Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Μανουέλα Μαρτέλι: «Είμαι κομμάτι μιας γενιάς που κληρονόμησε φόβο για την πολιτική»

 


Ιδωμένη από τη σκοπιά μιας πολιτικά αφυπνιζόμενης μεσοαστής γυναίκας, το 1976 της Χιλιανής σκηνοθέτριας και ηθοποιού Μανουέλα Μαρτέλι είναι μια έντιμη και «φρέσκια» ματιά στην περίοδο της δικτατορίας του Πινοσέτ.

Η ταινία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας και προβάλλεται από τις 16 Φεβρουαρίου στα σινεμά. Κουβεντιάζοντας με την Μανουέλα Μαρτέλι.

Ζεις στη Γερμανία, έτσι δεν είναι; Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για την επιλογή αυτής της χώρας; Εξαιτίας των εργασιακών προοπτικών που προσφέρει, ίσως;

Ζω στη Γερμανία εδώ και περίπου τρία χρόνια. Ήταν περισσότερο προσωπικός. Απλώς συνέβη. Όσον αφορά στην εργασία μου, νομίζω ότι συνεχίζω να δουλεύω κυρίως πάνω στη Χιλή.

Γιατί αποφάσισες να δώσεις στην ταινία σου 1976 αυτόν τον τίτλο; Σηματοδοτεί κάτι η συγκεκριμένη χρονιά σε προσωπικό, πολιτικό και ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο;

Το φιλμ είναι μεν εμπνευσμένο από την ιστορία της γιαγιάς μου, η οποία πέθανε το 1976 σε κατάσταση σοβαρής κατάθλιψης.

Αναρωτιόμουν, λοιπόν, για τους λόγους αυτής της κατάθλιψης: επρόκειτο για μια γυναίκα που είχε μεγαλώσει στη δεκαετία του 1950, παντρευτεί στα δεκαοκτώ της, αποκτήσει παιδιά και γίνει νοικοκυρά.

Με λίγα λόγια, έκανε όλα όσα οι γυναίκες εκείνου του καιρού προβλεπόταν να κάνουν. Ποτέ δεν τη συνάντησα, ξέρεις.

Οπότε έπρεπε να βγάλεις άκρη τι μπορεί να σκεφτόταν ή να είχε αισθανθεί.

Ακριβώς. Ήταν σαν να λύνω ένα μυστήριο, ενώνοντας τα κομμάτια ενός «παζλ».

Κατόπιν, όταν η γιαγιά μου γράφτηκε σε Σχολή Καλών Τεχνών ενώ είχε πια γίνει μητέρα, ήταν κάτι που την ενόχλησε, γιατί ένιωθε πως δεν μπορούσε να γίνει μέρος αυτού του κόσμου.

Η οικογένειά της ερμήνευε την κατάθλιψη της γιαγιάς μου ως ένα προσωπικό, κι όχι κοινωνικό ζήτημα.

Επιπλέον, το 1976 ήταν μια φρικτή χρονιά και για τη Χιλή.

Ήταν χειρότερη σε σύγκριση με άλλες χρονιές;

Ίσως να υπήρξε η χειρότερη: ήταν αιματοβαμμένη, πολλοί άνθρωποι βασανίστηκαν και «εξαφανίστηκαν» από το δικτατορικό καθεστώς του Πινοσέτ.

Το 1976, εξάλλου, βρέθηκε σε μια παραλία το πτώμα της Μάρτα Ουγάρτε. Ήταν το πρώτο σώμα «εξαφανισμένου» που επανεμφανιζόταν.

Το γεγονός αυτό και ο τρόπος της δημοσιογραφικής κάλυψής του αποτέλεσαν επίσης πηγή έμπνευσης για την ταινία μου.

Το 1976, τέλος, συνέβη και το πραξικόπημα στην Αργεντινή.

Ήταν, επομένως, μια αφετηρία.

Ήθελα κατ’ αρχάς να έχω έναν επικό τίτλο, κατόπιν όμως να εισέλθω στην ιστορία μιας «ανώνυμης» γυναίκας εντός του οικιακού χώρου. Μου αρέσει αυτή η αντίφαση.


Αλίν Κούπενχαϊμ (Κάρμεν)


Δεν είναι σπάνιο να παρακολουθείς μια λατινοαμερικάνικη ταινία από τη σκοπιά πολιτικοποιημένων πρωταγωνιστών προερχόμενων από την εργατική τάξη.

Είναι, όμως, σπάνιο να αποτυπώνεται μια πρωταγωνίστρια από την ανώτερη μεσοαστική τάξη που εμπλέκεται στην καθημερινή πολιτική. Προερχόταν κι η γιαγιά σου από ένα τέτοιο περιβάλλον;

Η Χιλή είναι πολύ διχασμένη στο οικονομικό επίπεδο. Απόλαυσα όσα κάθε άνθρωπος χρειάζεται, αυτό όμως δε συμβαίνει με τους περισσότερους Χιλιανούς.

Παρόλο που δεν προέρχομαι από πλούσια οικογένεια, ανήκω σ’ ένα πολύ προνομιούχο τμήμα της χιλιάνικης κοινωνίας: πήγα στο πανεπιστήμιο, έλαβα καλή εκπαίδευση, μπορούσα να ταξιδέψω. Ήταν, επομένως, δίκαιο να μιλήσω από αυτή τη σκοπιά.

Ταυτόχρονα, αναρωτιόμουν τι συνέβαινε σε αυτό το κομμάτι της κοινωνίας που νόμιζε ότι θα μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστο από όσα εκτυλίσσονταν.

Ήταν δυνατό να είναι «τυφλό»; Πόσο «τυφλό» μπορούσε να γίνει; Τι συμβαίνει όταν κάποιος γκρεμίζει λίγο αυτόν τον «τοίχο»; Kάτι «φιλτράρεται» μέσα από τον «τοίχο». Αυτά ήταν σημαντικά ζητήματα.

Και η Κάρμεν, η πρωταγωνίστρια, είναι αρκετά ευαίσθητη ώστε να αντιληφθεί, να «ακούσει» αυτές τις «ρωγμές». Είναι ένας χαρακτήρας που αφυπνίζεται.

Ήταν, ωστόσο, ήδη αφυπνισμένη, αν και με έναν όχι και τόσο πολιτικοποιημένο ή επικίνδυνο τρόπο. Δεν ήταν εντελώς «τυφλή» απέναντι στην κυρίαρχη πραγματικότητα της εποχής.

Πιο πολύ την ενδιέφερε η ιδέα της φιλανθρωπίας, αντίληψη που χαρακτήριζε τη μεσοαστική τάξη, όπως κι εκείνη της ενοχής. Δεν ήταν πολιτικοποιημένο άτομο στην αρχή. Κυρίως, ωστόσο, καθοδηγείται από ανθρωπιστικά συναισθήματα.

Πάντως, οι επιλογές και οι ενέργειές της έχουν πολιτική βαρύτητα και σημασία, καθώς και συνέπειες.

Η πολιτική είναι βαθιά ριζωμένη στον οικιακό χώρο. Τα πάντα είναι πολιτική. (Γέλιο)

Ήταν η πολιτική θέμα συζήτησης και στα δικά σας οικογενειακά τραπέζια, όπως συμβαίνει στην ταινία;

Πρόκειται για άλλη μια «ρωγμή». Υπάρχει εκεί, κάπως «φιλτράρεται», και μετά διαγράφεται. Φέρνει τη συγκεκριμένη τάξη ενώπιον των προνομίων της, τα οποία υπερασπίζεται, ακόμα και θυσιάζοντας τις ζωές άλλων.

Συζητούσατε για πολιτική όταν ήσουν έφηβη ή λίγο μεγαλύτερη;

Είμαι κομμάτι μιας γενιάς που κληρονόμησε τεράστιο φόβο για την πολιτική. Δεν είχαμε επίγνωση του γεγονότος αυτού- και σίγουρα προσωπικά δεν το είχα συνειδητοποιήσει μέχρι που έγινα πολύ μεγαλύτερη.

Έπρεπε να μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα για να μη φοβούνται οι νέοι άνθρωποι στη Χιλή. Τότε είδα την αντίθεση: μπορούσαν πια να διαδηλώνουν και να έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομία.

Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν το κάναμε ποτέ.

Στο σπίτι μου συζητούσαμε για πολιτική. Γεννήθηκα στη διάρκεια της δικτατορίας, η τηλεόραση ήταν ανοιχτή όταν δειπνούσαμε, ο Πινοσέτ «βρισκόταν» στην κουζίνα μας. Ταυτόχρονα, όμως, δε συμμετείχα στην πολιτική.




Δεδομένου ότι για το 1976 συνεργάστηκες με τον Αντρές Γουντ και την Αλίν Κούπενχαϊμ, δυο ανθρώπους με τους οποίους είχες δουλέψει -ως ηθοποιός- στο Machuca, σε έκανε αυτό να να νιώθει πιο άνετα;

Ο Αντρές υπήρξε πολύ σημαντικός άνθρωπος για μένα, γιατί με βοήθησε πολύ στη διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου. Είναι σπουδαίος σύμβουλος, μέντορας, σαν νονός, δεν το βάζει κάτω ποτέ, και σε φέρνει αντιμέτωπη με τα πάντα.

Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που λάβαινα αυτή την ανατροφοδότηση από την πλευρά του. Εμβαθύνει στους χαρακτήρες και τα πράγματα.

Με την Αλίν πρωτοσυναντηθήκαμε στο Machuca. Έχουμε μια οργανική σχέση, τα πάμε πολύ καλά, προερχόμαστε από το ίδιο σύμπαν, είμαστε χαμηλών τόνων ηθοποιοί και μιλήσαμε πολύ για τον χαρακτήρα της.

Πώς βιώνεις τη μετάβαση από την υποκριτική στη σκηνοθεσία;

Πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι η ηθοποιία είναι στ’ αλήθεια επώδυνη: υποφέρω όταν παίζω. Η υποκριτική διαδικασία με φέρνει αντιμέτωπη με τα φαντάσματα και τους φόβους μου. Αντλώ, όμως, και ευχαρίστηση. Υπάρχει μια μαζοχιστική διάσταση.

Πρέπει να μου αρέσει όντως ένα πρότζεκτ για να «βυθιστώ» σ’ αυτόν τον επώδυνο κόσμο. Η σκηνοθεσία μού προσφέρει βασικά ευχαρίστηση.

Οπότε συνεχίζεις και στα δύο «μέτωπα» ή θα διοχετεύσεις την ενέργειά σου σε ένα από αυτά στο προσεχές μέλλον;

Εξαρτάται από το πρότζεκτ. Δεν ξέρεις αν θα γίνει κάποια ταινία μέχρι την έναρξη των γυρισμάτων. Είναι πολύ όμορφη ταινία αυτή στην οποία συμμετέχω ως ηθοποιός και θέλω να τη δει κόσμος.

Αυτό δε θέλετε όλοι/όλες οι σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες/ηθοποιοί, την επικοινωνία με τα κοινά;

Ναι. Για να υλοποιηθούν, όμως, κάποια φιλμ πρέπει να παλέψεις γι’ αυτά. Το 1976 μας πήρε επτά χρόνια, και πολλές φορές αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να γίνει ή να εγκαταλείψω την ιδέα. Κάτι με κρατούσε.

Στο 1976 εστιάζεις πολύ στη λεπτομέρεια. Μια από αυτές είναι τα παπούτσια, που εμφανίζονται σε διάφορες στιγμές της ταινίας. Σε ενδιαφέρει περισσότερο η λεπτομέρεια της καθημερινότητας, παρά η «μεγάλη εικόνα»;

Έχεις απόλυτο δίκιο. Μόλις αποφάσισα να εμβαθύνω σ’ αυτή την περίοδο σαν μέσα από ένα μικροσκόπιο, όντως αναζητούσα λεπτομέρειες. Αναρωτιόμουν αν μπορούμε να αφηγηθούμε την Ιστορία μέσα από λεπτομέρειες.

Λεπτομέρειες, λοιπόν, όπως τα παπούτσια δεν τις βρίσκεις στις εφημερίδες. Τα παπούτσια δεν αποτελούν ηθελημένο σύμβολο, δεν επιχείρησα κάτι τέτοιο. Απλώς στη μακρά διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής επανέρχονταν ως θεματικός άξονας.

Η μαμά μου, για παράδειγμα, μου είχε πει ότι, όταν επισκέφτηκαν έναν συγγενή που είχε πεθάνει, τα παπούτσια του βρίσκονταν στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι. Το βρήκα αποκαλυπτικό σε σχέση με το πώς μπορείς να αφηγηθείς την απουσία.

Έβλεπα, επίσης, φωτογραφίες ξυπόλητων παιδιών στις παραγκουπόλεις: εδώ, τα παπούτσια λειτουργούσαν ως σύμβολο κύρους. Αλλά υπήρχαν και όσοι είχαν βγει στην παρανομία, που κοιμόντουσαν με τα παπούτσια τους.

Μακάρι το 1976 να βρει τη θέση του διεθνώς. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας, όπου και κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας.

Ελπίζω πραγματικά να το παρακολουθήσουν στην Ελλάδα και λυπάμαι που δεν ήρθα στην Αθήνα. Θα το ήθελα.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου, υπέθυνη Επικοινωνίας της Weird Wave, για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και την Μανουέλα Μαρτέλι για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Η ταινία της Μανουέλα Μαρτέλι 1976 προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 16 Φεβρουαρίου σε διανομή της Weird Wave.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου