Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Κρίστι Πούιου: «Η ανάγκη για φήμη και δόξα γέννησε το “Ρουμανικό Νέο Κύμα”»


Αναπάντεχα ευθύς, αυτοκριτικός στα όρια του αυτοσαρκασμού και χειμαρρώδης, ο Κρίστι Πούιου θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές αυτού που αργότερα αποκλήθηκε Ρουμανικό Νέο Κύμα. Τον συναντήσαμε στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου ήταν παρών, προκειμένου να παρουσιάσει την πιο πρόσφατη ταινία του, τη σουρεαλιστικά τιτλοφορημένη Sieranevada, μια χιουμοριστική, και ενίοτε σαρκαστική, ματιά στη ρουμανική μεσαία τάξη- και όχι μόνο. Το φιλμ, το οποίο αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ρουμανίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το 2017, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 10 Νοεμβρίου.

Θεωρείσαι από τους θεμελιωτές του Ρουμανικού Νέου Κύματος. Ποια ανάγκη το γέννησε;

Άρχισα να αναρωτιέμαι γι’ αυτό το ζήτημα κάμποσα χρόνια πριν, όταν η συγκεκριμένη ετικέτα εμφανίστηκε και οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι αποφάσισαν να το αποκαλέσουν έτσι. Δεν υπήρχε, όταν άρχισα να κάνω ταινίες. Η απάντηση έχει να κάνει περισσότερο με την ανάγκη και την επιθυμία για φήμη και δόξα, παρά με το ενδιαφέρον για το σινεμά. Σε ό,τι με αφορά, έκανα μια ταινία το 2001, τη Γερή μπάζα, που βραβεύτηκε εδώ στη Θεσσαλονίκη, γεγονός πολύ σημαντικό για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ο οποίος έχει ανάγκη από μια τέτοια επιβεβαίωση.

Και αναγνώριση.

Ένα είδος αναγνώρισης από τους κριτικούς, αν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Τζον Μπούρμαν μου είχε πει πως ήταν καλή ταινία, αλλά φλύαρη. Έδωσαν, λοιπόν, το κύριο βραβείο σε μια άλλη ταινία. Θα ήταν μια πολύ καλή αρχή, έτσι όπως το αντιλαμβανόμουν. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι μια ψευδαίσθηση, από την οποία πρέπει να κρατάς τις αποστάσεις σου. Αυτή η ιδέα των βραβείων είναι απλώς βλακεία. Η νίκη μου, πάντως, στη Θεσσαλονίκη ήταν το γεγονός ότι στον Τζεϊλάν, ο οποίος ήταν μέλος της Επιτροπής, άρεσε η ταινία μου. Μετά από αυτό το φιλμ ακολούθησαν η Δύση του Μουντζίου και η Οργή του Ράντου Μουντεάν, που έγιναν θετικά δεκτές στη χώρα. Η δική μου όχι. Δε θεωρήθηκε σινεμά: κακά κινηματογραφημένη, «όλοι μπορούν να το κάνουν», κ.λπ. Όπως όταν επισκέπτεσαι μια έκθεση έργων αφηρημένης ζωγραφικής και όλοι έχουν την αίσθηση «ο γιος μου μπορεί να το κάνει καλύτερα». Αυτή η αντίληψη κυριαρχούσε για τη Γερή μπάζα, ότι υπάρχει κάτι λάθος σ’ αυτή. Γι’ αυτό και στη Ρουμανία έκοψε μόνο 3.000 εισιτήρια, σε αντίθεση με τα δεκάδες χιλιάδες εισιτήρια που έκοψαν οι άλλες 2 ταινίες.



Και τότε υπήρξα πολύ τυχερός γιατί κέρδισα στην Μπερλινάλε το βραβείο για την καλύτερη μικρού μήκους ταινία, γεγονός που μου επέτρεψε να συγκεντρώσω τους πόρους για την επόμενη μεγάλου μήκους δουλειά μου μου, την Οδύσσεια του κύριου Λαζαρέσκου.

Την ταινία, η οποία σε έκανε ευρύτερα γνωστό.

Επιλέχτηκε για το τμήμα Ένα κάποιο βλέμμα των Καννών. Ένιωσα προδομένος από αυτή την απόφαση, ήθελα να έχει περιληφθεί στο Διαγωνιστικό. Αλλά αυτές ήταν οι σκέψεις κάποιου που έδινε προσοχή στις συγκεκριμένες δομές. Η Επιτροπή έφυγε από την προβολή μισή ώρα μετά την έναρξή της και μόνο 2 μέλη της την παρακολούθησαν μέχρι τέλους και ζήτησαν από τους άλλους να επιστρέψουν . Η προσωπική μου πορεία είναι γεμάτη από όλων των ειδών τα ατυχήματα και τα εμπόδια. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, κέρδισε το βραβείο του τμήματος. Μετά την Οδύσσεια του κύριου Λαζαρέσκου, ένα τσούρμο σκηνοθετών από τη Ρουμανία είπαν «αυτή πρέπει να είναι η φόρμουλα για το Χρυσό Φοίνικα» και έτσι το καθετί στο σινεμά έγινε νατουραλιστικό. Ξεχάσαμε τους εαυτούς μας και τι θέλουμε να κάνουμε με το σινεμά και φορέσαμε αυτό το «παλτό», επειδή θα μας οδηγούσε σε κάποια βραβεία. Κι αυτό ίσχυσε στην περίπτωση του Μουντζίου, ο οποίος πέτυχε την κοινωνική και τη διεθνή αναγνώριση. Όταν πρόκειται για το σινεμά, δεν ευχαριστείς το κοινό.



Υποθέτω ότι δεν είναι αυτός ο στόχος σου.

Δεν μπορώ να το κάνω, γιατί είναι μια μορφή προδοσίας. Δεν μπορώ να προδώσω τον εαυτό μου.

Φτάσαμε, λοιπόν, στη Sieranevada, μια χιουμοριστική και συχνά σαρκαστική ματιά στη ρουμανική μεσαία τάξη- και όχι μόνο στη ρουμανική.

Ένα από τα προβλήματα είναι πως επινοήσαμε αυτά τα πεδία ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν είμαστε ελεύθεροι να παρακολουθήσουμε τον κόσμο, γιατί τον αντιλαμβανόμαστε μέσω των φίλτρων, τα οποία έχουν τοποθετηθεί μπροστά στα μάτια μας. Η τάση είναι, λοιπόν, να πιστεύουμε ότι η κουλτούρα είναι πολύ πιο σημαντική από τον άνθρωπο. Αυτό είναι απλώς βλακεία. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο κάνουν τα ίδια πράγματα: τρώνε, γαμιούνται, χέζουν, κατουράνε, έχουν πρόβλημα με το στομάχι τους. Τα παραμερίζουμε, για να τα αναλύσουμε από την πολιτισμική σκοπιά. Και τότε εντυπωσιαζόμαστε: «Για δες, μπορούν να συμβούν και στη χώρα μας!», λέμε. Οι ταινίες για μένα είναι πολύ λιγότερο σημαντικές από τα λουλούδια. Τα περισσότερα από τα πολύ ουσιαστικά πράγματα δε σχετίζονται με την κουλτούρα.



Αλλά ο θάνατος έρχεται, τελικά, για όλους μας. Και τότε, όσα θεωρείς σημαντικά στη ζωή σου θα εξαφανιστούν. Γι’ αυτό με απασχολούν θέματα που σχετίζονται με το θάνατο και πώς αυτός βιώνεται από το άτομο, πώς ενσωματώνεται, πώς «χωνεύεται» μέσω ιστοριών, τις οποίες άλλοι αφηγούνται. Γεννιέσαι σ’ ένα κόσμο, όπου ο θάνατος δεν υπάρχει. Για τα παιδιά, είναι απλώς μια λέξη. Λίγο λίγο, χτίζουμε αυτό το μηχανισμό φόβου και νιώθουμε αγωνία.

Οι ήρωές σου στη Sieranevada μιλάνε ακατάπαυστα για σχεδόν κάθε θέμα, το οποίο μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους- από την ιστορία και την πολιτική, μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις και τη θρησκεία-, προκειμένου να αποφύγουν να θίξουν το μείζον.

Αυτός είναι ένας τρόπος απόδρασης, σαν καταφύγιο, για να αποφύγουν τη συζήτηση του κυρίως θέματος, την απώλεια του «πατριάρχη». Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Γι’ αυτό και μιλάνε για οτιδήποτε άλλο. Αυτό συνέβη στο μνημόσυνο του πατέρα μου. Το πιο σημαντικό που μπορεί να κάνει ένας δημιουργός είναι να αποτελεί έναν ειλικρινή μάρτυρα της εποχής του και του μυαλού του. Δε μ’ ενδιαφέρει κάτι άλλο.



Και φαίνεται πως η κάμερά σου- κι εσύ πίσω από αυτή- είστε τέτοιοι μάρτυρες.

Έτσι πρέπει να είναι. Να αφήνεις τα πράγματα να εξελίσσονται και απλώς να τα καταγράφεις. Είναι κάποιοι άνθρωποι, που στη διάρκεια της ζωής τους αποφάσισαν να γίνουν ηθοποιοί. Τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός; Υπάρχει μια περιεκτική ατάκα στην Μαμά και την πουτάνα, όπου ο Ζαν Πιερ Λεό λέει ότι «το να είσαι ηθοποιός σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου με τις λέξεις ενός άλλου». Πρέπει να ξεσκεπάσεις τον εαυτό σου, να κοιτάξεις την καρδιά σου. Ρώτα τον εαυτό σου όσα δεν τολμάς και τότε αποφασίζεις ποια κατεύθυνση θα πάρεις ή πόσο σοβαρό είναι το σινεμά. Νομίζω πως τα πιο σημαντικά πράγματα στις ταινίες μου είναι εκείνα, τα οποία δεν τοποθέτησα εκεί συνειδητά. Η Sieranevada ξεκίνησε από την ανάγκη να αφηγηθώ την ιστορία του εαυτού μου, που ζει μέσα στην ίδια του τη μυθοπλασία. Γι’ αυτό και συνδύασα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στη μικροκλίμακα μιας οικογένειας και στην ευρύτερη ιστορική διαδικασία.

Επιστρέφοντας εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Έχει μέλλον το Ρουμανικό Νέο Κύμα; Ή χρειάζεται να ανανεωθεί, να επανεπινοηθεί;

Κατά κάποιο τρόπο έκανε κακό, γιατί οδήγησε στην απώλεια ατομικών φωνών. Αλλά αυτές οι φωνές, όπως του Μουντζίου, ξανακερδίζονται.

Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Κερκινό, υπεύθυνο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, για την πολυτιμη βοήθειά του στον προγραμματισμό της συνομιλίας με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Κρίστι Πούιου Sieranevada προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 10 Νοεμβρίου σε διανομή της Seven Films.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου