Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 14ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 14ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Ιρένε Βαγιέχο: «Η Ιστορία των βιβλίων εκφράζει την Ιστορία του εκδημοκρατισμού της γνώσης»

 

Ιρένε Βαγιέχο (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Θερμή και παθιασμένη συνηγορία της ανάγνωσης ως χειραφετητικής διαδικασίας, το αφηγηματικό δοκίμιο της Ισπανίδας Ιρένε Βαγιέχο Πάπυρος: Η περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο.

Εξίσου παθιασμένη είναι και η συγγραφέας του, με την οποία κουβεντιάσαμε πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Πριν το διαβάσω, ανησυχούσα μήπως το το αφηγηματικό σου δοκίμιο Πάπυρος: Η περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα ήταν ένα συμβατικό ακαδημαϊκό βιβλίο. Κάθε άλλο, τελικά!

Έκανα έρευνα για παραπάνω από μια δεκαετία σχετικά με την Ιστορία των βιβλίων και της ανάγνωσης. Ήθελα να γίνω συγγραφέας, όμως, κι έτσι προσπαθούσα να γράφω με λογοτεχνικό τρόπο.

Ο καθηγητής μου, αντιθέτως, προσπαθούσε να με διδάξει να γράφω επιστημονικά. Υπήρχε, λοιπόν, μια διαμάχη μεταξύ μας. Έπρεπε να υπακούσω.

Όταν, ωστόσο, εγκατέλειψα το πανεπιστήμιο και την ακαδημαϊκή καριέρα, αποφάσισα να συγγράψω το βιβλίο που ήθελα, χωρίς περιορισμούς.

Είναι προορισμένο να διαβαστεί από πολύ ευρύτερα κοινά.

Είναι λυπηρό το ότι στο ακαδημαϊκό πεδίο γράφουμε για άλλους ειδικούς, γεγονός που μου προκαλούσε δυσφορία.

Ως συγγραφέα μυθοπλασίας, από την άλλη, μ’ ενδιέφερε ο πειραματισμός με τη λογοτεχνία. Πρόκειται για ένα είδος γραφής που είναι ανοιχτό στα πάντα. Έτσι προέκυψε αυτό το δοκίμιο.

Το δοκίμιο γεννήθηκε όταν ο Μονταίνιος συνομίλησε με τους κλασικούς. Είναι ο δημιουργός του. Ήταν ένας ελεύθερος συγγραφέας που δε συμμορφωνόταν με τις συμβάσεις. Λατρεύω αυτή την ελευθερία.

Αυτό το αφηγηματικό δοκίμιο συνιστά, πάντως, την κλιμάκωση του καθετί με το οποίο έχεις καταπιαστεί στο παρελθόν ως αναγνώστρια, αφηγήτρια, ακαδημαϊκή ερευνήτρια.

Ως δημοσιογράφος. Έχω επίσης εκδώσει δύο μυθιστορήματα και βιβλία για παιδιά και νεαρούς ενήλικους.

«Υγιές» βιογραφικό.

(Γέλιο). Έχω πλούσιες εμπειρίες σε διαφορετικά πεδία. Ήμουν πεπεισμένη πως συνέγραφα ένα πειραματικό δοκίμιο, όχι ένα μπεστ σέλερ.

Γιατί, άραγε, το συγκεκριμένο βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Έχεις κάποια ερμηνεία;

Εξεπλάγην πολύ, γιατί ξεκίνησε ως κάτι μικρό και ταπεινό σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Ούτε καν ήξερα αν θα έβρισκα εκδότη που θα το ήθελε. Είχα πειστεί ότι θα ήταν το τελευταίο μου βιβλίο, και πως σίγουρα δε θα ενδιέφερε ένα ευρύτερο κοινό.

Ο ισπανικός εκδοτικός οίκος -ο μεγαλύτερος ανεξάρτητος- δεν ήταν προετοιμασμένος για την προώθηση, κι έτσι όλα έγιναν σταδιακά. Φτάσαμε στην κορυφή την περίοδο της πανδημίας.

Οι άνθρωποι είχαν τότε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους, ξεκίνησαν το αναγνωστικό «ταξίδι» και να μιλάνε γι’ αυτό το βιβλίο. Η επιτυχία οφείλεται πολύ στον ενθουσιασμό και τη γενναιοδωρία των πρώτων αναγνωστών.

Οι βιβλιοθηκάριοι και οι βιβλιοπώλες το είδαν ως φόρο τιμής. Αυτός ήταν ο σκοπός μου.

Ως μια συνηγορία της διαδικασίας της ανάγνωσης.

Ίσως πρόκειται για την υπεράσπιση πραγμάτων που εξαφανίζονται, όπως οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η γνώση, οι τέχνες.

Υπάρχει, όμως, ένα αναγνωστικό κοινό -μικρό, αλλά ζωντανό- που εξακολουθεί να θεωρεί ερεθιστική τη σπουδαιότητα του βιβλίου. Σαν το συγκεκριμένο βιβλίο ν’ αποτελεί τη δικαίωση αυτών των ιδεών.

Όπως κι εσύ επισημαίνεις, το βιβλίο -όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά και ως μέσο- ανέκαθεν υπήρξε θύμα πολέμου, τρόπαιο, καθώς επίσης και όπλο. Κι ακόμα, πηγή απόλαυσης.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, ν’ ανακτήσουμε τόσο τη χαρούμενη όσο και την πολεμική διάσταση της ανάγνωσης σε μια εποχή κατά την οποία δε διαθέτουμε πάντα κριτήρια επιλογής;

Πρέπει, ωστόσο, να διαμορφώσουμε αυτά τα κριτήρια. Δεν μπορούμε ν’ αποδεχτούμε τα κριτήρια άλλων.

Τα βιβλία είναι «καθρέφτες» που αντανακλούν το καλύτερο και το χειρότερο της ανθρωπότητας. Είναι μάρτυρες των όσων σκεφτόμαστε, γνωρίζουμε και σκοπεύουμε να πράξουμε.

Η κυκλοφορία των βιβλίων είναι ένδειξη ελευθερίας. Όπου αυτή αρχίζει να ελέγχεται από την εξουσία κάτι πιο ουσιώδες απειλείται. Η απόσυρση από την κυκλοφορία βιβλίων κάθε ιδεολογίας είναι στις μέρες μας ζήτημα αντιπαράθεσης.

Κάποιοι θεωρούν ότι το παρατραβάμε με την ομοφυλοφιλία και επιθυμούν την επιστροφή σε μια εποχή ηθικότητας.

Άλλοι υποστηρίζουν πως λέξεις όπως «νέγρος» στο μυθιστόρημα Χάκλμπερι Φιν πρέπει να διαγραφούν και τμήματα βιβλίων που άπτονται της μισαλλοδοξίας, του μισογυνισμού και της σκλαβιάς να ξαναγραφτούν.

Το ξαναγράψιμο της Ιστορίας είναι διαχρονικό φαινόμενο.

Τα βιβλία βρίσκονται στο κέντρο της αντιπαράθεσής μας. Κατά τη γνώμη μου, δε θα έπρεπε να ξαναγράφονται ή να αποσύρονται από την κυκλοφορία. Όντως κάποια μεταφέρουν προβληματικά και επιβλαβή μηνύματα.

Αν πάλι διαβάσεις Αριστοτέλη ή Πλάτωνα, για παράδειγμα, εντοπίζεις υπέροχες ιδέες, αλλά και τη δικαιολόγηση της σκλαβιάς ή την υποστήριξη της ιδέας περί κατωτερότητας των γυναικών.

Πρέπει, επομένως, να έχεις πρόσβαση στο έργο τους, ώστε να μπορείς ν’ αναπτύξεις τα δικά σου κριτήρια και ν’ αποφασίσεις αν σου κάνουν.

Βεβαίως.

Αν ξαναγράψουμε αυτά τα βιβλία, δημιουργούμε μια πλαστή εικόνα του παρελθόντος και μια επικίνδυνη νοσταλγία. Αν, επομένως, δεν μπορούμε να επισημάνουμε και τις επικίνδυνες πτυχές ορισμένων ιδεών, είμαστε χαμένοι.

Ξαναγράφοντας τα βιβλία κάνουμε τη δουλειά των αρνητών του παρελθόντος, όπως του Ολοκαυτώματος. Ο μόνος τρόπος να μας βοηθήσει το παρελθόν είναι να το ανακατασκευάσουμε όπως περίπου ήταν.

Άνθρωποι διαφορετικών ιδεολογιών έχουν πρόβλημα με την ελεύθερη κυκλοφορία των βιβλίων. Αλλά το παρελθόν μας είναι προβληματικό, και πρέπει ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό, καθώς με προβληματικές πτυχές τού ποιοι είμαστε.

Οπότε η πολιτική ορθότητα ως κίνημα ή διανοητική στάση είναι επίσης μέρος του προβλήματος. Ή του περισσότερου ή λιγότερο προβληματικού τρόπου που αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν (μας).

Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στην υπεράσπιση των βιβλίων ως μαρτύρων του παρελθόντος και ταυτόχρονα στον μη εξωραϊσμό των κλασικών. Θέλω να εστιάζω και στις σκιώδεις παραμέτρους των κλασικών.

Άλλωστε κατά το απώτερο και απώτατο παρελθόν η ανάγνωση ήταν μια πολυτέλεια προορισμένη για τις ελίτ.

Γι’ αυτό και η Ιστορία των βιβλίων εκφράζει την Ιστορία του εκδημοκρατισμού της γνώσης.

Η μελέτη του παπύρου καταδεικνύει αυτή την ιστορική διαδικασία. Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να επιτευχθεί- και πρωταγωνιστές είναι δημόσιες βιβλιοθήκες, σχολεία, βιβλιοπωλεία.

Και άτομα για τα οποία ποτέ δεν ήταν δεδομένο πως θα είχαν πρόσβαση σε βιβλία.

Αναζητώ τα ίχνη αυτών των ανώνυμων αναγνωστών. Ήταν μια δύσκολη διαδικασία, αλλά βρήκα κάποια στοιχεία που μου έδειξαν πώς συνέβη. Μ’ ενδιέφεραν ιδίως οι γυναίκες.

Στις περισσότερες γυναίκες δεν επιτρεπόταν η εκμάθηση της ανάγνωσης ή της γραφής, οπότε βρίσκονταν στην περιοχή της προφορικής μεταβίβασης της μνήμης, ιστοριών, παραδόσεων.

Η ιδέα των γυναικών ως θεματοφυλάκων των ιστοριών και του τρόπου που αυτή κατέληξε λογοτεχνικός κανόνας ήταν πολύ ενδιαφέρουσες για μένα. Μέχρι πρόσφατα οι γυναίκες δεν είχαν τις ίδιες με τους άνδρες δυνατότητες ενασχόλησης με τη γραφή.

Πάντως, το ζήτημα δεν έχει μόνο έμφυλη διάσταση, αλλά και ταξική.

Έχουμε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να εκδημοκρατίσουμε τα βιβλία- και η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος σ’ αυτή τη διαδικασία.

Προσπάθησα να ρίξω φως σ’ αυτές τις πτυχές που μ’ ενδιέφεραν ως νεαρή ερευνήτρια η οποία είχε πρόσβαση σε χειρόγραφα, χωρίς να έχει αριστοκρατική καταγωγή.

Την πρώτη φορά που έπιασα ένα τέτοιο χειρόγραφο στα χέρια μου αισθάνθηκα περιχαρής. Είχα, όμως, επίγνωση των επαναστατικών βημάτων που με οδήγησαν σ’ αυτό.

Αποκαλείς τις βιβλιοθήκες «καταφύγια υπό πολιορκία». Γιατί;

Οι βιβλιοθηκάριοι, οι βιβλιοπώλες, οι μεταφραστές ήταν αναγκασμένοι ν’ αντιμετωπίσουν μια σκληρή μοίρα, γιατί διώκονταν και φονεύονταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους συγγραφείς των βιβλίων.

Οι κάθε είδους δικτάτορες τούς αντιμετωπίζουν ως τον αδύναμο κρίκο στην αλυσίδα.

Είχα την αίσθηση ότι βρίσκονταν υπό πολιορκία και πως η αντίστασή του αξίζε ακόμα περισσότερο από εκείνη των συγγραφέων, επειδή ήταν αφοσιωμένοι στα βιβλία με πιο ιδεαλιστικό τρόπο. Το εγχείρημά τους ήταν ηρωικό. Τους αξίζει ένας φόρος τιμής.

Τα βιβλία, ωστόσο, αντιστέκονται σε κάθε προσπάθεια περιθωριοποίησης ή απαγόρευσής τους. Θα επιβιώσουν κάθε κοινωνικής και τεχνολογικής μεταβολής, όπως φαίνεται να πιστεύεις; Πού βασίζεις αυτή την αισιοδοξία;

Διαθέτω μια ιστορική οπτική ως ειδική στην Ιστορία των βιβλίων.

Η αίσθησή μου είναι πως τα βιβλία έχουν αποδείξει ότι είναι πεισματάρηδες επιζώντες. Πριν την επινόηση της γραφής, οι ιστορίες ήταν απλώς αέρας.

Κι όμως, μετά από χιλιετίες, έχουμε καταφέρει να διασώσουμε και να θυμόμαστε ακόμα τον Τρωικό Πόλεμο. Είναι απίστευτο!

Τα βιβλία, λοιπόν, έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν πολέμους, την άνοδο του αναλαφαβητισμού μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πανδημίες και τεράστιες κοινωνικές αλλαγές- και μας συντροφεύουν ακόμα.

Συνεπώς δε θα γίνουμε μάρτυρες της εξαφάνισής τους. Τα βιβλία θα επιβιώσουν και θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του παρόντος. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Δε ζούμε την πιο επικίνδυνη περίοδο γι’ αυτά. Τους χρωστάμε κάποιον σεβασμό.

Επίσης, κι άλλοτε υπήρχαν διαφορετικές μορφές βιβλίων. Κατά το παρελθόν είχαμε πήλινες πλάκες, παπύρους και κώδικες- και συνυπήρξαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Δεν αντιμάχονται τα τυπωμένα βιβλία τα ψηφιακά. Έχουμε διαφορετικές εναλλακτικές.

Καλωσορίζω την πιθανότητα συνύπαρξης. Δε χρειάζεται να διαλέξουμε μία από αυτές τις μορφές. Δε σκέφτομαι με όρους ανταγωνισμού, νίκης ή ήττας.

Η συνέντευξη με την συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ. Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη (Εκδόσεις Μεταίχμιο) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίησή της.

Το αφηγηματικό δοκίμιο της Ιρένε Βαγιέχο Πάπυρος: H περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη.



Κυριακή 3 Ιουλίου 2022

Μαρίνα Περεθάγουα: «Οι Η.Π.Α είναι μια περίπλοκη, μη ανεπτυγμένη χώρα»

 

Μαρίνα Περεθάγουα (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Μια καρδιά βρίσκεται στον πυρήνα του μυθιστορήματος της Ισπανίδας συγγραφέως Μαρίνα Περεθάγουα, Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας, ενός στοχασμού για την αγάπη, τη θανατική ποινή, το λαθρεμπόριο οργάνων και τη συγχώρεση.

Συναντώντας την πάντα πρόσχαρη συγγραφέα στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Αφιερώνεις το εξαιρετικά πρωτότυπο και ιδιαιτέρως ασυνήθιστο μυθιστόρημά σου Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας στον πατέρα σου. Γιατί;

Επειδή ο χαρακτήρας του πατέρα της Ρόμπιν είναι βασισμένος σ’ εκείνον του πατέρα μου. Δεν επικοινωνώ μαζί του.

Πρόσφατα απέκτησα ένα κοριτσάκι. Είπα στον πατέρα μου: «Έγινες παππούς». Μου απάντησε: «Συγχαρητήρια». Aυτό ήταν.

Άρα αυτή η αφιέρωση έχει ειρωνική διάσταση, είναι ένας φορός τιμής στον πατέρα σου, μια απόπειρα κλεισίματος λογαριασμών μαζί του;

(Γέλιο). Ήταν ένας ταιριαστός λογοτεχνικός χαρακτήρας. Δεν επρόκειτο για εκδίκηση. Η αφιέρωση, ίσως!

Η μη σχέση μαζί του ήταν η αφετηρία του μυθιστορήματος;

Κατά μία έννοια, ναι. Είναι ένας φρικτός άνθρωπος. Από την άλλη, βλέπω κάποια χαρακτηριστικά του σ’ εμένα. Γενετικοί λόγοι.

Όταν ήμουν μικρή, μου διηγείτο πολλές ενήλικες ιστορίες. Τις άκουγα. Κατόπιν, άρχισα κι εγώ να γράφω ιστορίες γι’ αυτόν ή εναντίον του.

Η εμμονή σου με την καρδιά σε κυριολεκτικό και μεταφορικό επίπεδο πηγάζει από το ίδιο σύμπαν;

Ακριβώς. Είναι έξυπνος άνθρωπος. Ταυτόχρονα, δεν ήξερα με ποιον τρόπο πρέπει να τον θαυμάζω από τη στιγμή που ήταν τόσο κακός. Αντιφατικό!

Πώς, λοιπόν, πήρες την απόφαση να δομήσεις το βιβλίο σου με την καρδιά στην «καρδιά» του;

Αρχικά ήθελα να γράψω για τη θανατική ποινή, ένα ζήτημα για το οποίο στις Η.Π.Α. δε διεξάγεται πλέον συζήτηση.

Έπειτα προέκυψε η εικόνα της καρδιάς. Τη χρειαζόμουν για την υποστήριξη του επιχειρήματος περί παράνομων μεταμοσχεύσεων..

Πολύ δύσκολα πιστεύεις ότι θα μπορούσαν να είναι παράνομες, μιας και οι εμπλεκόμενοι πρέπει να είναι συμβατοί. Οπότε δεν μπορεί κάποιος να σε σκοτώσει και να πάρει ένα όργανό σου γιατί αν δεν είναι συμβατό, δεν πρόκειται να λειτουργήσει.

Στην Κίνα, ωστόσο, λειτουργεί, όπως ανακάλυψα, επειδή υπάρχει μια σειρά συμβατών «δοτών» με τους ασθενείς, που τους έχουν ήδη εξετάσει. Δεν το πίστευα, ερεύνησα το ζήτημα και ήταν καταγεγραμμένο σε επίσημες αναφορές του Ο.Η.Ε.

Επομένως είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, όχι «Δυτική» προπαγάνδα ή “fake news”. Σ’ αυτόν τον βαθμό συμβαίνει μόνο στην Κίνα;

Ως κρατική επιχείρηση, μόνο στην Κίνα. Εκεί είναι κομμάτι του συστήματος υγείας και ταυτόχρονα πηγή εσόδων, καθώς αποτελεί μια πολύ ακριβή διαδικασία.

Πτυχή της οικονομίας -αλλά και της βορειοαμερικανικής κουλτούρας- συνιστά και η θανατική ποινή, η οποία δεν αμφισβητείται ιδιαιτέρως κοινωνικά.

Καθόλου! Ίσως συμφωνείς με τη θανατική ποινή, εγώ όχι.

Ασφαλώς όχι! Ούτε ηθικά, ούτε πολιτικά, ούτε φιλοσοφικά. Ούτε καν αισθητικά. Δεν μπορείς να εγκρίνεις μια κρατική δολοφονία, πόσο μάλλον όταν αυτή -ειρωνικά- συντελείται στο όνομα του «λαού» και της «ευημερίας» του.

Είναι επίσης κι ένα σόου. Μπορείς να παρακολουθήσεις μια εκτέλεση από κοντά, ξέρεις. Αν είσαι δημοσιογράφος, είναι δυνατόν να ζητήσεις τη σχετική άδεια.

Πώς είναι δυνατόν μια πρωτοκοσμική χώρα να κάνει πράγματα που δε συνάδουν με τον χαρακτήρα της; Αγαπώ τη Νέα Υόρκη, όπου μένω. Οι Η.Π.Α είναι μια περίπλοκη, μη ανεπτυγμένη χώρα για μένα. (Γέλιο).

Αν και ζεις κι εργάζεσαι εκεί...

...Μια ζωή.

Τουλάχιστον είκοσι χρόνια;

Ναι. Βασικά, είμαι μισή Αμερικανίδα. Ταξίδεψα στη Γαλλία κι εργάστηκα εκεί για δύο χρόνια γιατί ήθελα να επιστρέψω στην Ευρώπη, αλλά μου έλειψε η Νέα Υόρκη τόσο πολύ που έπρεπε να γυρίσω πίσω.

Από την άλλη, δεν είναι χώρα για να ζεις. Τώρα που απέκτησα μωρό, δε θέλω να ζήσει εδώ.

Δεν είναι αντιφατικό όλο αυτό;

Εντελώς. Όταν, όμως, ταξιδεύω στα βουνά και αντικρίζω τα τεράστια δέντρα και τα ζώα που δεν έχουμε στην Ισπανία, νιώθω μια σύνδεση με τη γη. Αυτή θα μου έλειπε αν έφευγα. Όχι το σύστημα ή οι πολιτικοί.

Υπάρχει, λοιπόν, μια ερημιά που αγαπώ. Εκτός, όμως, από αυτή υπάρχουν πολλά που δεν καταλαβαίνω σ’ αυτή τη χώρα.

Όταν άρχισα να διδάσκω στο πανεπιστήμιο, μπορούσα να μιλάω ελεύθερα, να λέω ό,τι πίστευα, να προγραμματίσω τις παραδόσεις μου.

Τώρα, το πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση  Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη λέξη «μαύρος», για παράδειγμα.

Είναι η εποχή της κυριαρχίας της πολιτικής ορθότητας.

Ακριβώς. Η κατάσταση είναι ασφυκτική.

Και πάλι στο όνομα της χειραφέτησης των καταπιεσμένων μειονοτήτων, ομάδων, τάξεων. Μετατρέπεται σε μια μορφή δικτατορίας.

Γίνεται σουρεαλιστικό. Χάνομαι στους κανόνες. Δεν ξέρω τους κανόνες πλέον. Το κίνημα της πολιτικής ορθότητας προέρχεται από προνομιούχους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα δε νοιάζονται για τις μειονότητες ούτε τις σέβονται.

Στις Η.Π.Α. δεν υπάρχει γάλα σε σκόνη για τα μωρά, κι έτσι μητέρες που δεν έχουν γάλα πρέπει να τα δώσουν σε άλλες μητέρες για να τα θηλάσουν. Οι δε μαύρες κοινότητες είναι εντελώς περιθωριοποιημένες.

Οπότε δε μιλάμε για νοιάξιμο, αλλά για αναγνώριση του εαυτού σου ως ανώτερου που ανησυχεί για την κοινωνία.

Δεν το βλέπω αυτό, ωστόσο. Η βορειοαμερικανική κοινωνία είναι σε χειρότερη κατάσταση αφότου ξεκίνησε αυτό το κίνημα.

Ένας από τους καλύτερους τρόπους να συμπεράνεις πώς λειτουργεί μια κοινωνία είναι να ερευνήσεις τα μέρη όπου διαβιούν τα πλέον περιθωριοποιημένα μέλη της, όπως οι φυλακές. Εκεί ζει και η μελλοθάνατη πρωταγωνίστριά σου, η Ρόμπιν.

Απολύτως! Η πλειονότητα των εγκλείστων στις βορειοαμερικανικές φυλακές είναι μαύροι ή ισπανόφωνοι.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτό συμβαίνει γιατί διαπράττουν περισσότερα εγκλήματα. Εξαρτάται. Στην πραγματικότητα, τα αδικήματα που διαπράττουν είναι περισσότερο ποινικοποιημένα. Πρόκειται για υποκρισία.

Οι Η.Π.Α. είναι μια πολύ ρατσιστική χώρα. Δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο.

Το κυρίαρχο βορειοαμερικανικό αφήγημα είναι μιας χώρας που προάγει τα ανθρώπινα δικαιώματα, πάντως.

Ποια ανθρώπινα δικαιώματα;

Ως ασφαλισμένη από το πανεπιστήμιο, γέννησα μόνη μου σ’ ένα δωμάτιο, όταν σε άλλες εγκυμονούσες δεν παρέχεται φροντίδα. Αν είσαι διαβητικός και δε διαθέτεις χρήματα για ινσουλίνη, απλά πεθαίνεις.

Η επιβίωση των δυνατότερων.

Οπότε δεν είναι μια χώρα στην οποία θέλω να ζω.

Αλλά όπου όντως ζεις.

Η Ρόμπιν, ωστόσο, δεν είναι μαύρη, αλλά μια λευκή πιτσιρίκα εγκλωβισμένη στο ίδιο σύστημα, και κατηγορούμενη για δολοφονία. Γιατί είναι λευκή;

Αρχικά ήταν μαύρη. Όταν η ατζέντισσά μου διάβασε το προσχέδιο, θεώρησε πως ήταν υπερβολικό: μαύρη, τυφλή... Κι έτσι έγινε λευκή.

Άλλωστε υπάρχουν πολλοί λευκοί που ανήκουν σε μη προνομιούχες τάξεις.

Είναι ζήτημα ταξικό και εκπαιδευτικό. Και μετά τον κορονοϊό, ξέχνα το, Πρόκειται για την Αποκάλυψη. Στις Η.Π.Α. υπάρχουν άστεγοι παντού. Ανάμεσά τους βρίσκονται και άνθρωποι με ψυχική διαταραχή.

Υπάρχουν πολλές «Ρόμπιν»;

Παρακολουθούσα την υπόθεση του Ντάμιεν Έκολς, ο οποίος κατηγορήθηκε για συναυτουργία στη δολοφονία τριών παιδιών όταν ο ίδιος ήταν δεκαοκτώ χρονών. Καταδικάστηκε σε θανατική ποινή ως ανήλικος.

Ακόμα κι οι γονείς των θυμάτων ήταν αντίθετοι στον εγκλεισμό του, γιατί ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχε διαπράξει το έγκλημα. Προερχόταν, όμως, από κατώτερη τάξη κι η αστυνομία δεν ερεύνησε την υπόθεση περισσότερο. Δεν την ένοιαζε.

Ο δολοφόνος δε βρέθηκε ποτέ.

Στην περίπτωση του μυθιστορήματός σου υπάρχει κάποια λύτρωση στο τέλος. Χρειαζόσουν αυτή την ελπίδα;

Ακριβώς. Ως άνθρωπος είμαι συνήθως ευτυχισμένη. Ίσως είναι θέμα προσωπικότητας ότι στο τέλος πρέπει να επιβιώνω.

Η γενικότερη βορειοαμερικανική πραγματικότητα δεν προσφέρει πολλή ελπίδα, όμως.

Δεν έχει σημασία αν στην εξουσία βρίσκεται ο Τραμπ ή ο Μπάιντεν. Δεν εμπιστεύομαι το σύστημα. Αυτό που στις Η.Π.Α. αποκαλείται «αριστερό» στην Ισπανία είναι κεντροδεξιό.

Βασική «πυξίδα» λειτουργίας των κομμάτων στις Η.Π.Α. είναι η οικονομία. Όσο το εκπαιδευτικό σύστημα ή το σύστημα υγείας συνδέονται με τα χρήματα, δε θα λειτουργήσουν. Αλλά αυτά είναι.

Το ζήτημα της άμβλωσης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Στην πολιτεία της Νέας Υόρκης μπορείς να κάνεις άμβλωση μέχρι τον ένατο μήνα- αυτό θεωρείται «αριστερό». Είναι φόνος, όμως, το μωρό είναι πλήρως σχηματισμένο. Στην πολιτεία του Τέξας, αντιθέτως, δεν επιτρέπονται οι αμβλώσεις.

Δεν υπάρχει μέση οδός. Στην Ισπανία επιτρέπονται οι αμβλώσεις μέχρι τον τέταρτο μήνα της κύησης αλλά και μεταγενέστερα, εφόσον υπάρχει πρόβλημα με το έμβρυο.

Πού αποδίδεις την κουλτούρα των όπλων που κυριαρχεί; Στην ατομικιστική νοοτροπία της «Άγριας Δύσης»;

Είναι τρελό. Στη Νέα Υόρκη χρειάζεσαι περισσότερα έγγραφα για να σου δοθεί άδεια οπλοκατοχής. Σε άλλες πολιτείες, βρίσκεις όπλα στα σουπερμάρκετ.

Κι αυτή η νοοτροπία, όμως, ενέχει αντιφάσεις. Η αίσθηση της ελευθερίας, η πρακτική της αυτοδικίας μερικές φορές λειτουργούν. Κάποτε, ο οδηγός ενός λεωφορείου δεν επέτρεψε σ’ έναν άστεγο που βρομούσε να μπει, κι έτσι κατέβηκαν όλοι οι επιβάτες.

Ίσως, λοιπόν, υπάρχει λίγη ελπίδα.

Χρειάζεται και λίγη τρυφερότητα στη ζωή όλων.

Έχω πολλούς φίλους στις Η.Π.Α., αλλά οι αποστάσεις είναι τόσο μεγάλες που υπάρχει απουσία επαφής γιατί δεν μπορείς να ταξιδέψεις μία ή δύο ώρες απλά και μόνο για να συναντήσεις ένα φιλικό πρόσωπο.

Δεν είναι, λοιπόν, ότι δε θέλουμε αυτή την τρυφερότητα, αλλά ότι δεν μπορούμε να την έχουμε.

Έχεις ξαναπροσκληθεί στο Φεστιβάλ ΛΕΑ;

Είναι η πρώτη μου φορά στην Ελλάδα. Ανέκαθεν ήθελα τόσο πολύ να έρθω εδώ. Για μένα η Ελλάδα ήταν ένα είδος ιερού τόπου. Αυτό το ταξίδι είναι σαν μύηση.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ. Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της.

Το μυθιστόρημα της Μαρίνα Περεθάγουα Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου.



Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο: «Στα βιβλία μου εξερευνώ την ανθρωπινότητα των τεράτων»

 

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Η σχέση πατέρα-γιου, η αναζήτηση της πατρίδας και η Εκκλησία ως καταπιεστικός εξουσιαστικός μηχανισμός «ανατέμνονται» με οξύτητα στο μυθιστόρημα του Περουβιανού Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού.

Συνομιλώντας με τον συγγραφέα στην Αθήνα, στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Τα συλλυπητήριά μου για την απώλεια του πατέρα σου πέρσι.

Σε ευχαριστώ. Υπήρξε ένα γεγονός ιδιαιτέρως θλιβερό, λόγω του ότι πέθανε από κορονοϊό. Δεν μπορούσα να ταξιδέψω στο Περού για να τον αποχαιρετήσω.

Ρώτησα την αδερφή μου: «Πρέπει να πάω στο Περού;» «Γιατί; Για να σκοτώσεις και την μητέρα;» μου απάντησε. Έπρεπε, λοιπόν, να περιμένω πέντε μήνες μέχρι να πάω στο Περού. Για να τον αποχαιρετήσω και μόνο.

Με τον πατέρα μου συνηθίζαμε να μιλάμε πολύ σχετικά με την πολιτική, όχι για συναισθήματα.

Ακόμα και σήμερα, όταν βλέπω τις ειδήσεις στην Τηλεόραση, σκέφτομαι: «Πρέπει να τηλεφωνήσω στον πατέρα μου για ένα σχόλιο». Τότε συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει πλέον κάποιος να πάρω τηλέφωνο.

Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σου, Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού, φαντάζομαι ότι είχε ολοκληρωθεί πολύ πριν τον θάνατο του πατέρα σου.

Ναι, αλλά πάντα διάβαζε τα βιβλία μου όταν εκδίδονταν και ποτέ δεν τα σχολίαζε. Μερικές φορές άκουγα τα σχόλιά του μέσω άλλων ανθρώπων

Ένας από τους κύριους αφηγηματικούς άξονες αυτού του μυθιστορήματος είναι η σχέση -ή η έλλειψη σχέσης- μεταξύ ενός πατέρα κι ενός γιου.

Τώρα που μιλάμε συνειδητοποιώ πως έχω γράψει πολλά βιβλία για εφήβους που αναζητούν τον πατέρα τους. Ποτέ δεν αποφάσισα κάτι τέτοιο, είναι από τα πράγματα που βρίσκονται μέσα σου, οι προσωπικοί σου δαίμονες.

Είναι αλήθεια ότι αποκτήσαμε μια πολύ καλή σχέση με τον πατέρα μου κατά το τέλος της ζωής του. Όταν, όμως, ήμουν έφηβος, η σχέση μας ήταν πολύ βίαιη επί χρόνια.

Έπρεπε να «χτίσω» την ταυτότητά μου σε σύγκρουση με τη δικιά του. Ήταν πολύ γνωστό πρόσωπο. Ένας από τους λόγους που έφυγα από το Περού ήταν πως εκεί θα ήμουν πάντα ο γιος του.

Μέχρι και σήμερα, πολλοί άνθρωποι στο Περού με αποκαλούν «Ραφαέλ», το όνομα του πατέρα μου.

Υπήρξε μια δυνατή προσωπικότητα.

Δυνατή, και μερικές φορές υπέροχη. Αντιφατική, πάντως, με έναν πολύ έντονο τρόπο. Ήταν ο λόγος που βρεθήκαμε στο Μεξικό, όταν εξορίστηκε το 1977. Γι’ αυτό και μεγάλωσα εκεί.

Εκείνη την περίοδο ήταν δημοσιογράφος, δεν εμπλεκόταν σε αντάρτικες επιχειρήσεις. Είχε, όμως, πλαστό αργεντίνικο διαβατήριο με διαφορετικό όνομα. Ποτέ δεν εξήγησε γιατί. Υπήρχαν πολλά μυστικά για τα οποία δε μίλησε ποτέ.

Ίσως γι’ αυτό γράφω βιβλία σχετικά με μυστικά, πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι δε θέλουν να μιλήσουν. Αν, λοιπόν, δε θέλεις να μιλήσεις για κάτι, νομίζω ότι εκεί υπάρχει ένα βιβλίο.

Στο Αλλά ρύσαι... ο Γιέιμς κι ο πατέρας του δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν μια συνομιλία.

Όχι κάποια ουσιαστική, σε κάθε περίπτωση.

Είναι πέραν των δυνάμεών τους.

Με τον δικό μου πατέρα αποκαταστήσαμε τη σχέση μας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του. Και ποτέ δε μιλήσαμε για το παρελθόν. Όταν πλησίαζε τον θάνατο, άρχισε να δείχνει πως ένιωθε ενοχή για τη φρικτή παιδική ηλικία μου.

«Είναι πολύ αργά γι’ αυτά. Ξέχασέ τα, σε συγχωρώ. Ας μιλήσουμε για πολιτική», του έλεγα.

Υπήρξε συγκρουσιακή εμπειρία αυτή η συνομιλία;

Οι πολιτικοί συνήθως δεν εκφράζουν πολιτικές απόψεις. Οι αφελείς πολίτες το κάνουν. Οι πολιτικοί διατυπώνουν αναλύσεις. Ξέρουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται διαφορετικά, και επιδιώκουν να τους κερδίσουν.

Παίζουν σκάκι, κι ο πατέρας μου ήταν ένας σκακιστής. Συζητούσε για την πολιτική σαν να έπαιζε σκάκι.

Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον έβρισκα τους άλλους κάπως αφελείς.

Ήσουν, επομένως, πιο υποψιασμένος, πιο σαρκαστικός απέναντί τους.

Ο πατέρας μου διέθετε έντονα σαρκαστικό χιούμορ. Ήταν πιο αριστερόστροφος από μένα. Δεν είμαι δεξιός, πιο πολύ σκεπτικιστής.

Ο σκεπτικισμός είναι μια διανοητική στάση που ενθαρρύνει την πνευματική ανεξαρτησία, δεν έχει ένα παγιωμένο ιδεολογικό πρόσημο.

«Οι πολιτικοί μάς χρειάζονται», σκεφτόμουν, «αλλά στην πραγματικότητα δε νοιάζονται. Αυτό είναι η δημοκρατία».

Εκείνος ήθελε, το είχε ανάγκη να πιστεύει στην πολιτική πιο πολύ από μένα. Ήθελε οι αριστεροί να είναι οι καλοί.

Ο πυρήνας των προβλημάτων μας εντοπίζεται στη δεκαετία του 1990. Για τον πατέρα μου, τους φίλους του και πολλούς άλλους το νόημα της ζωής τους κατέρρευσε με την περεστρόικα. Όλα αποδείχτηκαν ένα ψέμα.

Τότε ήμουν δεκαπέντε, και ήθελα να γίνω επαναστάτης. Είναι εξαιρετικά περίπλοκο, ωστόσο, να είσαι επαναστάτης με έναν πατέρα που αντιτίθεται στον ολοκληρωτισμό, κατέχει πλαστό διαβατήριο και διώκεται από τον νόμο!

Μπορεί να κοιμόντουσαν δέκα μεθυσμένοι φίλοι μου στο χολ, και δεν είχε πρόβλημα. Ήθελα να τον θυμώσω, κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω ήταν να είμαι δεξιός.

Συζητήσιμη επιλογή!

Όταν ήμουν δεκαεφτά, έγινε το πραξικόπημα του Φουτζιμόρι. Επιστρέφοντας στο σπίτι τού είπα: «Είναι σπουδαίο, να πάνε όλοι οι άχρηστοι πολιτικοί στα σπίτια τους!» Για πρώτη φορά, ήταν θυμωμένος.

«Πρέπει να χρησιμοποιείς πιο πολλά ναρκωτικά, ο εγκέφαλός σου είναι άχρηστος πλέον», μου είπε. (Γέλιο). Οπότε υπήρξα δεξιός για δύο εβδομάδες.

Πού τοποθετείς, λοιπόν, τον εαυτό σου πολιτικά;

Πρέπει να φτάσουμε σε μια συμφωνία, δεν ξέρω αν αυτό είναι ιδεαλιστικό ή πραγματιστικό. Προέρχομαι από μια χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, να θυμάσαι. Όλοι έχουν υπέροχες ιδέες για τη δικαιοσύνη, αλλά επικρατεί ένα χάος.

Όταν, αργότερα, έκανα έρευνες σχετικά με τους έγκλειστους, δε διέφεραν και τόσο πολύ από τους άλλους.

Πιστεύω πως πρέπει να κάτσουμε και να μιλήσουμε, κι αυτό γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι χωμένοι στην ταυτότητά τους -αριστερή, δεξιά, εθνικιστική, θρησκευτική-, και θέλουν τη «φυλή» τους.

Είναι διατεθειμένοι ν’ αποδεχτούν όσα η «φυλή» τούς υποδείξει και να εμπλακούν σε πόλεμο με τους υπόλοιπους.

Είμαστε όλοι διαφορετικοί, και πρέπει να υπερβούμε τα κλισέ και τις προκαταλήψεις μας.

Αυτό μου ακούγεται ιδεαλιστικό.

Είναι, όμως, πραγματιστικό.

Το πρόσωπο που πιο πολύ θαυμάζω στη ζωή μου ήταν o Hubert Lanssiers, ένας Βέλγος ιερέας με τον οποίο δούλευα στις φυλακές στο Περού πολλά χρόνια πριν.

Οι φυλακές ήταν ένα επικίνδυνο μέρος, και οι έγκλειστοι της οργάνωσης Φωτεινό Μονοπάτι τις καταλάμβαναν και τις καθιστούσαν ελεύθερες ζώνες. Πυροβολούσαν τους αστυνομικούς, κι εκείνοι έκαναν το ίδιο.

Ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να τους κάνει να μιλήσουν ήταν αυτός ο ιερέας. Ήταν διαμεσολαβητής, επαναστάτης και αναγνώριζε ανθρώπους.

Δεν τον ένοιαζε αν ήσουν τρομοκράτης ή αστυνομικός. Ήθελε απλώς να ζήσεις. Και για να συμβεί αυτό χρειαζόσουν τους άλλους. Γι’ αυτό επιδίωκε την επαφή ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Τον σέβονταν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τον έχουν σκοτώσει. Θέλω να γίνω σαν κι αυτόν.

Θεωρείς τον εαυτό σου θρησκευόμενο ή άνθρωπο με θρησκευτικά ερωτήματα και ανησυχίες;

Ως συγγραφέας ίσως να είμαι ο θρησκευόμενος, όταν όλοι οι υπόλοιποι είναι απολύτως άθεοι.

Δεν πηγαίνω σε λειτουργίες, αλλά πιστεύω ότι είναι ανόητο να θεωρούμε πως υπάρχουν μόνο όσα μπορούμε να καταλάβουμε. Την τύφλα μας καταλαβαίνουμε!

Πέσ’ το σύμπαν, πέσ’ το αρμονία- δεν είναι ένας τύπος με γενειάδα, νομίζω. Αλλά υπάρχει μια σύνδεση με το άγνωστο, που για μένα είναι πιθανή μέσω της τέχνης, της θρησκείας ή της τρέλας. Αυτά τα πεδία είναι πέραν της κατανόησής μας.

Γράφω πολύ γι’ αυτά, όπως και για θρησκευτικά ζητήματα.

Το Αλλά ρύσαι.. δεν άπτεται μόνο του βιώματος της θρησκευτικής πίστης, αλλά συνιστά και μια πολεμική εναντίον της θρησκείας ως καταπιεστικού εξουσιαστικού μηχανισμού.

Η Εκκλησία είναι ένας πολιτικός θεσμός. Η πίστη είναι κάτι άλλο.

Ο καθολικισμός, ιδίως, κατέχει ισχυρή εξουσία.

Και διεθνή. Οι αποικίες δημιουργήθηκαν υπό την εξουσία του σταυρού.

Η πίστη, από την άλλη, συνιστά προσωπικό βίωμα. Πηγαίνω σε θρησκευτικές τελετές οποτεδήποτε μπορώ, κυρίως όταν ταξιδεύω και κυρίως σε καθολικές χώρες.

Έχω πάει και σε τελετές σε ορθόδοξες χώρες, όμως, κι είναι όμορφα. Μου αρέσει η ατμόσφαιρα. Είσαι σε επαφή με κάτι, νομίζω.

Με το άγνωστο, που λες.

Ασχολούμαι με το άγνωστο. Τα βιβλία μου αφορούν σε ανθρώπους που πλησιάζουν το άγνωστο. Και δεν ξέρουν αν θέλουν να διασχίσουν αυτό το σύνορο.

Όποια μορφή κι αν το άγνωστο προσλάβει: τη σχέση με ένα μέλος της οικογένειας, την πατρίδα, την εξορία...

Ή τον θάνατο. Ο φόβος είναι ένας τρόπος ν’ αντιληφθεί το σώμα μας πως πλησιάζει το άγνωστο.

Οι χαρακτήρες μου βρίσκονται συνήθως ενώπιον των μεγάλων φόβων τους, ιδίως τον φόβο τού να είσαι ένα τέρας. Στα βιβλία μου εξερευνώ την ανθρωπινότητα των τεράτων.

Στο Αλλά ρύσαι..., ο Σεμπαστιάν έχει ανάγκη ν’ αγαπηθεί, έχει ανάγκη έναν πατέρα, μια οικογένεια.

Μια θρησκευτική οργάνωση, όπως αυτή που παρουσιάζω, εκμεταλλεύεται αυτή την ανάγκη, δηλώνοντας: «Εμείς θα γίνουμε ο πατέρας σου». Και αποκόπτουν τη σύνδεσή του με κάθε άλλον. Ελέγχουν τα πάντα.

Κι αυτό είναι μυθοπλαστικό όσο και πραγματικό.

Το μαρξιστικό Φωτεινό Μονοπάτι θα έκανε τα ίδια με εφήβους που χρειάζονται έναν πατέρα. Όταν είσαι έφηβος και δε βρίσκεις τη θέση σου στον κόσμο, υποφέρεις γιατί αισθάνεσαι διαφορετικός.

Αυτή η μαρξιστική αντάρτικη οργάνωση ήταν κατά κάποιον τρόπο πολύ θρησκευτική. Απλώς άλλαξαν τον Θεό με την Ιστορία. Πίστευαν στο υπερβατικό.

Κατά μια παράξενη σύμπτωση, κι ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ο ιδρυτής του Φωτεινού Μονοπατιού, πέθανε πέρσι. Υπάρχει κάτι θετικό στην παρακαταθήκη της οργάνωσης ή αντιτίθεσαι πλήρως στην πολιτική βία/αντιβία;

Δεν επρόκειτο για βία, αλλά για σκληρότητα. Δεν ήταν ένας δημοφιλής ηγέτης αντάρτικου. Κανένας δεν τον αγαπούσε στη χώρα. Μισούσε τους αριστερούς. Ήθελε να κερδίσει, και πήρε όλα τα ρίσκα.

«Οι χωρικοί πρέπει να διαλέξουν σε ποια πλευρά θα πεθάνουν», ήταν τα ακριβή λόγια του. Είχε μια μεσσιανική προσέγγιση, όπως κι ο Φουριάσε στο μυθιστόρημα.

Αν και ζεις στη Βαρκελώνη, διατηρείς στενή σχέση με το Περού. Πώς θα αξιολογούσες την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στη χώρα; Έχει υπάρξει κάποια αλλαγή, κάποια πρόοδος;

Όχι, η περουβιανή δημοκρατία έχει αυτοκτονήσει.

Οι άνθρωποι ήταν τόσο κουρασμένοι από τους πολιτικούς, που διάλεξαν χειρότερους από τους προηγούμενους. Τους πρώτους δέκα μήνες της θητείας της τρέχουσας κυβέρνησης άλλαζαν οι υπουργοί κάθε έξι μέρες.

Οι άνθρωποι ήταν δικαιολογημένα κουρασμένοι με τις ελίτ, και τους διανοούμενους, και ήθελαν κάτι διαφορετικό. Έχουμε, όμως, κάτι χειρότερο. Η αντιδημοφιλία της κυβέρνησης κυμαίνεται στο 85%. Τα πάντα καταρρέουν.

Το μίσος για τη διανόηση είναι τυπικό χαρακτηριστικό ολοκληρωτικών, φασιστικών νοοτροπιών.

Κουραζόμαστε από τη δημοκρατία, χάνουμε την πίστη μας σ’ αυτή. Στο Περού, τόσο η ακροαριστερά όσο και η ακροδεξιά είναι εξίσου άχρηστες, γιατί μισούν τους σκεπτόμενους ανθρώπους

Έχεις βρει τη θέση σου στο Περού η ακόμα την αναζητάς;

Έχω πολλά προβλήματα μ’ αυτό το ζήτημα. (Γέλιο).

Συμβαίνουν πράγματα με απρόσμενους τρόπους. Στην Ισπανία επί πολλά χρόνια θεωρούμουν Ισπανός. Όταν, όμως, άρχισα να γράφω για την Καταλονία, η αντίδραση δεν αφορούσε σ’ αυτά που έγραφα, αλλά στο ότι ήμουν ξένος.

Σοκαρίστηκα, γιατί νόμιζα πως ήμουν ένας από αυτούς. «Δεν μπορώ να συζητήσω αν έχω το δικαίωμα να μιλάω», σκέφτηκα. Παραμένω συνδεδεμένος με το Περού.

Και με τη Λίμα, τη γενέτειρά σου;

Περνώ πολλούς μήνες τον χρόνο εκεί.

Η σύνδεσή μου με τους αναγνώστες είναι υπέροχη, κάτι που με κάνει να πιστεύω ότι εξακολουθώ να είμαι ένας από αυτούς. Είμαι πολύ δημοφιλής, άρα αυτά που γράφω τους μιλούν γι’ αυτά που τους νοιάζουν.

Ίσως, όμως, αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί ζω στο εξωτερικό. Μπορώ να μιλήσω για σκοτεινά ζητήματα χωρίς να κινδυνεύω ν’ απολυθώ ή να μου υποβληθεί μήνυση.

Μιας κι έχεις βρεθεί τόσες φορές στην Ελλάδα, τη νιώθεις ενίοτε σαν δεύτερο ή τρίτο σπίτι σου;

Είσαι τα μέρη όπου σε αγαπούν ή όπου αγαπάς κάποιον. Τρία τέτοια μέρη έχω: το Περού, το Μεξικό και την Ισπανία. Μέρος της ταυτότητάς μας βρίσκεται σε καθεμιά από αυτές τις χώρες.

Απολαμβάνω πολύ το να έρχομαι στην Ελλάδα, που είναι ένα σπουδαίο μέρος να βρίσκεσαι.

Ο τρόπος ζωής στις μεσογειακές χώρες είναι ο καλύτερος για μένα: η σχέση με τη θάλασσα, το φαγητό, την κουβέντα. Οι άνθρωποι σε αγγίζουν, σε αγκαλιάζουν πιο πολύ από τους Βόρειους. Θα ήθελα να είμαι Έλληνας!

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.