένας Καραβάτζιο, που προβλήθηκε σε πανευρωπαϊκή πρεμιέρα στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας. Μίλησέ μου για τη γοητεία που σου ασκεί ο συγκεκριμένος ζωγράφος.

Έχει να κάνει με την απόσταση, γιατί είμαι μια Κινέζα καλλιτέχνις που ζει στο Λονδίνο. Δεν έχω στενή σχέση με την αναγεννησιακή τέχνη, προέρχομαι από ανατολικο-ασιατικό περιβάλλον. Για μένα, λοιπόν, η επιλογή του Καραβάτζιο υπήρξε συμπτωματική. Στη θέση του θα μπορούσε να βρίσκεται ο Ντα Βίντσι ή ο Σαγκάλ.

Χρησιμοποιώντας, ωστόσο, τον πίνακα του Καραβάτζιο, θεώρησα ότι μπορούσα να προχωρήσω σε μια πιο βαθιά μελέτη του πώς ένας Κινέζος μάστορας κατανοεί τη δυτική προοπτική, γιατί στην Κίνα, όταν ασχολείσαι με “ink wash painting”, δε ζωγραφίζεις μορφές, μόνο τοπία.

Κι ο πατέρας μου με αυτό το είδος ζωγραφικής καταπιάστηκε. Οποτεδήποτε χρειάστηκε να σχεδιάσει μια μορφή, δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί αυτό δεν εντάσσεται στην κινεζική παράδοση. Αλλά κι η δυτική προοπτική και το βάθος ποτέ δεν υπήρξαν κομμάτι της. Πρόκειται, επομένως, για μια σπουδαία τέχνη της μίμησης, από την οποία, ωστόσο, απουσιάζει η κατανόηση, είτε σε σχέση με τη συγγραφή, την ποίηση ή τη ζωγραφική. Έτσι μεγαλώσαμε στην Κίνα.

Ως αντίληψη και πρακτική εκτείνεται, επομένως, και σε άλλες μορφές τέχνης πέραν της ζωγραφικής.

Νομίζω ότι στην Κίνα υπάρχει η έννοια της μαστοριάς από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Αυτή η μαστοριά χρησιμοποιείται πολύ αποτελεσματικά στην αγορά εργασίας, ακριβώς επειδή οι Κινέζοι είναι τόσο καλοί στο να αντιγράφουν, χωρίς να παραπονιούνται ή να απαιτούν καλλιτεχνική αυθεντικότητα. Συνιστούν, έτσι, εύκολο και φτηνό εργατικό δυναμικό για την παγκόσμια αγορά.

Για μένα έχει ενδιαφέρον πώς ένας Κινέζος εργάτης από ένα χωριό αντιγράφει έναν πίνακα και άνθρωποι από τη Δύση ενδιαφέρονται να τον αγοράσουν, ακόμα κι αν, ταυτόχρονα, τον μισούν. Είναι ένα αστείο παράδοξο.

Η δική μου αντίληψη του Καραβάτζιο είναι πιο περίπλοκη και συνδέεται με το πώς τα σώματα των Κινέζων χρησιμοποιούνται ως αναπαραγωγικές μηχανές. Υπάρχει μια μηχανική διάσταση, και την ίδια στιγμή μια προσωπική «πινελιά» από τους ίδιους τους εργάτες.

Το φιλμ διατηρεί, παράλληλα, μια παιχνιδιάρικη και στοχαστική ποιότητα.

Το στοιχείο του παιχνιδιού είναι, εκτιμώ, σημαντικό. Είμαι πάντα καλή στο να είμαι στοχαστική ή διανοούμενη, νομίζω. Παιχνιδιάρικη όχι και τόσο!  

Το Πέντε άντρες και ένας Καραβάτζιο συνοψίζει, θα έλεγα, την ίδια σου τη διττή προσέγγιση στη δημιουργία ταινιών: την «αντάρτικη» και τη μαστόρικη, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

Συμφωνώ. Είμαι μια ταπεινή, αυτοδημιούργητη καλλιτέχνις που σνομπάρει το σύστημα, γιατί ξέρει πώς αυτό δουλεύει. Ένα άλλο στοιχείο έχει να κάνει με το Brexit. Το να ζεις με ένα πίνακα του Καραβάτζιο είναι σαν να ζεις με την ιδέα της Ευρώπης, γιατί η αρχική ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης γεννήθηκε στη Ρώμη. Κι όλοι οι φίλοι καλλιτέχνες στη Βρετανία, στους οποίους ανήκει ο πίνακας, είναι σαν να τους ανήκει η Ευρώπη. (Γέλια).



Υπό ποια έννοια, λοιπόν, ο Καραβάτζιο ορίζει ή επηρεάζει την αντίληψή σου για την Ευρώπη;

Δε λειτουργεί έτσι. Ήρθα στην Ευρώπη πριν από 15 χρόνια. Φεύγοντας από την Κίνα ήμουν 30 χρονών. Ήμουν, λοιπόν, πολύ μεγάλη για να αλλάξω ταυτότητα. Κατέχω πολλαπλές ταυτότητες. Είμαι γεννημένη Κινέζα, αλλά Βρετανίδα πολίτης κι Ευρωπαία πνευματικά. Πρέπει να πω ότι είμαι μοντερνίστρια. Περισσότερο μοιάζω με τον συγγραφέα Saleh από την ταινία. Η «ανάγνωσή» μου του Καραβάτζιο είναι ίδια με εκείνη της δουλειάς του Άντι Γουόρχολ: επίπεδη. Και δε νιώθω αυτή την τεράστια επιθυμία να πάω βαθύτερα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η αντίληψη του Κινέζου εργάτη για τον Καραβάτζιο.

Φτάνοντας, εξάλλου, στην Ευρώπη στη συγκεκριμένη ηλικία σημαίνει πώς ήσουν επαρκώς ώριμη, ώστε να αντιμετωπίζεις κριτικά τόσο όσα έζησες στην Κίνα όσο κι εκείνα που βιώνεις στην Ευρώπη, απολαμβάνοντας, ταυτόχρονα, στοιχεία κι από τις δύο ποικιλόμορφες κουλτούρες. Είναι έτσι;

Έτσι νομίζω. Μεγαλώνοντας στην κομμουνιστική Κίνα των δεκαετιών του ’70 και του ’80, δεν έχεις την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας ή της δημοκρατίας. Για μας αυτά ήταν καθαρή ουτοπία. Η επιθυμία μου είναι να ζω σε ένα περιβάλλον όπου τα βιβλία μου μπορούν να εκδίδονται και οι ταινίες μου να προβάλλονται. Μέσω της δουλειάς μου βρίσκω τους συντρόφους μου. Αυτή επιθυμία είναι κάπως απλή.

Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να είμαι Πρόεδρος των Η.Π.Α., αλλά να χτίσω μια καλλιτεχνική κοινότητα, κάτι στο οποίο αποτύγχανα όσο βρισκόμουν στο Πεκίνο λόγω της λογοκρισίας. Ήμουν, εξάλλου, πολύ νέα για να κάτσω στα αβγά μου. Ένιωθα ανήσυχη. Μπορεί στη Βρετανία η πολιτική κατάσταση να είναι κακή, αλλά, από την άλλη, πάντα απολαμβάνεις την ελευθερία του λόγου. Είναι ένα παράξενο μέρος. Η Ευρώπη έχει σοβαρά προβλήματα, αλλά και συναρπαστικά, ενώ διαθέτει πολιτιστικό πλούτο και ποικιλομορφία. Αισθάνομαι, επομένως, άνετα εδώ.

Οι «ήρωες» του Πέντε άντρες και ένας Καραβάτζιο είναι μέρος αυτής της καλλιτεχνικής κοινότητας, εκτός από φίλοι σου;

Έχω μια μικρή, ναι. Και ο εκδότης μου είναι σημαντικός υποστηρίζοντάς με, γιατί χωρίς την έκδοση των μυθιστορημάτων μου δεν μπορώ να γυρίζω ταινίες. (Γέλια).

Η χρηματοδότηση, πάντως, δεν είναι εύκολη διαδικασία. Γιατί; Έχω κάποιες ερμηνείες, αλλά θα ήθελα να ακούσω τις δικές σου.

Η χρηματοδότηση είναι ένα «πακέτο» με σαφή χαρακτηριστικά, προερχόμενο από την κυβέρνηση και πολιτικά προσανατολισμένο. Οι ταινίες πρέπει να είναι εστιασμένες στις εθνικές ταυτότητες, να γυρίζονται σε συγκεκριμένη τοποθεσία, να είναι εύκολες στην παρακολούθηση και συγκεκριμένης διάρκειας, ώστε να μπορούν να αγοραστούν από κάποιο τηλεοπτικό κανάλι.

Απέτυχα πολλές φορές σε αιτήσεις μου για χρηματοδότηση φιλμ μυθοπλασίας, γι’ αυτό κι έχω κάνει μόνο τρεις ταινίες μυθοπλασίας τα τελευταία δέκα χρόνια. Συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε ένα σενάριο με όλες αυτές τις απαιτήσεις, κι έτσι το ξεχνάω. Τις γυρίζω, λοιπόν, με τους φίλους μου, αλλά, κυρίως, μόνη μου. Γι’ αυτό κι η δουλειά μου διατηρεί μια καλλιτεχνική αυθεντικότητα, νομίζω. Γιατί δεν υπάρχει κάτι το πλαστό. Νιώθεις την σκηνοθέτρια εντελώς.

Πώς εντάσσεις τη δουλειά σου στο πλαίσιο της πρωτοποριακής ή πειραματικής κινηματογραφικής δημιουργίας;

Ο Παζολίνι, για παράδειγμα, υπήρξε εξαιρετικά σημαντικός για μένα ως νεαρή στην Κίνα. Κι έπειτα, το Γαλλικό Νέο Κύμα, φιλμ του Γκοντάρ. Ο Ζαν Ρους με επηρέασε πολύ, επίσης. Αυτός κι ο Κρις Μαρκέρ ήταν οι δάσκαλοί μου. Δε χρειάζεται να σπουδάσεις σε κινηματογραφική σχολή αν παρακολουθήσεις όλες τις ταινίες τους. Διαμορφώνεις, περισσότερο ή λιγότερο, την κινηματογραφική σου γλώσσα.

Η φιλμική γλώσσα του Παζολίνι, πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης αφήγησης. Μια απολύτως στραμμένη στον δημιουργό εξερεύνηση της κοινωνικής πραγματικότητας, αυθεντικά και ποιητικά ενδιαφέρουσα. Όχι υπαγορευμένη από το σύστημα χρηματοδότησης ή ψυχαγωγικούς σκοπούς. Αυτό ήμουν πάντα εγώ. Και για τα βιβλία μου ισχύει το ίδιο: όλα έχουν μια παράξενη μη αφηγηματική ποιότητα. Δεν παριστάνω την αβάν-γκαρντ δημιουργό, αυτή είναι η «γενεαλογία» μου μέσα από όσα διδάχτηκα.

Η συγγραφική σου δουλειά κινείται παράλληλα με τη φιλμική, ή κάπου συγκλίνουν;

Σχετίζεται με τους περιορισμούς των γυναικών να φέρουν σε πέρας μεγάλες κοινωνικές ενέργειες. Ξεκίνησα ως νεαρή ποιήτρια κι έπειτα ως μυθιστοριογράφος. Πάντα ένιωθα ότι ήταν πολύ πιο εύκολο να γράφω μυθιστορήματα, ενώ, αν κι η ακαδημαϊκή κινηματογραφική εκπαίδευση που έλαβα υπήρξε πολυετής, ποτέ δε γύρισα κάποιο φιλμ στην Κίνα.

Με τρομοκρατούσε η βρόμικη διαδικασία της δημιουργίας ταινιών: το να φιλάς κώλους ανθρώπων με οικονομική επιφάνεια ή να διασφαλίζεις τις ισορροπίες ανάμεσα στους συντελεστές. Τη θεωρούσα σπατάλη της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Μισούσα φρικτά τη δημιουργία φιλμ. Σκεφτόμουν, έτσι, πως δε θα γύριζα ποτέ κάποιο, κι έτσι στράφηκα στη συγγραφή.

Έπειτα, έφυγα από την Κίνα. Ερχόμενη στο Λονδίνο και σπουδάζοντας στη NFTS έπρεπε να κάνω ταινίες. Δεν υπήρχε λογοκρισία ή κάποιος περιορισμός. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ξεκινάς σε ένα ξένο περιβάλλον, ξεχνάς όλη την κατάθλιψη που βίωνες. Έτσι άρχισαν όλα, και μετά αισθανόμουν άνετα. Στη συνέχεια έγραψα λιγότερα βιβλία. Αν, όμως, δε γράφω, δεν έχω χρήματα!

Η συγγραφή είναι μια γραμμική διαδικασία, δουλεύεις πρόταση την πρόταση. Πραγματικά χρειάζεσαι μοναξιά. Η δημιουργία ταινιών είναι κάτι διαφορετικό. Υποφέρω από αυτή τη διάσταση, δυσκολεύομαι να εστιάσω. Ίσως την επόμενη φορά που θα με δεις, να μην έχω κάνει τίποτα, έχοντας απλώς χάσει ενέργεια!

Μπορείτε να μάθετε περισσότερα για την Xiaolu Guo και την κινηματογραφική και συγγραφική της δουλειά στην προσωπική ιστοσελίδα της.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με την Xiaolu Guo.

Την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου η Xiaolu Guo παραδίδει masterclass στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-36 (15:30, Αίθουσα Α). Ακολουθεί η προβολή της ταινίας της Μια φορά κι έναν καιρό προλετάριος (17:30, Αίθουσα Α).

Το αφιέρωμα στην κινηματογραφική της δουλειά συνεχίζεται το Σάββατο 27 Οκτωβρίου με την προβολή της ταινίας της Πώς είναι το ψάρι σου σήμερα; (17:00, Αίθουσα Β) και ολοκληρώνεται την Κυριακή 28 Οκτωβρίου με την προβολή του φιλμ της Πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων (18:00, Αίθουσα Β).

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

Gus Krieger: «Η αστυνομική βία είναι εξαιρετικά επείγον και σημαντικό ζήτημα»


Ένα ευρηματικό υβρίδιο ταινίας μυθοπλασίας, θεατρικού έργου, χιπ χοπ μιούζικαλ και δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, το Με λένε Μαΐσα του Βορειοαμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Gus Krieger είναι, ταυτόχρονα, ένα φιλμ για την αστυνομική βία κι ένας εορτασμός τηςblackness. Συζητάμε μαζί του, ενόψει της προβολής της ταινίας του στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας το Σάββατο 20 Οκτωβρίου.

Εν μέρει ταινία μυθοπλασίας, εν μέρει θεατρικό έργο, εν μέρει χιπ χοπ μιούζικαλ, ίσως και λίγο ντοκιμαντέρ, το Με λένε Μαΐσα είναι ένα ευρηματικό και ερεθιστικό υβρίδιο. Αναρωτιόμουν, λοιπόν, αν θα μπορούσες να ρίξεις λίγο φως στις στιλιστικές σου επιλογές, στη στιλιστική προσέγγιση του θέματός σου.

Το φιλμ βασίζεται σε ένα θεατρικό έργο, το Dreamscape. Αυτό που με εντυπωσίασε όταν το παρακολούθησα ήταν η ποικιλομορφία του. Όπως κι εσύ επεσήμανες, η  Μαΐσα έκανε τα πάντα: μπορούσε να αφηγηθεί, να χορέψει, να διεξάγει συνομιλίες. Κι αυτό θέλαμε να το διατηρήσουμε στην ταινία. Οτιδήποτε, λοιπόν, εμπεριείχε εξωτερίκευση στο σανίδι, θα είχε το ισοδύναμό του στην οθόνη, τόσο λεκτικά όσο και σωματικά.

Σε ποιο βαθμό παρέμεινες πιστός στο θεατρικό έργο όπου βασίζεται το φιλμ και σε ποιο ενσωμάτωσες σ’ αυτό στοιχεία από άλλες πραγματικές ιστορίες, όπως αναφέρεις στα εναρκτήρια credits της ταινίας;

Aπό την άποψη του σεναρίου παραμείναμε πολύ πιστοί στο θεατρικό. Πέρα από τον πρόλογο και τον επίλογο που είναι επινοημένοι, όλα τα υπόλοιπα διασκευασμένα στοιχεία προέρχονται από όσα αποφασίσαμε να γυρίσουμε σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία. Στο θεατρικό υπήρχαν μόνο δύο άνθρωποι. Η Ρέιτσιλ που υποδυόταν την Μαΐσα και ο Τζον που έπαιζε τον beatboxer. Στο φιλμ, επιλέξαμε η παρουσία της Μαΐσα να είναι διαρκής. Mια αρκετά υγιής ανάμιξη πρωτότυπου και διασκευασμένου υλικού. 



Στο Με λένε Μαΐσα θίγεις, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της αστυνομικής, της κρατικής βίας. Πόσο επιτακτικό είναι για σένα, ώστε να αποφασίσεις να καταπιαστείς μαζί του;

Για μένα, η αστυνομική βία είναι εξαιρετικά επείγον και σημαντικό ζήτημα. Πρόκειται για κάτι μοναδικά αμερικανικό. Η αστυνομική βαναυσότητα εν μέρει έχει ταξική διάσταση, εν μέρει φυλετική, εν μέρει συνδέεται με το δίπολο δυνατός-αδύναμος. Κι ενώ το ζήτημα σε ένα επίπεδο φαίνεται ξεκάθαρο, σε ένα άλλο εκτείνεται σε πολλές πτυχές της κοινωνίας μας, στο πώς, για παράδειγμα, γίνεται η διαχείριση ειρηνικών συναντήσεων. Στην ταινία αφιέρωσα πολύ λίγο χρόνο στην αποτύπωση του ίδιου του περιστατικού του θανάτου της ηρωίδας, και πολύ περισσότερο στην εξιστόρηση της μέχρι τότε ζωής της. Το θεώρησα πιο αποτελεσματικό.

Με αυτή την έννοια, το φιλμ σου φαντάζει, επίσης, σαν ένας εορτασμός της “blackness” σε όλα τα επίπεδα, χωρίς, ωστόσο, την αγιοποίησή της ή την αγιοποίηση των μαύρων ή των συνηθειών τους. Το αντιλήφθηκα σωστά;

Ναι, έτσι νομίζω. Το ζητούμενο ήταν το κοινό να σχετιστεί με την ιστορία και να την απολαύσει. Το cast είναι σχεδόν στο σύνολό του Αφροαμερικανοί, οι άνθρωποι πίσω από τις κάμερες το ίδιο, συνεπώς υπάρχουν πολλά στοιχεία αυτής της κουλτούρας στο φιλμ, και κοινά διαφορετικής προέλευσης αντιδρούν σ’ αυτό με διαφορετικούς τρόπους. Δε θέλαμε, εξάλλου, η απεικόνιση να είναι μη ρεαλιστικά θετική, αλλά ειλικρινής και συναισθηματική στον πυρήνα της.



Πρέπει να υπήρξες ανάμεσα στους λίγους λευκούς που ενεπλάκησαν στη διαδικασία, αν και το γεγονός ότι ήσουν ο σκηνοθέτης ίσως να σε τοποθέτησε σε μια πιο εξέχουσα θέση. Έτσι συνέβη, ή επρόκειτο για ένα συλλογικό εγχείρημα;

Από την άποψη των πόρων υπήρξε μια μικρής κλίμακας παραγωγή. Δουλέψαμε, συνεπώς, με ανθρώπους με τους οποίους είχαμε ήδη μια σχέση. Η φιλοδοξία μας ήταν να έχουμε μια δημοκρατική διαδικασία πίσω από τις σκηνές, και νομίζω πως τελικά το πετύχαμε.

Η Ρέιτσιλ Γουόκερ, η πρωταγωνίστρια του φιλμ, είναι μια αποκάλυψη. Είχε ξαναπαίξει κάπου, ή αυτός ήταν ο πρώτος της ρόλος σε ταινία;

Αν δεν κάνω λάθος, είναι ο πρώτος της ρόλος σε ταινία μυθοπλασίας. Mε το που την είδα, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε λόγος να αναζητήσω την οποιαδήποτε άλλη. Της πρόσφερα το ρόλο αμέσως. Τον «απογείωσε», όπως και το φιλμ.

Οι μέχρι τώρα αντιδράσεις στην ταινία υπήρξαν θετικές;

Για να είμαι ειλικρινής, με εξέπληξε η μέχρι τώρα θετική υποδοχή. Eκτός από τις Η.Π.Α., το φιλμ προβλήθηκε στο Εδιμβούργο, το Μόναχο και το Παρίσι. Παρόλο που οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν διαφορετικές, εξακολουθούσαν να είναι θετικές κι ενθαρρυντικές. Αντιμετωπίζουν την ιστορία ως πολύ πιο ξένη από ό,τι εμείς, ως κάτι τραγικό που συμβαίνει κάπου αλλού, κι όχι στην «αυλή» τους. Την εκτιμούν, ωστόσο.



Μιας κι η ταινία σου επιλέχτηκε να προβληθεί στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, θα ήθελες να μου πεις πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια του πρωτοποριακού κινηματογράφου στις μέρες μας;

Είναι μια τεράστια τιμή που το φιλμ μου έγινε δεκτό από το Φεστιβάλ. Δε μοιάζει με πολλά από όσα υπάρχουν εκεί έξω. Η δημιουργία πρωτοποριακών ταινιών έχει τεράστια σημασία. Οι μεγάλες παραγωγές στις μέρες μας βασίζονται σε «καλούπια», όπως το ταξίδι του ήρωα ή η ρομαντική κωμωδία.

Ποια είναι η γνώμη σου για τον Σπάικ Λι, τώρα που επέστρεψε στο κινηματογραφικό προσκήνιο με την Παρείσφρηση;

Είμαι μεγάλος οπαδός του, είναι ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς σκηνοθέτες. Με τη Μαΐσα προφανώς δε θελήσαμε να κάνουμε μια ταινία στο στιλ του Σπάικ Λι, αλλά αυτό προέκυψε από τη φύση του γεγονότος ότι είναι ενός είδους πρωτοπόρος. Οποιαδήποτε σύγκριση της δουλειάς μου με τη δική του, την αποδέχομαι ευχαρίστως!

Η ταινία του Gus Krieger Με λένε Μαΐσα προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου, 19:30 (Αίθουσα Α), στο πλαίσιο της ενότητας Πρώτη Ματιά του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, το οποίο διοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος μεταξύ 17 και 29 Οκτωβρίου.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Fabrice Aragno: «Ο Γκοντάρ νιώθει την ουσία των πραγμάτων»


Στενός συνεργάτης και φίλος του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ τα τελευταία 16 χρόνια, ο Ελβετός σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας, παραγωγός και μοντέρ Fabrice Aragno μου μιλά για τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη Γκοντάρ ενόψει της προβολής της τελευταίας δουλειάς του ριζοσπάστη δημιουργού Το βιβλίο των εικόνων ως ταινίας έναρξης του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου Αθήνας.

Το βιβλίο των εικόνων απέσπασε φέτος τον πρώτο στην ιστορία του Φεστιβάλ Καννών Ειδικό Χρυσό Φοίνικα.

Πώς αντέδρασε ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ όταν του παρέδωσες προσωπικά τον Ειδικό Χρυσό Φοίνικα;

Όχι κάπως ιδιαίτερα. Είπε: «Εντάξει, εντάξει, άσ’ τον εκεί».

Δεν ενθουσιάστηκε πολύ, δηλαδή.

Όχι. Χτες κάποιος μου είπε ότι είναι ο πρώτος Χρυσός Φοίνικας της Ελβετίας.

Γεγονός που έχει κάποια σημασία.

Ναι και όχι. Για τον Ζαν-Λυκ ήρθε πολύ αργά στη ζωή και την καριέρα του. Αν τον είχε κερδίσει με τον Τρελό Πιερό ή την Περιφρόνηση... Και δεν πρόκειται για το Χρυσό Φοίνικα, αλλά για Ειδικό Χρυσό Φοίνικα.



Μίλησέ μου για την «προϊστορία» της συνεργασίας σας.

Τον συνάντησα το 2002. Είχα ολοκληρώσει τις κινηματογραφικές σπουδές μου τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Η παραγωγός του Ruth Waldburger με ρώτησε αν ήθελα να δουλέψω μαζί του και απάντησα «γιατί όχι;» Είναι κάτι που πρέπει να μάθω. Δεν ξέρω να λέω «όχι». Η παραγωγός, λοιπόν, μου είπε: «Θα σου τηλεφωνήσει».

Μια νύχτα, επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκα ένα μήνυμα από τον ίδιο στον τηλεφωνητή μου, το οποίο έχω ακόμη: «Αν θέλεις να δουλέψεις μαζί μου, πάρε με». Κλείσαμε, έτσι, ραντεβού για μια Κυριακή πρωί.

Είπα στον εαυτό μου: «Πρόσεχε, φίλε μου! Ο χαρακτήρας του μπορεί να είναι πολύ οργίλος. Ίσως πρέπει να μάθω περισσότερα για τις ταινίες του, γιατί έχω δει μία ή δύο». Δεν ήξερα καν την τελευταία. Προσωπικά ήμουν λάτρης του Αντονιόνι. Προσπάθησα να δω τις πιο πρόσφατες, και ήταν αδύνατο να τις καταλάβω. «Πρέπει, πρέπει να τις καταλάβω», έλεγα στον εαυτό μου, «θα τον δω και θα με ρωτήσει». Δυο τρεις φορές, μάλιστα, αποκοιμήθηκα στη διάρκειά τους. «Ίσως με ρωτήσει πράγματα που δε θα μπορώ να απαντήσω, και τότε όλα θα έχουν τελειώσει», κατέληξα.



Σε ρώτησε κάτι, τελικά;

Όχι! Τον συνάντησα, κι απλώς συνάντησα έναν άνθρωπο. Όχι κάποιον θεό, θρύλο ή σκηνοθέτη. Έναν άνθρωπο σε ένα ξύλινο τραπέζι. «Χρειαζόμαστε κάποιες τοποθεσίες για μια ταινία που ετοιμάζουμε, αν θες να ψάξεις», μου είπε. «Εντάξει», απάντησα. «Αν χρειάζεσαι χρήματα για τα πρώτα έξοδα...», συνέχισε. «Ευχαριστώ», είπα.

Πολύ απλή διαδικασία.

Πολύ. Η συζήτηση αφορούσε στην ταινία Η δική μας μουσική. Οργάνωνα το τελευταίο μέρος του φιλμ βρίσκοντας τους νεαρούς ηθοποιούς, τα κοστούμια και όλες τις τοποθεσίες. Ο Γκοντάρ νιώθει την ουσία των πραγμάτων. Δε νοιάζεται για την επιφάνεια. Δε μιλάμε πολύ, στην πραγματικότητα. Τώρα περισσότερο από ό,τι παλαιότερα, παρόλα αυτά απλώς πράττουμε.

Διαφωνείτε ποτέ ή η συνεργασία σας είναι ομαλή; Πώς θα την περιέγραφες;

Πιο πολύ ομαλή, γιατί βιώνουμε πράγματα από κοινού. Καλά και κακά. Ζούμε σαν μικρή οικογένεια. Πολύ μικρή. Για το Αντίο στη γλώσσα ήμασταν πολύ κοντά. Τέσσερα χρόνια κινηματογράφησης. Το ίδιο και με Το βιβλίο των εικόνων. Τέσσερα χρόνια μοντάζ και σκέψης. Και στο μιξάρισμα, εγώ κι ο Ζαν-Λυκ σε ένα μικρό δωμάτιο στο μικρό του σπίτι, σε απόσταση 30 εκατοστών ο ένας από τον άλλο.



Γεννήθηκε κι από τους δυο σας Το βιβλίο των εικόνων ή επρόκειτο για πρωτότυπη ιδέα του ίδιου;

Δεν ξέρω. Ποτέ δε μου είπε «χρειάζομαι αυτό ή εκείνο». Αγαπώ να κάνω και να δοκιμάζω πράγματα, κι έπειτα του τα δίνω. Όταν μου έρχεται μια ιδέα τη νύχτα, την επομένη την υλοποιώ για να δω πώς είναι και μετά του τη δίνω.

Είναι, λοιπόν, ένα είδος ανταλλαγής.

Δε λέει «όχι». Έχουμε την ίδια διάθεση, είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Έχουμε μια φιλμική δουλειά, οπότε, αν έχω κάποια ιδέα, την εισφέρω. Το Βιβλίο των εικόνων βασίζεται περισσότερο σε “found footage”.

Η Νικόλ Μπρενέζ, που ξέρει τα πάντα για το σινεμά κι είναι καθηγήτρια κινηματογράφου, έφερε πολλά DVD και εικόνες στον Ζαν-Λυκ, ενώ συμμετείχε και στο μοντάζ. Η δικιά μου δουλειά εντοπίζεται περισσότερο προς το τέλος του φιλμ, στα πλάνα που τραβήξαμε στην Τυνησία.



Σε έχει επηρεάσει στον τρόπο με τον προσεγγίζεις τη δημιουργία ταινιών;

Κατά κάποιο τρόπο ναι. Είναι πολύ χωμένος στις λέξεις, εγώ όχι. Βρίσκω την ίδια ελευθερία που βίωνα πριν καταπιαστώ με το σινεμά όταν δούλευα στο κουκλοθέατρο. Εκεί υπάρχει πολλή ελευθερία, γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Είναι ένας άλλος τρόπος έκφρασης. Μπορείς να μιλήσεις για τα πάντα στο κουκλοθέατρο. Για μένα το σινεμά δεν είναι η αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά ένας τρόπος να εκφράζεσαι χωρίς να χρησιμοποιείς λέξεις, όπως η μουσική, η ζωγραφική, ο χορός. Όταν, λοιπόν, συνάντησα τον Ζαν-Λυκ, βρήκα την ίδια ελευθερία.

Πού εντάσσεται σε όλα αυτά H λίμνη, το επικείμενο μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας;

Είναι δύσκολο να βρεις χρήματα, όπως άλλωστε συνέβη και με Το βιβλίο των εικόνων. Μου πήρε τρεις με τέσσερις μήνες η διαδικασία. Η Λίμνη πράγματι θα είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας. Υπάρχει κάποια ιστορία σ’ αυτή. Πρόκειται για ένα ζευγάρι που σαλπάρει σε μια λίμνη χωρίς να ξαναπατά το πόδι του στη στεριά.

Ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα, πάντως. Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω με τον Γκοντάρ έχουν περάσει 16 χρόνια. Ίσως τελικά ο Γκοντάρ να με επηρέασε στο να κάνω πράγματα με μια μικρή κάμερα κι ένα μικρό συνεργείο. Σε κάθε περίπτωση, η κινηματογράφηση σε μια βάρκα μήκους εφτά ή δέκα μέτρων δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο άτομα.

Πότε αναμένεις να ολοκληρωθεί η παραγωγή και να κυκλοφορήσει η ταινία;

Ελπίζω το 2019. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι μόνος σου σε ένα εγχείρημα, ενώ είναι πολύ εύκολο να δουλεύεις για τον Ζαν-Λυκ. Χρειάζομαι άλλον ένα εαυτό για να δουλεύει μαζί μου! (Γέλια).

Το βιβλίο των εικόνων του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου, 20:00, ως ταινία έναρξης του 9ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου Αθήνας, το οποίο διοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος μεταξύ 17 και 29 Οκτωβρίου. Είσοδος με προσκλήσεις.

Περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ στην επίσημη ισοσελίδα του.