Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 46ο Φεστιβάλ Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 46ο Φεστιβάλ Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Ειρήνη Τζούλια: «Ένα τραυματικό γεγονός δεν είναι μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος»

 

Ειρήνη Τζούλια (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Το τραύμα μιας συλλογικής καταστροφής, εν προκειμένω της πολύνεκρης πυρκαγιάς στο Μάτι τον Ιούλιο του 2018, εξερευνάται μέσω μιας πειραματικής φόρμας στη μικρού μήκους ταινία της Ειρήνης Τζούλια, Lumen.

Κόρη η ίδια ενός θύματος της πυρκαγιάς, συγκεράζει στο φιλμ της το προσωπικό με το συλλογικό. Συζητώντας με την σκηνοθέτρια ενόψει της προβολής του στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ WIFT GR.

Δε μου έχει λυθεί ακόμα η απορία της επιλογής του τίτλου του στοιχειωτικού μικρού μήκους ντεμπούτου σου, Lumen. Θα ήθελες να ρίξεις λίγο φως σ’ αυτή;

Στην ανατομία, lumen ή αυλός ονομάζεται ο χώρος μέσα στην εσωτερική κοιλότητα ενός οργάνου. Στη φυσική, Lumen είναι η μονάδα μέτρησης του φωτός. 

Πέρα από την έννοια που μπορεί να λάβει ως ενδοσκόπηση, να ρίξεις δηλαδή φως σε μια εσωτερική διεργασία, εδώ σε αυτήν του τραύματος, έχει και εκείνη της διαφυγής, το φως που βγαίνει από μία οπή.

Κι επειδή η κατάσταση όπου βρισκόμουν εκείνη την περίοδο έμοιαζε με μια μαύρη τρύπα, αφορά και τη δική μου προσπάθεια να ξεφύγω, να βγω προς τα έξω.

Η μετατραυματική λύτρωση στο τέλος της ταινίας, αν μπορεί να βιωθεί και από τον θεατή, ταυτίζεται με την ύπαρξη λίγου φωτός, μιας ελπίδας, της εξόδου από τη συγκεκριμένη κατάσταση.

Υπήρξε η πρώτη σου επιλογή τίτλου;

Προέκυψε τυχαία. Κατά κάποιον τρόπο «έπεσα» πάνω σ’ αυτόν, και αποφάσισα ότι θα είναι ο τίτλος του φιλμ.

Σε γοήτευε και ο ήχος της λέξης;

Δεν τη σκέφτηκα ποτέ σε αυτό πλαίσιο, μόνο σε σχέση με το τι απήχηση είχε σε μένα σε επίπεδο νοήματος και περιεχομένου.

Η βίωση και διαχείριση του πένθους είναι μια εξαιρετικά προσωπική, δύσκολη και μακρά διαδικασία.

Η ίδια η επιλογή της φόρμας της δουλειάς σου, η οποία θα μπορούσε ίσως να περιγραφεί ως πειραματικό κινηματογραφικό δοκίμιο, από τι υπαγορεύτηκε;

Αν μπορώ να την ταξινομήσω κάπως, κλίνει περισσότερο προς τον πειραματικό κινηματογράφο.

Πρώτα απ’ όλα, μ’ ενδιέφερε η θραυσματικότητα, ακριβώς επειδή το τραύμα είναι ένα γεγονός που δεν μπορείς να αναπαραστήσεις και να αποδώσεις.

Ένα τραυματικό γεγονός δεν είναι μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ανακαλείται θραυσματικά, ως στιγμές.

Πολλές φορές χρειάζεται να ακούσεις και τις ιστορίες των άλλων, για να το επαναφέρεις στη μνήμη σου.

Γι’ αυτό κι έχει έντονα συλλογικό χαρακτήρα, γιατί δεν πρόκειται μόνο για το προσωπικό σου βίωμα, όταν αναφερόμαστε σε μια συλλογική καταστροφή. Καταλαβαίνεις τι συνέβη ακούγοντας τι βίωσαν κι οι υπόλοιποι.




Αυτός ήταν ο λόγος της ένταξης «θραυσμάτων» ιστοριών άλλων στην αφήγηση.

Ακριβώς. Μπορείς να αποδώσεις με τη δική σου ματιά το πώς βίωσες το δικό τους συναίσθημα και πώς μπορείς να το ταυτίσεις με το δικό σου.

Σε είχε απασχολήσει μια περισσότερο «καταγγελτικού» τύπου προσέγγιση, ρητά ή υπαινικτικά, έναντι των υπαιτίων της συγκεκριμένης «συλλογικής καταστροφής»;

Δεν έχει λόγο ύπαρξης σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο μια τέτοια προσέγγιση. Είναι σαν να χάνει το βάρος του έτσι και θα ήταν φτηνό. Και δε θα ήμουν τίμια απέναντι στη δικιά μου αισθητική στάση, αν την υιοθετούσα, και σ’ αυτό που ήθελα να μοιραστώ.

Δεν είναι ζήτημα του δημιουργού να μπει σε μια διαδικασία απόδοσης κατηγοριών με όρους μικροπολιτικής, ούτε και θα ήταν «θεμιτό» σαν λογική απεύθυνσης προς τον θεατή.

Κι επειδή συχνά μου τίθεται αυτό το ερώτημα, η ταινία είναι πολιτική από τη φόρμα της, ούτως ή άλλως.

Η ανάγκη δημιουργίας της ταινίας υπήρξε προϊόν σκέψης ή ήταν αυθόρμητη;

Ήταν πολύ άμεση.

Έναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα μου, που υπήρξε εγκαυματίας επί είκοσι και πλέον μέρες, ένας φίλος μου σκηνοθέτης μού ζήτησε να τον ακολουθήσω μ’ ένα πολύ μικρό συνεργείο, σ’ ένα ρεπεράζ για ένα φιλμ του σχετικά με το Μάτι.

Ήταν η πρώτη φορά που είδα κι εγώ το κατεστραμμένο τοπίο. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του ρεπεράζ, τραβούσα αυθόρμητα φωτογραφίες για να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που έβλεπα και να το ταξινομήσω μέσα μου.

Πολλές φορές, μάλιστα, χρησιμοποίησα τις φωτογραφίες σαν ένα στόριμπορντ για τα πλάνα της δικιάς μου, κατοπινής δουλειάς.

Έτσι ξεκινήσαμε, σχεδόν σαράντα μέρες μετά την καταστροφή, με τον φωτογράφο Γιάννη Καραμπάτσο.

Οπότε όλα άρχισαν πολύ σύντομα. Ίσως υπερβολικά σύντομα.

Το τοπίο άρχιζε να αλλάζει πολύ γρήγορα. Ήδη πρασίνιζε. Με την πάροδο ενός διαστήματος άρχιζαν, μάλιστα, να κόβουν τα καμένα δέντρα. Επομένως, υπήρχε και μια μάχη με τον χρόνο, να προλάβουμε να έχουμε υλικό.




Και με τη μνήμη.

Και με τη μνήμη του εξαϋλωμένου τόπου, ναι.

Σε ό,τι αφορά τα γυρίσματα στο καμένο σπίτι όπου είχα καταφύγει για να σωθώ, επιστρέψαμε δυο χρόνια μετά. Το εσωτερικό του είχε παραμείνει ανέπαφο. Ήταν σαν να ακολουθούσε η διαδικασία των γυρισμάτων την ίδια τη διαδικασία του πένθους μου.

Η ταινία βοήθησε πολύ στη διαχείριση αυτού του πένθους, γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να αποστασιοποιηθώ από αυτό, προκειμένου να την ολοκληρώσω. Όταν ξεκίνησα το μοντάζ της ταινίας, δεν μπορούσα καν να δω το υλικό χωρίς να συγκινηθώ.

Σε κάθε περίπτωση, είχες εξ αρχής την πρόθεση να μοιραστείς το Lumen με τον κόσμο, και να μην το κρατήσεις μόνο για τον εαυτό σου ή για έναν στενότερο συγγενικό/φιλικό κύκλο.

Επειδή επρόκειτο για μια συλλογική καταστροφή που δεν αποδόθηκε με τον τρόπο με τον οποίο βιώθηκε από τους κατοίκους της περιοχής, ένιωθα την ανάγκη να ολοκληρώσω την ταινία και για τον εαυτό μου και για τους άλλους.

Φαντάζομαι πως θα υπήρξαν και πρακτικής φύσης δυσκολίες που επιβράδυναν περαιτέρω την ολοκλήρωση της δουλειάς σου.

Το post production διήρκεσε πολύ καιρό, και υπήρξαν πολλές αλλαγές, ενίοτε μεγάλες. Τη στήριξαν ιδιαιτέρως και οι συνεργάτες μου. Ενδεικτικά αναφέρω την Περσεφόνη Μήλιου, την sound designer, που πρέπει να άλλαξε το sound design τρεις-τέσσερις φορές!

Η πρώτη φορά κατά την οποία άλλαξε το voice over ήταν μια ουσιαστική αλλαγή. Συνολικά, έπαιξε μεγάλο ρόλο το πολύ χρήσιμο feedback από πλευράς συνεργατών. Δεν έχω μετανιώσει για το ότι τους άκουσα.

Το Lumen αγκαλιάστηκε και από το κοινό της δοκιμαστικής προβολής του στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος πριν από μερικούς μήνες.

Το κοινό της, μάλιστα, αποτελείτο σε μεγάλο βαθμό από άτομα που συμμετείχαν στο φιλμ και που ως κάτοικοι της περιοχής είχαν βιώσει τα δικά τους τραύματα. Είναι μια μικρή ανθρώπινη και δημιουργική «δικαίωση» και για σένα, υποθέτω.

Ήταν σαν να απέκτησε νόημα όλη αυτή η προσπάθεια. Η ταινία ήταν και για αυτούς τους ανθρώπους. Αν, λοιπόν, δεν κατάφερνε να επικοινωνήσει μαζί τους, αν δεν τη βίωναν, θα είχε αποτύχει.

Το «κυνήγι» των φεστιβάλ σε αποθάρρυνε προκαταβολικά ως διαδικασία;

Αρχικά δεν είχα στο μυαλό μου τα φεστιβάλ, αλλά μια προβολή στον τόπο στον οποίο συνέβη η καταστροφή.

Mια ταινία, όμως, είναι ένα καλλιτεχνικό έργο και απευθύνεται σε όλους και πρέπει να συμβάλλει στο να βρει ο καθένας κάτι μέσα σ’ αυτή.

Το φετινό Φεστιβάλ της Δράμας, όπου το Lumen πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του, σε έκανε να αισθανθείς καλύτερα;

Η επαφή με όλους τους δημιουργούς και η κουβέντα μαζί τους, με το κοινό και με κριτικούς υπήρξε πολύ ενθαρρυντική διαδικασία. Μου δίνει το κουράγιο να συνεχίσω.




Πώς βλέπεις, λοιπόν, τον εαυτό σου και το μέλλον του στον -ενδεχομένως ανθρωποφαγικό- χώρο του κινηματογράφου;

Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να ζητήσω χρηματοδότηση, γιατί κυριαρχούσε μια αίσθηση του επείγοντος, έπρεπε το Lumen να γίνει εδώ και τώρα.

Η πειραματική φόρμα, πάλι, συνέβαλε στη μείωση του κόστους παραγωγής, αλλά και στην αύξηση των απαιτήσεων. Αν, όμως, θέλω να βιώνω μια ελευθερία, ο μόνος τρόπος είναι να δουλεύω μ’ ένα μικρό συνεργείο και μέσω μιας πειραματικής φόρμας.

Θα μπορούσες να γυρίσεις μια ταινία μυθοπλασίας στο μέλλον;

Θα μπορούσα, αλλά με προβληματίζει η διάσταση της παραγωγής και του κόστους, στην οποία αναφέρθηκα.

Από την άλλη, οι διάφοροι φραγμοί σε αναγκάζουν να γίνεις πιο εφευρετική. Όσο λιγότερα μέσα διαθέτεις, τόσο πιο εφευρετική αναγκάζεσαι να γίνεις.

Σίγουρα και το θέμα κάθε ταινίας διαδραματίζει έναν ρόλο.

Είναι το σινεμά πολλά χρόνια μέρος της ζωής, των ανησυχιών και των ενδιαφερόντων σου;

Είναι πολλά χρόνια, λόγω των σπουδών μου κατ’ αρχάς. Tελείωσα τη Σχολή Σταυράκου και κατόπιν έκανα μάστερ και διδακτορικό στο Παρίσι.

Είχα εμπλακεί σε γυρίσματα επί γαλλικού εδάφους, αλλά δεν είχα μπει στη διαδικασία να σκηνοθετήσω μια δική μου δουλειά.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν.

Υπήρχε λόγος γι’ αυτό.

Δεν ανεβαίνει κι ο «πήχης» των απαιτήσεων έναντι του εαυτού σου έτσι, κι αυτό με τη σειρά του δεν είναι κάτι δυνητικά αγχωτικό;

Οφείλεις να βιώνεις τη δημιουργία κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλιώς, για μένα, δεν υπάρχει λόγος να την κάνεις. Φυσικά δε βιοπορίζομαι από το σινεμά.

Επόμενος σταθμός του Lumen είναι το Φεστιβάλ WIFT (23-26 Νοεμβρίου).

Το WIFT κάνει αφιέρωμα σε γυναίκες δημιουργούς τις οποίες εκτιμώ πάρα πολύ. Φέτος ξεκινάει για πρώτη φορά το διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ στο οποίο συμμετέχω με την ταινία μου. Είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα!

Η μικρού μήκους ταινία της Ειρήνης Τζούλια Lumen έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της του πλαίσιο του τμήματος Short and Green του 46ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Την Παρασκευή 24 Νοεμβρίου (18:00) προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού Ταινιών Μικρού Μήκους-Μικρές Γυναικείες Ιστορίες του 7ου Φεστιβάλ WIFT GR-Γυναίκες Χωρίς Σύνορα, το οποίο φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.



Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

Νεριτάν Ζιντζιρία: «Θεωρώ το ‘μαζί’ ‘πυρηνικό’ στοιχείο του κινηματογράφου»

 


Συναντώντας τον Νεριτάν Ζιντζιρία, έναν από τους πλέον αξιόλογους Έλληνες «μικρομηκάδες», με αφορμή τις συνεχιζόμενες προβολές της εικαστικά υποβλητικής, «ταρκοφσκικής», πολυβραβευμένης ταινίας του Φῶς ἐκ Φωτός.

Ήσουν «προορισμένος» για νομικές σπουδές, αλλά «κατέληξες» στο σινεμά. Γιατί συνέβη αυτή η μετάβαση και τι σε κράτησε στο συγκεκριμένο πεδίο;

Αν σε μαγέψει η αίσθηση της μεγάλης οθόνης και της συλλογικής εμπειρίας, σε κρατάει μαγεμένο για πάντα.

Προσπαθείς, λοιπόν, να επιστρέψεις στη σύλληψη αυτής της αίσθησης κάνοντας ταινίες ξανά και ξανά, για να ξανανιώσεις πολύ μικρός μπροστά στο ατελείωτο.

Από την άλλη, είναι τρομερά γοητευτικό να συνθέτεις κόσμους, να λες ιστορίες και να τις κοινωνείς στους ανθρώπους.

Αν και ήμουν καλός μαθητής στο λύκειο, εξαιτίας της πίεσης που δεχόμουν για να μπω στη Νομική ακολουθώντας το προδιαγεγραμμένο για μένα «μονοπάτι», κουράστηκα. Αποφάσισα, λοιπόν, να στραφώ στο σινεμά.

Μεγάλωσα στον κινηματογράφο Τριανόν. Εκεί, είχε πιάσει την πρώτη της δουλειά η μεγάλη μου αδερφή, η Μαρία, στην οποία χρωστάω τα πάντα, και περνούσα για να αγοράσω παγωτό ή ποπ κορν.

Αρχικά ντρεπόμουν να μπω, αλλά κάποτε το έκανα. Με αυτόν τρόπο ξεκίνησε η επαφή μου με τον χώρο, όπου μπαινόβγαιναν πολλοί άνθρωποι - ηθοποιοί, σκηνοθέτες και άλλοι.

Τη «μοιραία» στιγμή κατά την οποία χρειάστηκε να ζητήσω βοήθεια κάποιοι εξ αυτών ανταποκρίθηκαν θετικά.

Και πώς παρέμεινες στο σινεμά;

Λόγω της βίας της τύχης, αν θέλουμε να πιστέψουμε στο κισμέτ και ό,τι αυτό προβλέπει.

Την πρώτη ταινία (Την καλύτερη νύφη) διαδέχτηκαν, έτσι, οι υπόλοιπες, οπότε πλέον αισθάνθηκα πως ήθελα να οικοδομήσω τη ζωή μου με αυτόν τρόπο, αφηγούμενος ιστορίες και προσπαθώντας να αντιληφθώ τον κόσμο υπό το συγκεκριμένο πρίσμα.

Δεύτερες σκέψεις είχες ποτέ;

Πάντα κάνω.

Εξαρτάται, πάντως, από τι υπόσταση θέλεις να έχεις. Προσωπικά, είχα από πολύ νωρίς αποφασίσει ότι δε θέλω να γυρίσω διαφημιστικά ή βιντεοκλίπ που μπορεί να «μπασταρδέψουν» την πολύ προσωπική σχέση μου με το σινεμά.

Όντας εργασιομανής εμπλέκομαι σε πάρα πολλά εγχειρήματα και ανά τακτά διαστήματα ένα από αυτά με τροφοδοτεί.

Ποια είναι η πρώτη ταινία που σε «σημάδεψε» ως θεατή;

Έχω πολλές πρώτες ταινίες.

Όταν, όμως, είδα την Αγελάδα του Dariush Mehrjui, «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου». Σ’ αυτό το είδος της αφήγησης βρήκα την «πισίνα» που αποζητούσα, στις «παρυφές» της κοινωνικής πραγματικότητας.

Από πολύ νωρίς, εξάλλου, μου γεννήθηκε η ανάγκη η ταινία μου να αντανακλάται σε μία πρόταση.

Έτσι κατακτήθηκε και η αφηγηματική οικονομία που χαρακτηρίζει τη δουλειά σου;.

Η αποσπασματικότητά της.

Πρόκειται για ευχή και κατάρα, μια σοβαρή ατέλεια, θέλει πολλή προσοχή. Αγαπημένο μου φιλμ, το The time of a young man about to kill, υπήρξε τόσο κρυπτικό, που δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με το κοινό.

Έγινε, όμως, σε μια φάση κατά την οποία ήθελα να δοκιμάσω κάτι fundamentally δυσκολότερο μετά το breakthrough του Χαμομηλιού που είχε συζητηθεί πολύ, δίνοντάς μου πρόσβαση σε χώρους τους οποίους ούτε καν ήθελα.

Πολιτικά κόμματα και κινήματα μου ζητούσαν, μάλιστα, να μιλήσω και υπήρχε η πίεση για μια επόμενη δουλειά. Η δημοσιογραφική πίεση και το κομπλιμέντο είναι η καλύτερη «μασκαρεμένη» απειλή.

Γι’ αυτό και αποφάσισα να κάνω ένα «χανεκικό» εγχείρημα που μπορεί να ξένιζε πολλούς.

Η «ρίζα», πάντως, στην πρόσληψη των ιστοριών είναι διττή: αφ’ ενός το Ιρανικό Νέο Κύμα, αφ’ ετέρου τα αρχαιοελληνικά κείμενα και τα δημοτικά τραγούδια.




Ασυνήθιστος συνδυασμός αναφορών/επιρροών.

Αυτές συνετέλεσαν στο να δημιουργήσω έναν πρώτο «κόσμο» σύλληψης ιστοριών.

Ενώ το ντεμπούτο σου είναι -αναμενόμενα, ίσως- αφηγηματικά πιο γραμμικό και «στρωτό», στις κατοπινές δουλειές σου δοκιμάζεσαι ολοένα και περισσότερο σε διαφορετικές, πειραματικές φόρμες.

Μοιραία, καταλήγεις σ’ ένα θανατοκεντρικό σύμπαν. Αφετηρία για οτιδήποτε έχω γράψει είναι ο θάνατος.

Γιατί;

Με γοητεύει τρομερά το πώς αλλάζουν η κοινωνική σύσταση μιας ομάδας, μιας οικογένειας, και η μνήμη μας σε σχέση με την εικόνα του ανθρώπου που έχει «φύγει». Το θανατοκεντρικό σύμπαν θα βρει, λοιπόν, «πλανήτες» μνήμης.

Και η τελευταία μου ταινία, το Φῶς ἐκ Φωτός, άπτεται της εικόνας και της μνήμης. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η μνήμη αποτελεί ταυτότητα. Αν την απωλέσεις, δεν υπάρχεις. Και κοσμικά.

Είναι -πιθανόν- η πιο αφαιρετική δουλειά σου.

Και η πιο παιχνιδιάρικη, με την έννοια του παιχνιδιού με το μέσο.

Ξεκίνησε ως ένα πολύ προσωπικό εγχείρημα, διήρκεσε περίπου πέντε χρόνια και είμαι ευγνώμων που το έζησα. Αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό «αμάλγαμα». Δεν περίμενα ποτέ να πάει τόσο καλά. Κι αυτό είναι μόνο χαρμόσυνο.

Ταυτόχρονα, το θεωρώ το πιο σημαντικό για την υπόστασή μου ως δημιουργού, στη χειρότερη δυνατή περίοδο για τη βιομηχανία ταινιών μικρού μήκους.

Σε μια εποχή που κυριαρχεί ένα σινεμά χωρίς «δόντια», το οποίο υποτιμά -και θα συνεχίσει να υποτιμά- την κινηματογραφική μαγεία, το θαύμα του «μαζί» στο σινεμά.




Σε κάθε περίπτωση και σε αντίθεση προς την έντονα κριτική σου ματιά στη βιομηχανία των ταινιών μικρού μήκους, οι δουλειές σου και επιλέγονται και -συχνά- βραβεύονται φεστιβαλικά. Αυτό συνέβη και με το Φῶς ἐκ Φωτός.

Στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, όπου προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα, ήταν η πρώτη ελληνική μικρού μήκους ταινία στο αντίστοιχο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα.

Βλέποντας όμως, τι φιλμ επιλέγονται για τα θεωρούμενα «μεγάλα» φεστιβάλ, η κατάσταση είναι απογοητευτική.

Και στα εγχώρια.

Δεν επιρρίπτω σοβαρές ευθύνες στους κινηματογραφιστές.

Η Ελλάδα δεν έχει σε μεγάλη υπόληψη το κινηματογραφικό της στερέωμα. Μπορεί, λοιπόν, όταν δεις πώς σε προσλαμβάνουν έξω, να προβείς σε μια στείρα επανάληψη ώστε να πολλαπλασιάσεις τις πιθανότητες να ξαναβρεθείς εκεί που ήσουν.

Αυτό, όμως, ούτε με την ταινία σου έχει να κάνει, ούτε με τη φιλμική γλώσσα.

Η αγορά, πάλι, είναι πολύ απρόβλεπτη και κάποιες φορές κοιτάζει -πολιτικά κιόλας- εκεί που δεν κοιτάς εσύ.

Σε προλαβαίνει.

Οπότε παράγονται τυποποιημένες ταινίες πολύ συγκεκριμένης αισθητικής, οι οποίες συντηρούν ένα άλλο σύστημα εκμετάλλευσης, πώλησης και αγοράς αυτών.

Την ίδια στιγμή, τα ίδια τα φεστιβάλ που θα έπρεπε να σε προστατέψουν -γιατί αυτές οι δουλειές δε θα κόψουν εισιτήρια- σε ξεχνούν. Και σου μιλάω από πλεονεκτική θέση, κάνοντας σινεμά από το 2008.

Τη μεγάλη πλειονότητα των πρόσφατων μικρού μήκους φιλμ μπορείς να τη δεις στο κινητό. Αν, όμως, εγώ σε καλέσω σε μια αίθουσα, θέλω να σου δείξω μια ταινία  που θα ήθελα να μου προτείνουν.

Μόνο στη μεγάλη οθόνη αξιολογούνται, βιώνονται, προβληματίζουν φιλμ όπως το δικό σου.

Κάθε ταινία που κάνω θέλω να έχει ως φυσική «έξοδο» τη μεγάλη οθόνη και τη συλλογική εμπειρία. Θεωρώ το «μαζί» «πυρηνικό» στοιχείο του κινηματογράφου.

Από σεβασμό στους συνεργάτες μου «πολεμάω», όταν πραγματοποιείται η προβολή στη μεγάλη οθόνη, να γίνεται υπό όσο το δυνατόν καλύτερες προϋποθέσεις.

Οι δε συνθήκες των γυρισμάτων της τελευταίας δουλειάς μου -που πρόκειται να «βγει» σε λίγο καιρό-, υπήρξαν δυσκολότερες ακόμα κι από εκείνες του Χαμομηλιού: 200 άλογα, -20 βαθμοί, δυο μέτρα χιόνι, πιτσιρικάς πρωταγωνιστής.

Φαντάζει σαν αναμέτρηση με τα όρια - και τα δικά σου, και του εκάστοτε συνεργείου.

Μονίμως! Για να μπορώ να σου προσφέρω αυτό που με κέρδισε στο σινεμά και έμεινα. Μόνο μέσω του φακού μπορώ να αντιληφθώ την υπόστασή μου, απαντώντας παράλληλα στο όποιο οντολογικό ζήτημα.

Με το θρησκευτικό βίωμα, πολύ έντονο στο Φως εκ φωτός, ποια είναι η σχέση σου;

Θα αντικαθιστούσα το «θρησκευτικό βίωμα» με την «πνευματικότητα», μια πνευματικότητα απευθυνόμενη στον άνθρωπο. Γι’ αυτό, άλλωστε, με κέρδισαν η ασκητική ζωή και τα παραδείγματα συνύπαρξης που συνάντησα στον Άθω.

Τα ζητήματα, όμως, της αλληλεπίδρασης, της συνύπαρξης, του ποιος είσαι μπορεί να σε κρατήσουν εσαεί παγιδευμένο. Ό,τι συνάντησα στον Άθω, συνιστά μια πολύ όμορφη και καθησυχαστική απάντηση.

Παραδείγματα μοναστικής ζωής εντοπίζονται, βέβαια, και σε άλλες κουλτούρες, όπως τη βουδιστική. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό πως από τους πρώτους ανθρώπους που με προσέγγισαν στο Ρότερνταμ ήταν Ιάπωνες.

Το απρόσμενα ευχάριστο της συνάντησης…

… Πολιτισμών.

Στην οικογένειά μου δε ρωτούσαμε ποτέ «Από πού έρχεσαι;», αλλά «Πού θες να πας;» Και μάλλον αυτό σχετίζεται με το γεγονός της μετανάστευσης από μια χώρα, την Αλβανία, σε μια άλλη, την Ελλάδα, την οποία κάναμε τόπο μας.

Το ερώτημα της ταυτότητας ενυπάρχει, επομένως, πάντα στη δουλειά μου, ακόμα κι αν δεν είναι ορατό εξωτερικά.

Το 2016 βρέθηκα σε μεταίχμιο: ήθελα να συνεχίσω, αλλά δε μ’ άρεσε η αγορά, γιατί δεν έχω κάποιον με τον οποίο να μπορώ να συνομιλήσω και να με κάνει να νιώσω καλύτερα - και να γίνω καλύτερος.

Είναι μια σχέση αλληλεπίδρασης.

Ακριβώς! Αν νιώθεις κινηματογραφιστής, είμαστε στην ίδια «πισίνα» και θα δω την ταινία σου, ακόμα κι αν δε μου αρέσει.

Σε μια εποχή κατά την οποία όλοι τραβάνε στιγμιότυπα ζωής με αμυδρώς σκηνοθετική αντίληψη -άρα παράγουν και μια αισθητική- αλλάζει εντελώς το «παιχνίδι» και δεν ήξερα αν ήθελα να είμαι μέρος του.

Στον Άθω οι άνθρωποι είχαν άμεση επαφή με τη γη. Κάπως έτσι έβαλα κι εγώ τα παπούτσια του χειρώνακτα. Έπρεπε να γίνω κομμάτι της πραγματικότητας που φίλμαρα.

Έτσι, βοηθήθηκα να επαναπροσδιορίσω το «ποιος είμαι» και σε ποια θέση να τοποθετήσω την κάμερα: στραμμένη πάντοτε στον «άλλο».




Το Φῶς ἐκ Φωτός, αν και διαγωνίζεται -και ενίοτε βραβεύεται- ως ντοκιμαντέρ, είναι ένα «υβρίδιο» ντοκιμαντέρ, ψευδο-ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας.

Είναι κινηματογραφικό δοκίμιο, μια συνεργασία με το ντοκουμέντο, μια docufiction. Όπως, ενδεχομένως, έχει κάνει στο Close-Up ο Κιαροστάμι -για μένα την πιο σημαντική ταινία παγκοσμίως-, αν και όχι με τόσο ερασιτεχνικό τρόπο.

Το δε Dogville θεωρώ ότι είναι η τελευταία επανάσταση στον κινηματογράφο, ο οποίος, πάντως, διέρχεται υπαρξιακή κρίση. Γι’ αυτό και εντοπίζω στη δουλειά με το ντοκουμέντο την όποια προσπάθεια «ανάστασής» του.

«Απεχθάνομαι», εξάλλου, τα ντοκιμαντέρ, πίσω από τα οποία βλέπω τον σκηνοθέτη και μια στυγνή προσπάθεια εκμετάλλευσης συναισθημάτων.

Με στοιχεία πειραματισμού στην κινηματογραφική φόρμα, το A Country of Two είναι ένας συγκινητικός «φόρος τιμής» στους γονείς σου. Αναγνώρισαν τους εαυτούς τους στο φιλμ;

Είναι πολύ ιδιαίτεροι άνθρωποι. Στο σπίτι μεγαλώσαμε με ταινίες Bollywood και τουρκικές σαπουνόπερες, οπότε υπάρχει πάντα κλίση στο μελόδραμα.

Δε θα μιλήσω τόσο για το πώς τους φάνηκε, αλλά για την παρασκευή του φιλμ. Αισθάνθηκαν πάρα πολύ όμορφα που δούλευαν μαζί, τους άρεσε ότι ο γιος τους κάνει κάτι το οποίο τους εμπεριέχει.

Την ίδια στιγμή, επειδή δεν ήξεραν αν θα παρέμεναν μαζί, ήθελα να τους θυμάμαι μέσω του κινηματογράφου με έναν τρόπο, δημιουργώντας ένα, στα όρια του μάντρα, «σαμανικό» παραμύθι.

Ο πατέρας μου  έδωσε τον πρώτο του μισθό για την αγορά μιας κάμερας που δουλεύει ακόμα, κι ο ίδιος έχει πολύ καλή αντίληψη του κάδρου.

Αν ήταν κινηματογραφιστής, θα ήταν πολύ προσωπικός, του αρέσει να κοινωνείται το βίωμά του. 

Ετοιμάζεσαι για το μεγάλου μήκους «βήμα»;

Γράφω δύο μεγάλου μήκους φιλμ. Το ένα έτυχε χρηματοδότησης και βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο του development του σεναρίου. Το βλέπουμε να υλοποιείται.

Στα «σκαριά» έχω και μια σειρά, καθώς και  μια θεατρική παράσταση με «στόφα» τραγωδίας, που ξεκίνησα να γράφω το 2016. Έχω μεγαλώσει γράφοντας ιστορίες και μου αρέσει να διηγούμαι ιστορίες.

Με κάθε ιστορία που αφηγείσαι είναι σαν να προσκαλείς κάποιον στο σπίτι σου. Δεν ξέρεις αν θα ανταποκριθεί ο καλεσμένος ή αν έχεις κάνει αρκετό φαγητό ή αν είναι καλό, αλλά η πρόσκληση στη συνύπαρξη παραμένει.

Βρίσκομαι πλέον σε μια φάση κατά την οποία με ικανοποιεί πιο πολύ η σύλληψη μιας ιστορίας παρά η υλοποίησή της.

Η διαφοροποίηση στους «κώδικες» ανάμεσα στις μικρού και μεγάλου μήκους δουλειές σε απασχολεί;

Στην πράξη θα δείξει. Πιο πολύ με προβληματίζει η αφηγηματικότητα της ιστορίας κι όχι η ίδια η ιστορία. Το σινεμά είναι χρόνος - και η διαχείρισή του.

Και φως.

Μου αρέσει η οδυσσειακή ερώτηση του Αγγελόπουλου σχετικά με το ποιο είναι το πρώτο βλέμμα. Αυτό με συγκίνησε και στην ιστορία του αυτοδίδακτου στη φωτογραφική τέχνη μοναχού.

Εντός μας βρίσκεται, τελικά, ένας τρόπος σύλληψης της εικόνας. Απομένει να βρούμε το «κανάλι». Κι η απάντηση στο γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε είναι ο συνάνθρωπος. Το «μαζί».

Ευχαριστώ τον σκηνοθέτη για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.

Η μικρού μήκους ταινία του Νεριτάν Ζιντζιρία Φῶς ἐκ Φωτός απέσπασε τα βραβεία καλύτερου ντοκιμαντέρ στο 46ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας και καλύτερης μικρού μήκους ταινίας στις 29ες Νύχτες Πρεμιέρας.

Συνεχίζει το «ταξίδι» της στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Παρασκευή 27 Οκτωβρίου) στο πλαίσιο της προβολής των ταινιών του Εθνικού Διαγωνιστικού και των βραβευμένων του Εθνικού Σπουδαστικού του φετινού Φεστιβάλ Δράμας.

Θα προβληθεί, επίσης, και στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου 2023).



Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Συνομιλώντας με τον Νίκο Κολιούκο και την Μαρίνα Σιώτου για το «Χάος που άφησε πίσω της»

 

Μαρίνα Σιώτου (αριστερά), Νίκος Κολιούκος (δεξιά) (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Aπό τα πιο πολυσυζητημένα φιλμ του φετινού Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, το Χάος που άφησε πίσω της του πρωτοεμφανιζόμενου Νίκου Κολιούκου εστιάζει στην ταραχώδη σχέση πατέρα-κόρης.

Συναντώντας τον σκηνοθέτη Νίκο Κολιούκο και την πρωταγωνίστρια Μαρίνα Σιώτου ενόψει της προβολής του φιλμ στις 29ες Νύχτες Πρεμιέρας (5 Οκτωβρίου).

Το φιλμ σας, Το χάος που άφησε πίσω της, υπήρξε από τα πιο πολυσυζητημένα του φετινού Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας πριν καν προβληθεί, ενώ έγινε δεκτό με ενθουσιώδη χειροκροτήματα κατόπιν.

Πώς ερμηνεύετε το γεγονός αυτό;

Νίκος Κολιούκος: Δεν το είχα παρατηρήσει πριν την πρεμιέρα του στην αίθουσα.

Από τη δεύτερη μέρα και μετά, όμως, μάς σταματούσαν τυχαίοι άνθρωποι στον δρόμο και μας έλεγαν «Τι ωραία ταινία!»

Μαρίνα Σιώτου: Αν τη συζητούσαν, που ούτε κι εγώ το αντιλήφθηκα, θεωρώ ότι συνέβη λόγω της αφίσας. Με έλκυε κι εμένα οπτικά. Θύμιζε Γουόνγκ Καρ Γουάι.

Περιείχε επίσης το όνομα του Γιάννη Τσορτέκη που κατόπιν έγινε πολύ δημοφιλές. Ήταν και το τρέιλερ πολύ «πιασάρικο».

