Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άννα Πατσέκο: «Συχνά, μιλάω για την ‘γκουρμεδοποίηση’ του κέντρου των πόλεων»

 


Συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου, το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη της Άννα Πατσέκο αναδεικνύει τις κοινωνικές συνέπειες της τουριστικής βιομηχανίας.

Μια διεξοδική συζήτηση με την συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Γιατί ταξιδεύουμε και ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός ταξιδιώτη και ενός τουρίστα, αν υπάρχει; Τι σημαίνει στην πραγματικότητα το «ταξίδι» σε υπαρξιακό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο;

Κατά την άποψή μου, είναι μια μάλλον μη βοηθητική διάκριση, αν αυτό που θέλουμε είναι να αναλύσουμε την πολυπλοκότητα του κλάδου και τις επιπτώσεις του. Γι’ αυτό, σε προσωπικό επίπεδο και ως ερευνήτρια, δε νιώθω άνετα να τη χρησιμοποιώ.

Παραδοσιακά, έχει χρησιμεύσει για να διακρίνει δύο τύπους ταξιδιωτών μέσω μιας ουσιαστικά ταξικής προκατάληψης:

Στον «ταξιδιώτη» αποδίδεται ένα σύνολο ηθικών χαρακτηριστικών, σαν να ήταν εγγενώς σεβαστός, βιώσιμος και εκ φύσεως περίεργος, ενώ ο «τουρίστας» έρχεται να αντιπροσωπεύει αυτήν την επεμβατική, καταστροφική και τελικά «κακή» εισβολή.

Προφανώς, κανείς μας δε θέλει να είναι τουρίστας και όλοι θέλουμε να είμαστε ταξιδιώτες.

Αλλά, παρατήρησε πως ακόμη και πλατφόρμες όπως η Airbnb, όταν εισήλθαν στις οικονομίες της Νότιας Ευρώπης μετά την κρίση του 2008, εκμεταλλεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του «ταξιδιώτη» στην προώθησή τους.

Ήταν μέρος του ήθους της εταιρείας να σε κάνει να αισθάνεσαι σαν ντόπιος σε ένα άνετο διαμέρισμα, να σε απομακρύνει από τα χυδαία κυκλώματα του μαζικού τουρισμού· να ταξιδεύεις «με σκοπό».

Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά.

Τις περισσότερες φορές, αυτή η διάκριση χρησιμοποιείται ως εμπορικό κίνητρο για την πώληση ενός είδους ταξιδιού το οποίο είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμο ως προς το αν είναι πιο ηθικό ή υπεύθυνο από άλλα.

Ή αν μπορεί να λύσει μια σύγκρουση ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει μια άλλη στην πορεία, όπως η αστικοποίηση νέων περιοχών, η εξωτικοποίηση ή άλλες «ήπιες» μορφές αποικιοκρατίας.

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο, για παράδειγμα, περιγράφει τον εαυτό του ένας Ευρωπαίος backpacker που ταξιδεύει για έξι μήνες στη Λατινική Αμερική.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψει στο εξωτερικό για έξι μήνες;

Αυτή η ιδέα του «αργού ταξιδιού», η οποία σίγουρα έχει θετικές πτυχές όσον αφορά στο κόστος ενέργειας, είναι μια ατομική πρόταση της μεσαίας τάξης.

Γι’ αυτό είμαι βαθιά επιφυλακτική απέναντι σε αυτήν τη διάκριση και τη βρίσκω αναποτελεσματική για τη διεξαγωγή μιας πραγματικά εις βάθος ταξικής ανάλυσης του ζητήματος.

Το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη είναι ένας συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου. Ποιες ανάγκες υπαγόρευσαν τη συγκεκριμένη μορφή αυτού του κειμένου;

Ναι, είναι ενδιαφέρον. Νομίζω ότι εδώ ενώνονται οι δύο ή τρεις πτυχές μου.

Κατ’ αρχάς, συνειδητοποίησα ότι μια καθαρά δοκιμιακή μορφή δε μου ερχόταν φυσικά.

Σύντομα, επηρεασμένη από συγγραφείς όπως ο Richard Sennett, ο David Graeber, η Barbara Ehrenreich ή η Leila Guerriero, κατάλαβα πως υπήρχε μια λίγο πολύ λογοτεχνική, λίγο πολύ ανθρωπολογική παρόρμηση που έπρεπε να είναι παρούσα.

Οι συναντήσεις με εργατικές επιτροπές, οι επισκέψεις σε πολυτελή ξενοδοχεία, τα πάρτι με εργάτες και στελέχη ήταν πολύ ενθαρρυντικά για να σκεφτώ την εργασία και τον τουρισμό· όλα ήταν γεμάτα εκπληκτικές λεπτομέρειες.

Σε εκείνο το σημείο, το βλέμμα μου έγινε σχεδόν μυθιστορηματικό-δημοσιογραφικό. Κατέγραψα μια τεράστια ποσότητα υλικού και, καθώς το μετέγραφα, συνειδητοποίησα ότι ορισμένα στοιχεία είχαν ήδη πολύ νόημα από μόνα τους, σε ακατέργαστη μορφή.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ένα μέρος του βιβλίου αναπαράγει μαρτυρίες εργατών σχεδόν χωρίς επεξεργασία. Καθοδηγήθηκα από μια φράση του κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ: «Οι κυριαρχούμενες τάξεις δε μιλούν, μιλούν γι’ αυτές».

Υπήρχε κάτι στην προσπάθεια να αντιστραφεί αυτό· στο να μη γίνεις μια απόμακρη, δίκαιη φωνή. Επιτρέποντας στο δοκίμιο να αποτελείται επίσης από μια πολλαπλότητα φωνών, ακόμη και φωνών οι οποίες αντιφάσκουν η μία την άλλη.

Το βιβλίο Ο Δρόμος προς την Αποβάθρα του Γουίγκαν του Τζορτζ Όργουελ, το οποίο εξερευνά τη δουλειά των ανθρακωρύχων και των οικογενειών τους στη βόρεια Αγγλία, άσκησε μεγάλη επιρροή.

Το ίδιο και το μυθιστόρημα Τεϊοποτεία της Λουίζα Καρνές, που διαδραματίζεται σε ένα ελιτίστικο καφέ κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας και είναι εμπνευσμένο από τη δουλειά της ίδιας της συγγραφέως σε ένα καφέ.

Μου φαίνεται, ως αναγνώστη του βιβλίου σου, ότι, εκτός από τον έντονα χιουμοριστικό -ακόμα και, κατά διαστήματα, σαρκαστικό- τόνο του, είναι προϊόν οργής και απογοήτευσης.

Πόσο απαιτητικό ήταν να πολιτικοποιήσεις αυτά τα συναισθήματα και να τα μετατρέψεις σε μια συνεκτική αφήγηση;

Σε σχεδόν όλα όσα γράφω, αυτό το χιούμορ απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν ξέρω καν πώς ή από πού προέρχεται.

Είναι αλήθεια ότι όταν γράφεις ένα βιβλίο σαν κι αυτό, πρέπει να είσαι αρκετά διακριτική ώστε να μην αφήσεις την αφηγηματική σου φωνή να κατακλύσει τα πάντα και να μετατρέψει την ανάγνωση σε μια πραγματική δοκιμασία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενοχλητικό από έναν πλακατζή (ο οποίος δεν είναι πλακατζής) που σου λέει πράγματα.

Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι δυνατόν να είμαστε ευφάνταστοι με τους αναγνώστες μας. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι εκείνοι που ξέρουν πώς να είναι διαυγείς, ακλόνητα πολιτικοί και αυθόρμητοι.

Ίσως λόγω του μη ακαδημαϊκού οικογενειακού μου υπόβαθρου, έχω εμμονή με την ευανάγνωστη φύση των εννοιών, με την προσβασιμότητα η οποία δε θυσιάζει την εκλέπτυνση ή τη ριζοσπαστικότητα.

Αυτό επιδιώκω και προσπαθώ να βελτιώνομαι κάθε μέρα.

Συχνά, σκέφτομαι επίσης μια φράση του Ισπανού «καταραμένου ποιητή» Μίτσι Πανέρο: «Σε αυτήν τη ζωή μπορείς να είσαι οτιδήποτε, εκτός από βαρετός». Υποθέτω πως έχει να κάνει και με αυτό.

Η διερεύνηση των ταξικών σχέσεων/ρήξεων μεταξύ της διοίκησης/ανώτατων στελεχών και των εργαζομένων στον τομέα του μαζικού τουρισμού/ξενοδοχείων στην Ισπανία είναι πολύ διορατική.

Πόσο δυναμικές -και ίσως μεταβλητές- είναι αυτές οι σχέσεις;

Αυτό με ενδιέφερε πολύ.

Πάντα λέω ότι, περισσότερο από ένα βιβλίο για τον τουρισμό, είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό βιβλίο για την εργασία.

Ήθελα να αναλύσω ποιες υποκειμενικότητες διαμορφώνουν την αυτοαντίληψη των εργαζομένων και πώς αλληλεπιδρούν με τις διευθυντικές βαθμίδες.

Επίσης, τι είδους σχέσεις και συναισθήματα δημιουργούνται· πώς υλοποιείται η εκμετάλλευση σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου, εξαρχής, η ίδια η έννοια του «εργαζομένου» έχει θολώσει.

Με εντυπωσίασαν οι ευφημισμοί οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη λέξη «εργαζόμενος», όπως Ταλέντο, Εσωτερικοί Πελάτες ή, πάνω απ’ όλα, Οικοδεσπότες.

Επιπλέον, ο τεράστιος πολλαπλασιασμός των ρόλων μεσαίας διοίκησης, που φτάνουν σε πραγματικά παράλογα επίπεδα, θέσεις όπου κανείς δεν έχει στην πραγματικότητα κανέναν υπό την ευθύνη του, παράγοντας πιο υποτακτικό εργατικό δυναμικό.

Φυσικά, αυτό δεν ισχύει αποκλειστικά για αυτόν τον τομέα. Πιθανότατα θα έχεις παρατηρήσει ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη δική σου δουλειά.

Υπήρξε μια προσπάθεια να σαρωθούν οι ιδιαιτερότητες της σύγχρονης εργασίας σε αυτή την τερματική και απελπισμένη φάση του καπιταλισμού.

Η τουριστικοποίηση έχει σταδιακά μετατρέψει ολόκληρες περιοχές και γειτονιές στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο σε θεματικά πάρκα απευθυνόμενα σε καταναλωτές υψηλού εισοδήματος.

Παράλληλα, οδηγεί στον εκτοπισμό πρώην κατοίκων.

Απολύτως. Συχνά, μιλάω για την «γκουρμεδοποίηση» του κέντρου των πόλεων.

Αν περπατήσεις στη Βαρκελώνη ή τη Μαδρίτη, ή σε οποιοδήποτε μεσαίας ή μεγάλης έκτασης κέντρο πόλης, θα παρατηρήσεις τον τεράστιο αριθμό διαφημίσεων και πινακίδων οι οποίες πωλούν «Πολυτελή Διαμερίσματα».

Τα καταστήματα αλλάζουν, στοχεύοντας σε ένα είδος πελάτη που δεν είμαστε εμείς.

Στην Passeig de Gràcia, έναν από τους ιστορικά ακριβότερους δρόμους της Βαρκελώνης, υπάρχει σχεδόν καθημερινά μια ατελείωτη ουρά έξω από το Loewe.

Ακόμη και η γαστρονομική προσφορά προσαρμόζεται στις προτάσεις πολυτελείας:

Τρόφιμα που κάποτε ήταν φθηνά, όπως τα μπιφτέκια, τώρα είναι ολοένα και πιο ακριβά και πωλούνται με την επωνυμία «γκουρμέ» σε μαύρο φόντο, με κόκκινα γράμματα και προκλητικό μάρκετινγκ.

Ακόμα κι έτσι, όσο κι αν προσπαθήσουν, δε θα τους αφήσουμε να κάνουν το ίδιο με τα κεμπάπ!

Αυτό το οποίο βλέπουμε είναι μια εκδίωξη και ελιτοποίηση της πόλης, με αρνητικές και δραματικές συνέπειες για όλους τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εκεί.

Πολλά δημοτικά συμβούλια έχουν στρώσει το κόκκινο χαλί για τους επενδυτές και έχουν πουλήσει εκτάσεις στον πλειοδότη με το πρόσχημα της προσέλκυσης «ποιοτικού τουρισμού».

Η έννοια, λοιπόν, της «ποιότητας», όπως και του «ταξιδιώτη», είναι στρατηγική μάρκετινγκ χρησιμοποιούμενη σε εμπορικές εκθέσεις και συνέδρια για να συνεχίσει να απορροφά πόρους από περιοχές και να τους μεταφέρει σε μια εταιρική ελίτ.

Αυτή είναι η αλήθεια για την τουριστικοποίηση:

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο τουρίστας -πόσο μάλλον ο φτωχός τουρίστας, που κάνει ό,τι μπορεί και καταλήγει στην Αθήνα για τρεις μέρες- αλλά ολόκληρος ο μηχανισμός ο οποίος καθιστά δυνατή τη συσσώρευση κεφαλαίου εις βάρος της δυστυχίας μας.

Ποια είναι η έκταση της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία αυτήν τη στιγμή και ποιο είναι το νομικό πλαίσιο λειτουργίας των Airbnb στη χώρα;

Το ποσοστό των νεαρών ιδιοκτητών κατοικιών έχει μειωθεί από 56,1% σε 30,6% σε διάστημα 20 ετών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Στατιστικού Ινστιτούτου (INE) της Ισπανίας.

Επιπλέον, άτομα κάτω των 35 ετών ξοδεύουν το ένα τρίτο του μισθού τους για την ενοικίαση δωματίου.

Αυτό έχει οδηγήσει στην επονομαζόμενη «γενιά των ενοικιαστών», σηματοδοτώντας μια μετατόπιση στην Ισπανία, μια χώρα ιστορικά χαρακτηριζόμενη από ισχυρή ιδιοκατοίκηση, εν μέρει λόγω ενός πολύ περιορισμένου αποθέματος δημόσιων ή επιδοτούμενων κατοικιών.

Αν, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, η Πλατφόρμα για τα Άτομα που Επηρεάζονται από Στεγαστικά Δάνεια (PAH) ήταν ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά κινήματα κατά των εξώσεων λόγω αθετήσεων των στεγαστικών δανείων, σήμερα τα συνδικάτα ενοικιαστών αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους λαϊκούς αγώνες.

Στη Βαρκελώνη, χάρη στους νόμους για τη ρύθμιση των ενοικίων που προωθούνται από την Ένωση Ενοικιαστών, οι αυξήσεις στα ενοίκια έχουν παγώσει, αν και αυτό παραμένει ανεπαρκές, καθώς οι τιμές ήταν ήδη πολύ υψηλές.

Σε πολλές άλλες ισπανικές πόλεις -ειδικά στη Μαδρίτη- οι τιμές έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Στη Μαδρίτη, η μέση τιμή ενός δωματίου είναι 625€.

Όσον αφορά το Airbnb, οι κανονισμοί διαφέρουν μεταξύ των Δήμων.

Η Βαρκελώνη, όπου ζω, ήταν η πρώτη πόλη στον κόσμο η οποία επέβαλε πρόστιμο στην πλατφόρμα το 2016 για την καταχώριση παράνομων διαμερισμάτων.

Με την πάροδο των ετών, το δημοτικό συμβούλιο έχει προσπαθήσει να επιβάλει πρόστιμα και να καταπολεμήσει τις μη αδειοδοτημένες ενοικιάσεις.

Ωστόσο, το πρόβλημα κάθε άλλο παρά έχει λυθεί -εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές καταχωρίσεις, ειδικά όταν συνδυάζονται με βραχυχρόνιες ενοικιάσεις- γεγονός που περιορίζει τον πραγματικό αντίκτυπο αυτών των μέτρων.

Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ 2008 και 2024, η συγκέντρωση ιδιοκτησίας ακινήτων έχει ανέβει στα ύψη:

Δεν είναι μόνο ότι η γενιά των ενοικιαστών δεν μπορεί να αγοράσει σπίτια, αλλά πως και άλλοι τα αγοράζουν για να κερδοσκοπήσουν. Αυτό είναι το υποβόσκον θέμα πίσω από το ζήτημα του τουρισμού.

Πώς μπορεί η τάση της υπερβολικής τουριστικοποίησης να αντιστραφεί συλλογικά ή τουλάχιστον να επιβραδυνθεί με αγώνες «από τα κάτω»;

Ποιες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας αυτού του -σε κάθε περίπτωση- απαραίτητου υπαρξιακού αγώνα;

Είναι μια τεράστια πρόκληση.

Η μάχη κατά της τουριστικοποίησης πρέπει να συμβαδίζει με τον αγώνα για πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση, τους οικολογικούς αγώνες και τον αγώνα για προσβάσιμη, ευχάριστη και υγιεινή ξεκούραση. Όλα είναι συνδεδεμένα.

Μου αρέσει να φαντάζομαι μια απάντηση στο διάσημο γκραφίτι «Τουρίστες γυρίστε στο σπίτι σας». Σε αυτό το σύνθημα, κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει: «Ποιο σπίτι; Ούτε εγώ έχω».

Η ιδέα είναι να αρθρωθεί ένα ευρύ πολιτικό υποκείμενο, το οποίο να περιλαμβάνει ντόπιους, περιστασιακούς επισκέπτες, μετανάστες, ακόμη και ψηφιακούς νομάδες ή ομογενείς.

Δεν απέχουμε και τόσο πολύ μεταξύ μας. Τελικά, το ζητούμενο είναι να σκεφτούμε τι είδους πόλεις ή κωμοπόλεις θέλουμε και τι είδους άνθρωποι θέλουμε να υπάρχουν σε αυτές. Έχει να κάνει με το δικαίωμα στην πόλη και στην ανάπαυση.

Και πάνω απ’ όλα, με το να φανταστούμε ένα παραγωγικό μοντέλου το οποίο θα μας επιτρέπει να ξεκουραζόμαστε περισσότερο και καλύτερα.

Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απαραίτητα αναδιαμόρφωση αυτού που μέχρι τώρα κατανοούσαμε ως «καλές διακοπές».

Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει, αλλά έχω ελπίδα.

Πάνω απ’ όλα, φαίνεται επείγον να τονίσουμε ότι δεν απαρνούμαστε τον ελεύθερο χρόνο και την ξεκούραση.

Αυτό το οποίο αρνούμαστε είναι να μας εκδιώξει η ελιτοποίηση και να επιτρέψει σε αυτήν τη μορφή τουρισμού για τους υπερπλούσιους να εδραιωθεί.

Πρόσφατα, μαζί με τον ερευνητή Έρνεστ Κανιάδα, ενδιαφέρθηκα πολύ να αναλύσω καινοτόμες εμπειρίες όπως ο συνδικαλιστικός τουρισμός στην Αργεντινή ή ο συνεταιριστικός τουρισμός στην Ουρουγουάη.

Νομίζω πως μπορούμε να μάθουμε πολλά από ορισμένες από αυτές τις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής.

Στο βιβλίο, αναφέρω το παράδειγμα του Sesc Bertioga στο Σάο Πάολο, ενός θέρετρου για εργαζόμενους στον τομέα των υπηρεσιών εύκολα προσβάσιμου στο κοινό, με καλή συμπεριφορά στους εργαζόμενους και καλούς μισθούς, κάτι ασυνήθιστο στη φιλοξενία.

Πώς θα περιέγραφες τις ιδανικές διακοπές σου είτε ως βιωματική εμπειρία, είτε ως εσωτερική επιθυμία;

Με τα χρόνια, έχω γίνει περισσότερο ένα πλάσμα της συνήθειας: Απολαμβάνω όλο και περισσότερο να μένω στο ίδιο μέρος. Μου αρέσει να χαλαρώνω όλη μέρα, να διαβάζω, να πηγαίνω στην παραλία, να τρώω και να κοιμάμαι, και να μην ελέγχω το email μου.

Αυτές είναι οι αγαπημένες μου διακοπές.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη βοήθειά του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο της Άννα Πατσέκο Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Χριστιάννας Νικηφοράκη.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου