Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

Rudi Protrudi: «Αγαπώ το ροκ εντ ρολ και πάντα θα το αγαπώ»

 


Ο αυτοαποκαλούμενος «γηραιότερος έφηβος του κόσμου», ο frontman και τραγουδιστής των The Fuzztones, Rudi Protrudi, έρχεται, παρέα με την θρυλική γκαράζ μπάντα του, για μια μοναδική συναυλία στο An Club στις 16 Οκτωβρίου.

Μια κουβέντα μαζί του, που σε μία περίπτωση προκαλεί δυσφορία.

Είσαι ο αυτοαποκαλούμενος «γηραιότερος έφηβος του κόσμου». Υπάρχει μια υγιής δόση παιδικότητας, (αυτο)σαρκασμού, ακόμη και αυταρέσκειας, σ’ αυτόν τον ισχυρισμό και σε άλλους στους οποίους έχεις προβεί όλα αυτά τα χρόνια.

Τι σημαίνει το να είσαι έφηβος;

Μπορώ μόνο να σου πω τι σημαίνει για μένα να είμαι έφηβος. Θέλω να είμαι κυρίαρχος του εαυτού μου και να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις, παρά τα όσα έχουν να πουν επ’ αυτού οι αυθεντίες - ακόμη κι οι συνομήλικοί μου.

Να κάνω την διασκέδαση προτεραιότητά μου και να ζω όσο πιο απαλλαγμένος μπορώ από έναν τρόπο ζωής σε έναν κόσμο που συνεχώς προσπαθεί να με περιορίζει.

Επειδή ήμουν πραγματικά έφηβος στην δεκαετία του 1960, εξακολουθώ να περιβάλλω τον εαυτό μου με την μουσική, την μόδα και την κουλτούρα που λάτρεψα εκείνη την περίοδο.

Αυτό με βοηθά να διατηρώ την εφηβική νοοτροπία, ακόμη και σ’ αυτή την ηλικία.

Όντας, λοιπόν, ο ίδιος έφηβος, χάρη στους Beatles απέκτησες εμμονή με το ροκ εντ ρολ, πήρες μια κιθάρα και σε ηλικία 14 ετών, σχεδόν πριν από 60 χρόνια, είχες δημιουργήσει το πρώτο σου συγκρότημα, King Arthur's Quart.

Πήρα μια κιθάρα στα 12 μου, αφού είδα τους Beatles στο τηλεοπτικό σόου του Ed Sullivan.

Μέσα από αυτούς ανακάλυψα τον σπουδαίο Chuck Berry, από τον οποίο έμαθα πώς να παίζω κιθάρα, κάνοντας εξάσκηση στους δίσκους του σε καθημερινή βάση.

Μόλις ένιωσα ότι ήμουν αρκετά καλός στην κιθάρα για να ξεκινήσω ένα συγκρότημα, αυτό ακριβώς έκανα.

Παίξαμε σε μερικούς χορούς γυμνασίου και εφήβων πριν διαλυθούμε και κατόπιν έφτιαξα το δεύτερο συγκρότημά μου, τους Rigor Mortis, το 1967.

Έχοντας υπάρξει τόσο καιρό στον χώρο της μουσικής, και με όλα τα σκαμπανεβάσματα, τις χαρές και τον πόνο, «την ομορφιά και την αιματοχυσία», πώς εγγράφεται ο χρόνος μέσα σου;

Είναι απλώς μέρος της ζωής μου. Αν είχα μια κανονική δουλειά, μάλλον θα βίωνα ακόμα σκαμπανεβάσματα, ομορφιά και αίμα.

Πιστεύω στο να ακολουθείς το όνειρό σου, ανεξάρτητα από το πόσα εμπόδια μπορεί να σταθούν στον δρόμο σου - πρέπει απλά να επιμείνεις σ’ αυτό και να τα ξεπεράσεις.

Αν επιλέξεις μια «ασφαλέστερη» διαδρομή και εγκαταλείψεις τα όνειρά σου, είσαι καταδικασμένος να ζήσεις μια ζωή τύψεων - αναρωτιέσαι πάντα πώς θα ήταν η ζωή σου αν μόνο είχες το θάρρος να κυνηγήσεις το όνειρό σου.

Αφού το επόμενο γκρουπ σας, οι Tina Peel, διαλύθηκε, συνέχισες σχηματίζοντας τους Fuzztones πριν από σχεδόν 45 χρόνια.

Θεωρηθήκατε «αναβιωτές» του είδους της γκαράζ ψυχεδέλειας εκείνη την εποχή. Αντιλαμβανόσασταν κι εσείς τους εαυτούς σας ως τέτοιους;

Πάντα μισούσα τον όρο «αναβιωτές», αν και διαδραματίσαμε καθοριστικό ρόλο στον να εφιστήσουμε την προσοχή του κοινού σ’ αυτό το είδος μουσικής.

Ο όρος, τουλάχιστον όταν χρησιμοποιήθηκε από τους κριτικούς, έμοιαζε πάντα να έχει μια αρνητική χροιά, σαν να μην ήμασταν πρωτότυποι...

Πάντα πίστευα ότι ήταν μάλλον παράλογο να εξευτελίσω το συγκρότημα επειδή έπαιζε μια μορφή μουσικής που είχε εγκαταλειφθεί και ξεχαστεί.

Στην πραγματικότητα, η μουσική που προωθούσαν όλοι οι κριτικοί ήταν εξαιρετικά μη πρωτότυπη και προϊόν οποιασδήποτε μπάντας ήταν δημοφιλής μια δεδομένη περίοδο.

Το γεγονός ότι δεν αντιγράψαμε κάποιο συγκεκριμένο συγκρότημα αλλά, στην πραγματικότητα, συνδυάσαμε διάφορα στοιχεία από διάφορες μπάντες -και γκαράζ μπάντες  της δεκαετίας του 1960 και τρας και παμπ ροκ της δεκαετίας του ’70, όπως οι Stooges και οι MC5- για να δημιουργήσουμε τον δικό μας, εύκολα αναγνωρίσιμο ήχο και στιλ διαφεύγει εντελώς από τους κριτικούς.

Σας αποδίδονται τα εύσημα για την εισαγωγή αυτού του ήχου στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Πιστεύετε ότι πράγματι έχετε συμβάλει στο να γίνει γνωστό και αγαπημένο το γκαράζ ροκ στην Ευρώπη;

Ναι, οι Fuzztones ήταν το πρώτο συγκρότημα που έφερε την μουσική «γκαράζ» στην Ευρώπη.

Και όχι μόνο την λεγόμενη «αναβίωση του γκαράζ ροκ», αλλά απλά το «γκαράζ», καθώς κανένα από τα γκαράζ συγκροτήματα της δεκαετίας του ’60 δεν περιόδευσε ποτέ στην Ευρώπη.

Εφόσον δεν ήσασταν «αναβιωτές», πώς βλέπατε τους εαυτούς σας, λοιπόν; 

Απλά θεωρούσαμε τους εαυτούς μας ως ένα καταραμένα καλό ροκ εντ ρολ συγκρότημα.

Ένα συγκρότημα το οποίο χρησιμοποίησε τις διάφορες επιρροές του -πολύ γκαράζ της δεκαετίας του ’60, αλλά και μπλουζ, R&R των ’50s, ακόμη και λίγο πρώιμο πανκ- για να φτιάξει κάτι δικό του.

Σχεδόν το ίδιο που είχαν κάνει πολλά άλλα θρυλικά ροκ εντ ρολ συγκροτήματα, όπως οι Rolling Stones, οι Ramones, οι Cramps...

Άκουσα το Encore, την τελευταία -μέχρι σήμερα- μουσική προσφορά των Fuzztones χθες το βράδυ και συμπέρανα με ανακούφιση ότι δεν έχετε χάσει καθόλου από την έμπνευση και τη ζωντάνια σας.

Τι άλλο «μαγειρεύετε» στο μουσικό μέτωπο έκτοτε;

Ασχολούμαι με το να παίζω και να ηχογραφώ τώρα, όπως όταν ξεκινήσαμε. Λατρεύω το ροκ εντ ρολ και πάντα θα το λατρεύω.

Μόλις έγραψα το τέταρτο βιβλίο μου και ψάχνω εκδότη. Ολοκληρώνω ένα νέο σόλο άλμπουμ -το πρώτο μου «γκαράζ» σόλο άλμπουμ-, το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες.

«Ξέρω ότι είναι ρετρό να είσαι ετεροφυλόφιλος στην σημερινή εποχή», τραγουδάς στο Barking at the wrong tree από το προαναφερθέν άλμπουμ. Θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει ακόμα και ίχνη ομοφοβίας σ’ έναν τέτοιο στίχο.

Για μένα, ωστόσο, στοχεύει πιο πολύ στην «μάστιγα» της πολιτικής ορθότητας, η οποία είναι συχνά υποκριτική και καταπνίγει την δημόσια συζήτηση στις μέρες μας. Ποια είναι η ερμηνεία σου;

Όποιος πιστεύει πως οι στίχοι είναι ομοφοβικοί πρέπει πραγματικά να είναι ηλίθιος!

Το τραγούδι γράφτηκε συγκεκριμένα για έναν Έλληνα promoter συναυλιών που με ερωτεύτηκε και ήθελε να με γαμήσει. Όντας πιστός ετεροφυλόφιλος, δεν ενδιαφερόμουν.

Ήταν αρκετά επίμονος, και μάλιστα προσπάθησε να μου ρίξει λίγη έκσταση στο ποτό με την ελπίδα να κάμψει την θέλησή μου! Το τραγούδι είναι, λοιπόν, ουσιαστικά η αντίδρασή μου στις προσπάθειές του να με κατακτήσει.

Γράφοντάς το, αποφάσισα να το χρησιμοποιήσω για να σχολιάσω επίσης την συνεχή προσπάθεια των Μ.Μ.Ε. να «κανονικοποιήσουν» την ομοφυλοφιλία πλημμυρίζοντας έτσι τις τηλεοπτικές εκπομπές μ’ έναν βομβαρδισμό της LGBT κ.λπ. προπαγάνδας.

Κοίτα, δε δίνω δεκάρα αν είσαι κάποιος που προτιμά να παίρνει πίπα από το να κάνει γλυφομούνι. Απλά μη μου επιβάλεις την ατζέντα σου*.

Μετά υπάρχει το επερχόμενο ντοκιμαντέρ, The Fuzztones vs the World, το οποίο υποθέτω ότι δεν πρόκειται να είναι μια τυπική βιογραφική δουλειά. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για αυτό; Και γιατί «vs the World», αλήθεια;

Το ντοκιμαντέρ μας θα αρχίσει να προβάλλεται σε διάφορες μικρές αίθουσες μέσα στον Οκτώβριο, και θα συνεχίσουμε να περιοδεύουμε στο πλαίσιο των προβολών του. Φυσικά, θα συνεχίσουμε να ηχογραφούμε ως συγκρότημα.

Αφορά τόσο εμένα όσο και για τους Fuzztones, γιατί έχω πολύ μεγάλη ιστορία ως ροκάς, και επειδή είχα πολλές περιπέτειες που μπορεί να θεωρηθούν ασυνήθιστες για τον μέσο θαυμαστή.

Έχω κάνει παρέα με πολλές «διασημότητες» - ιδιαίτερες εμβληματικές φυσιογνωμίες της δεκαετίας του ’60. Πολλές σεξουαλικές περιπέτειες επίσης... Ίσως και λίγα ναρκωτικά, τα συνηθισμένα, αλλά ανακατεμένα με τα ασυνήθιστα...

Το συγκρότημα έχει περάσει πολλά σκαμπανεβάσματα κι έχει αλλάξει πολλά line-ups. Στην πραγματικότητα, το ντοκιμαντέρ είναι πιο πολύ μια δήλωση επιμονής παρά οτιδήποτε άλλο: επιμονή στο να ακολουθείς το όνειρό σου.

Αυτό που μπορώ να σου πω για την ταινία είναι πως έγινε από τον Danny Garcia (Chip Baker Films).

Έχει κάνει αρκετά αξιοσημείωτα ντοκιμαντέρ, κυρίως σχετικά με εμβληματικές φυσιογνωμίες του πανκ ροκ, όπως οι Johnny Thunders, Stiv Bators, Brian Jones, και εμβληματικούς πανκ χώρους, όπως το Maxs Kansas City και το Chelsea Hotel.

Είμαι από τη φύση μου αρχειονόμος και πάντα κρατούσα οποιεσδήποτε διαφημίσεις, αφίσες και τα συναφή για εκπομπές που έχω κάνει, βίντεο από προηγούμενες παραστάσεις κ.λπ.

Έτσι, μπόρεσα να δώσω στον Danny πολύ περισσότερο απ’ όσο, πολύ πιθανόν, θα δινόταν για οποιοδήποτε άλλο ροκ ντοκιμαντέρ.

Οι θαυμαστές θα λατρέψουν πραγματικά αυτή την ταινία και είμαι βέβαιος ότι θα προσελκύσει πολλούς ανθρώπους που μέχρι τώρα δεν ήταν εξοικειωμένοι μαζί μας.

Στις 16 Οκτωβρίου «προσγειώνεσαι» για άλλη μια φορά στην γνώριμη σκηνή του An Club στην Αθήνα. Δε χορταίνεις την Ελλάδα -ή την Αθήνα συγκεκριμένα-, φαίνεται. Έχεις «εξευρωπαϊστεί» με την πάροδο του χρόνου;

Μετακόμισα στο Βερολίνο πριν από 20 χρόνια και η τωρινή σύνθεση του γκρουπ, η οποία υπάρχει τα τελευταία 8 χρόνια, είναι ευρωπαϊκή, οπότε ναι, υποθέτω πως έχω εξευρωπαϊστεί!

συνέντευξη με τον Rudi Protrudi δόθηκε μέσω email, συνεπώς δεν είχα την δυνατότητα να σχολιάσω την ομοφοβική άποψή του.

Οι The Fuzztones, με frontman και τραγουδιστή τον Rudi Protrudi, εμφανίζονται λάιβ στο An Club την Τετάρτη 16 Οκτωβρίου. Opening act οι Diesel Cindy. Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

30ό ΔΦΚΑ: Ομνύει στη «συμπερίληψη», ανθεί στους αποκλεισμούς

 

Φωτογραφία: Ioannis Stefanidis/AIFF 2024

Ομνύει «καταστατικά» στη «συμπερίληψη», αλλά ανθεί στους αποκλεισμούς. Ο λόγος για το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, γνωστό και ως «Νύχτες Πρεμιέρας», που φέτος συμπληρώνει 30 χρόνια λειτουργίας.

Πέρα από την καθιέρωση ενός εισιτηρίου το οποίο κάθε άλλο παρά οικονομικό για τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα μπορεί να θεωρείται (8 Ευρώ), φέτος η διοργάνωση του Φεστιβάλ προχώρησε σε άλλη μια πρωτοτυπία.

Περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα των διαπιστευμένων (από αυτό) δημοσιογράφων/κριτικών κινηματογράφου να έχουν δωρεάν πρόσβαση τουλάχιστον στις προβολές του Διεθνούς Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ.

Έτσι, εκτός κι αν κάποιος/κάποια είναι μέλος της ΠΕΚΚ και ταυτόχρονα της επιτροπής της η οποία δίνει το αντίστοιχο βραβείο, δικαιούται μόνο 5 δωρεάν προβολές συνολικά.

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πρακτικά αδύνατη η όποια σοβαρή δημοσιογραφική κάλυψη του ΔΦΚΑ από ένα ευρύτερο σώμα δημοσιογράφων/κριτικών κινηματογράφου.

Αν κάτι τέτοιο επιθυμεί τελικά η οργανωτική ομάδα του Φεστιβάλ, ας έχει τουλάχιστον την εντιμότητα να το δηλώσει ευθαρσώς.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Άλκι Παπασταθόπουλος: «Κάνω σινεμά μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχω την ζωή»

 


Ένα βαθιά πολιτικό «love story αποχωρισμού» με δυο τρανς ηρωίδες οι οποίες βιώνουν έναν ανομολόγητο έρωτα σε μια κοινωνία όπου η καταστολή παραμονεύει, το Honeymoon του Άλκι Παπασταθόπουλος ξεχώρισε φέτος στην Δράμα.

Μια εκτενής συνομιλία με το Άλκι.

Μόλις σε είδα στην σκηνή του Ολύμπια την ημέρα την ελληνικής πρεμιέρας του Honeymoon στην Δράμα φορώντας παλαιστινιακή μαντήλα, σκέφτηκα: «Θέλω να γνωρίσω έναν άνθρωπο που επιλέγει αυτήν την συμβολική κίνηση».

Γιατί σε αναστατώνει τόσο πολύ η γενοκτονία στην Γάζα;

Σε φεστιβαλικό επίπεδο, δε θεωρώ ότι πρόκειται για μια τόσο συμβολική κίνηση, εφόσον έχει πλέον επιβληθεί ακραία λογοκρισία.

Ειδικά τον τελευταίο χρόνο, στα φεστιβάλ συντελείται τρομερή αποσιώπηση σε σχέση με την γενοκτονία στην Γάζα.

Η εκπροσώπηση Παλαιστίνιων σκηνοθετών σ’ αυτά είναι, εξάλλου, πολύ μικρότερη, εργαζόμενοι σε πολιτιστικούς φορείς απολύονται και μεγαλόσχημοι ακαδημαϊκοί κάνουν διαλέξεις σε υπόγεια.

Προσωπικά, δεν μπορώ να εμφανιστώ κάπου όπου μου προσφέρεται ένα βήμα και να μη μιλήσω γι’ αυτό το ζήτημα. Ήδη μου φαίνεται παράξενο κι αντιφατικό πως συμβαίνει μια γενοκτονία κι εμείς γιορτάζουμε τις ταινίες.

Κι όταν μάλιστα, όπως κι εσύ ήδη το επεσήμανες, δεν εκπροσωπείται καν η παλαιστινιακή πλευρά. Κι όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει σε πολύ περιορισμένο βαθμό.

Την στιγμή που μιλάμε υπάρχουν στην Ελλάδα φεστιβάλ που συνεργάζονται με την Πρεσβεία του Ισραήλ. Το Φεστιβάλ Δράμας δεν ήταν, ευτυχώς, ένα από αυτά.

Ένα παράλληλο δίωρο πρόγραμμα με ταινίες για την Παλαιστίνη θα ήταν, πάντως, απαραίτητο. Σε άλλα φεστιβάλ -όπως στης Γλασκώβης, της Κοπεγχάγης, του Λάιντεν- κάτι τέτοιο έχει συμβεί.

Δεν είναι δυνατόν τα φεστιβάλ, ως πηγή προοδευτισμού, από την μία να κάνουν λόγο για ανοιχτότητα και ποικιλομορφία, κι από την άλλη να μην αναφέρονται στην γενοκτονία έστω με όρους διεκδίκησης της κατάπαυσης πυρός.

Για να επιστρέψουμε σε σένα και στην δουλειά σου, νιώθεις ότι μπορείς ν’ αφηγηθείς τις ιστορίες που θέλεις ν’ αφηγηθείς;

Έχω μάθει πάντα να μιλάω για τις ιστορίες που ξέρω. Δεν προσπαθώ ποτέ να μιλήσω για ιστορίες οι οποίες δε με αφορούν και δεν προέρχονται από την δική μου κοινότητα.

Κι αν δε γνωρίζω τα θέματα που θίγω, συνεργάζομαι με ανθρώπους οι οποίοι τα ξέρουν καλύτερα από μένα.

Ακόμα κι αν αποφάσιζα να ψηλαφίσω μια άλλη κοινότητα, θα προσπαθούσα να το κάνω από μια θέση που θα δημιουργήσει ένα τίμιο representation για αυτά τα άτομα.

Δηλαδή, αν είσαι cis straight και θες ντε και καλά να κάνεις ένα κουίρ φιλμ, τουλάχιστον do your research.




Δεν αποτελεί δυνητικό κίνδυνο η μετατροπή της ενασχόλησης με το έμφυλο/την ΛΟΑΤΚΙ+ θεματολογία σε μόδα;

Για μένα ο βασικός κίνδυνος αφορά στο ίδιο το σινεμά, καθώς γίνονται ταινίες που δεν είναι καλές γιατί οι άνθρωποι οι οποίοι τις κάνουν δεν ξέρουν για ποιο πράγμα μιλούν.

Ο δεύτερος κίνδυνος συνίσταται στο ότι χρηματοδοτούνται οι ίδιοι δημιουργοί που θα σκηνοθετούσαν ένα αστυνομικό δράμα, για παράδειγμα, για να αποτυπώσουν τις ζωές άλλων, στους οποίους δε δίνεται η ευκαιρία να απεικονίσουν τις δικές τους ζωές.

Εκτίμησα το Honeymoon -και νομίζω πως εκτιμήθηκε τόσο πολύ ευρύτερα- επειδή ακριβώς αποπνέει την αλήθεια του (δυνητικά) βιωμένου. Αυτό αποδεικνύει, άλλωστε, τα λεγόμενά σου.

Χρειάστηκε, ωστόσο, αρκετός χρόνος ώστε να με εμπιστευτεί το industry και να μου δώσει λεφτά, γιατί επρόκειτο για μια ακριβή παραγωγή. Επομένως, έπρεπε να λάβω όλες τις επιχορηγήσεις που μπορούσα να λάβω.

Ταυτόχρονα, το Honeymoon λειτουργεί έτσι επειδή και οι δύο πρωταγωνίστριες, η Μαίρη Πετρούλιου και η Νάσια Συντέτα, έδωσαν πολλή από την εμπειρία τους σ’ αυτό το φιλμ.

Τα δύο τελευταία drafts του σεναρίου γράφτηκαν πάνω στις δικές τους εμπειρίες, τους δικούς τους μανιερισμούς.

Ήμουν πάντα όλο αυτιά. Αυτό νομίζω ότι πρέπει να συμβαίνει όταν αποφασίζεις να δουλέψεις με μειονότητες και να εκπροσωπήσεις αυτές τις φωνές, ακόμα κι όταν προέρχεσαι από το ίδιο community.

Θέλω οι ταινίες που κάνω να είναι ενδυναμωτικές για το όλο το community χωρίς να δίνεται η αίσθηση ότι είναι misery porn. Nα μην αισθανθεί κάποιο μέλος του community πως, έχοντας παρακολουθήσει το Honeymoon, επανατραυματίζεται.

Εκτός από το κοινό της κοινότητας, δε σε ενδιαφέρει και το ευρύτερο;

Η ταινία ήταν από τις πιο commercial που μπορούσες να βρεις σε προγράμματα διεθνών φεστιβάλ - κι έχει ταξιδέψει πολύ στο εξωτερικό. Αυτή ήταν μια στόχευση εξ αρχής.

Ήθελα να είναι ένα φιλμ που θα το καταλάβαινε η μάνα μου κι ο πατέρας μου ή η γιαγιά κάποιου, το οποίο θα έχει μια απεύθυνση όσο πιο massive μπορώ να πετύχω ως δημιουργό.

Παράλληλα, ήθελα να δείξω σε ένα ευρύτερο κοινό ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είμαστε εδώ για να μας λυπάστε. Προτιμώ το κοινό να αισθανθεί φόβο, συνειδητοποιώντας πως αυτό το community διαθέτει δύναμη.

Σπάνια αναδεικνύονται και αναπαρίστανται φιλμικά τα υποκείμενα -ατομικά και συλλογικά- στην πολυπλοκότητά τους. Συνήθως παρουσιάζονται είτε ως θύματα που αξίζουν τον οίκτο μας, είτε ως εχθροί που χρήζουν καταπολέμησης.

Ο τρίτος -και πιο ambiguous- πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Honeymoοn, εκείνος του Παύλου, μεταβλήθηκε, τουλάχιστον σεναριακά, περισσότερο από όλους.

Σταδιακά συνειδητοποίησα πως δεν είναι δυνατόν οι ηρωίδες να συναντάνε μόνο κακούς ανθρώπους και να τους συμβαίνουν κακά πράγματα. Δεν είναι έτσι η ζωή.

Ούτε ήθελα να στοχοποιήσω το υποκείμενο του chaser, δηλαδή τους cis straight άντρες που φετιχοποιούν τα τρανς σώματα.

Είναι μια κατηγορία ανθρώπων η οποία συχνά απεικονίζεται ως ανώμαλη, αλλά για μένα η συγκεκριμένη ανάγνωση είναι πάρα πολύ περιορισμένη.

Συνήθως, αυτοί οι άντρες απεικονίζονται κυρίως με αυτόν τον τρόπο στο σινεμά γιατί έτσι ποινικοποιείται κι η ίδια η επιθυμία προς τα τρανς σώματα.

Για μένα, ο Παύλος είναι απλώς πολύ ερωτευμένος με την Σάντρα, γι’ αυτό και του γεννιούνται φροντιστικά συναισθήματα. Εξελίχθηκε, λοιπόν, σε κανονικό τύπο.

Κάθε άνθρωπος, άλλωστε, συντίθεται από αντιφάσεις - και προχωράει ή δεν προχωράει.

Ακόμα και τις ίδιες τα ηρωίδες, προσπάθησα να μην τις αποτυπώσω ως glorified, να είναι όσο πιο three-dimensional μπορούσαν να είναι, μιας κι η ταινία μιλάει και για τον μεταξύ τους έρωτα, ο οποίος είναι ανείπωτος.

Είναι δυο τύπες που αγαπιούνται λόγω του bonding το οποίο έχουν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι γκόμενες.




Ένιωσα, παρακολουθώντας το Honeymoon, πως υπήρχαν δύο αφηγηματικές κλιμακώσεις.

Η μια λίγο μετά την αρχή του, στον σταθμό των ΚΤΕΛ όπου δέχονται ομοφοβική/τρανσφοβική επίθεση, και η δεύτερη προς το τέλος του φιλμ. Είναι έτσι διαρθρωμένες ώστε να δώσουν μια δραματουργική πνοή στην ταινία;

Όσο οι τύπες είναι monitored, δεν είναι όπως θέλουν να είναι μεταξύ τους. Βρίσκονται διαρκώς σε μια διαδικασία fight or fly.

Οι συγκεκριμένες σκηνές δεν είναι, επομένως, τοποθετημένες ακριβώς ως κλιμακώσεις, αλλά ως η οριοθέτηση της αρχής και του τέλους του χρόνου που θα είναι η Σάντρα και η Φαίη μεταξύ τους.

Δόμησα την ταινία ως ένα love story αποχωρισμού. Αφορά στην νοηματοδότηση της σχέσης τους, κι όχι στην βία την οποία δέχονται. Αυτήν έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να την παραλείψω. Διαφορετικά, θα έκανα φιλμ επιστημονικής φαντασίας!

Ήθελα να μιλήσω για το πόσο σημαντικό είναι να εγκαταλείπεις το όνειρο σου για χάρη της συντροφικότητας και του μαζί.

Το Honeymoon είναι βαθιά πολιτική δουλειά - κι όχι με τον τρόπο του μανιφέστου. Κατά την γνώμη σου, νεότερες γενιές εγχώριων «μικρομηκάδων» αποφεύγουν τις ταινίες με πολιτικές αιχμές; Αυτή είναι η δικιά μου εκτίμηση.

Δεν ξέρω αν αυτό έχει απαραιτήτως να κάνει με το σινεμά ή με το γενικότερο outlook των ανθρώπων για την ζωή. Μπορεί να σχετίζεται με μια γενικότερη έλλειψη πολιτικοποίησης.

Σε γενιές μικρότερες κι απ’ την δική μου, υπάρχουν άτομα που είναι ακραία πολιτικοποιημένα κι άλλα που επιλέγουν ως πολιτικοποίηση το «ντελούλου».

Υπάρχει μια αμηχανία ως προς το να κάνουν σινεμά που να είναι διδακτικό. Γι’ αυτά τα παιδιά, το διδακτικό είναι και cringe.

Ένα κουίρ άτομο επειδή είναι όπως είναι, επειδή φέρει το σώμα που φέρει, κάνει πολιτική κάθε μέρα, ακόμα κι αν δεν κατανοεί κατ’ ανάγκη τι είναι ο καπιταλισμός ή πώς λειτουργεί.




Moυ λείπουν, ωστόσο, οι μικρού μήκους ταινίες με κοινωνικοπολιτική διάσταση, σε μια περίοδο κοσμογονικών αλλαγών σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο. Αντιθέτως, εντοπίζω μια εσωστρέφεια, μια τάση απόσυρσης στον εαυτό.

Μάλλον γίνονται πιο προσωπικές δουλειές.

Έχουμε περάσει δυο χρόνια κόβιντ και τρία χρόνια μηδενικής συλλογικοποίησης και απόλυτης καταστολής.

Αν σ’ αυτήν την πενταετία προσθέσεις την εμπεδωμένη από τον κόσμο αίσθηση πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για ν’ αλλάξεις το οτιδήποτε, δεν είναι τόσο παράλογο που δημιουργούνται πιο εσωστρεφείς ταινίες.

Πολλοί, εξάλλου, οι οποίοι θέλουν να κάνουν «πολιτικό» σινεμά, στρέφονται στην κατεύθυνση του μαγικού ρεαλισμού, οπότε μπορεί ο πολιτικός χαρακτήρας των φιλμ τους να είναι πιο sugar-coated, πιο υπαινικτικός.

Ασχολούμενο επίσης, με πολιτικά ζητήματα φοβάσαι ότι θα κριθείς βάσει του περιεχομένου όσων θέλεις ν’ αφηγηθείς, του πολιτικού μηνύματος της δουλειάς σου, εξαιτίας του οποίου μπορεί να μην πάρεις τα χρήματα που αιτείσαι.

Το Honeymoon καθυστέρησε τόσο πολύ να πάρει χρηματοδότηση και λόγω του περιεχομένου του.

Κι όταν αυτό συνέβη, δεν ήταν γιατί είχε αλλάξει η ταινία, αλλά γιατί είχε, στο μεταξύ, αλλάξει η κοινωνία προς το χειρότερο, άρα περισσότεροι άνθρωποι καταλάβαιναν την ανάγκη να γίνει αυτή η ταινία.

Το Honeymoon εντάσσεται στιλιστικά στην παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, ο οποίος, όπως δήλωσες στο Q&A στην Δράμα την επομένη της πρεμιέρας του, σε έχει κουράσει.

Σε έχει κουράσει ως είδος ή είναι η κοινωνική πραγματική πραγματικότητα την οποία αποτυπώνει αυτή που σε έχει κουράσει περισσότερο;

Νομίζω ότι είναι η πραγματικότητα.

Επειδή κάνω σινεμά μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχω την ζωή και θέλω να ξεφύγω από αυτήν, γράφω ταινίες μέσα από την ζωή - κι έτσι ξεφεύγω απ’ το χάλι μου.

Ο ζόφος της ζωής στις μέρες μας εξελίσσεται, όμως, με τόσο ραγδαίους ρυθμούς, που οι χρόνοι του σινεμά δεν τoν προλαβαίνουν.

Το να τρέξω, λοιπόν, πίσω από μια πραγματικότητα η οποία πάει από το κακό στο χειρότερο, προκειμένου να μιλήσω γι’ αυτήν, μπορεί να με διαλύσει.

Από την άλλη, δε θέλω να καταφύγω στην συγγραφή ιστοριών πολύ εσωτερικής χρήσης.

Θέλω να συνεχίσω να κάνω πολιτικό σινεμά. Κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω είναι να δημιουργήσω σύμπαντα τα οποία καθρεφτίζουν το δικό μας, αλλά δεν είναι αυτό.

Ευχαριστώ το Άλκι Παπασταθόπουλος για την παραχώρηση των φωτογραφιών που συνοδεύουν το κείμενο.

Η ταινία του Άλκι Παπασταθόπουλος Honeymoon έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε τέσσερα βραβεία.

Η αθηναϊκή πρεμιέρα του φιλμ πραγματοποιείται στο πλαίσιο του τμήματος Ελληνικές μικρές ιστορίες του 30ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (Πέμπτη 10 Οκτωβρίου, κινηματογράφος Άστορ, 17:00).

Την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου (21:15-23:00) ταξιδεύει στον κινηματογράφο Ίριδα (Ακαδημίας 55), όπου, μεταξύ 24 και 27 Οκτωβρίου, θα προβληθεί μια επιλογή φιλμ από τα φετινά Εθνικά προγράμματα του Φεστιβάλ Δράμας.

Η ταινία συνεχίζει την εγχώρια φεστιβαλική διαδρομή της στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Υρώ Τσάμογλου: «Σε κάθε παράσταση ή ταινία υπάρχει χώρος για χιούμορ»

 


Μια από τις ταινίες που χειροκροτήθηκαν περισσότερο στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας, το απαρατάτεμε της Μένης Τσιλιανίδου είναι μια πανέξυπνη κωμωδία με έντονο ΛΟΑΤΚΙ αποτύπωμα, που σέβεται τον εαυτό της και το κοινό.

Μια συζήτηση με την βραβευμένη στην Δράμα πρωταγωνίστρια του φιλμ, Υρώ Τσάμογλου, ενόψει της προβολής του απαρατάτεμε στις 30ές Νύχτες Πρεμιέρας.

Είναι πολύ ενθαρρυντικό να εισπράττεις αναγνώριση με οποιονδήποτε τρόπο όταν βρίσκεσαι στα πρώτα σου καλλιτεχνικά βήματα.

Πώς νιώθεις, λοιπόν, για το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Εθνικό Σπουδαστικό που κέρδισες για τον ρόλο σου στο απαρατάτεμε, το οποίο πολύ άρεσε φέτος στην Δράμα;

Είμαι πολύ χαρούμενη!

Ελπίζω όλα τα βραβεία που κέρδισε η ταινία να βοηθήσουν, γιατί είναι δύσκολα τα πράγματα. Μπορεί, όμως, να είναι και η τελευταία μου δουλειά στον κινηματογράφο - που ελπίζω να μην είναι!

Η δικιά σου σχέση με το σινεμά τόσο ως θεατής όσο και ως ηθοποιός, πόσο πίσω στον χρόνο ανάγεται;

Όλοι και όλες ως παιδιά έχουμε παρακολουθήσει κινηματογράφο στην Τηλεόραση με τους γονείς μας.

Το να τον παρακολουθείς, όμως, στην μεγάλη οθόνη ένα βράδυ, στο σκοτάδι, με συνοδεία ποπ κορν και μπύρες, είναι σαν ιεροτελεστία.

Ποια ήταν μια από αυτές τις βραδιές που πιο πολύ σου έχει εντυπωθεί στην μνήμη;

Η αλήθεια είναι ότι με τους γονείς μου ποτέ δεν πηγαίναμε σινεμά ή θέατρο. Δεν ήταν πολύ κινηματογραφόφιλοι ή θεατρόφιλοι. Μεγαλύτερη πια ξεκίνησα να το κάνω, με παρέες.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά το Interstellar, με το οποίο είχα πάθει πλάκα, ή το Αμελί.

Επειδή όλα ξεκινάνε όχι κατ’ ανάγκη για κάποιον λόγο, αλλά κάποτε, ποια ήταν η στιγμή που αποφάσισες να δοκιμάσεις τον εαυτό σου στην ηθοποιία; Ή επρόκειτο για κάτι τυχαίο;

Όταν βρισκόμουν στην αμήχανη διαδικασία της συμπλήρωσης του μηχανογραφικού ενόψει Πανελληνίων, η η ηθοποιία ήταν το μόνο πεδίο στο οποίο θα μπορούσα να σκεφτώ τον εαυτό μου να υπάρχει τα επόμενα χρόνια της ζωής μου χωρίς κατάθλιψη.

Αλήθεια; Επειδή ο χώρος του θεάματος, γενικά, και του σινεμά, ειδικά, κάθε άλλο παρά χαρούμενος είναι, ιδίως σε ό,τι αφορά το πώς εισέρχεσαι και παραμένεις σ’ αυτόν.

Δεν αγνοούσα παντελώς τα προβλήματα που υπάρχουν, ωστόσο ιδανικά δε θα ήθελα να έχω μια δουλειά 9-5, 5 στα 7, αν και το έχω κάνει κατά περιόδους και μου έχει δημιουργήσει πολύ μεγάλη θλίψη. Δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι.

Θέλεις, επομένως, κάτι που να σε απελευθερώνει σε πολλά επίπεδα, έτσι;

Η τέχνη σε γεμίζει. Νιώθω ότι ο χρόνος ενασχόλησης μ’ αυτήν είναι πιο ποιοτικός.

Τυχαία, επομένως, ξεκίνησα, αλλά βρήκα έναν δρόμο με την εισαγωγή μου στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ. Κατόπιν έδωσα εξετάσεις για Υποκριτική, και πέρασα.

Όλα κυλούσαν όμορφα στην Σχολή, ήμασταν πολύ δεμένα όλα τα παιδιά.

Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να κυνηγήσω το σινεμά, ωστόσο. Έπεσε στην αντίληψή μου η ακρόαση για το απαρατάτεμε, όμως, και σκέφτηκα: «Ας στείλω».




Είχες άλλη υποκριτική εμπειρία πριν από αυτή;

Στον κινηματογράφο όχι. Όσον αφορά στο θέατρο, είχαμε παρουσιάσει την διπλωματική μας, τις Μάγισσες, σε διάφορους χώρους στην Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Βενετία.

Είχα συμμετάσχει σε μια ακόμη παράσταση, την Ευριπίδου Άλκηστη του Γιάννη Μαυρόπουλου.

Και η διπλωματική και η ταινία αγαπήθηκαν από τον κόσμο.

Με βάση την μέχρι τώρα υποκριτική σου εμπειρία, βρίσκεις διαφορές ανάμεσα στο θέατρο και το σινεμά;

Είναι διαφορετικοί κόσμοι. Είναι εντελώς διαφορετικό να παίζεις μπροστά σε ανθρώπους και μπροστά σε μια κάμερα.

Στο απαρατάτεμε, για παράδειγμα, οι σεναριογράφοι και η σκηνοθέτρια είχαν ένα όραμα, οπότε υπήρχε μια πιο «καθαρή» κατεύθυνση.

Οι Μάγισσες, από την άλλη, ήταν devised theater (θέατρο της επινόησης), συνεπώς δεν υπήρχε έτοιμο κείμενο. Εμείς δημιουργήσαμε το κείμενο και τις σκηνικές δράσεις.

Σε ό,τι αφορά την διαδικασία των προβών, υπάρχουν ομοιότητες, αν και οι θεατρικές πρόβες είναι πιο δημιουργικές.

Κέρδισες ή έζησες κάτι περισσότερο από τις πρόβες για το απαρατάτεμε σε σχέση με τις παραστάσεις;

Το ταξίδι στο απαρατάτεμε συνίστατο, αφ’ ενός, στο να ανακαλύψω τον ρόλο της πρωταγωνίστριας, της Νίνας: γιατί είναι όπως είναι, σκέφτεται όπως σκέφτεται, λέει ό,τι λέει.

Αφ’ ετέρου, στην αλληλεπίδραση με τον Στάθη, τον Δημήτρη Ναζίρη.

Στις Μάγισσες, αντιθέτως, δεν υπήρχαν «ρόλοι». Ήμασταν δύο άτομα επί σκηνής, τα οποία μόνο κατά διαστήματα έμπαιναν σε ρόλους.

Η έμφυλη/ΛΟΑΤΚΙ+ διάσταση του φιλμ ήταν ήδη αποτυπωμένη στο σενάριο ή είχες κι εσύ κάποιον λόγο για τον χαρακτήρα που ενσάρκωνες;

Όλες είμαστε στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, άρα ήταν σημαντικό ο χαρακτήρας της Νίνας να μην είναι μια καρικατούρα. Φροντίσαμε, λοιπόν, να είναι έτσι δομημένος, ώστε να μπορεί το κοινό να ταυτιστεί μαζί του.

Δε συνέβαλα στην δημιουργία της Νίνας σεναριακά, αλλά είχα την ελευθερία να προτείνω ιδέες.




Η συνύπαρξη με τον Δημήτρη Ναζίρη ήταν εξίσου απολαυστική και εκτός μεγαλης οθόνης, δεδομένου του ότι είστε ηθοποιοί διαφορετικών γενεών και καταβολών;

Ο Δημήτρης Ναζίρης υπήρξε για ένα εξάμηνο δάσκαλός μου στην Σχολή. Δυστυχώς, το μάθημα πραγματοποιήθηκε μέσω Ζοοm λόγω κορονοϊού, οπότε δεν είχαμε αναπτύξει κάποια σχέση.

Προσωπικά, αισθάνθηκα τρομερό άγχος όταν έμαθα πως θα συμμετείχε ο Δημήτρης, ένας ηθοποιός τόσο έμπειρος, στην ταινία και φοβήθηκα ότι θα τον απογοήτευα.

«Δέσαμε», όμως, αμέσως, καθώς είναι ένας ανοιχτός, κουλ, συνεννοήσιμος άνθρωπος, καθόλου τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του, και σε απόλυτη επαφή με την δική μας γενιά.

Καθόλου αυτονόητα όλα αυτά. Όπως δεν είναι αυτονόητο να σκηνοθετείς ή να συμμετέχεις σε μια έξυπνη κωμωδία, η οποία δεν υποτιμά ούτε τον εαυτό της ούτε το όποιο κοινό.

Πόση ανάγκη για έξυπνες κωμωδίες που δεν υποτιμούν ούτε αυτούς/αυτές που τις κάνουν ούτε το κοινό τους έχουμε;

Ως θεατές και θεάτριες πάντα έχουμε την ανάγκη να γελάμε. Σε κάθε παράσταση ή ταινία, ανεξαρτήτως είδους, υπάρχει, λοιπόν, άπειρος χώρος για χιούμορ.

Πόσο εύκολο είναι διολισθαίνει κάποιος σε ευκολίες, μη σεβόμενος τον εαυτό του, την δουλειά του και το κοινό;

Πολλές φορές είναι λεπτές οι γραμμές. Όταν βιώνεις μια δημιουργική διαδικασία καθημερινά, το βλέμμα σου δεν είναι τόσο καθαρό. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η ειλικρινής ματιά άλλων, κοντινών ανθρώπων.

Πρέπει να υπάρχει σεβασμός και συνειδητότητα όσον αφορά στο ποιοι και ποιες είμαστε, ποια άτομα αντιπροσωπεύουμε, σε ποια εποχή ζούμε και, κυρίως, καθαρή πρόθεση. Αν προτίθεμαι να κοροϊδέψω, αυτό θα βγει και στην οθόνη.

Νιώθεις ότι η καλώς εννοούμενη αθωότητα που χαρακτηρίζει την στάση πολλών εκ των εμπλεκομένων στο πεδίο του σινεμά στα πρώτα τους βήματα έχει ημερομηνία λήξης; Μετατρέπεται κάποια στιγμή σε αλληλοφάγωμα και κυνισμό;

Δεν έχω ζήσει κάτι τέτοιο. Η άγνοια κινδύνου πολλές φορές λειτουργεί θετικά. Σίγουρα, πάντως, θα αλλάξω κι εγώ. Ελπίζω, όμως, να έχω την ωριμότητα να διαχειριστώ την κατάσταση χωρίς να πέσω σε κατάθλιψη.

Οπότε, αν εντοπίσω κάποιο αρνητικό στην δουλειά ενός ανθρώπου, θα του το πω για να υπάρξει βελτίωση.

Προσωπικά, αισθάνομαι την ανάγκη να βρίσκομαι μέσα στην τέχνη, κι ας μην προσφέρει αναγνωρισιμότητα.

Ελπίζω και οι όποιες επόμενες δουλειές σου να σε βρουν με το ίδιο χαμόγελο, την ίδια αισιοδοξία και με περισσότερη, καλώς εννοούμενη, ωριμότητα.

Χρειάζεται η τελευταία! (Γέλιο).

H ταινία της Μένης Τσιλιανίδου απαρατάτεμε, με την Υρώ Τσάμογλου και τον Δημήτρη Ναζίρη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, κέρδισε τρία βραβεία στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (Σκηνοθεσίας, Γυναικείας και Ανδρικής Ερμηνείας).

Το απαρατάτεμε προβάλλεται την Δευτέρα 7 Οκτωβρίου στο πλαίσιο του τμήματος Ελληνικες Μικρές Ιστορίες των 30ών Νυχτών Πρεμιέρας (κινηματογράφος Άστορ, 17:00).

Προβάλλεται, επίσης, στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Mazen Maarouf: «Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο τρόπο»

 

Mazen Maarouf (Φωτογραφία: Raphael Lucas)

Ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας, ο παλαιστινιακής καταγωγής, μεγαλωμένος στον Λίβανο και κάτοικος Ισλανδίας, Mazen Maarouf, είναι μια από τις πιο διακριτές φωνές της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας.

Συναντηθήκαμε μαζί του στην περσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η συλλογή διηγημάτων του Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Χαραμάδα.

Είσαι πολλά πράγματα: συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής. Ποιο είναι το στοιχείο που ενοποιεί την προσέγγισή σου στην γραφή;

To κοινό στοιχείο είναι ότι κάνω αυτό για το οποίο παθιάζομαι.

Μεγαλώνοντας στην Βηρυτό, μια πόλη διαχωρισμένων ταυτοτήτων και εδαφών, συνήθως αναζητάς το στοιχείο που συνδέει τα κομμάτια σου.

Κι αυτό συντελείται ακολουθώντας το όνειρό σου, γεγονός δύσκολα επιτεύξιμο.

Γιατί, αν αποφασίσουμε να είμαστε καλλιτέχνες, συγγραφείς ή οτιδήποτε, σημαίνει πως αποφασίζουμε να αποκτήσουμε έναν χαρακτήρα, και άρα να αμφισβητήσουμε το καπιταλιστικό σύστημα και το καθεστώς.

Προσπάθησα, λοιπόν, να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό είναι τελικά το ενοποιητικό στοιχείο. Τόσο απλό. Υπάρχουν, προφανώς, ιστορίες από το παρελθόν μου που ερμηνεύουν την μία ή την άλλη επιλογή: κάποιο τραύμα εδώ, ένα άλλο εκεί:

Οι πόλεμοι, το ζήτημα της ταυτότητας καθώς μεγάλωνα ως Παλαιστίνιος στην Βηρυτό, η γέννησή μου σε έναν τόπο εξορίας τον οποίο δεν είχα επιλέξει...

Όλα αυτά τα βιώματα και τα ζητήματα σίγουρα δεν μπορούν να μπουν σε «κουτάκια», ούτε να προσφερθούν «στο πιάτο» σε αναγνώστες, δημοσιογράφους και κριτικούς. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν είναι, αλλά τα διοχετεύουμε σε απλά πράγματα -όχι εγκεφαλικά, ούτε ως υλικό για κινηματογραφικό σενάριο- που κάνουμε στην ζωή μας.

Εντέλει, επικοινωνούμε δημιουργώντας ιστορίες, απευθύνοντας ο ένας στον άλλο ερωτήματα και ακούγοντας τις απαντήσεις.

Μέσω της απλότητας των πραγμάτων προσπαθούμε να εντοπίσουμε αυτό που μας λείπει.

Κάτι τέτοιο αναζητάς, κυρίως, μέσω της συγγραφικής διαδικασίας, λοιπόν;

Η συγγραφική διαδικασία είναι κάτι πολύ προσωπικό. Κάθε συγγραφέας έχει κάποιο παρελθόν, κάποιο τραύμα που προσπαθεί να διοχετεύσει και να αρθρώσει.

Προσωπικά, χρησιμοποιώ την φαντασία και την μυθοπλασία ως εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας στην οποία έχω βρεθεί. Είναι σαν να συνθέτω μια εναλλακτική πραγματικότητα έχοντας ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα που ζω.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο νιώθω πως μπορώ να αλλάξω την πραγματικότητα που βιώνω ή να δημιουργήσω κάτι πιο όμορφο μέσα από αυτή.

Η συλλογή διηγημάτων σου Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα δε βασίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε ευτυχισμένα βιώματα.

Απολύτως όχι.

Ζήσαμε φρικτές στιγμές στην διάρκεια του πολέμου, αλλά συνήθως τις συνειδητοποιούσαμε μέρες αφότου είχαν συμβεί όταν τις ονειρευόμασταν ή τις στοχαζόμασταν.

Πώς θα ήταν να δυνατόν να δημιουργήσεις κάτι όμορφο μέσα από όλη αυτήν την φρίκη;

Γιατί, άραγε, αισθάνεσαι την ανάγκη να προσθέσεις την «πινελιά» του χιούμορ; Πρόκειται για προσωπική επιλογή, έχει να κάνει με το ευρύτερο αραβο-παλαιστινιακό πλαίσιο όπου μεγάλωσες;

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το χιούμορ για να τα καταφέρουν. Kατά την διάρκεια του πολέμου οι άνθρωποι πάντα έλεγαν αστεία ως μηχανισμό άμυνας.

Όταν κρυβόμασταν στα καταφύγια για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς όλοι ήταν σαρκαστικοί απέναντι στους άλλους, σαν να τους εκδικούνταν.

Πόσο δύσκολο είναι προσεγγίζεις τόσο επώδυνα βιώματα με έναν φαινομενικά ανάλαφρο τρόπο;

Προκύπτει ως αντίδραση, δεν το προσχεδιάζεις. Κατά τον ίδιο τρόπο που, όταν αντιμετωπίζεις μια δύσκολη κατάσταση, δε σχεδιάζεις να επιβιώσεις. Ο πόλεμος και η προσφυγιά δεν είναι κάτι το οποίο περιμένεις- και δεν το εύχομαι σε κανέναν.

Βλέπεις τι συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία, πόσοι άνθρωποι έχουν καταλήξει πρόσφυγες.

Και η Ευρώπη σοκάρεται γιατί ένας πόλεμος συντελείται εντός των συνόρων της, όταν τόσοι πόλεμοι συμβαίνουν ή έχουν συμβεί αλλού:

Στην Παλαιστίνη, στην Συρία, στο Αφγανιστάν, στην Καμπότζη, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Είναι μια συνεχιζόμενη τραγωδία χωρίς περιορισμό όσον αφορά στην ταυτότητα των εκάστοτε θυμάτων.

Οπότε εστιάζεις στην ιστορία σου και προσπαθείς να βγάλεις κάτι από αυτή ώστε να μιλήσεις στους άλλους ανθρώπους.

Απόλαυσα τον Κινηματογράφο, ίσως λόγω και της αγάπης μου για το σινεμά. Σε ελκύει κι εσένα ο κινηματογράφος;

Πολύ!

Η Ισλανδία, όπου ζω, είναι ένα πολύ βαρετό μέρος. Μέχρι τις έντεκα το πρωί έχεις ολοληρώσει όσα είχες να κάνεις για την ημέρα. Οπότε, παρακολουθώ πολλές ταινίες. Ο κινηματογράφος είναι μια πολύ ισχυρή μορφή τέχνης.

Από την άλλη, κατά την διάρκεια του πολέμου είχαμε κι εμείς, μαζί με άλλες οικογένειες, κρυφτεί σε ένα σινεμά, στο πιο διάσημο της πόλης. Οι αναμνήσεις μου από την περίσταση είναι θολές. Πρόκειται, όμως, για μια πολύ προσωπική ιστορία.

Πώς βίωσες την μετάβαση από τον ρημαγμένο από τον πόλεμο Λίβανο όχι απλώς στην Ευρώπη, αλλά σ’ αυτόν τον απομακρυσμένο, ανάμεσα σε ηπείρους, τόπο;

Δεν είναι, νομίζω, και πολύ συνηθισμένο για πρόσφυγες και μετανάστες ανεξαρτήτως προέλευσης να καταλήγουν στην Ισλανδία!

Αυτή η μετάβαση ήταν κάτι απρόσμενο, όπως πολλά πράγματα στην ζωή. Ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι θα αποκτούσα την ισλανδική ιθαγένεια. Προσθέτει σύγχυση στην προϋπάρχουσα σύγχυση ταυτοτήτων που βιώνω.

Χρησιμοποιώ την Ισλανδία ως τόπο για την συγγραφή μου και στοχασμού για το παρελθόν μου. Υπάρχουν εκπληκτικοί συγγραφείς εκεί και άνθρωποι με ενθουσιασμό για τις τέχνες, γενικότερα, και την λογοτεχνία, ειδικότερα.

Πέραν αυτού, είμαι άνθρωπος του ήλιου, δεν μπορώ να με φανταστώ μακριά απ’ αυτόν!

Δίνεις, πάντως, και κάτι πίσω -στο αραβικό σου υπόβαθρο, εννοώ- έχοντας γίνει μεταφραστής της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά.

Αλλά και της ισλανδικής στα αραβικά. Εμείς στη Μέση Ανατολή χρειαζόμαστε μια διαφορετική φαντασία, έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων.

Για διάφορους ιστορικούς και πολιτικούς λόγους (Οθωμανική κατοχή, δικτατορικά καθεστώτα) δεν είχαμε τον χρόνο να εγκαθιδρύσουμε θεσμούς που να προάγουν την λογοτεχνία.

Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουμε ζητήματα όπως η κοινωνική ανισότητα, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ ατόμων, η ελευθερία του λόγου... Πολλά προβλήματα!

Οι Ισλανδοί δεν αντιμετώπισαν ποτέ αντίστοιχα ζητήματα. Η λογοτεχνία τους πηγάζει από μια πολύ διαφορετική οπτική γωνία- ακόμα και τοπίο.

Γι’ αυτό και οι αναγνώστες στην Μέση Ανατολή χρειάζεται να διαβάσουν μια λογοτεχνία που υπονοεί διαφορετικές «συντεταγμένες» διαχείρισης των προβλημάτων της ζωής.

Στον πυρήνα μας, άλλωστε, όλοι βιώνουμε με τα ίδια συναισθήματα: αγάπη, μίσος, πάθος.

Ωστόσο, ο τόπος από τον οποίο προερχόμαστε και η κοινωνική θέση που κατέχουμε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα αυτά στην καθημερινότητά μας- για το καλύτερο ή το χειρότερο.

Ακριβώς. Όλοι αγωνιζόμαστε, όμως, κι όλοι αντιμετωπίζουμε τα ίδια υπαρξιακά ζητήματα.

Το να μεταφράζεις έργα της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά είναι, επίσης, ένας τρόπος αποδόμησης των στερεοτύπων βάσει των οποίων γίνεται αντιληπτή η αραβική κουλτούρα στη Δύση;

Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο και άδικο τρόπο. Ως Άραβες έχουμε υποστεί κακομεταχείριση και επεμβάσεις από την Ευρώπη επί μακρόν.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μάς θεωρούν και «τρομοκράτες», «υπανάπτυκτους» κ.λπ.

Συναντώ τουρίστες στην Ισλανδία που νομίζουν ότι χρησιμοποιούνται καμήλες στον Λίβανο! Έχουν αυτή την οριενταλιστική, χολιγουντιανή, επίπεδη εικόνα του αραβικού κόσμου.

Σε επίπεδο Μ.Μ.Ε., εξάλλου, ακούς πολλά σχετικά με το φαγητό των αραβικών χωρών ή τον τουρισμό σ’ αυτές- όχι, όμως, και για τις κουλτούρες τους.

Η λογοτεχνία γεφυρώνει, λοιπόν, αυτό το χάσμα ανάμεσα στην στερεοτυπική αναπαράσταση του αραβικού κόσμου και την πραγματικότητα. Μπορούμε να γνωριστούμε μέσω της λογοτεχνίας.

Νιώθεις προνομιούχος που ζεις στην Ισλανδία, όταν η πλειονότητα των Παλαιστίνιων -για παράδειγμα- δεν έχουν καν την δυνατότητα της μετακίνησης εκτός καθορισμένων γεωγραφικών ζωνών;

Στην Παλαιστίνη άνθρωποι ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς ατενίζοντας το χωριό καταγωγής τους. Ασφαλώς και αισθάνομαι πρνομιούχος, και προσπαθώ να μη μιλάω γι’ αυτό επειδή νιώθω άβολα. Οι άνθρωποι, όμως, αγωνίζονται.

Κι εσύ έχεις αγωνιστεί -με τον τρόπο σου- κι αυτό έχει αποφέρει αυτήν την εξαιρετική και υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker συλλογή διηγημάτων.

Το γεγονός της υποψηφιότητας αναδεικνύει, πάντως, την παλαιστινιακή λογοτεχνία. Έχουμε σπουδαίους συγγραφείς στην Παλαιστίνη και στον αραβικό κόσμο, γενικότερα.

Για μένα αυτή η επιτυχία αποτελεί πρόκληση, γιατί γράφω με αργούς ρυθμούς. Προσπαθώ, λοιπόν, να μην την σκέφτομαι.

Τι σε σαγηνεύει στο διήγημα ως είδος;

Η αιχμηρότητά και η εικονοποιητική του διάσταση. Στην κατοπινή δουλειά μου, ωστόσο, πειραματίζομαι με πιο εκτενείς αφηγηματικές φόρμες.

Η σχέση σου με την Ελλάδα είναι θερμή, όπως άκουσα.

Το όνειρό μου είναι να καταφέρω να ζήσω στην Ελλάδα και να γράφω εκεί την άνοιξη και το καλοκαίρι υπό τον ήλιο φορώντας μπλουζάκι!

Εύχομαι να γίνει πραγματικότητα!

Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη!

Η συνέντευξη με τον συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της περσινής, 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Η συλλογή διηγημάτων του Mazen Maarouf Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Χαραμάδα σε μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.