Από την αρχή μου άρεσε το θέμα της. Κάτι στην ιστορία με άγγιζε πολύ χωρίς να έχω κανένα κοινό με την ηρωίδα.

Πόσο περισσότερο χρειάστηκε, λοιπόν, να δουλέψεις τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τόσο σε επίπεδο ατομικής υποκριτικής προσέγγισης όσο και σε συνεργασία με τον Γιάννη τον Τσορτέκη;

Μ.Σ.: Κάναμε πολλή δουλειά και κουβέντα με τον Νίκο, και ασφαλώς στη συνέχεια με τον Γιάννη. Αυτές οι κουβέντες, στη διάρκεια των οποίων μοιραστήκαμε με θάρρος πολλά από τις ζωές μας, με βοήθησαν πολύ.

Στο στάδιο των προβών ό,τι είχε προηγηθεί σε επίπεδο διαλόγου «έδεσε» οργανικά. Είχαμε, δηλαδή, γίνει αυτοί οι άνθρωποι και μιλούσαμε όπως εκείνοι. Δε σκεφτόμουν, επομένως, πως προσπαθούσα να προσεγγίσω μια κοπέλα που απείχε πολύ από μένα.

Όλες αυτές οι πρόβες πραγματοποιούνταν σ’ ένα σπίτι, ώστε να αισθανθούμε πραγματικά μέρος αυτού του σπιτιού.

Η απήχηση της ταινίας ίσως να οφείλεται και στον ιντριγκαδόρικο τίτλο της. Ήταν αντανάκλαση της προσωπικής ματιάς στο συγκεκριμένο σενάριο ή προέκυψε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου και των γυρισμάτων;

Ν.Κ.: Ο τίτλος με δυσκόλεψε πάρα πολύ. Πρώτα έγραψα το σενάριο, γεγονός το οποίο υπήρξε μια μακρά διαδικασία και ίσως το δυσκολότερο πράγμα που έχω κάνει.

Ήθελα να χρησιμοποιήσω έναν παραπλανητικό τίτλο ως προς το τέλος. Σε ένα δεύτερο επίπεδο αντανακλά και τη σχέση με τη μητέρα της πρωταγωνίστριας.

Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται ο πυρήνας του χάους, κι όχι τόσο στην πιθανότητα να μεταναστεύσει η πρωταγωνίστρια.

Ν.Κ.: Τελικά, η επιλογή του τίτλου ήταν ενστικτώδης, σαν να έπεσα πάνω του. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικός.

Η ίδια η ιστορία αντλούσε έμπνευση από το παρελθόν ή το παρόν σου;

Ν.Κ.: Είναι στο σύνολό της μια πολύ προσωπική ιστορία καλυμμένη πίσω από μυθοπλαστικά ευρήματα. Όποιος με γνωρίζει, βλέπει σ’ αυτή πολλά στοιχεία από μένα.

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι μια αμιγώς προσωπική ιστορία -ή έστω με αφετηρία προσωπικά βιώματα- μετουσιώνεται σε μυθοπλασία χωρίς να πρόκειται για σχηματική αναπαραγωγή βιωμάτων.

Και -ας μην ξεχνάμε- πρόκειται για ταινία αποφοίτησης!

Ν.Κ.: Αν αυτή η ιστορία δεν είχε στον πυρήνα της τόσα προσωπικά συναισθήματα, θα μπορούσε να είναι πολύ κλισέ, τετριμμένη και όχι πρωτότυπη.

Ούτε κι η πλοκή είναι το δυνατό της σημείο. Ωστόσο, ακόμα και μέσα σε μικρές καθημερινές στιγμές μπορεί να κρύβονται περίπλοκα συναισθήματα, περίπλοκες ποιότητες - πότε πιο σκοτεινές, πότε πιο φωτεινές. Αυτές μ’ ενδιέφεραν.




Σπανίζουν τα καλά σενάρια στην εγχώρια φιλμική πραγματικότητα. Διδάσκεστε σενάριο στο Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ.;

Διδασκόμαστε, απλά οι καθηγητές μπορεί να μη βρίσκονται πάντα στην ίδια πλευρά με σένα. Η ταινία μου, για παράδειγμα, δεν είχε εξ αρχής την αποδοχή και την υποστήριξη των καθηγητών μου. Την κέρδισε αργότερα!

Σε κάθε περίπτωση, όλοι και όλες μας ήμασταν πολύ πωρωμένοι/ες και παθιασμένοι/ες με αυτή τη δουλειά. Δεν μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους πώς θα είναι μέχρι να την κάνουμε.

Η επιλογή του φορμά προφανώς υπηρετεί τη δραματουργία και αναδεικνύει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της ταινίας - σε αναγκάζει να εστιάσεις στους χαρακτήρες θες δε θες.

Ν.Κ.: Θέλαμε να επικεντρωθούμε στους χαρακτήρες, τη μεταξύ τους σχέση και τις ερμηνείες. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που διαλέξαμε το φορμά 1:1, το οποίο δεν είναι και το πιο ελκυστικό από κινηματογραφικής άποψης.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης το ότι η διευθύντρια φωτογραφίας Αλεξάνδρα Ρίμπα προέρχεται από το πεδίο της στατικής φωτογραφίας. Είχε, επομένως, μέσω αυτού του φορμά τη δυνατότητα να πειραματιστεί δημιουργικά περισσότερο.

Υπήρξαν, Μαρίνα, στιγμές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που ένιωσες πως τα όποια εμπόδια ήταν ανυπέρβλητα;

Μ.Σ.: Η διαδικασία των γυρισμάτων κύλησε σαν νεράκι. Ήταν μεστά και χωρίς μεγάλη διάρκεια. Είχαν, εξάλλου, προηγηθεί όλες οι εξωτερικές σκηνές και κατόπιν γυρίστηκαν οι σκηνές της «αναμέτρησης» πατέρα-κόρης. (Γέλιο).

Παρακολουθώντας, πάντως, την ταινία βασανίστηκα λίγο. Ως θεατής.

Μ.Σ.: Προσωπικά την απόλαυσα. Επίσης και το γεγονός ότι τα γυρίσματα απαιτούσαν σωματικό κόπο με βοήθησε πολύ γιατί δε λειτουργούσα καθόλου εγκεφαλικά. Λειτουργούσαμε όλες και όλοι ως ομάδα.

Είχες, Νίκο, σκεφτεί να δώσεις ένα διαφορετικό τέλος; Για να είμαι ειλικρινής, δε θα περίμενα να επέλθει κάποιου είδους αποκατάσταση της επικοινωνίας πατέρα-κόρης βάσει όσων είχαν προηγηθεί.

Ν.Κ.: Πρώτα μου ήρθε το τέλος της ταινίας. Στα διάφορα στάδια της συγγραφής του σεναρίου κρίθηκε αν είναι το κατάλληλο. Πολλές φορές το αμφισβήτησα, ενώ έγραψα και άλλα τέλη, πολύ πιο ζοφερά ή ευτυχή.

Αυτό το τέλος, όμως, με κάλυπτε συναισθηματικά, ήταν το πιο ρεαλιστικό κι εκείνο που είχαν ανάγκη οι χαρακτήρες.

Δεν πήγαν, άλλωστε, όλα κατ’ ευχήν τελικά, αλλά πατέρας και κόρη χρειαζόταν να συμφιλιωθούν, γιατί υπήρχε πολλή αγάπη και φροντίδα ανάμεσά τους, ακόμα κι αν αυτές δεν εκφράζονταν με τον κατάλληλο τρόπο.




Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι μπορείς να υπάρξεις κάπως ήρεμα εντός ενός τέλους όπου δεν έχεις πάρει όλα όσα επιθυμούσες.

Σε πολλές από τις μικρού μήκους ταινίες της εγχώριας παραγωγής μου λείπει η κοινωνικοπολιτική διάσταση. Σαν να απουσιάζει το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, και να υπάρχουν μόνο οι σχέσεις -ή η έλλειψη σχέσεων- και η βίωσή τους.

Ν.Κ.: Δε νομίζω πως ισχύει απαραιτήτως αυτό που λες.

Όλοι οι χαρακτήρες βρίσκονται πάντα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο, το ίδιο και σχέσεις τους -ερωτικές, οικογενειακές, εργασιακές-, και επηρεάζονται από αυτό. Οι επιλογές των χαρακτήρων έχουν έναν κοινωνικό αντίκτυπο.

Ακόμα και κουίρ ιστορίες ανάμεσα σε ομόφυλα ζευγάρια λειτουργούν ως κοινωνικό σχόλιο. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες μπορείς να θίξεις πολύ καλύτερα ένα κοινωνικό πλαίσιο.

Το να επιλέξεις να φύγεις από μια καταπιεστική σχέση, επίσης, αποτελεί μια πολύ γενναία πολιτική θέση.

Μ.Σ.: «Ζουμάροντας» στη μικρή εικόνα μιας σχέσης βλέπεις τη μεγάλη. Δεν υπάρχουν, άλλωστε, άτυπες σχέσεις εξουσίας και ισχύος, σε ένα άλλο επίπεδο, ανάμεσα σε χαρακτήρες που συνδέονται;

Το Χάος..., ας πούμε, μου θύμισε λίγο την Αντιγόνη του Σοφοκλή, αν και δε δουλεύτηκε μια τέτοια κατεύθυνση.

Ακούγοντας, εξάλλου, νεότερους ανθρώπους που είναι πολύ θυμωμένοι, εκτιμώ ότι μπορεί να γίνουν πολύ πιο θαρρετές επιλογές στο μέλλον. Χρειάζεται ζύμωση για να προκύψουν νέες ματιές.

Πώς βλέπετε το δημιουργικό μέλλον σας;

Ν.Κ.: Το βλέπω αρκετά αισιόδοξα! Το Χάος... με έφερε σε επαφή με πολύ ταλαντούχους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαστήκαμε και συνδεθήκαμε πολύ προσωπικά.

Αυτοί οι άνθρωποι θα με συνοδεύουν και ελπίζω να κάνουμε μαζί ταινίες και στο μέλλον. Στην Ελλάδα, όπου έχουμε μάθει να κάνουμε φιλμ με τα ελάχιστα, είναι οι άνθρωποι αυτοί οι οποίοι κάνουν τη διαφορά και συγκροτούν μια ομάδα που προχωρά.

Πιστεύεις κι εσύ, Μαρίνα, πως οι άνθρωποι κι οι μικρές ομάδες κάνουν, τελικά, τη διαφορά;

Μ.Σ.: Σίγουρα!

Σε μια χώρα που δε στηρίζει καθόλου έμπρακτα, έχουμε ο ένας τον άλλο. Έτσι ξεκινούν κι οι μεγάλες παρέες, από μικρά βήματα, και κατόπιν προχωρούν και ανοίγονται.

Στη μεγάλη κλίμακα τα πράγματα είναι δυσοίωνα, αλλά η μικρή σού δίνει δύναμη να παλέψεις πιο ομαδικά. Όλα είναι δυνατά, αρκεί να έχουμε κουράγιο, πίστη κι ελπίδα!

Ν.Κ.: Οι ταινίες θα συνεχίσουν να γίνονται. Όσο υπάρχουν οι φωνές που θέλουν να εκφραστούν και να αφηγηθούν μια ιστορία, θα την αφηγηθούν και με τα ελάχιστα μέσα.

Το Χάος που άφησε πίσω της κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας (Νίκος Κολιούκος) και Γυναικείας Ερμηνείας (Μαρίνα Σιώτου) στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του 46ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Το φιλμ προβάλλεται στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος Ελληνικές μικρές ιστορίες του 29ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας την Πέμπτη 5 Οκτωβρίου (Δαναός 1, 17:00).

Το εγχώριο «ταξίδι» του συνεχίζεται τον Νοέμβριο στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου).

Το σύνολο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 46ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας θα φιλοξενηθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος μεταξύ 26 και 29 Οκτωβρίου.