Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Συνομιλώντας με τις Κατερίνα Γεβετζή και Μαργαρίτα Τρίκκα για το «Tanko Down»

 


Απρόσμενη και συγκινητική εξερεύνηση των πολλαπλών νοηματοδοτήσεων του «υπογείου», η χοροθεατρική παράσταση των Κατερίνας Γεβετζή και Μαργαρίτας Τρίκκα, Tanko Down, είναι από τις πιο μεστές προτάσεις της χρονιάς.

Με αφορμή την παρουσίασή της στο An Club μέχρι και τις 26 Μαΐου, συνομιλούμε με τις (συν)δημιουργούς της.

Tanko Down, λοιπόν, «ένα χορογραφικό τοπίο κάτω από τη γη». Από πού προέρχεται ο τίτλος της παράστασης και γιατί, εν προκειμένω, επιλέγετε να εκφραστείτε χοροθεατρικά;

Κατερίνα Γεβετζή: Αποτελεί σύνθεση δύο πραγμάτων:

Προέρχεται από τον τίτλο του ιαπωνικού παραδοσιακού τραγουδιού και χορού Tanko Bushi (όπου το «Τanko» δε σημαίνει χορός όπως μοιάζει, αλλά ορυχείο) και από την έκφραση «Tango Down».

Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται στη στρατιωτική slang γλώσσα, και πιο συγκεκριμένα στο φωνητικό αλφάβητο του ΝΑΤΟ, ως κωδική ονομασία για το target down. Με ένα μπλέξιμο των δύο ονομασιών, προέκυψε, λοιπόν, το Tanko Down.

Δε θα έλεγα ότι είχαμε προαποφασίσει πως θα προσεγγίσουμε το θέμα χοροθεατρικά. Μέσα από την έρευνά μας προέκυψε η ανάγκη, εκτός από κινητικά εργαλεία, να συμπεριλάβουμε λόγο και φωνή.

Να χρησιμοποιήσουμε όλα τα εργαλεία του σώματος, για να πούμε αυτές τις ιστορίες, που μας φάνηκαν συγκλονιστικές όταν αρχίσαμε να τις ανακαλύπτουμε.

Ίσως, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε να φτιάχνουμε ένα έργο χορού-ντοκουμέντο, που δανείζεται στοιχεία από το μεταδραματικό θέατρο. Και αποφασίσαμε να στηρίξουμε αυτόν τον δρόμο ο οποίος μας ανοίχτηκε.

Τι σας ελκύει -ως χορογραφικό δίδυμο, αλλά και ατομικά- στις ποικίλες πτυχές της έννοιας του «υπογείου» - αισθητικές, ιστορικές, πολιτικές, υπαρξιακές;

Μαργαρίτα Τρίκκα: Νομίζω αυτό που μας ελκύει είναι το κρυφό, το αθέατο, αυτό που δε φαίνεται, ή αυτό που επιλέγει να μη φαίνεται.  Είναι ο κοινός μας τόπος. 

Είναι τα μουσικά ακούσματά μας ως έφηβες. Τα μέρη στα οποία χτυπηθήκαμε με τις αγαπημένες μας μπάντες είναι υπόγεια, τα clubs που χορέψαμε επίσης.

Είναι η βαριά αλλά και άγνωστη ιστορία της ανθρωπότητας κάτω-από-τη- γη η οποία μας ελκύει και μας ταράζει.

Οι εκατομμύρια θάνατοι στα ορυχεία από τις απαρχές των πολιτισμών, προκειμένου να προοδεύσει (με ή χωρίς εισαγωγικά) η ανθρωπότητα.  Με την έννοια του υπόγειου συνδεόμαστε εξίσου συναισθηματικά και πολιτικά. 

Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια αυτή στις μέρες μας - καλλιτεχνικά, πολιτικά, υπαρξιακά; Υπάρχει κάπου, ή ασφυκτιά ανάμεσα στην αφομοίωση και την περιθωριoποίηση; Ποιοι είναι οι φορείς της;

Κ.Γ.: Οι «υπόγειοι» άνθρωποι για τους οποίους θέλαμε να μιλήσουμε είναι πολύ πραγματικοί.

Φτάνει να περπατήσεις στην Κυψέλη ή στον Κολωνό και να προσέξεις ότι τα βήματά σου συνορεύουν με μικρούς φεγγίτες υπογείων διαμερισμάτων.

Να περάσεις από τις υπόγειες διαβάσεις της Αθήνας και να δεις τα μικρά «δωμάτια» που στήνουν εκεί άστεγοι.

Με μια σύντομη έρευνα βρίσκεις πόσα πολλά επαγγέλματα είναι κάτω από τη γη: ανθρακωρύχοι, βοθρατζήδες, εργαζόμενοι στα έργα διάνοιξης μετρό, μπάρμεν σε υπόγεια clubs και, και, και...

Συμβολικά, όμως, οι υπόγειοι άνθρωποι είναι όλοι και όλες αυτές που η κοινωνία κρατά στην αφάνεια, κάπου ανάμεσα στην αφομοίωση και την περιθωριοποίηση, όπως πολύ εύστοχα το έθεσες.

Προσφύγισσες, άτομα με αναπηρία, Ρομά, άτομα τα οποία παλεύουν με ψυχικές ασθένειες, τρανς άτομα - όλες οι μειονότητες γίνονται «υπόγειοι άνθρωποι» με επιλογή της κοινωνίας. Ξέρουμε ότι υπάρχουν, αλλά κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε.

Κι έπειτα υπάρχουν και οι άνθρωποι που είναι κατ’ επιλογήν «υπόγειοι»: αυτοί και αυτές που οικειοθελώς ζουν μακριά από το βλέμμα της κοινωνίας.

Οι παράνομοι και οι δραπέτες, όσοι και όσες εθελούσια απέχουν από κάθε κοινωνική λειτουργία (στην Ιαπωνία, ας πούμε, υπάρχει ο όρος «hikikomori» για αυτούς οι οποίοι επιλέγουν να ζουν σε προσωπική καραντίνα), τα «φρικιά» που βγαίνουν μόνο τη νύχτα και διασκεδάζουν στα υπόγεια clubs…

Δεν ξέρω αν όλα τα παραπάνω είναι υπαρξιακά, θα έλεγα όμως πως σίγουρα είναι πολιτικά.

Η ιστορία του πολιτισμού έχει στηριχτεί στις πλάτες των «υπόγειων» ανθρώπων, ακόμα κι αν δε μιλάμε συχνά για αυτούς.

Για το καλλιτεχνικό κομμάτι, εμείς στο συγκεκριμένο έργο κάνουμε μια επιλογή, να μιλήσουμε για αυτούς τους ανθρώπους μέσα από ιστορίες ανθρακωρύχων, δραπετών και «αντιπροσώπων» της underground μουσικής σκηνής.




Γιατί, πιο συγκεκριμένα, αποφασίζετε να εστιάσετε, κατ’ αρχήν, σε βιώματα και ιστορίες ανθρακωρύχων;

Μ.Τ.: Είναι τόσα πολλά τα αρχεία, τόσες οι ιστορίες, τόσοι οι αιώνες κατά τους οποίους ανθρακωρύχοι σκάβουν και πεθαίνουν, που μοιάζει σαν να μην μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. 

Εκτός αυτού, η βασική κινησιολογική μας έρευνα ξεκίνησε από το σκάψιμο. Στο περσινό έργο Underthumbs όπου ξεκίνησε η έρευνά μας, πήγαμε και σκάψαμε προκειμένου να έχουμε την ακριβή σωματική εμπειρία.

Θέλαμε να φέρουμε στη σκηνή την ένταση, την επαναληψιμότητα και την κόπωση αυτής της εργασίας.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο μακροβιότερο εν λειτουργία «συναυλιάδικο» της Αθήνας -ίσως και της Ελλάδας-, το θρυλικό An Club. Οριακά φαντάζει site-specific.

Ποια είναι η δικιά σας σχέση με αυτόν τον χώρο; Πόσο μας λείπουν (πια) τέτοιοι χώροι; Και σε ποιον βαθμό η παράσταση δομήθηκε με τον An (και τους ανθρώπους του) στο πίσω μέρος του μυαλού σας;

Κ.Γ.: Και οι δύο μας έχουμε βρεθεί πολλές φορές σε συναυλίες στο An, έχουμε χορέψει, μεθύσει, ακούσει αγαπημένες μπάντες, εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες.

Το να επιστρέφουμε σε αυτόν τον χώρο για να φτιάξουμε κάτι δικό μας εδώ, είναι για μας συγκινητικό.

Και ναι, δυστυχώς, μάς λείπουν πια τέτοιο χώροι. Εστιασμένοι στη μουσική, με σταθερό χαρακτήρα, στο κέντρο της πόλης, πιο «οικογενειακοί» και ζεστοί.

Πλέον, σχεδόν όλες τις συναυλίες τις βλέπεις από τη γιγαντοοθόνη κάποιου τεραστίων διαστάσεων venue.

Η Εύα και ο Τάκης, οι κολώνες του An, ήταν πολύ υποστηρικτικοί από την αρχή, μας είπαν ιστορίες από το An, μας έδωσαν το χώρο απλόχερα, να πηγαίνουμε τα πρωινά για πρόβες.

Οπότε το έργο φτιάχτηκε στον χώρο και για τον χώρο. Φυσικά μπορεί να προσαρμοστεί αλλού, αλλά κουβαλάει τη μυρωδιά του An.

Είστε χορογράφοι και χορεύτριες (ίσως κουβαλάτε και άλλες ιδιότητες, τις οποίες δε γνωρίζω). Εκτός από πίστη σ’ αυτό που κάνεις, τι άλλο απαιτεί η ενασχόληση με τον χορό στην Ελλάδα του 2026;

Μ.Τ.: Γερά νεύρα (Γέλια).

Για εμάς, ο χορός πέρα από αγάπη, είναι κάτι παραπάνω από ενασχόληση. Είναι βιοπορισμός. Είναι το επάγγελμά μας.

Για να μπορούμε να το κάνουμε καλά και να βγαίνει ο μήνας πρέπει να δουλεύουμε πολλές φορές 7/7 και μερικές μέρες πάνω από 8 ώρες, πολλά πρότζεκτ ταυτόχρονα. Απαιτείται  αφιέρωση χρόνου πάνω από όλα.

Πέρα από τις πρόβες, τις παραστάσεις και τα μαθήματα συμπεριλαμβάνονται η προετοιμασία στο σπίτι για όλα αυτά.

Φυσικά, και η κατάθεση προτάσεων για επιχορήγηση στους διάφορους κρατικούς φορείς και φεστιβάλ, ώστε να επιτευχθεί κάποια χρηματοδότηση για τις δουλειές μας, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 5 τον χρόνο.

Όποιος έχει καταθέσει αντίστοιχη πρόταση μπορεί καταλάβει για πόσες απλήρωτες εργατοώρες μιλάμε.

Όλο αυτό δεν το κάνουμε από μαζοχισμό (λίγο, ίσως), αλλά γιατί πρέπει να προβλεφθεί ότι το επάγγελμα είναι εποχικό. Φέτος το καλοκαίρι, για παράδειγμα, τυχαίνει να πρόκειται να δουλέψω για 2 μήνες.

Τέλος,  απαιτείται η αφιέρωση του σώματος. Η σωματική κόπωση είναι κομμάτι μας, οι πόνοι συνηθισμένοι,  οι επισκέψεις στους φυσικοθεραπευτές μέσα στο πρόγραμμα. 

Αλλά εμείς εκεί, αμετανόητες.




Ίσως και λόγω της παρουσίας τόσων πολλών οικείων σε εσάς προσώπων, η πρεμιέρα του Tanko Down υπήρξε μια ζεστή -εν μέρει και συγκινητική- εμπειρία, ανατροφοδοτούμενη από την εξαιρετική συλλογική δουλειά σας.

Την αποζητάτε πάντα αυτήν τη ζεστή -και πλήρη αλληλοσεβασμού- σχέση με το όποιο κοινό σας; Ηλεκτρίζεστε από την ενέργειά του - όπως εξάλλου το ηλεκτρίζετε κι εσείς;

Κ.Γ.: Μια παράσταση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινό. Είναι σαν να ετοίμασες ένα ωραίο φαγητό και να μην υπάρχει κανείς εκεί να το γευτείτε παρέα.

Είναι καταλυτική η παρουσία του κοινού ώστε να μπορεί να γεννηθεί η παράσταση - γιατί η παράσταση δεν είναι αυτό που έχεις προετοιμάσει, είναι αυτό που γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή που μοιράζεται.

Αυτή είναι η μαγεία των παραστατικών τεχνών, αυτό το εφήμερο μοίρασμα. Οπότε θέλουμε να αντιμετωπίζουμε το κοινό με έναν σεβασμό και μια χαρά, που είναι εκεί μαζί μας, για να ακούσει και να δει την ιστορία την οποία θέλουμε να πούμε.

Το πώς είναι εκεί, με ποια διάθεση και ποια ανοιχτωσιά παρακολουθεί, φυσικά και μας επηρεάζει. Θέλουμε να το νιώθουμε την ώρα της παράστασης, γι’ αυτό και επιλέγουμε να έχουμε το κοινό πολύ κοντά μας, οριακά μέσα στον σκηνικό μας χώρο.

Η μουσική του Αλέξη Καλοφωλιά αποτελεί μια σημαντική ψηφίδα του «μωσαϊκού», ανακαλώντας μνήμες, χωρίς όμως να γίνεται νοσταλγική η τετριμμένη. Το αντίθετο.

Υπήρξε η σύνθεσή της ένα δημιουργικό «αλισβερίσι» των τριών σας;

Μ.Τ.: Χαίρομαι που «διάβασες» έτσι τη μουσική του Αλέξη! Ήταν στόχος μας να λειτουργήσει μη νοσταλγικά, αλλά με αναφορές.

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι ο Αλέξης, πολύ πριν τον γνωρίσουμε και του προτείνουμε συνεργασία, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη θεματική μας, ως εκπρόσωπος μιας underground σκηνής.

Όταν μας είπε το «ναι», είχαμε τρελαθεί από τη χαρά μας. Εκείνος μπήκε με απίστευτη ανοιχτωσιά και διάθεση να γνωρίσει και να δουλέψει για τον χορό, που πραγματικά μας συγκίνησε. 

Εμείς του λέγαμε περίπου τι φανταζόμαστε ή τι ύφος χρειάζεται η κάθε σκηνή κι εκείνος επέστρεφε με κομμάτια. Ή μπορεί να εμπνεόταν από κάποια πρόβα και στην επόμενη να επέστρεφε με «Κορίτσια, έφερα αυτό. Αν δε σας χρειάζεται, δεν πειράζει».

Και πάντα ήταν τόσο ωραία που βρίσκαμε τον τρόπο να τα εντάξουμε. 

Ζούμε σε ολοένα πιο εμπόλεμες συνθήκες - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γιατί έχει (ακόμα) νόημα να εμπλεκόμαστε με την τέχνη, με τον όποιο τρόπο; Αποτελεί -και γιατί- η καλλιτεχνική δημιουργία ένα (ακόμα) πεδίο άσκησης πολιτικής;

Μ.Τ.: Πολύ φοβάμαι πως δεν μπορεί να δοθεί μια καθαρή απάντηση.  Η λειτουργία της τέχνης ανά τους -πάντα εμπόλεμους- αιώνες αποτελεί φιλοσοφικό πια πεδίο συζήτησης και αναζήτησης. 

Μ’ αρέσει η προσέγγιση του Νίτσε, «Έχουμε την τέχνη για να μην μας καταστρέψει η αλήθεια».

Το αν η καλλιτεχνική δημιουργία αποτελεί άσκηση πολιτικής, είναι πάλι μια μεγάλη συζήτηση. 

Θα έλεγα ότι εξαρτάται από την πρόθεση και την τοποθέτηση του δημιουργού. Ωστόσο, υπάρχουν και παραδείγματα «απολιτίκ» δημιουργών των οποίων, όμως, το έργο είναι τόσο ισχυρό που μπορεί να σε μετατοπίσει.

Αυτή είναι και η ομορφιά της τέχνης. Λειτουργεί ερήμην του ανθρώπου, για την ευτυχία του.

Οι φωτογραφίες είναι της Πένυς Σωτηροπούλου.

Ευχαριστώ θερμά την Ευαγγελία Σκρομπόλα για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και τις συνδημιουργούς για τον χρόνο και τη θετική ενέργειά τους.

Η χοροθεατρική παράσταση Tanko Down, σε σύλληψη, χορογραφία και ερμηνεία Κατερίνας Γεβετζή και Μαργαρίτας Τρίκκα, παρουσιάζεται στο An Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια), μέχρι και τις 26 Μαΐου.

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα-Τρίτη, 21:00.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου